Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Ανακοίνωση

Καινούργιες αναγνώστριες,

κοιτάξτε λιγάκι προς τα κάτω τα κεφάλαια. Στις ιστορίες μου, πάντα διαλέγουμε όλες μαζί ποιος άντρας και γυναίκα θα είναι οι πρωταγωνιστές. Στο συγκεκριμένο είναι οι David Gandy και Giusy Buscemi. Επίσης, στο τέλος κάθε ιστορίας, βάζω ένα μικρό διαγωνισμό και κάθε νικήτρια κερδίζει υπερδώρα (ένα μανώ, μια στέκα κλ. Μη φαντάζεστε!).

Παλιές αναγνώστριες,

Στο ΗΒ θα κάνω τα αδύνατα δυνατά να βρω τον Ντέιβιντ. Αν τον βρω, σας υπόσχομαι μια selfie. Τουλάχιστον...! Το πιάσατε το υπονοούμενο; χααχαχαχαχα

κεφάλαιο 57-ανεβάζω κατεξαίρεση Κυριακή, γιατί αύριο θα έχω τεράστια μέρα και ίσως δεν προλάβω! Σας αγαπώωωωω

 Την Κυριακή το πρωί η Μάντι ξύπνησε με ένα λυγμό, πράγμα που σήμαινε ότι έκλαιγε στον ύπνο της. Αλλά δεν το άφησε να την πάρει από κάτω. Σηκώθηκε και έκανε ένα απολαυστικό μπάνιο, ντύθηκε πρόχειρα και έπαιξε με τα μικρά στον κήπο. Η κυρία Ραφαέλι ήταν στην πρεσβεία γιατί είχε γίνει μια ζημιά με το κεντρικό έκθεμα και ο κύριος Ραφαέλι είχε μια συνάντηση με τον πρόεδρο του συλλόγου ατόμων με καρδιακές παθήσεις. Η ηρεμία των παιδιών την χαλάρωνε απίστευτα. Τα παρατηρούσε να παίζουν με τα χώματα και να γίνονται χάλια, να γελούν με όλη τους τη δύναμη και τα θαύμαζε. Για εκείνα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στον κόσμο. Είχαν αγάπη, φαγητό και σπίτι. Τα μόνα πολύτιμα αγαθά.

Η ώρα είχε πάει δύο το μεσημέρι όταν άρχισε να ετοιμάζεται. Ήρθε η μπέιμπι σίτερ των μικρών, μια νεαρή κοπέλα από την Ιταλία, και εκμεταλλεύτηκε την ησυχία για να ντυθεί προσεκτικά. Η δεξίωση ξεκινούσε κατά τις πέντε αλλά θα πήγαινε μία ώρα πιο πριν τουλάχιστον για να επιτηρήσει τις διαδικασίες. Δεν είχε πολύ άγχος. Τα είχε όλα σχεδιάσει τέλεια. Ήταν απίθανο να πάει κάτι στραβά. Οι καλεσμένοι θα περνούσαν πραγματικά καλά. Οι Ραφαέλι είχαν κανονίσει να υπάρχει και ζωντανή μουσική. Δε θα ήταν άλλο ένα φιλανθρωπικό γκαλά. Θα ήταν μια όμορφη βραδιά. Για όσους είχαν όρεξη δηλαδή.

Το προηγούμενο βράδυ είχε ισιώσει τα μαλλιά της γιατί είχε έρθει η κομμώτρια της κυρίας Ραφάελι να τις ετοιμάσει. Είχε διαλέξει να τα αφήσει κάτω και να μην κάνει κάποιον περίτεχνο κότσο. Φόρεσε το κατακόκκινο αραχνοΰφαντο φόρεμά της, ένα ζευγάρι γόβες στο χρώμα του δέρματος (τελικά δεν είχε κουράγιο να φορέσει τα παπούτσια που της είχε αγοράσει ο Κρίστοφερ) και έβαλε ένα κόκκινο κραγιόν στην ίδια απόχρωση με το φόρεμά της. Πρόσθεσε μπόλικη μάσκαρα και δύο ψεκασμούς από το αγαπημένο της άρωμα και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Όμορφη, σκέφτηκε. Αλλά δυστυχισμένη. Άραγε θα φαινόταν στο βλέμμα της; Μακάρι να μην το πρόσεχε κανείς. Μισούσε να δείχνει αυτό που ένιωθε. Αλλά δυστυχώς αυτή ήταν η κατάρα της από μικρή. Ήταν διάφανη. Όλοι έβλεπαν μέσα της.

Μπήκε στην λιμουζίνα των Ραφαέλι κατά τις τρεις και μισή και τέσσερις ακριβώς ήταν μέσα στην υπέροχη αίθουσα. Όλα ήταν όπως τα είχε σχεδιάσει. Λευκά τραπεζομάντιλα και καρέκλες, λευκά πιάτα και μωβ λινές πετσέτες. Και τεράστιες ανθοσυνθέσεις μέσα σε κρυστάλλινα βάζα. Όλα ήταν πολύ κομψά. Και στην τσάντα της είχε τις επαγγελματικές κάρτες της.  Σίγουρα πολλοί θα έδειχναν ενδιαφέρον απόψε. Με δυο τρεις μεγάλες δουλειές, θα έβγαζε ένα καλό ποσό και θα πέταγε μια επιταγή στα μούτρα του Κρίστοφερ. Και τώρα τις είχε τις 40.000 λίρες αλλά τις είχε μήπως και αγόραζε το σπίτι της. Αν πήγαινε καλά η δουλειά της θα έβγαζε άλλα τόσα σε λιγότερο από ένα χρόνο. Φαντασιωνόταν συνεχώς τη στιγμή που θα έμπαινε στο γραφείο του Κρίστοφερ, χωρίς να την έχουν αναγγείλει, να πλησιάζει προς το μέρος του, αγέρωχη, με μια σφικτή κοτσίδα και επαγγελματικό ντύσιμο, και να του πετάει την επιταγή πάνω στο μαονένιο του γραφείο. Θα απολάβανε την έκπληξη και τον εκνευρισμό στο πρόσωπό του. Και μετά θα έφευγε όπως ήρθε. Κυρία.

Η Μάντι είχε τελειώσει με τις δουλειές της και αποφάσισε να χαλαρώσει και να απολαύσει τη δεξίωση λίγο μετά τις πέντε, που ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να έρχεται και να τακτοποιείται στα τραπέζια. Είχε πλησιάσει τον διοργανωτή εκδηλώσεων, έναν συμπαθητικό νεαρό με το όνομα Τζέικ, και τον ρωτούσε διάφορα για τη δουλειά του. Εκείνος έδειξε πολύ πρόθυμος να της εξηγήσει μερικά πράγματα και μάλιστα αντάλλαξαν κάρτες για να συνεργαστούν στο μέλλον. Θα περνούσε ωραία απόψε. Είχε γνωρίσει μερικούς φίλους της οικογένειας Ραφαέλι και είχε ένα σωρό γνωστούς ήδη εκεί μέσα. Έβλεπε τα βλέμματα των αντρών να στέκονται πάνω της λίγο παραπάνω από το επιτρεπτό και ήξερε ότι αν ήθελε μπορούσε να φύγει με δυο τρία τηλέφωνα πολύ γοητευτικών αντρών. Αλλά δεν ήθελε. Κανείς, κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Κρίστοφερ.

Ο Κρίστοφερ! Συνειδητοποίησε όταν τον είδε να περνάει την πόρτα κρατώντας το δεξί του χέρι ένα μπαστούνι μαύρο και από το αριστερό…τη γυναίκα του. Τι έκανε εδώ; Το σύμπαν είχε ακούσει την καρδιά της. Αυτό ήταν. Δεν μπορεί…

Έκλεισε ασυναίσθητα τα μάτια της, ανίκανη να διαχειριστεί την ομορφιά του. Ήταν πολύ, πολύ όμορφος. Δεν είχε ξεχάσει το πρόσωπό του, τη μορφή του, αλλά είχε περάσει καιρός και της είχε λείψει. Έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά αλλά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Αλλά η σκέψη της αιχμαλώτισε το βλέμμα του. Και την κάρφωσε με τα καταγάλανα μάτια του, γεμάτα έκπληξη αρχικά, και μετά μίσος. Καυτό μίσος. Η Μάντι κατέβασε το κεφάλι. Δεν άντεχε άλλο. Ποια δύναμη τον είχε φέρει εκεί μέσα; Δέκα μήνες μετά, ακριβώς στη δεξίωση όπου θα βρισκόταν κι εκείνη;

Γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε στο μπαρ για ένα ποτήρι σαμπάνια. Ο κύριος Ραφαέλι την επαίνεσε σε ένα φίλο του για τη δουλειά της και έπιασαν κουβέντα. Αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Σε ένα χώρο 200 τετραγωνικών, βρισκόταν εκείνη και ο Κρίστοφερ. Συνταγή για βόμβα ναπάλμ. Μίλησε με ένα σωρό κόσμο και η ώρα πέρασε. Είχε βραδιάσει έξω και ένα συγκρότημα έπαιζε χαλαρή μουσική. Είχαν φάει όλοι και κάποιοι μάλιστα χόρευαν. Ο Κρίστοφερ καθόταν σε ένα καλό τραπέζι περίπου 20 μέτρα μακριά της. Μιλούσε ζωηρά και γελούσε με τη γυναίκα του. Μια φορά που σηκώθηκε να πάει τουαλέτα, σηκώθηκε κι εκείνος και τη συνόδευσε ως εκεί για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά.

Η Μάντι δεν έφαγε σχεδόν καθόλου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Περνούσε μόνο τα χέρια της συνεχώς από τα μαλλιά της και προσπαθούσε να τα βάλει σε τάξη. Δεν είχαν κάποιο πρόβλημα. Απλώς έτσι ένιωθε ότι κάτι έκανε. Και εκείνος…δεν της είχε ρίξει ούτε δεύτερη ματιά. Ο κύριος «είσαι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο», «δεν έχω ξανανιώσει έτσι με καμία» κλπ. έδειχνε πολύ ευτυχισμένος με την καινούργια τάξη πραγμάτων. Που δεν περιείχε τη Μάντι.

Ο πιο όμορφος άντρας στον κόσμο, σκέφτηκε η Μάντι όταν σηκώθηκε να χορέψει λιγάκι με τη γυναίκα του.  Ο πιο όμορφος άντρας, ο πιο έξυπνος, ο πιο τρυφερός. Αυτός ήταν ο Κρίστοφερ. Τέλειος από κάθε άποψη. Εκείνος δεν έφταιγε. Εκείνη τον έχασε. Τον έβλεπε να χορεύει άνετα μαζί της, χωρίς το μπαστούνι του, γελώντας με κάτι που του είχε ψιθυρίσει εκείνη στο αυτί, προσπαθώντας να αποφύγει την κοιλιά της. Όλες οι γυναίκες τον κοιτούσαν ξελιγωμένες. Και η ίδια. Αλλά δεν την ένοιαζε. Αφού δεν την κοιτούσε. Καθόλου.

Ο κύριος Ραφαέλι τη σήκωσε για ένα χορό και απόλαυσε τη μουσική. Μετά χόρεψε λιγάκι με τον Τζέικ και αποφάσισαν να ξαναβρεθούν για να μιλήσουν για δουλειές την επόμενη φορά που θα ερχόταν Λονδίνο. Είχε πολλή πλάκα. Υπό κανονικές συνθήκες θα διασκέδαζε ειλικρινά μαζί του.
«Μάντι, έλα κορίτσι μου να σου γνωρίσω μια καλή φίλη!» άκουσε η Μάντι την κυρία Ραφαέλι να φωνάζει προς το μέρος της. Γύρισε και είδε την πρώην εργοδότριά της με το χέρι στην κοιλιά…της κυρίας Χάντερ. Η Μάντι πάγωσε. Το ίδιο και ο Κρίστοφερ. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Πλησίασε αργά, στρώνοντας με αμηχανία το φόρεμά της.
«Καλησπέρα» ψέλλισε ντροπαλά αλλά η κυρία Ραφαέλι, γνήσια Ιταλίδα, ήταν χειμαρρώδης.
«Αυτή είναι η Φιλίπα και είναι κόρη του πρώην πρέσβη της Ιταλίας. Είμαστε καλές φίλες!» είπε λάμποντας από χαρά και η Μάντι τέντωσε το χέρι σε μια ευγενική χειραψία.
«Δεσποινίς, μου θυμίζετε κάτι» είπε η Φιλίπα συνοφρυωμένη.
«Είμαι σίγουρη ότι δεν έχουμε ξανασυναντηθεί» είπε η Μάντι ελπίζοντας τα ίσια μαλλιά και η απουσία γυαλιών ηλίου να έφταναν για να κρύψουν την ταυτότητά της.
«Η εγκυμοσύνη με έχει κάνει και τα χάνω» γέλασε η Φιλίπα. «Συγχαρητήρια για τη διακόσμηση» είπε ζεστά. «Θα σε χρειαστώ μάλλον. Θέλω να κάνω κάτι αλλαγές στο σπίτι μου» είπε και η Μάντι πάγωσε. Ξανά. Σπίτι της; Διάολε, ήταν το σπίτι της.
«Η Μάντι είναι πολύ ταλαντούχα» είπε όλο καμάρι η κυρία Ραφαέλι. Εκείνος γιατί δε μιλούσε; Κοιτούσε τριγύρω αδιάφορα, αγνοώντας τον ενθουσιασμό των γυναικών. Αλλά ήταν τόσο κοντά της που έβλεπε τις κόρες του να διαστέλλονται, μύριζε το άρωμά του. «Έχει περάσει πολλά αλλά τη στηρίζουμε» κατέληξε. Η Μάντι της τα είχε πει όλα και έδειξε κατανόηση.
«Καλέ! Τι αγένεια!» είπε η Φιλίπα και κάλυψε με την παλάμη το στόμα της. «Κρίστοφερ, από εδώ η Μάντι. Μάντι, από εδώ ο Κρίστοφερ» είπε και έπιασε συζήτηση με την κυρία Ραφαέλι. Δε γινόταν να τον αγνοήσει.
«Χαίρω πολύ» του είπε ψυχρά. «Και συγχαρητήρια». Εκείνος δεν αντέδρασε. Έγνεψε με το κεφάλι σε μια διακριτική υπόκλιση και άφησε αμέσως το χέρι της λες και τον έκαιγε.

Η Φιλίπα στράφηκε στο μέρος τους.
«Λοιπόν, Μάντι, θα πάρω την κάρτα σου από την Σιάρα και τα ξαναλέμε εμείς» είπε χαρωπά και πήγε να χαιρετίσει κάποιον άλλον. Το ίδιο και η Σιάρα. Η Μάντι έμεινε μόνη της. Με εκείνον. Μετά από πολύ καιρό. Και πολύ λίγο ταυτόχρονα.
«Ευχάριστες εξελίξεις βλέπω» του είπε συγκινημένη. Ήταν έτοιμη να κλάψει από το παράπονο.
«Πώς είσαι;» τη ρώτησε και μετά από μια μικρή παύση συμπλήρωσε καυστικά «Μάρλεν».
«Καλά είμαι. Εσύ;» τον ρώτησε δείχνοντας με το βλέμμα της το μπαστούνι του.
«Πειράχτηκε λίγο το νεύρο από το τραύμα και περπατάω με δυσκολία» είπε εκείνος αδιάφορα. «Κάνω φυσιοθεραπείες και σύντομα θα είμαι όπως πριν».
«Αδυνάτισες» του είπε εκείνη αυστηρά.
«Κι εσύ» απάντησε εκείνος αδιάφορα πάλι.
Για λίγο δε μιλούσε κανείς. Μόνο κοιτιόντουσαν. Και κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα.
«Είσαι ευτυχισμένος;» τον ρώτησε τελικά.
«Προσπαθώ» της είπε εκείνος και σήκωσε τους ώμους. «Εσύ;» τη ρώτησε.
«Κι εγώ προσπαθώ» του είπε ειλικρινά. Κρίστοφερ, αγάπη μου, σκέφτηκε από μέσα της. Ήθελε να τον αγγίξει, να τον αγκαλιάσει. Αλλά ήταν τόσο απαγορευμένο πια…
«Σκοπεύω να σου επιστρέψω τα λεφτά» του είπε τελικά. Εκείνος σφίχτηκε ολόκληρος.
«Αυτό σε νοιάζει;» τη ρώτησε άγρια. «Σιγά τα λεφτά».
«Όταν βάζεις τελεία, βάζεις τελεία» του είπε κι εκείνη θυμωμένη.
«Έχεις βάλει τελεία εσύ δηλαδή;» τη ρώτησε ειρωνικά.
«Ναι» του είπε για να τον πικάρει. Η Φιλίπα ήταν λίγα μέτρα μακριά μόνο.
«Πάμε να χορέψουμε» της είπε και την τράβηξε από το χέρι. «Ειλικρινά μεταξύ μας δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επικοινωνίας πια» της είπε. «Αλλά θέλω απεγνωσμένα να σε νιώσω πάνω μου».


Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Κεφάλαιο 56-σκέψεις Μάντι

Θα έπρεπε να επικαιροποιήσουν το σαβουάρ βιβρ. Θα έπρεπε κάποιος να γράψει κάτι σχετικό. Λίγο πολύ όλοι ξέρουμε πώς να στρώνουμε ένα τραπέζι ή πώς να μιλήσουμε στη βασίλισσα, λες και πρόκειται να συμβεί αυτό ποτέ. Γιατί κανείς όμως δεν έχει σκεφτεί κανείς να γράψει ένα κεφάλαιο με θέμα «πώς συμπεριφέρεσαι στην νυν γυναίκα του πρώην σου η οποία είναι ετοιμόγεννη, πανέμορφη, και εκνευριστικά ευγενική». Στο κεφάλαιο αυτό θα έπρεπε επίσης να υπάρχει υποκεφάλαιο με θέμα «πώς συμπεριφέρεσαι όταν έχεις χωρίσει δέκα μήνες και βρίσκεις την επόμενη εννιά μηνών έγκυο».

Αν λοιπόν υπήρχε ένα τέτοιο κείμενο θα το διάβαζα με μεγάλο ενδιαφέρον. Και θα ήξερα τι να κάνω. Και δε θα στεκόμουν στη γωνία του δρόμου κρατώντας το στομάχι μου, έτοιμη να κάνω εμετό, έτοιμη να γυρίσω πίσω και να της πω ότι ο άντρας της είναι ο άντρας που αγαπώ και ότι αυτό το παιδί θα έπρεπε να είναι δικό μου, και ότι πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο όμορφη και τόσο ψηλή και να έχει τέλειο δέρμα και τέλεια μαλλιά; Διάολε, τα έχω χαμένα. Το μυαλό μου είναι τόσο μπερδεμένο που θέλω να τρέξω μέχρι να μου κοπεί η ανάσα, μακριά από εδώ, μακριά από την έκδηλη ευτυχία στα μάτια της γυναίκας.

Πώς το έκανε αυτό; Έφυγα από το σπίτι του εκείνη τη μέρα, σήκωσε το μονόπετρο από το πάτωμα, το έβαλε στην τσέπη του, βγήκε με τα μοντέλα της Victoria Secret και φώναξε «ποια θέλει να με παντρευτεί;». Μόνο έτσι δικαιολογείται χρονικά αυτό που είδα μόλις. Και σιγά τα συναισθήματα που είχε για μένα. Ο αχρείος. Νόμιζα ότι τον ισοπέδωσα όταν έφυγα. Το βλέμμα του όταν άκουσε το όνομά μου με στοίχειωσε. Δε λέω, οι συνέπειες των πράξεών μου του κόστισαν την υγεία του. Τη σωματική. Όχι τη συναισθηματική. Γιατί αν κρίνω από την υπερσύντροφο, μάλλον ήταν πολύ ευτυχισμένος.

Και τώρα πώς συνεχίζω τη ζωή μου; Δούλεψα για να γίνω κάτι, για να του αποπληρώσω τα χρήματα που μου έχει δώσει. Χώρισα με τον Τζον, πήρα τη ζωή μου στα χέρια μου για να του αποδείξω ότι δεν με κρατούσε τίποτα με τον πρώην άντρα μου. Μόνο ο τρόμος. Και τώρα; Τι; Τι να κάνω; Γιατί δε μου απαντάει με κάποιον τρόπο το σύμπαν; Τι νόημα έχει η ζωή μου σε έναν κόσμο χωρίς Κρίστοφερ; Βέβαια δεν περίμενα να κάθεται να κλαίει αλλά…Θεέ μου…τόσο γρήγορα;


Θα γυρίσω σπίτι να οργανώσω λιγάκι ακόμα τη δεξίωση και να ηρεμήσω λιγάκι. Δεν είναι καιρός για να μεμψιμοιρώ. Είναι καιρός για ανασύνταξη. Τα στρατεύματά μου έχουν αποδεκατιστεί. Αλλά δεν πρόκειται να κάνω πίσω. Θα πολεμήσω. Κάποτε πολέμησα για την αγάπη του Κρίστοφερ και έχασα. Τώρα θα πολεμήσω για την προσωπική μου ευτυχία. Και η ήττα, απλώς, δεν είναι επιλογή. 

Ανακοίνωση νούμερο 2.453

Συνεχίζω να λαμβάνω τα μέιλ σας και θα κάνω μια μεγάλη λίστα αν χρειαστεί να το κάνω ιδιωτικό (το απεύχομαι).
Για όσες διαβάζατε τις ιστορίες μου από τη Ραφαέλα, συνεχίστε εδώ αλλά μην κάνετε κι εσείς το ίδιο!
Ανεβάζω κάθε μέρα ένα κεφάλαιο, ίσως και 2 αν έχω ΠΟΛΛΗ όρεξη. Σαββατοκύριακο ξεκουράζομαι.
Οπότε, περιμένετε κεφάλαιο από Δευτέρα, και μάλιστα βράδυ ιατί ταξιδεύω όλη τη Δευτέρα για ΗΒ.

Φιλιά και συγγνώμη και πάλι

Ανακοινωση

Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, η Ραφαέλα δεσμεύτηκε να μη συνεχίσει σε αναπαραγωγή των ιστοριών μου. Εκφράζει τη λύπη της σε όλες σας. Ως εκ τούτου, συνεχίζω να γράφω δημόσια και ελπίζω να μην έχουμε παρόμοια περιστατικά στο μέλλον. Για να είμαι σίγουρη όμως, στείλτε μου τα μέιλ σας (κατα προτίμηση gmail) στο paulinanikolidaki@gmail.com για να δημιουργήσω μια λίστα επαφών. Σε περίπτωση που ξαναγίνει κάτι παρόμοιο, θα κάνω το μπλογκ ιδιωτικό και μόνο τα μέιλ που θα επιτρέψω εγώ θα έχουν πρόσβαση στις ιστορίες.

Σας φιλώ,
Η συγγραφέας της καρδιάς σας έχει πίεση 24.

ΥΓ. Να έχετε το νου σας

sos

Μια Ραφαελα Νικολιτση κλέβει τις ιστορίες μου κ τις ανεβάζει σε ενα αλλο σάιτ. Αν δε σταματήσει άμεσα, παρακαλώ τις δικηγόρους μου να αναλάβουν δραση αμεσα!! Ξέρετε εσεις!!!
Εν τω μεταξύ στείλτε μου τα μέιλ σας να σας στελνω εκει τη συνέχεια. Λυπάμαι για την αναστάτωση. Κάποιοι άνθρωποι με κάνουν να απορώ...

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 55-καημός στο Τσέλσι!

Η Μάντι ήταν κατενθουσιασμένη και τρομοκρατημένη μαζί. Ο κύριος Ραφαέλι, ο πρώην εργοδότης της, είχε επικοινωνήσει μαζί της γιατί είχε επιστρέψει από την τελευταία του αποστολή και ήθελε να τη δει! Η Μάντι είχε χαρεί πολύ γιατί θα έβλεπε τα δύο παιδάκια του, τα οποία είχε να δει σχεδόν δύο χρόνια και της είχαν λείψει πολύ. Η κυρία Ραφαέλι είχε αποφασίσει να παραθέσει μια μεγάλη φιλανθρωπική δεξίωση στην πρεσβεία της Ιταλίας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Καρδιακών Νοσημάτων με καλεσμένους τους φίλους τους, πρέσβεις άλλων κρατών και επιχειρηματίες. Φυσικά, ο κύριος Ραφαέλι δεν ήξερε ότι είχε μετακομίσει στο Μάντσεστερ και εξεπλάγη θετικά που είχε αρχίσει να ασχολείται με τη διακόσμηση επαγγελματικά. Η Μάντι τού έστειλε λινκ για την ιστοσελίδα της και εκείνος, ενθουσιασμένος, της ανάθεσε τη δεξίωση με μεγάλη μάλιστα αμοιβή. Η Μάντι δέχτηκε την πρόταση γιατί ήθελε πολύ να ξαναδεί τους Ραφαέλι, γιατί χρειαζόταν τα χρήματα και γιατί ήξερε ότι σε μια τέτοια δεξίωση θα ακουγόταν πολύ το όνομά της και θα δειγμάτιζε τη δουλειά της στην αφρόκρεμα του Λονδίνου. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι θα επέστρεφε στον τόπο του εγκλήματος και δεν ήξερε πώς θα ένιωθε όταν θα έφτανε εκεί. Θα ήταν κοντά στον Κρίστοφερ, αλλά ταυτόχρονα και πολύ μακριά. Και η καρδιά της είχε αρχίσει να  της παίζει παράξενα παιχνίδια. Είχε ορκιστεί στον εαυτό της να μην τον ξαναενοχλήσει αλλά η εικόνα του με το μπαστούνι την είχε στοιχειώσει. Ήθελε να πάει κοντά του, να τον σφίξει στην αγκαλιά της και να τον διαβεβαιώσει ότι όλα θα πάνε καλά. Κι αν την έδιωχνε, δεν την πείραζε. Απλώς ήθελε να του πει ότι τον αγαπάει. Τελικά, δεν του το είχε πει ποτέ.

Την Τετάρτη το πρωί μπήκε στο αμάξι της μαζί με μια βαλίτσα πράγματα και πήρε τον αυτοκινητόδρομο Μ6 με κατεύθυνση το Λονδίνο. Είχε αφήσει οδηγίες στον Τζον να ταΐζει τη γάτα και τον παρακάλεσε να μην κάνει το σπίτι χάλια ενώ έψαχνε για τον θησαυρό. Εκείνος έδειξε να καταλαβαίνει αλλά η Μάντι ένιωθε ότι πάλι κάτι δεν πάει καλά μαζί του. Δεν μπορούσε να ασχοληθεί άλλο μαζί του. Τον είχε βοηθήσει όσο μπορούσε, αλλά δε σκόπευε να κάνει κάτι περισσότερο.

Έφτασε Τετάρτη μεσημέρι στο Λονδίνο και ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά ενώ πάρκαρε έξω από το σπίτι του πρέσβη σε μια όμορφη γειτονιά κοντά στο κέντρο. Για κάποιον αστείο λόγο, ένιωθε ότι από τη στιγμή που μπήκε στο Λονδίνο μπορούσε εν δυνάμει να συναντήσει τον Κρίστοφερ στο δρόμο τυχαία. Αλλά αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. Έπρεπε να το προκαλέσει και αυτό θα έκανε. Τακτοποιήθηκε στον ξενώνα των Ραφαέλι γιατί θα έμενε εκεί μέχρι την Κυριακή που θα γινόταν η δεξίωση. Είχε κάνει μια προεργασία από το σπίτι και είχε επιλέξει υφάσματα και υλικά για διακόσμηση μετά από συνεννόηση με την κυρία Ραφαέλι αλλά σαφώς ήταν απαραίτητη η παρουσία της εκεί. Πήρε τα μικρά να τα βγάλει για παγωτό και μετά πήγε σε ένα μαγαζί για να διαλέξει τραπεζομάντιλα. Είχε σκεφτεί να κυριαρχεί στη δεξίωση το απόλυτο λευκό και να υπάρχουν λιλά πετσέτες και κατάλευκες ανθοσυνθέσεις. Το καλό ήταν ότι η δεξίωση θα γινόταν σε έναν ιδιαίτερο χώρο στην πρεσβεία που περιβαλλόταν από μεγάλες τζαμαρίες και ήταν σχεδόν σαν να ήσουν έξω. Η Μάντι είχε διαλέξει αφράτες λευκές κουρτίνες από γάζα και τις κρέμασε από μεγάλα αόρατα κουρτινόξυλα για να μη τους τυφλώνει ο ήλιος. Η δεξίωση θα ήταν απογευματινή και δεν ήθελε να ταλαιπωρηθούν οι καλεσμένοι.  Της άρεσε αυτή η δουλειά. Είχε σκεφτεί μάλιστα να επεκταθεί και σε διοργανώσεις εκδηλώσεων. Δεν της φαινόταν δύσκολο. Απλώς έπρεπε να βρει συνεργάτες για τροφοδοσία, ποτά, μουσική και να μάθει πώς τυπώνονται προσκλήσεις και διάφορα άλλα τέτοια.

Την Πέμπτη ολοκλήρωσε τις αγορές της και το απόγευμα επιτήρησε την προετοιμασία του χώρου για τη δεξίωση. Είχαν εντωμεταξύ έρθει 20 ροτόντες των 10 ατόμων. Η Μάντι ήξερε ότι κάθε καλεσμένος θα πλήρωνε 2.000 λίρες για ένα μενού 7 πιάτων ώστε να ενισχυθεί ο σύλλογος ανθρώπων με καρδιακές παθήσεις. Την Παρασκευή βγήκε για κάτι προσωπικό. Έπρεπε να πάει να διαλέξει φόρεμα. Είχε καταλήξει στο τι ήθελε και δε δυσκολεύτηκε να βρει τι θα φορούσε. Ένα κομψό κόκκινο φόρεμα μέχρι το γόνατο και τα παπούτσια που της είχε αγοράσει ο Κρίστοφερ. Ήταν καιρός να τα ξαναφορέσει. Δεν ωφελούσε να κρύβει το κεφάλι της στην άμμο. Ο Κρίστοφερ υπήρξε. Είχε τελειώσει η ιστορία τους αλλά είχε υπάρξει στη ζωή της. Δεν τόλμησε να πλησιάσει στη γειτονιά του. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα το κάνει σωστά. Θα πήγαινε το Σάββατο μεσημέρι από εκεί. Θα μάζευε το κουράγιο της, θα του χτυπούσε το κουδούνι και θα έκανε μια ύστατη προσπάθεια να του δείξει πόσο τον αγαπάει και πόσο δυστυχισμένη είναι μακριά του.

Το Σάββατο το πρωί ξύπνησε με πεταλούδες στο στομάχι της. Βοήθησε λίγο την κυρία Ραφαέλι με τα παιδιά, έφαγαν όλοι μαζί πρωινό τακτοποιώντας τις τελευταίες λεπτομέρειες για την αυριανή δεξίωση και μετά αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Για να ντυθεί για τον Κρίστοφερ. Αλήθεια, τι φορούσες στην πρώτη συνάντηση μετά από δέκα μήνες με τον άντρα που αγάπησες; Ένα απλό φόρεμα; Ένα τζιν και ένα απλό φανελάκι σαν αυτά που του άρεσαν; Τακούνια για να νιώθεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση ή αθλητικά; Για να τρέξεις όταν σε διώξει; Με το δίκιο του δηλαδή.

Διάλεξε ένα τζιν σορτσάκι επειδή είχε ζέστη και ένα πράσινο μπλε φανελάκι. Δεν επένδυσε πολύ στο ντύσιμό της τελικά. Δεν ωφελούσε. Δεν ήταν σκοπός της να την δει και να συγκλονιστεί. Ιδανικά ήθελε να τη δει και να καταλάβει πόσο του έλειψε και να πέσει στην αγκαλιά της. Πήρε το αμάξι της και οδήγησε μέχρι το σπίτι του. Η καρδιά της χτυπούσε. Ένιωθε σαν ερωτευμένη μαθήτρια που παραμονεύει το αγόρι που αγαπάει. Τα έπαιζε ξανά όλα για όλα. Δεν ένιωθε άσχημα όμως. Ο Κρίστοφερ το άξιζε. Κι ας την είχε ξεχάσει  τόσους μήνες. Άξιζε να προσπαθήσει ξανά για χάρη του. Της έδιναν δύναμη όλα εκείνα τα λόγια που της είχε πει, τα φιλιά και τα χάδια που την είχε γεμίσει, εκείνες οι μέρες που είχαν περάσει σαν ένα κουβάρι σώματα.

Πλησίασε την είσοδο και περίμενε να βγει ο φρουρός για έλεγχο αλλά δε βγήκε κανείς. Παραξενεύτηκε. Ήταν δυνατόν ο Κρίστοφερ να μην είχε πια ασφάλεια; Αφού της είχε εξηγήσει ότι οι επαγγελματικές του επιδιώξεις τον έκαναν στόχο. Χτύπησε το κουδούνι. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα. Έσφιξε τις μπουνιές της και πήρε βαθιές ανάσες. Αυτό είναι σκέφτηκε. Θα δω τον Κρίστοφερ.

Την πόρτα άνοιξε μια γυναικεία φιγούρα αν έβλεπε καλά. Όσο η γυναίκα πλησίαζε τόσο σιγουρευόταν. Ναι, η γυναίκα ήταν ψηλή, όμορφη και…έγκυος. Πολύ έγκυος. Ετοιμόγεννη. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της και δεν κατάφερε να τα κρύψει.
«Δεσποινίς, είστε καλά;» ρώτησε η άλλη γυναίκα ενώ άνοιγε την σιδερένια πόρτα».
«Ναι, ναι, μια χαρά» απάντησε η Μάντι. «Ο ήλιος…να…με τύφλωσε» είπε και κοίταξε τη γυναίκα απέναντί της. Πανέμορφη. Μπράβο, Κρίστοφερ, σκέφτηκε. Πανέμορφη.
«Τι θα θέλατε;» ρώτησε η γυναίκα ευγενικά με λίγη περιέργεια. Η Μάντι σκεφτόταν τι να απαντήσει.
«Δούλευα εδώ και ήθελα να δω αν μένουν τα παλιά αφεντικά μου» της είπε. Δεν ήθελε να αναφέρει τα όνομα του Κρίστοφερ και να δημιουργήσει θέμα στο ζευγάρι.
«Α όχι, λυπάμαι» είπε η κοπέλα. «Τώρα μένω εγώ εδώ με τον άντρα μου» χαμογέλασε. Η Μάντι ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. «Θέλετε να σας προσφέρω κάτι; Είστε χλωμή» παρατήρησε η γυναίκα.
«Όχι, όχι, είμαι μια χαρά» τη διαβεβαίωσε η Μάντι. «Καλημέρα να έχετε και καλή λευτεριά».
«Σας ευχαριστώ, δεσποινίς» είπε ευτυχισμένη η άλλη γυναίκα χαϊδεύοντας την κοιλιά της. «Την άλλη βδομάδα μπαίνω στο μήνα μου».
«Και πάλι με το καλό».
«Σας ευχαριστώ και αντίο σας».



εχει κ χιουμορ, διαολε♡

κεφάλαιο 54-tickets booked...DAVID GANDY...ετοιμάσου γιατί έρχομαι!

Η Μάντι κοπάνησε την πόρτα του σπιτιού της με φόρα, αλλά μετά το μετάνιωσε αμέσως. Το αγαπούσε το σπίτι της και τον τελευταίο καιρό είχε ενδύσει χρόνο και χρήμα για να το κάνει όπως το ήθελε. Είχε αλλάξει μερικά έπιπλα και είχε κάνει επισκευές που είχε καθυστερήσει ο πατέρας της. Όσο κι αν ήταν εκνευρισμένη, δεν ωφελούσε σε τίποτα να κοπανάει πόρτες και παράθυρα, σκέφτηκε, και πήρε μερικές βαθιές ανάσες όπως της είχε μάθει ο γιόγκι της στο Λονδίνο.

Ο Τζον. Αυτός ο ηλίθιος. Αυτός ο αχρείος. Ένα πηγάδι δίχως πάτο ήταν αυτός ο άνθρωπος. Αλλά δεν έφταιγε εκείνος. Έφταιγε η ίδια, που δέχτηκε να τον παντρευτεί. Ναι, ήταν απελπισμένη, ναι ήταν τρομαγμένη από όλα όσα περίμενε ότι θα αντιμετωπίσει μετά την ορφάνια της, αλλά τι σόι λύση ήταν αυτή που βρήκε; Ο άνθρωπος ήταν τελείως…ζώον. Τον είχε βοηθήσει με το ποτό και πήγαινε κάπως καλύτερα. Του είχε δώσει ένα μεγάλο ποσό για να τον βοηθήσει και να τον παρακινήσει να πάρουν διαζύγιο. Τον είχε τραμπουκίσει, τον είχε απειλήσει, είχε φτάσει ακόμα και να μεσολαβήσει ώστε να τα ξαναβρεί με την Ελέν, μια κοπέλα που έδειχνε να τον αγαπάει. Γιατί; Αυτό την ξεπερνούσε. Υπέθετε ότι κάθε άνθρωπος ήταν άξιος να αγαπηθεί από κάποιον. Ακόμα και ένας ηλίθιος όπως ο Τζον, ο οποίος επέμενε ότι στο σπίτι της υπήρχε ένας θησαυρός και ότι οι 40.000 λίρες που του πρόσφερε ήταν πολύ λιγότερες σε σχέση με την αξία του υποτιθέμενου θησαυρού. Είχαν κάνει ξανά και ξανά την ίδια συζήτηση αλλά εκείνος δεν έλεγε να καταλάβει ότι του έλεγε αλήθεια όταν επέμενε ότι δεν έχει ιδέα τι της λέει. Και σήμερα, πάλι τα ίδια. Είχε έρθει με ένα φίλο του και έκαναν κάτι μετρήσεις, τζάμπα τα πτυχία της γεωλογίας, και επέμενε ότι είναι κοντά. Η Μάντι τού είπε να φύγει από το σπίτι της και εκείνος της πέταξε ότι το σπίτι είναι δικό του. Μια βόλτα στο δικηγόρο της την προσγείωσε λιγάκι. Έπρεπε να κάνει λίγη υπομονή. Να απελπιστεί εκείνος και να αγοράσει πάλι το σπίτι της. Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν με τα καλά του! Μπορεί να περίμενε να γεράσει. Αν δηλαδή δεν τον είχαν ξεκάνει οι δανειστές του. Έχε χάρη που δεν παίζω βρώμικα, σκέφτηκε η Μάντι, γιατί θα μπορούσα άνετα να τους βρω και να τους πω ότι έχει πρόσβαση σε 40.000 λίρες και ότι πρέπει να τον πιέσουν κι άλλο.

Τάισε τη γάτα της μηχανικά και πότισε λίγο τις γλάστρες της. Είχε ζέστη και ήλιο και κάθισε στην αυλή της για να μαυρίσει λιγάκι. Ένιωθε αδύναμη και ήταν πολύ χλωμή. Θα της έκανε καλό λίγο χρώμα. Άπλωσε τα πόδια της και πήρε ένα περιοδικό στα χέρια της. Κοιτούσε με ενδιαφέρον τα καινούργια ρούχα της σεζόν και δεν την πείραζε που δεν μπορούσε να τα αγοράσει. Σε αυτή τη φάση το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να είναι ήρεμη. Είχε σταματήσει να κλαίει για τον Κρίστοφερ και είχε πάρει απόφαση ότι για όλα όσα είχαν συμβεί δεν υπήρχε επιστροφή. Του είχε γράψει ένα μικρό γράμμα πριν από ένα περίπου μήνα και του ζητούσε συγγνώμη για όλα είχε υποστεί εξαιτίας της. Του είχε ζητήσει να σταματήσει να στέλνει χρήματα γιατί έτσι κι αλλιώς δε σκοπεύει να τα ξοδέψει και ότι θα τον θυμάται πάντα και θα τον σκέφτεται με εκτίμηση και αγάπη για όσα της προσέφερε. Φυσικά, εκείνος δεν απάντησε, αλλά συνέχισε να στέλνει χρήματα. Η Μάντι είχε θυμώσει για μερικές μέρες. Ένιωθε πραγματικά σαν πόρνη. Τηλεφώνησε στην κυρία Πίτερσεν και ζήτησε ένα λογαριασμό για να του τα στείλει πίσω αλλά η γυναίκα δεν την εξυπηρέτησε. Μετά, έκανε το μόνο πράγμα που μπορούσε. Έκλεισε το λογαριασμό της.

Της έλειπε όμως. Είχε προσπαθήσει να τον βγάλει από το μυαλό της αλλά δεν μπορούσε. Ήταν κρυμμένος σε κάθε σκέψη της, σε κάθε όνειρό της, σε κάθε καινούργια γεύση που δοκίμαζε και ήθελε να μοιραστεί μαζί του, σε κάθε αστείο που ήθελε να του πει, σε κάθε άντρα που έβλεπε να περνάει από δίπλα της και σκεφτόταν πόσο ωχριούσε μπροστά στον Κρίστοφερ. Είχε να τον κοιτάξει πάνω από δέκα μήνες. Δεν την ένοιαζε τόσο η προσωπική επαφή, όσο η εικόνα του. Ήθελε απεγνωσμένα να τον δει. Απλά να τον δει. Να δει τα υπέροχα μάτια του, να χαϊδέψει με το βλέμμα της τις βαθιές ρυτίδες του, το ανασηκωμένο άνω χείλος του, τα γένια που άφηνε επειδή βαριόταν να ξυριστεί, το στιβαρό σώμα του, το λοξό χαμόγελό του όταν έλεγε κάτι πονηρό. Πονούσε ολόκληρη από την απουσία του. Δεν τον είχε χορτάσει. Είχαν μείνει τόσο λίγο καιρό μαζί…Αν και ήταν σίγουρη ότι όσο και να είχε μείνει μαζί του και πάλι θα της έλειπε τώρα. Του είχε θυμώσει που την άφησε, και ακόμα ήταν θυμωμένη. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να νιώθει έτσι, αλλά παρά την απογοήτευσή της όταν της πέταξε το δαχτυλίδι στα πόδια και την έδιωξε, τον δικαιολογούσε μέσα της. Γιατί τον αγαπούσε. Και γιατί της έλειπε. Αφόρητα.

Γύρισε τις σελίδες του περιοδικού και επέστρεψε στην αρχή. Είχε φτάσει κάπου στη μέση και ουσιαστικά δεν είχε προσέξει τίποτα. Ώσπου η ματιά της έπεσε στα κοσμικά. Απέφευγε αυτές τις σελίδες όπως ο διάολος το λιβάνι αλλά κάτι μέσα της την έσπρωξε να κοιτάξει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις φωτογραφίες από κάποιο γκαλά, είδε τον Κρίστοφερ. Αλλά δεν τη σόκαρε ότι το πρόσωπό του έδειχνε κουρασμένο, ότι είχε αδυνατίσει και ότι οι ρυτίδες του σαν να είχαν βαθύνει. Δεν τη σόκαρε ότι συνοδευόταν από ένα πανύψηλο μοντέλο σαν εκείνα που έφερνε τα βράδια σπίτι του. Αυτό που τη σόκαρε ήταν το μπαστούνι που κρατούσε στο χέρι του.


Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

η απαντηση σε όσες ρωτάτε πού είναι ο Κρίστοφερ. Μπουχαχαχα


κεφάλαιο 53-πρώην συζυγικές συζητήσεις

«Δε θα σου το ζητούσα αν δεν είχα μπλέξει άσχημα» της είπε για τρίτη φορά το ίδιο απόγευμα. Η Μάντι έτρωγε βραδινό και μπήκε μέσα ο Τζον ζητώντας της 40.000 λίρες λες και ήταν στραγάλια. Αν δεν ήταν κουρασμένη από τη δουλειά της, πραγματικά θα γελούσε.
«Νομίζω ότι σου είχα δώσει 20.000 όταν γυρίσαμε. Έχουμε πάρει διαζύγιο πια. Δεν είμαι υποχρεωμένη να σε βοηθάω. Άλλωστε και όταν ήμασταν παντρεμένοι δεν έκανες και τίποτα για να σε…συμπαθήσω» τον ειρωνεύτηκε. Εκείνος δεν αντέδρασε.
«Έπινα» είπε απλά λες και αυτό ήταν δικαιολογία για όλα.
«Τζον, δεν μπορώ να σε βοηθήσω άλλο» του είπε αδιάφορα και σήκωσε τους ώμους της. Ούτε σε χίλια χρόνια δεν μπορούσε να φανταστεί πέρσι ότι θα μιλούσε με τόση σιγουριά στον Τζον. Πέρσι τέτοιο καιρό έτρεμε στην ιδέα μήπως τον συναντήσει. Δούλευε σε Εκείνον ακόμα και έβλεπε εφιάλτες ότι ο Τζον τη χτυπούσε και εκείνη δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τελικά το μόνο που χρειαζόταν ήταν να σταθεί στα πόδια της και να του δείξει ότι δεν τον είχε ανάγκη. Τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει τόσο που εκείνη τον ειρωνευόταν και τον προκαλούσε, αλλά εκείνος δεν αντιδρούσε. Τη φοβόταν. Η Μάντι χαμογέλασε με αυτή τη σκέψη.
«Ναι, αλλά με κυνηγάνε. Χρωστάω σου λέω».
«Νόμιζα ότι είχες κόψει το ποτό. Δες πας στις συνεδρίες; Αυτή η κοπέλα που είχες γνωρίσει στο πανεπιστήμιο; Γιατί τα κάνεις όλα μαντάρα;» του φώναξε κι αυτός μαζεύτηκε. Η Μάντι δεν το πίστευε αυτό που έβλεπε. Ζούσε σε παράλληλο σύμπαν ή όσα του είχε πει εκείνος τον τρόμαξαν τόσο που τρεμόπαιζαν τα βλέφαρά του κάθε φορά που του φώναζε;
«Είναι χρέη από παλιά. Είναι τοκογλύφοι σου λέω. Είναι τρελοί. Η Ελέν μού πρότεινε να μείνουμε μαζί αλλά τι να της πω; Ότι θα μας χτυπάνε τις πόρτες; Πρέπει να βάλω τη ζωή μου σε σειρά» είπε εκείνος. Η συγγραφική άδειά του από το πανεπιστήμιο έληγε και έπρεπε να ξεκινήσει πάλι μαθήματα από Σεπτέμβριο.
«Ε τότε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» του είπε ήρεμα. «Σου δίνω 40.000 λίρες και μου μεταβιβάζεις το σπίτι».
«Αποκλείεται» είπε εκείνος και κοπάνησε το χέρι στο τραπέζι. Αυτό κλυδωνίστηκε.
«Μη χτυπάς το χέρι» είπε συγκρατημένα εκείνη. «Μου το έκλεψες το σπίτι και τώρα σε πληρώνω για να το πάρω πίσω και μου λες όχι;» κάγχασε.
«Θες να μου φας τον θησαυρό» είπε πεισμωμένος εκείνος.
«Θα το είχα κάνει ήδη αν ήξερα πού είναι» του είπε ήρεμα. «Πάνε 10 μήνες από τότε που γύρισα και ξέρεις πόσες δυσκολίες πέρασα. Γιατί να μην τον ξέθαβα και να χανόμουν; Έλεος πια. Βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει».
«Μπορεί να μην τον έχεις βρει ακόμα» απάντησε εκείνος χαμογελώντας σατανικά.
«Δεν ψάχνω. Δεν υπάρχει θησαυρός» του είπε με σιγουριά. «Μπορεί ο πατέρας μου να μιλούσε συμβολικά. Για εκείνον θησαυρός ήταν το σπίτι ως σπιτικό, η οικογένεια, η αγάπη, η συντροφικότητα».
«Βλακείες».
«Για σένα. Για κάποιους από εμάς αυτά είναι πολύτιμα» του είπε και σηκώθηκε να πλύνει το πιάτο της.
«Τότε γιατί με χώρισες;» τη ρώτησε πίσω από την πλάτη της.
«Έχεις πλάκα, Τζον» είπε η Μάντι και γέλασε. «Με χτυπούσες, με απειλούσες, μου έκλεψες το σπίτι και μετά έκανες όσα έκανες στο Λονδίνο…» του είπε και η φωνή της ράγισε.
«Αφού έπινα!» της είπε ξανά. «Και στο Λονδίνο, πρώτα ο άλλος μου επιτέθηκε».
«Έβγαλες μαχαίρι, διάολε!» φώναξε η Μάντι. «Και αν ήσουν άντρας ας τα έβαζες μαζί του. Όχι με μια γυναίκα!».
«Τώρα πες μου, θα με βοηθήσεις;» επέμεινε.
«Γράψε μου το σπίτι».
«Μα τι το θες; Είναι παλιό».
«Είναι το σπίτι μου».
«Νόμιζα ότι είχες μάθει στις πολυτέλειες».
 «Εκεί δούλευα» τον διόρθωσε.
«Τα θες όλα δικά σου» είπε εκείνος. «Θες το σπίτι και θα ξαναβρείς κανά πλούσιο να σε σπιτώσει και τι θα το κάνεις;» της είπε.
«Είσαι παράλογος τελείως» του είπε και γέλασε στα μούτρα του. «Το σπίτι είναι δικό μου. ΔΙΚΟ ΜΟΥ! Και το αγαπάω. Και αν θέλεις, σου δίνω 40.000 λίρες. Είναι προτιμότερο νομίζω από το να το πάμε δικαστικά. Σκέψου το».
«Έχεις γυρίσει δέκα μήνες και είσαι ακόμα πικρόχολη».
«Δε θα φτιάξει ποτέ το κέφι μου. Αλλά εσένα τι σε απασχολεί; Εσύ το προκάλεσες».
«Όχι εγώ. Αυτό που βλέπω μπροστά μου δεν το προκάλεσα εγώ».

«Εσύ δε φταις ποτέ. Άντε τώρα φύγε γιατί θέλω να μαζέψω λιγάκι».

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 52-Ελλαδάραααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα

Οκτώ μήνες μετά

Η Μάντι ήταν πάρα πολύ κουρασμένη. Είχε μόλις τελειώσει τα ψώνια της σε ένα μεγάλο κατάστημα λίγο πιο έξω από το Μάντσεστερ και είχε ακόμα ένα σωρό δουλειές πριν το απογευματινό της ραντεβού με την πελάτισσά της. Φόρτωσε μερικά υφάσματα και μερικά μαξιλάρια στο μικρό αμαξάκι της και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Στο δρόμο, σταμάτησε στον δικηγόρο της και ανέβηκε πάνω για να βάλει μερικές υπογραφές. Είχαν μείνει μόνο μερικές  μέρες αναμονής και το διαζύγιό της θα ήταν πια πραγματικότητα και όχι όνειρο.
Πόσα είχαν αλλάξει μέσα σε λίγους μήνες μόνο…σκέφτηκε και χαμογέλασε. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να νιώθει μια κάποια αισιοδοξία. Δε φοβόταν πια, δεν έβλεπε εφιάλτες, ήταν πιο ήρεμη. Είχε ξεκινήσει μια μικρή επιχείρηση διακόσμησης και είχε λίγη δουλίτσα. Σκόπευε να φτιάξει και ένα ωραίο σάιτ για να διαφημίζει τη δουλειά της και μετά ήταν σίγουρη ότι τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους. Και σκόπευε να παρακολουθήσει ένα φανταστικό ονλάιν πρόγραμμα αρχιτεκτονικής εσωτερικών χώρων ενός διακεκριμένου πανεπιστημίου ώστε να ανανεώσει λιγάκι τις ιδέες της.
Αποχαιρέτισε ζεστά τον κύριο Τζόνσον, ο οποίος είχε σταθεί εξαρχής στο πλάι της. Τον είχε επισκεφτεί την επόμενη μέρα της επιστροφής της στο Μάντσεστερ. Ο σύντομα πρώην άντρας της δεν είχε ιδέα φυσικά, αλλά μόλις ο δικηγόρος άκουσε για την κακοποίηση και τα περί «γνωριμιών» τον τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί και με μερικά αποδεικτικά που μάζεψαν από τα νοσοκομεία όπου την είχε στείλει τον πίεσε ώστε να δεχτεί το διαζύγιο και να μην κάνει καμία βλακεία. Όσο για τις «άκρες» του, τον είχαν κάνει πέρα γιατί είχε αρχίσει να γίνεται απρόσεκτος και να ανοίγει πολύ το στόμα του.
Είχε σταθεί τυχερή. Τα λεφτά που είχε μαζέψει από τα δύο πρώτα χρόνια που δούλεψε στο Λονδίνο ήταν υπεραρκετά για την αμοιβή του δικηγόρου. Αυτό που κάποτε της φαινόταν αδύνατον, τώρα ήταν δυνατό. Εφικτό. Σχεδόν χοροπηδούσε στο δρόμο.
Αύριο είχε γενέθλια. Θα αγόραζε στον εαυτό της ένα μικρό γλυκό και θα το έτρωγε με ηρεμία στο σπίτι της. Το κάθαρμα την είχε αφήσει να μένει στο πατρικό της. Εκείνος έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στο Μάντσεστερ για να είναι κοντά στο κέντρο αποτοξίνωσης. Η Μάντι μπορεί να τον μισούσε, αλλά τον βοήθησε σε αυτό. Είχε γίνει αλκοολικός και αυτό είχε επιδεινώσει την ήδη απαράδεκτη συμπεριφορά του. Τον πίεσε άμεσα να γραφτεί στο πρόγραμμα και παρόλο που εκείνος την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει η Μάντι απλώς χαμογέλασε. Έτσι χαμογελούσε κάθε φορά που την πλησίαζε απειλητικά. Δεν την ένοιαζε. Απλά, δεν την ένοιαζε. Ας τη χτυπούσε. Δεν την ένοιαζε. Ο,τι χειρότερο μπορούσε να της συμβεί της είχε συμβεί. Είχε δει τον έρωτα της ζωής της πληγωμένο εξαιτίας της. Και ακόμα δεν είχε μάθει αν είχε τραυματιστεί άσχημα εκείνη τη μέρα. Ένιωθε ενοχές για όσα του προκάλεσε και δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της για αυτό.  Τον είχε χάσει και δικαίως. Αλλά από την άλλη είναι μεγάλη ελευθερία να ξέρεις ότι δεν έχεις τίποτα πια να χάσεις.
Το κάθαρμα βέβαια τρομοκρατηθεί από την απειλή εκείνου. Όντως δεν είχε αγγίξει ούτε τρίχα από τα μαλλιά της. Πραγματικά φοβόταν ότι εκείνος τον παρακολουθούσε. Η Μάντι δεν έλεγε πια το όνομά του. Εκείνου. Του πρώην αφεντικού της. Δεν πρόφερε το όνομά του. Φοβόταν μήπως ξυπνήσει κάποιο πνεύμα και βουλιάξει πάλι στη μαύρη απελπισία. Μόλις που είχε καταφέρει να απλώσει στις αναμνήσεις της ένα απαλό πέπλο και να υποκρίνεται, ακόμα και στον εαυτό της, ότι όσα έζησε με εκείνον ήταν ένα ψέμα.
Το κάθαρμα είχε δεχτεί το διαζύγιο. Όλα τα είχε δεχτεί. Του είχε δώσει ένα μεγάλο ποσό και τον έβαλε να υπογράψει το διαζύγιο. Εκείνος της είχε ξεκαθαρίσει ότι λίγο τον ένοιαζε ο γάμος τους. Η Μάντι τού είχε ξεκαθαρίσει ότι το σπίτι δεν είχε θησαυρό αλλά σε αυτό επέμενε. Γι’ αυτό λοιπόν, είχε δεχτεί να τον βοηθήσει. Του επέτρεπε να περιφέρεται πού και πού με ανιχνευτές μετάλλου και να διαβάζει τα βιβλία του πατέρα της. Εκείνη εντωμεταξύ αδιαφορούσε για τις προσπάθειές του. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ανθίσει η επιχείρησή της και να βγάλει αρκετά λεφτά ώστε να τα επιστρέψει σε εκείνον.
Την είχε πληρώσει πάνω από 20.000 λίρες για το διάστημα που έμεινε κοντά του και συνέχιζε να της βάζει χρήματα κάθε μήνα λες και δούλευε για εκείνον. Το μισούσε αυτό. Είχε στείλει ένα μέιλ στην κυρία Πίτερσον όταν ανακάλυψε το λάθος αλλά η γυναίκα τής εξήγησε ότι δεν παίρνει εκείνη τα αποφάσεις.
Την έκανε να νιώθει φτηνή. Σαν πόρνη. Την πλήρωνε, παρά τον τρόπο που του είχε φερθεί. Παρόλο που της πέταξε στα πόδια το δαχτυλίδι αρραβώνων. Αλλά δεν πειράζει. Με αυτά τα λεφτά πλήρωσε τον δικηγόρο, εξαγόρασε τη συνεργασία του καθάρματος και άνοιξε την επιχείρηση. Όταν θα έβγαζε αρκετά χρήματα, θα του τα επέστρεφε. Θα του έγραφε και ένα σημείωμα και θα του έλεγε ότι την είχε βοηθήσει πολύ με τα χρήματά του. Και ο νοών νοείτω.
Μπήκε στο σπίτι της και έβγαλε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της. Είχε ξεχάσει τα τζιν και τα πρόχειρα ρούχα. Ντυνόταν πάντα πολύ κομψά και προσεγμένα. Ένιωθε σίγουρη για τον εαυτό της. Ένιωθε πιο πολύ γυναίκα. Ανεξάρτητη. Είχε χάσει τα πάντα. Αλλά είχε ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της. Δεν είχε κανέναν ανάγκη. Μόνο τον εαυτό της.
Έβρασε λίγο νερό και ετοίμασε ένα τσάι. Το συνόδεψε με μπισκότα και ξάπλωσε στον καναπέ της για να δει λίγη τηλεόραση. Απέφευγε τα κοσμικά για να μη δει…τίποτα σχετικό με εκείνον αλλά χάζευε πάντα τα νέα. Ευτυχώς όλα ήταν καλά και σε εθνικό επίπεδο.
Ο ύπνος την πήρε μετά από λίγο χωρίς να το έχει σκοπό. Στον ύπνο της είδε ότι την δίκαζαν για ψευδορκία.



Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

κεφαλαιάκι 51-όνομα και επώνυμο παρακαλώ

 Η Μάντι έκλεισε την πόρτα του αμαξιού του Τζον την ώρα που άνοιγαν οι πύλες για να πλησιάσει το ασθενοφόρο στην είσοδο. Είδε φευγαλέα τον Φελίπε να υποβαστάζει το αφεντικό του. Κοίταξε γυρισμένη ολόκληρη μέσα στο αμάξι τον Κρίστοφερ να σέρνεται με το παντελόνι ποτισμένο στο αίμα. Η αγάπη της, ο έρωτας της ζωής της, τραυματισμένος εξαιτίας της. Ο Τζον γελούσε συνεχώς. Ήθελε να τον πνίξει με τα ίδια της τα χέρια αλλά δεν ήταν η ώρα του. Θα έπαιρνε το αίμα της πίσω. Γιατί είχε ανεχτεί να την κακοποιεί. Αλλά δε θα τον συγχωρούσε που πλήγωσε τον Κρίστοφερ. Παρόλο που ο Κρίστοφερ είχε δείξει με κάθε τρόπο ότι είχε βάλει τελεία σε αυτό που είχαν ζήσει.

Ο Κρίστοφερ πέρασε από δίπλα τους περπατώντας με δυσκολία αλλά λίγο πριν μπει στο ασθενοφόρο κοπάνησε με τη γροθιά του το παράθυρο του Τζον. Εκείνος έβαλε νεκρά και άνοιξε το παράθυρο. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αίματα, το ένα μάτι είχε βουλώσει και είχε μελανιάσει παντού. Αλλά γελούσε το κάθαρμα. Ξανά και ξανά.
«Αν πειράξεις έστω μία τρίχα από τα μαλλιά της» είπε ο Κρίστοφερ αργά, κοιτώντας τον Τζον και όχι εκείνη, ούτε καν φευγαλέα. «θα σε σκοτώσω». Η Μάντι ανατρίχιασε. Τον πίστεψε. Δεν ήξερε αν το εννοούσε αλλά την έπεισε.
«Και πού θα το ξέρεις εσύ;» τον προκάλεσε ο Τζον.
«Θα έχω το νου μου, καθίκι» είπε και συνέχισε το δρόμο του.
«Αξίζει να ρισκάρεις τη δουλειά σου για ένα παλιογύναικο;» ρώτησε ο Τζον πίσω από την πλάτη του Κρίστοφερ κι εκείνος κοκάλωσε. Έπιασε την απειλή στον αέρα και ξαναγύρισε. Το πρόσωπό του είχε χαραχτεί από τον πόνο.
«Το ξανάπες αυτό και το άφησα να πέσει» είπε ήρεμα ο Κρίστοφερ. «Με απειλείς ότι θα με κάνεις ρεζίλι στα μέσα;» χαμογέλασε σατανικά.
«Γιατί όχι; Εκτός αν θες να δώσεις κάτι για να το βουλώσω. Για να μη χάσεις όλα τα λεφτά σου» είπε ο Τζον.
«Ξέρεις κάτι;» είπε ο Κρίστοφερ και προσγείωσε με φόρα τη γροθιά του στον ουρανό του αυτοκινήτου. «Δε δίνω δεκάρα για τα λεφτά και τη φήμη μου» είπε. «Πήγαινε πες ό,τι θες, όπου θες. Θα τα φτιάξω όλα από το μηδέν. Εσύ κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου με τη γυναικούλα σου και παρατήστε με και οι δύο εμένα» είπε πικρά. Μα καλά…αναρωτήθηκε η Μάντι. Είναι δυνατόν να πίστευε ότι…
«Πάμε, Μαρλέν» είπε ο Τζον ψευτοτρυφερά. Ο Κρίστοφερ έσκυψε λιγάκι και την κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο στα μάτια. Σοκαρισμένος. Πληγωμένος. Η Μάντι ένιωσε ότι την χαστούκισε.


Και μετά ο Τζον γκάζωσε απότομα και βγήκε στο δρόμο. 

εφάλαιο 50-φύγε απ'τη ζωή μου, είσαι η καταστροφή μου...

Η Μάντι κοίταξε απελπισμένη γύρω της. Χάιδεψε με το βλέμμα της κάθε επιφάνεια του σπιτιού αυτού. Τον καναπέ που της φαινόταν τόσο άνετος όταν ξάπλωνε τα μεσημέρια αποκαμωμένη για να δει τηλεόραση, στην αρχή με ενοχές σαν να έκανε κάτι παράνομο και μετά σαν να ήταν σπίτι της, τις καινούργιες κουρτίνες που είχε διαλέξει για να κάνει έκπληξη στον Κρίστοφερ, την τραπεζαρία όπου είχαν δειπνήσει ένα βράδυ φορώντας τα καλά τους χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος και τα τηλεκοντρόλ του Κρίστοφερ κεντραρισμένα πάνω στο τραπεζάκι όπως ακριβώς τα ήθελε. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Πώς θα έφευγε από εδώ μέσα; Είχε ψηλαφίσει κάθε πόντο αυτού του σπιτιού, είχε κάνει όνειρα. Παρά τη θέλησή της, είχε φανταστεί τον εαυτό της να ζει εκεί μέσα, παραπάνω από λίγο καιρό. Ο Κρίστοφερ δεν της είχε δώσει καμία αφορμή για να ελπίζει για κάτι παραπάνω αλλά ήθελε κι άλλο χρόνο για να τον χορτάσει, το σπίτι του, την κοινή τους ζωή. Πώς θα έφευγε;

Σηκώθηκε σαν ελατήριο με κατεύθυνση την κουζίνα. Αν προλάβαινε, θα φώναζε βοήθεια αλλά το κάθαρμα την πρόλαβε. Την άρπαξε από πίσω και κόλλησε το κορμί του πάνω της. Η Μάντι κόντεψε να κάνει εμετό.
«Κάτσε κάτω και ήσυχα» την προειδοποίησε δείχνοντάς της ένα στιλέτο που είχε στην τσέπη του. Η Μάντι ανατρίχιασε. Αυτό που της συνέβαινε δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Προσευχόταν συνεχώς σιωπηρά στον Θεό να της έστελνε κάτι, μια συγκοπή, να γλυτώσει από αυτό που ζούσε. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Και τα δευτερόλεπτα περνούσαν. Αδυσώπητα. Ο Κρίστοφερ…Θα ερχόταν σε λίγα λεπτά.

«Δεν έχει τίποτα» γκρίνιαξε ο άντρας δίπλα της και έκλεισε την τηλεόραση νευρικά πετώντας το τηλεκοντρόλ στο τραπεζάκι με φόρα. «Άντε φτιάξε κάτι να φάω» τη διέταξε αλλά η Μάντι δε σηκώθηκε. «’Η μάλλον φτιάξε τίποτα για το δρόμο, γιατί δεν έχω φράγκο» της είπε εκείνος και η Μάντι απόρησε. Τι τα είχε κάνει τόσα λεφτά;
«Σήκω φτιάξε εσύ να φας αν θες» του είπε εκείνη.
«Μου φαίνεται εσύ δε φοβάσαι τίποτα» της είπε. «Αν σου σπάσω κανά δόντι, θα δεις» την απείλησε.

Η Μάντι δεν απάντησε. Σηκώθηκε και προσπάθησε να τρέξει προς την πόρτα να ζητήσει βοήθεια αλλά εκείνος την πρόλαβε. Την άρπαξε δυνατά από τον καρπό και την πέταξε με φόρα στο πάτωμα. Μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα της. Πρέπει να είχε στραμπουλίξει τον καρπό της κατά την προσγείωση. Έβαλε τα κλάματα.
«Κόψε τα κλάματα!» ούρλιαξε εκείνος. «Εσύ φταις για όλα! Εσύ με προκαλείς και τα κάνω όλα αυτά» της είπε. Η Μάντι έκλαιγε ασταμάτητα. Είχε βαρεθεί να το ακούει αυτό. Ότι εκείνη έφταιγε που τον προκαλούσε. Αυτή ήταν η καραμέλα όλων αυτών που κακοποιούν τις γυναίκες τους είχε διαβάσει κάποια στιγμή αργότερα, αλλά δεν μπορούσε να το συνηθίσει. Μισούσε αυτή τη φράση.

«Τι συμβαίνει εδώ;» άκουσε πίσω από την πλάτη της μια οικεία φωνή. Ακόμα κουλουριασμένη στο πάτωμα γύρισε και κοίταξε τον Κρίστοφερ. Τα αγαπημένο του πρόσωπο, χαραγμένο από την ανησυχία. Την βαθιά του φωνή ποτισμένη με τρόμο. Το ρωμαλέο κορμί του σε στάση επιφυλακής. Η Μάντι σηκώθηκε με δυσκολία ενώ το κάθαρμα γελούσε νευρικά. Ο Κρίστοφερ κοιτούσε και τους δύο σαν χαζός.
«Μάντι, τι έγινε;» τη ρώτησε ενώ τη βοηθούσε. «Έπεσες; Ο Φελίπε μού είπε ότι έχει έρθει ο τεχνικός. Τι στο διάολο συμβαίνει; Πείτε μου!» ούρλιαξε και η Μάντι άρχισε ξανά να κλαίει.
«Κρίστοφερ…» ψέλλισε αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.
«Φίλε» είπε το κάθαρμα και τέντωσε το χέρι του προς τον Κρίστοφερ. Εκείνος το αγνόησε. «Είμαι ο δρ Τζον Μάθιους και είμαι ο άντρας της γκόμενάς σου» του είπε και άρχισε να γελάει σαν τον σατανά.

Ο Κρίστοφερ πάγωσε. Η Μάντι τον είδε να συγκλονίζεται, σχεδόν ζαλίστηκε. Έχασε την ισορροπία του, έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε απορημένος. Προδομένος. Ακούμπησε στον καναπέ ένα δερμάτινο σακ βουαγιάζ και ένα πολύγωνο κουτί. Η Μάντι χαμογέλασε πικρά. Το πανετόνε της.

Η Μάντι περίμενε να πει κάτι αλλά δε μιλούσε. Τους κοιτούσε και τους δυο σαν χαμένος. Ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. Είχε πάντα την απόλυτη αυτοκυριαρχία, ήταν συγκροτημένος, δυνατός, αγέρωχος. Τώρα της θύμιζε παιδί που είχε χάσει τους γονείς του. Δε μιλούσε. Γιατί δε μιλούσε; Γιατί δεν έλεγε κάτι; Ας την έβριζε. Δεν άντεχε αυτό το βλέμμα του. Τι του είχε κάνει; Πόσο πολύ τον πλήγωσε;

«Τη χτύπησες;» ρώτησε ξαφνικά τον Τζον με ένα ύφος που απαιτούσε απάντηση. Το κάθαρμα γέλασε.
«Γυναίκα μου είναι, ό,τι θέλω κάνω» είπε και ανασήκωσε με αδιαφορία τους ώμους. Η Μάντι σκούπισε το χείλος της που έτρεχε ξανά αίμα. Τα υπόλοιπα συνέβησαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ο Κρίστοφερ όρμησε στον Τζον και τον άρπαξε από το λαιμό. Τον έσφιγγε τόσο δυνατά που η Μάντι είδε τον Τζον, να πνίγεται, να χάνει τις αισθήσεις του. Αλλά ο Κρίστοφερ τον είχε κολλήσει στον τοίχο και του ούρλιαζε.
«Τη χτύπησες; Λέγε!» επαναλάμβανε ενώ το ελεύθερο χέρι του τον χτυπούσε αλύπητα. Ατελείωτες γροθιές προσγειώνονταν στο πρόσωπό του Τζον μέχρι που τα αίματα γέμισαν τα ρούχα και των δύο αντρών. Το μάτι του Τζον έκλεισε.
«Κρίστοφερ, μη!» του είπε εκείνη και τον τράβηξε μακριά. Ο Κρίστοφερ είχε χάσει τον έλεγχο. Χτυπούσε τον Τζον ασταμάτητα. Ο Τζον σωριάστηκε στο πάτωμα σχεδόν αναίσθητος, αλλά δεν έμεινε εκεί. Έβγαλε το στιλέτο από την τσέπη του και μαχαίρωσε τον Κρίστοφερ στη γάμπα. Ο Κρίστοφερ έπεσε κάτω. Αλλά παρά τον τραυματισμό του συνέχισε να χτυπάει αλύπητα τον Τζον. Ο άλλος άντρας δεν μπορούσε να προβάλει σοβαρή αντίσταση. Είχε απέναντί του ένα ψηλό, γεροδεμένο θηρίο. Στα πρόθυρα της τρέλας.
«Φελίπε, τρέξε!» ούρλιαξε η Μάντι ανοίγοντας την πόρτα και ο φρουρός έσπευσε στο εσωτερικό του σπιτιού. Χώρισε τους άντρες και ακινητοποίησε τον Τζον στο πάτωμα με τα χέρια στην πλάτη. Ο Κρίστοφερ αιμορραγούσε.
«Αφεντικό, είσαι καλά;» τον ρώτησε ο Φελίπε και ο Κρίστοφερ μούγκρισε από τον πόνο. Ο Τζον ήταν ημιλιπόθυμος. «Κάλεσε ασθενοφόρο» διέταξε ο Φελίπε τη Μάντι κι εκείνη έκανε ό,τι της είπε. «Τι στο διάολο συνέβη εδώ μέσα;» ρώτησε ενώ τριγύρω του έβλεπε αίματα παντού.
«Αυτό το κάθαρμα είναι ο άντρας μου» του είπε και έδειξε τον Τζον με το πόδι της. «Ήρθε να με πάρει μαζί του». Ο Φελίπε την κοίταξε μπερδεμένος.
«Μου είπε ότι είναι ο τεχνικός»
«Το είχε σχεδιασμένο» του είπε η Μάντι. «Με ψάχνει τρία χρόνια τώρα».
«Τρία χρόνια; Πόσο κόσμο έχεις κοροϊδέψει;» ούρλιαξε ο Κρίστοφερ και ξαφνικά όλοι γύρισαν προς το μέρος του. Η Μάντι  έτρεξε και έφερε ένα πανί από την κουζίνα και του έσφιξε το πόδι σφικτά. Κάπου μέσα της προσευχόταν ότι η επίθεσή του ήταν ένδειξη ότι ήθελε να την προστατεύσει. Αλλά μάλλον είχε άδικο. Τη μισούσε. Το έβλεπε πια ξεκάθαρα στο σκοτεινό βλέμμα του. Θεέ μου, πώς θα συνέχισζε να ζει χωρίς εκείνον; Να πέθαινε. Μακάρι να πέθαινε εκείνη τη στιγμή.
«Ξεκουμπιστείτε από το σπίτι μου όλοι!» ούρλιαξε ξαφνικά ο Κρίστοφερ. «Όλοι, όλοι! Αμέσως!» επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Είχε πάθει υστερία. Η Μάντι τον πλησίασε για να τον ηρεμήσει αλλά την σταμάτησε. «Πάρε το ρεμάλι σου και φύγε από μπροστά μου» τη διέταξε. Εντωμεταξύ ο Τζον σιγά σιγά σηκωνόταν όρθιος. Χαμογελούσε. Το κάθαρμα, πού το έβρισκε τόσο κέφι; Ο Φελίπε τον κρατούσε συνέχεια.
«Είδες, κορίτσι μου;» είπε κοροϊδευτικά στη Μάντι. «Συμφωνεί και ο άνθρωπος ότι η θέση σου είναι δίπλα στον άντρα σου. Εκτός βέβαια αν θέλεις να μείνεις και να φροντίσω να μάθει όλος ο κόσμος ότι ο πολύς Κρίστοφερ Χάντερ πιάστηκε κορόιδο από ένα τσουλάκι».

Η Μάντι δε μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Είχε ξεκαθαρίσει μέσα της ότι δεν μπορούσε να μείνει με τον Κρίστοφερ. Θα έφευγε. Ο Τζον απειλούσε το δημόσιο πρόσωπο του Κρίστοφερ. Και τον είχε χτυπήσει. Δεν μπορούσε να μείνει. Αρκετό κακό του είχε κάνει.
«Πονάς;» ρώτησε ο Φελίπε τον Κρίστοφερ.
«Δε νιώθω» είπε εκείνος μουδιασμένος. «Πήγαινε έξω και περίμενε το ασθενοφόρο».
«Είσαι σίγουρος αφεντικό;»
«Ναι, φύγε. Και σύρε και αυτό το ζώο έξω» είπε απότομα, εννοώντας τον Τζον.

Έμειναν οι δυο τους τους. Η Μάντι έκλαιγε ήρεμα. Ο Κρίστοφερ δεν την κοιτούσε.
«Να φύγετε από το σπίτι μου άμεσα» είπε. «Μάζεψε τα πράγματά σου και ό,τι περισσέψει θα σου το στείλω» της είπε χωρίς να την κοιτάει.
«Κρίστοφερ, άσε να σου εξηγ…»
«Βούλωσέ το» της είπε και η Μάντι πάγωσε. «Δε θέλω να σε ακούω. Δε θέλω να σε ξέρω, δε θέλω να θυμάμαι τίποτα. Είσαι μια ψεύτρα, μια τιποτένια. Φύγε από το σπίτι μου, από τη ζωή μου, από το μυαλό μου. Σιχαίνομαι τον εαυτό που…».
«Κρίστοφερ, καταβαίνω. Αλλά ήθελα να σου μιλήσω…» του είπε κλαίγοντας.
«Ήθελες αλλά δε σε χάλασαν κιόλας τα ταξιδάκια!» γέλασε εκείνος, βουτηγμένος στο αίμα. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα, τα μαλλιά του ανάκατα. «Τα δωράκια, η φροντίδα, τα ακριβά εστιατόρια!»
«Δεν είναι έτσι».
«Αρνούμαι!» της είπε και στάθηκε απότομα όρθιος. Ο πόνος τον έκανε να ξανακαθίσει. «Αρνούμαι να κάνω διάλογο μαζί σου. Φύγε από μπροστά μου. Δεν ξέρω ποια είσαι και τι σχέση έχεις με αυτό το ρεμάλι έξω, αλλά εγώ δε θέλω καμία σχέση με κανέναν σας. Είμαι ένας ευυπόληπτος άνθρωπος, από καλή οικογένεια, με καριέρα και φίλους. Δε μου αξίζει όλο αυτό. Δε μου αξίζει να δέρνομαι σαν αλήτης για μια γυναίκα που παίζει μαζί μου» της είπε θυμωμένος.
«Καταλαβαίνω» του είπε ήρεμα η Μάντι. Είχε δίκιο. Τι να του έλεγε; Είχε απόλυτο δίκιο.
«Φύγε, δεν αντέχω να σε ακούω» της είπε και η Μάντι έτρεξε στο δωμάτιό της Έφτιαξε σε ελάχιστα λεπτά τη βαλίτσα της και επέστρεψε στο σαλόνι.
«Θα με πιστέψεις ποτέ αν…» ξεκίνησε να του λέει αλλά δεν την άφησε.
«Όχι» της είπε απότομα και την κοίταξε. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. «Δε θα σε πιστέψω ποτέ ξανά».
«Πού με αφήνεις και πάω, Κρίστοφερ;» του είπε ξαφνικά χωρίς να μπορέσει να το ελέγξει. Το κάτω χείλος της τρεμόπαιξε και έβαλε τα κλάματα. Ήταν απελπισμένη. Την περίμενε η κόλαση.
«Στον άντρα σου» της πέταξε.
«Στα χαρτιά μόνο» του είπε.
«Για αυτά τα χαρτιά σπούδασα» της είπε εκείνος πικρά.
«Κρίστοφερ, εγώ…»
«Φύγε είπα!» έσκισε τον αέρα με το ουρλιαχτό του. Εκείνη τρόμαξε. Από μακριά άκουσε τη σειρήνα. Ερχόταν το ασθενοφόρο. Η Μάντι κίνησε προς την έξοδο. ‘Επρεπε να φύγουν σύντομα. Άνοιξε την πόρτα. Τον κοίταξε μια τελευταία φορά. Εκείνος δε σήκωσε το κεφάλι του.
«Μια στιγμή» της είπε και η Μάντι ένιωσε να φωλιάζει στην καρδιά της η ελπίδα. Μήπως....; Θεέ μου, μακάρι…
Ο Κρίστοφερ στηρίχτηκε όρθιος με το ζόρι και έψαξε την τσέπη του. Έβγαλε ένα μικρό βελούδινο κουτάκι και το πέταξε με φόρα στα πόδια της. Το κουτάκι άνοιξε και από μέσα πετάχτηκε ένα διαμαντένιο μονόπετρο που αναπήδησε στα πλακάκια. Έκανε  έναν ήχο μεταλλικό και η Μάντι ένιωσε ότι της έσκισε την καρδιά. Τον κοίταξε απορημένη. Ήταν δυνατόν;
«Αυτό για να θυμάσαι τι έχασες» της είπε μέσα από τα δόντια του και της έκανε νόημα να φύγει.




Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 49- το κακό συναπάντημα

Τρεις μέρες μετά η Μάντι είχε ετοιμάσει το σπίτι στην εντέλεια και είχε αλλάξει κουρτίνα στο σαλόνι. Είχε διαλέξει ένα έντονο κόκκινο χρώμα και σκόπευε να αλλάξει και τα μαξιλάρια στον καναπέ. Ηλπιζε ο Κρίστοφερ να ενέκρινε τις επιλογές της, γιατί πίστευε ότι φώτιζαν το χώρο και αναδείκνυαν καλύτερα τα γύρω έπιπλα.

Ο Άλεξ είχε μόλις φύγει. Είχε έρθει σήμερα αντί για την επόμενη μέρα γιατί θα έφευγε μερικές μέρες διακοπές με μια φίλη του. Ο φρουρός την είχε ενημερώσει ότι υπήρχε ένα πρόβλημα με την εξωτερική κάμερα ασφαλείας και ότι θα ερχόταν τεχνικός να τη φτιάξει. Η Μάντι δε νοιάστηκε και πολύ. Γιατί το σύντομα θα ερχόταν ο Κρίστοφερ! Είναι ετοιμάσει γλυκιά κολοκυθόπιτα, ριζότο με θαλασσινά και σαλάτα με πολύχρωμα λαχανικά και καλαμπόκι. Είχε παγώσει ένα λευκό κρασί που ήξερε ότι του άρεσε και είχε φορέσει ένα ζευγάρι μαύρα εσώρουχα. Τον περίμενε γεμάτη ενθουσιασμό. Της είχε λείψει πολύ και ανυπομονούσε να τον δει. Δεν κρατιόταν. Ήθελε να του πει ότι τον αγαπάει αλλά δεν μπορούσε. Είχε αποφασίσει να μην το κάνει πριν του πει την αλήθεια. Και θα του την έλεγε. Ίσως απόψε. Αφού τον απολάμβανε λιγάκι. Αφού τον χάιδευε, τον φιλούσε και τον ένιωθε κοντά της.

Μία ωρίτσα. Σε μία ωρίτσα θα ήταν κοντά της. Ίσως και πιο λίγο. Είχε προσγειωθεί ήδη. Την είχε πάρει τηλέφωνο. Θα έπαιρνε τη βαλίτσα του, θα έμπαινε στο αμάξι του και θα γυρνούσε σπίτι. Πήγε στο δωμάτιό τους, (είχε πια μεταφέρει τα πράγματά της εκεί) για να φτιάξει λίγο τα μαλλιά της και να βρει το βιβλίο που διάβαζε αυτή την περίοδο. Ήταν μια ιστορία αγάπης και της άρεσε πολύ ο τρόπος που εκτυλισσόταν η σχέση των δύο πρωταγωνιστών. Κατέβηκε ξανά στο σαλόνι και  έλεγξε για Τρίτη φορά το στρώσιμο του τραπεζιού. Όλα ήταν πολύ ρομαντικά. Θεέ μου, πόσο ανυπομονούσε! Το στομάχι της ήταν γεμάτο πεταλούδες.

Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε να ανοίξει. Δεν περπατούσε. Πετούσε. Μόνο λίγα βήματα την χώριζαν από τον αγαπημένο της. Αλλά πώς και είχε έρθει τόσο νωρίς; Μήπως ήταν κάποιος άλλος; Άνοιξε την πόρτα με φόρα και ο εφιάλτης την πλημμύρισε όπως επιτίθενται οι σφήκες.
«Τι…τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησε τον άντρα απέναντί της. Την είχε βρει. Την είχε βρει. Ήταν χαμένη. Αυτό που έτρεμε περισσότερο από όλα στη ζωή της είχε συμβεί. Το ήξερε ότι θα την έβρισκε αργά ή γρήγορα αλλά τώρα; Ο Κρίστοφερ! Θεέ μου, θα τον έβρισκε εδώ.
«Ήρθα να φτιάξω την κάμερα» είπε εκείνος δείχνοντας μια εργαλειοθήκη. «Εγώ τη χάλασα φυσικά, αλλά δε χρειάζεται να το μάθει κανείς αυτό» της είπε και χαμογέλασε. Πόσο γλοιώδης, σκέφτηκε η Μάντι. Και μύριζε. Η μπόχα που ανέδιδε ήταν απαίσια. Κρασί. Το είχε ρίξει και στο ποτό;
«Φύγε από εδώ αμέσως» του είπε αλλά εκείνος την άρπαξε από μαλλιά. Η Μάντι ούρλιαξε. Αλλά όσο αντιστεκόταν, τόσο περισσότερο πονούσε.
«Σκάσε τσουλάκι, που θα με διατάξεις κιόλας» της είπε και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Η Μάντι δεν έκλαψε. Δε θα του έδινε αυτή την χαρά.
«Θα έρθει το αφεντικό μου» τον απείλησε.
«Ο γκόμενος θες να πεις» της είπε εκείνος χαμογελώντας. Η Μάντι ένιωσε την επιθυμία να κάνει εμετό. Πονούσε ολόκληρη και το μάγουλό της είχε μουδιάσει.
«Πώς με βρήκες;» τον ρώτησε χωρίς να την ενδιαφέρει και ιδιαίτερα αλλά προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να σκεφτεί.
«Έχεις καλύψει καλά τα ίχνη σου αλλά δεν περίμενα να είσαι τόσο ηλίθια και να ταξιδέψεις. Έχω γνωστό σε αεροπορική και σε βρήκε. Τρία χρόνια περίμενα ένα λάθος σου και το έκανες. Αλλά δε σε αδικώ. Βρήκες καλό κορόιδο».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς» έκανε τη χαζή βρίζοντας από μέσα της τον εαυτό της. Η Νέα Υόρκη. Αυτό πλήρωνε τώρα. Το ταξίδι που έγινε η βάση για να τα βρει με τον Κρίστοφερ και ένιωσε τα πιο δυνατά συναισθήματα της ζωής της έμελε να είναι και η θανατική καταδίκη της
«Εννοώ ότι ταξίδεψες με αυτό τον δικηγοράκο. Υποθέτω ότι αφού σε πληρώνει για τις δουλειές, θα προσφέρεις κι άλλες υπηρεσίες» είπε εκείνος. Η Μάντι δεν απάντησε.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις; Δε θα γυρίσω πίσω» του είπε και εκείνος τη χτύπησε ξανά. Η Μάντι ένιωσε αίμα στο χείλος της. Το σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της.
«Θα γυρίσεις και θα πεις και ένα τραγούδι» είπε εκείνος γελώντας χαιρέκακα. «Έχω μπλέξει άσχημα…χρωστάω…» συνέχισε.
«Πόσα; Αν σου τα δώσω θα με αφήσεις ήσυχη;» τον ρώτησε.
«Πολλά» είπε εκείνος αόριστα και άρχισε να περιφέρεται στο σπίτι και να σφυρίζει επιδοκιμαστικά με τα ακριβά πράγματα του Κρίστοφερ. Θεέ μου, η ώρα περνούσε και θα γυρνούσε. «Θα γυρίσεις να βρούμε τον θησαυρό και μετά θα σου δώσω διαζύγιο» είπε εκείνος.
«Μα δεν ξέρω τίποτα για τον θησαυρό!» είπε η Μάντι. Για χιλιοστή φορά. Τον καιρό που έμεναν μαζί την πίεζε κάθε μέρα για το «μυστικό».
«Ξέρεις…είμαι σίγουρος ότι ξέρεις…ο πατέρας σου θα σου το είπε και ελπίζεις να τον βρεις πρώτη».
«Μα τι λες; Είσαι τρελός» του είπε παραιτημένη.
«Γιατί; Επειδή θέλω να βρω κάτι που μου ανήκει;» της είπε και η Μάντι γέλασε.
«Σου ανήκει; Ακόμα και αν υπάρχει είναι δικός μου. Το σπίτι είναι δικό μου».
«Όχι στα χαρτιά» της είπε σατανικά.

Τα λεπτά κυλούσαν πολύ γρήγορα. Εκείνος βολεύτηκε στον καναπέ με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι.
«Πρέπει να φύγεις. Θα γυρίσει το αφεντικό μου» του είπε.

«Θα μείνω» της είπε ήρεμα. Φορούσε ένα απαίσιο πουκάμισο και ένα παλιό τζιν. Πώς είχε αφεθεί έτσι; Πού είχε μπλέξει; «Θέλω να γνωρίσω…το θύμα σου».

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 48- κληρονομικό χάρισμα

«Θα μου λείψεις πολύ» της είπε το επόμενο πρωί την ώρα που τον αποχαιρετούσε στο αεροδρόμιο.
«Κι εμένα» απάντησε η Μάντι και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει.
«Είσαι σίγουρη ότι δε θες να έρθεις; Είναι τελευταία ευκαιρία» της είπε παραπονιάρικα.
«Κρίστοφερ, τα είπαμε αυτά!» γέλασε η Μάντι. Είχε πολύ πλάκα όταν έκανε σαν παιδί. «Θα λείψεις μόνο τρεις μέρες! Κι εγώ έχω ένα σωρό δουλειές εδώ».
«Δε θέλω να κουράζεσαι» είπε εκείνος ενώ ήλεγχε αν είχε μαζί του το διαβατήριό του.
«Δεν κουράζομαι. Μου αρέσει να ασχολούμαι με το σπίτι σου!» του είπε εκείνη κεφάτη. Ο Κρίστοφερ την κοίταξε λιγάκι σκεπτικός. Η Μάντι απόρησε τι είχε πει και τον έκανε να σκοτεινιάσει έτσι.
«Όταν θα γυρίσω θα κάνουμε μια συζήτηση εμείς οι δυο» της είπε κοιτώντας τη βαθιά μέσα στα μάτια. Η Μάντι ζαλίστηκε. Ποτέ. Ποτέ δε θα συνήθιζε στην ομορφιά του.
«Τι έκανα; Είναι για χθες το βράδυ; Σου ζήτησα συγγνώμη» του είπε απολογητικά κι εκείνος της χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Έτσι ήταν ο Κρίστοφερ. Καταιγίδα και λιακάδα μαζί.
«Όχι, δεν είναι αυτό» της είπε και τη φίλησε απαλά. «Αν και με στενοχώρησες λίγο». Στέκονταν όρθιοι, λίγο πριν τον έλεγχο, αλλά ένιωθε σαν να ήταν μόνοι στον κόσμο. «Είναι κάτι που ελπίζω να θες κι εσύ όσο εγώ» είπε γεμάτος μυστήριο.
«Κρίστοφερ, έλα! Πες μου» τσίριξε εκείνη χοροπηδώντας σαν τρελή αγνοώντας τα αδιάκριτα βλέμματα.
«Έκπληξη!» της είπε εκείνος χαμογελώντας σατανικά. «Θα σου φέρω κάτι ωραίο από τη Ρώμη!».
«Τι θα είναι;» ρώτησε εκείνη. «Θέλω ένα πανετόνε!» και χτύπησε παλαμάκια τα χέρια της.
«Έχεις κοιτάξει το σάκχαρό σου;» τη ρώτησε μισοαστεία μισοσοβαρά.
«Ναι, είναι μια χαρά! Θέλω ένα πανετόνε!» επέμεινε εκείνη.
«Καλά, μωρό μου. Θα σου φέρω και ένα πανετόνε» είπε εκείνος γελώντας.
«Έλα πες μου!» του είπε μακρόσυρτα αλλά ο Κρίστοφερ δεν ενέδωσε.
«Υπομονή, γλωσσού» της απάντησε αυστηρά.
«Καλά» μούτρωσε η Μάντι. «Θα σε περιμένω με ανυπομονησία».
«Καρδιά μου, πόσο θα μου λείψεις» επανέλαβε εκείνος και την αγκάλιασε σφιχτά.
«Να προσέχεις και να μην με απατήσεις» του είπε εκείνη πειραχτικά.
«Κι εσύ!» είπε εκείνος και τη φίλησε. Άφησε το χέρι της και κατευθύνθηκε προς το σωματικό έλεγχο. Η Μάντι τον κοιτούσε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Τρεις μέρες ήταν μόνο. Θα άντεχε μακριά του. Σωστά; Τον αγαπούσε τόσο πολύ. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εκείνον. Αλλά έτσι ήταν η φύση της δουλειάς του. Όσο καιρό ήταν μαζί του θα ζούσε με αυτό.

Γύρισε στο σπίτι με τον οδηγό του Κρίστοφερ και ξεκίνησε τις δουλειές. Ήθελε να στρώσει τα χαλιά, να καθαρίσει τα παράθυρα και να γεμίσει το ψυγείο. Ο Αλεξ θα ερχόταν σε δύο ώρες και θα του ετοίμαζε ένα ωραίο σάντουιτς και χυμό πορτοκάλι. Ένιωθε την ανάγκη να περιποιηθεί κάποιον τώρα που έλειπε ο Κρίστοφερ.

Το απόγευμα θα πήγαινε γιόγκα και μετά θα πήγαινε σινεμά με τα κορίτσια από το κομμωτήριο. Μετά θα πήγαιναν για ποτό. Θα τις κερνούσε όλες επειδή είχαν καταφέρει να της επαναφέρουν τα μαλλιά σε φυσιολογικά επίπεδα. Τους το είχε υποσχεθεί και είχε γίνει πια αυτοσκοπός τους!


Όλα ήταν καλά, σκέφτηκε. Προς το παρόν. Πολύ θα ήθελε να κρατήσει αυτό για πάντα αλλά είχε προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί. Οι εφιάλτες, αυτοί που την ταλάνιζαν δύο ολόκληρα χρόνια, είχαν επιστρέψει. Δριμείς. Αδυσώπητοι. Έβλεπε ότι την κυνηγούσαν και δεν μπορούσε να τρέξει, δεν μπορούσε να ουρλιάξει. Και όταν την έπιαναν, της έσκιζαν τα ρούχα και έπεφταν πάνω της σκουπίδια και τη γέμιζαν μέχρι που ασφυκτιούσε και πέθαινε. Ξυπνούσε κάθιδρη και ο Κρίστοφερ είχε τρομάξει αλλά του έλεγε ότι είχε φάει βαριά. Αλλά έλεγε ψέματα. Άλλη μία φορά. Ένιωθε μια πίεση στο στήθος, ένα σφίξιμο, λες και κάποιος έσφιγγε την καρδιά της δυνατά. Ήταν ενοχές; Ήταν κάποιο προμήνυμα; Δεν ήξερε. Αλλά φοβόταν ότι σύντομα θα μάθαινε. 

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

εφάλαιο 47-bedmurmur

«Τι έχεις, καρδιά μου;» τη ρώτησε ο Κρίστοφερ λίγες μέρες μετά. Η Μάντι ένιωθε τις μέρες να περνούν χωρίς να το καταλαβαίνει και κάθε μέρα μα κάθε μέρα προσπαθούσε να του το πει. Αλλά δεν μπορούσε. «Μου φαίνεσαι λίγο σκεπτική εδώ και λίγες μέρες».
«Καλά είμαι», του είπε και του χαμογέλασε ζεστά. Είχαν πάει σινεμά και είχαν γυρίσει νωρίς στο σπίτι για να τσιμπήσουν κάτι και να κοιμηθούν νωρίς. Ο Κρίστοφερ είχε ταξίδι την επόμενη μέρα κι εκείνη είχε αποφασίσει να τον συνοδεύσει στο αεροδρόμιο. Τώρα ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Ο Κρίστοφερ διάβαζε και εκείνη έπαιζε με το κινητό της.
«Όταν είσαι έτοιμη μου λες» είπε εκείνος αγνοώντας την εκατοστή διαβεβαίωσή της ότι είναι καλά. Ακόμα και η ίδια είχε βαρεθεί να το λέει. Πόσω μάλλον ο Κρίστοφερ που το άκουγε.
«Κρίστοφερ, να σε ρωτήσω κάτι…νομικής φύσης;» τον ρώτησε μετά από λίγο. Εκείνος άφησε αμέσως το βιβλίο του ανοιχτό στα πόδια του και γύρισε προς το μέρος της.
«Αμέ! Είναι ευκαιρία να σου κάνω τον έξυπνο!» της είπε γελώντας. Η Μάντι τον μιμήθηκε. Πόσο τη χαλάρωνε…
«Είναι μια κοπέλα εκεί στο κομμωτήριο που πάω…» ξεκίνησε να του λέει.
«Πολύ ωραία παρεμπιπτόντως» της είπε και κοίταξε τα μαλλιά της. Είχε κάνει μερικές ανταύγειες σήμερα το πρωί.
«Σε ευχαριστώ» τον φίλησε πεταχτά. «Λοιπόν είναι μια κοπέλα…και θέλει να βγάλει διαζύγιο αλλά ο άντρας της την απειλεί και έχουν μπλεχτεί λίγο με τα θέματα ιδιοκτησίας…»
«Ωχ!» είπε εκείνος και χαμογέλασε πονηρά.
«Τι είναι;» τον ρώτησε εκείνη απορημένη.
«Ντρέπομαι που το λέω» είπε με τα χέρια του να καλύπτουν το πρόσωπό του δραματικά «αλλά δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με αυτά». Η καρδιά της Μάντι βούλιαξε. Περίμενε να τη συμβουλέψει κάτι. «Ασχολήθηκα εξαρχής με επιχειρήσεις και μετά με το ανταγωνιστικό δίκαιο και είμαι πολύ…ντεφορμέ σε αυτά».
«Δεν πειράζει» του είπε ήρεμα.
«Αλλά αν θες μπορώ να διαβάσω και να τη στείλω σε κάποιον φίλο δικηγόρο. Αλλά θέλω λίγο χρόνο. Να πάω στη βιβλιοθήκη να φέρω κανένα βιβλίο να διαβάσω γι’ αυτό το θέμα; Να τα θυμηθώ;» τη ρώτησε ενθουσιασμένος. Πάντα τον ενθουσίαζε η ιδέα του διαβάσματος.
«Μα τι λες τώρα;» ξεκαρδίστηκε εκείνη. «Είναι δυνατόν; Κάτσε κάτω!» του είπε και εκείνος ξαναβολεύτηκε δίπλα της.
«Είχα την ευκαιρία μου να σε εντυπωσιάσω και την έχασα» της είπε σουφρώνοντας τα χείλη σαν παιδάκι.
«Είσαι τόσο χαζός μερικές φορές!» γέλασε η Μάντι και τον αγκάλιασε.
«Πάντως μπορούμε να τη βοηθήσουμε την κοπέλα. Εγώ όχι, δεν έχω καν ειδική άδεια για αυτό. Αλλά να…αν π.χ. έχουμε αποδείξεις για μοιχεία ή ξυλοδαρμό θα έχουμε ισχυρό χαρτί. Όσο για τα περιουσιακά, ένας συμβολαιογράφος θα ρίξει φως στην υπόθεση ειδικά αν έχουν γίνει παρανομίες από την μία πλευρά. Εσύ έχεις μιλήσει με την κοπέλα; Ξέρεις λιγάκι τι γινόταν;»
«Δεν έχω καταλάβει πολλά… αλλά ναι…νομίζω ότι ο άλλος είναι κακός άνθρωπος αλλά δεν αποδεικνύεται εύκολα. Έχει άκρες και κάνει ό,τι θέλει. Η κοπέλα νιώθει εγκλωβισμένη και τον φοβάται…».
«Ε δεν ακούγεται δύσκολο. Θα αποδείξουμε ότι είναι άνθρωπος που δρα υπογείως και θα αποδείξουμε ότι είναι χειριστικός».
«Είναι κρίμα» είπε η Μάντι μηχανικά.
«Ναι, είναι» είπε ο Κρίστοφερ. «Γι’ αυτό δεν ήθελα ποτέ να ασχοληθώ με αυτά. Είναι θλιβερό. Μόνο ψέματα και κατηγορίες εκατέρωθεν. Δε βγάζεις άκρη ποτέ. Στη μέση είναι η αλήθεια» είπε.
«Όχι βέβαια!» αντέδρασε έντονα εκείνη και ο Κρίστοφερ έσμιξε τα φρύδια του απορημένος. «Καμιά φορά φταίει μόνο ο ένας!».
«Εάν κάποιος είναι τόσο μοχθηρός γιατί να τον παντρευτείς;» την προκάλεσε.
«Μπορεί να μην έχεις άλλες επιλογές! Μπορεί να μην το ξέρεις εξαρχής» είπε η Μάντι σε υψηλούς τόνους.
«Δεν μπορεί η μόνη σου επιλογή να είναι να παντρευτείς» αντέδρασε εκείνος. «Στον 21ο αιώνα ζούμε. Ας έβρισκε μια δουλειά, ας ζητούσε βοήθεια από κάποιον φίλο ή συγγενή» είπε.
«Δεν είναι όλοι γεννημένοι μέσα στα πλούτη, Κρίστοφερ!» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί μου επιτίθεσαι! Εγώ θέλω να βοηθήσω».
«Θεωρείς δεδομένο ότι έχουν όλοι επιλογές. Αλλά δεν είναι έτσι. Μπορεί να μην είχε δουλειά ή φίλους ή συγγενείς» επέμεινε εκείνη.
«Ο γάμος δεν είναι επιλογή».
«Είσαι απόλυτος σε ό,τι δεν καταλαβαίνεις».
«Τελικά έχω δίκιο, ναι ή όχι; Ευοδώθηκε ο γάμος;»
«Είσαι ξεροκέφαλος».
«Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω γιατί με λούζεις με κοσμητικά».
«Γιατί κρίνεις τους πάντες από την άνεση που σου παρέχουν τα πλούτη σου και η εμφάνισή σου» τον κατηγόρησε.
«Ναι, αυτό είναι» είπε εκείνος και το κορμί του σφίχτηκε. «Έχω επαναπαυτεί στα πλούτη και την ομορφιά μου» ειρωνεύτηκε «και όλη τη μέρα κάθομαι και κρίνω τον λαουτζίκο». Η Μάντι δεν απάντησε. «Λυπάμαι που δε συμφωνείς μαζί μου και λυπάμαι που έχεις τέτοια γνώμη για μένα» την πυροβόλησε.
«Κρίστοφερ…» ξεκίνησε να του λέει αλλά σταμάτησε. «Δεν ήθελα να σε θίξω προσωπικά, αλλά κι εσύ πρέπει να είσαι δεν πρέπει να είσαι τόσο επικριτικός».
«Κι άλλος χαρακτηρισμός» είπε εκείνος. «Ξεροκέφαλος, επικριτικός, βολεμένος. Πες κι άλλα» την παρότρυνε.
«Λυπάμαι. Δε θέλω να τσακωθούμε» του είπε. Είχε θολώσει το μυαλό της με τη συζήτηση και είχε χάσει την υπομονή της. Ο Κρίστοφερ όμως δεν έφταιγε. «Ζητώ συγγνώμη και προτείνω να κοιμηθούμε. Τι λες;» του χαμογέλασε ζεστά. Ο Κρίστοφερ δεν απάντησε αμέσως. Η Μάντι φοβήθηκε ότι τον είχε εκνευρίσει πολύ. Φοβόταν ότι θα πήγαινε να κοιμηθεί μόνος του. Αλλά δεν το έκανε.

«Καλά» είπε εκείνος και σήκωσε τους ώμους. «Αλλά την επόμενη φορά να διαλέξεις τα λόγια σου με μεγαλύτερη προσοχή».

σκέψεις

Κρίστοφερ, θέλω να σου πω κάτι. Οι τελευταίοι μήνες ήταν οι πιο ωραίοι της ζωής μου αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο έτσι. Νιώθω ότι σε κοροϊδεύω. Όσα σου έχω δείξει και όσα σου έχω πει ισχύουν αλλά υπάρχει κάτι για μένα που δεν ξέρεις…

Όχι, όχι. Κάπως αλλιώς.


Κρίστοφερ, θα σε σοκάρει αυτό που θα σου πω αλλά ελπίζω να καταφέρεις να με συγχωρέσεις. Παντρεύτηκα πριν από τέσσερα χρόνια και δεν έχω πάρει διαζύγιο. Δεν τον αγαπώ και ήταν βάναυσος και…

Όχι, όχι. Να μη με λυπηθεί.

Κρίστοφερ, είναι κάτι που θέλω να σου πω και δεν μπορώ να το κρατάω μέσα μου. Είσαι ο μόνος άντρας στην καρδιά μου αλλά δυστυχώς όχι ο μόνος στη ζωή μου. Είμαι παντρεμένη αλλά ο γάμος μου ήταν ένα λάθος και θέλω να καταλάβεις ότι μόλις βρω τα χρήματα θα πάρω διαζύγιο αλλά αυτό δε σημαίνει ότι…

Αηδίες. Θα θυμώσει. Θα με πετάξει έξω και με το δίκιο του.

Κρίστοφερ, θα το καταλάβω αν θυμώσεις και θα δεχτώ κάθε απόφασή σου. Αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαι παντρεμένη και έχω φύγει κρυφά γιατί ο άντρας μου με απειλεί. Μαζεύω χρήματα για να σωθώ από εκείνον και να βγάλω διαζύγιο. Δώσε μου μια ευκαιρία να σου εξηγήσω πόσο άσχημα περνούσα και πόσο φοβάμαι για να αναγκαστώ να πω τόσα ψέματα. Κρίστοφερ, δεν είναι τίποτα για μένα αυτός ο άντρας…

Φρίκη. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος. Δεν έχω ελπίδα. Ο Κρίστοφερ είναι ένας υπέροχος άντρας. Πλούσιος, πανέμορφος, μορφωμένος. Και δοτικός. Θεέ μου, πόσο δοτικός και τρυφερός. Αμάθητος σε σχέσεις και παιχνίδια στρατηγικής δίνει απλόχερα ό,τι του ζητήσω. Και ό,τι δεν του ζητάω!. Γιατί να του το κάνω αυτό; Γιατί να τον πληγώσω; Το μόνο που έπρεπε να κάνω είναι να φύγω από μακριά του. Τον αγαπώ πολύ. Αν μείνω θα τον καταρρακώσω με την αλήθεια. Αλλά και αν έφευγα θα τον σόκαρα. Θα του τραβούσα το χαλί κάτω από τα πόδια. Και δεν μπορώ μια ζωή να φεύγω από τα προβλήματα. Πρέπει να κάτσω και να το παλέψω. Το πιο πιθανό ήταν να με απορρίψει. Τι από όλα να αντέξει; Ότι του έχω πει ψέματα; Ότι είμαι ακόμα παντρεμένη; Με ένα τέρας; Ότι το όνομά μου…δεν ήταν αυτό που του έχω πει; Ότι έχει προσλάβει μια γυναίκα με ψεύτικα χαρτιά; Ότι τον έχω κοροϊδέψει με κάθε τρόπο; Πώς θα με πιστέψει μετά από όλα αυτά; Πώς να του πω ότι τον αγαπώ και να με πιστέψει; Η σχέση μας είναι καταδικασμένη. Η σχέση μας έχει ήδη διαλυθεί πριν καν πάρει μορφή. Δεν έπρεπε να του το κρύψω αλλά με αιφνιδίασε με την τρυφερότητά του. Δεν το είχα ξαναζήσει όλο αυτό ποτέ και με πλημμύρισε ένα γλυκό συναίσθημα. Μούδιασα. Αδράνησα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Παρά μόνο να απολαμβάνω την προσοχή του. Αλλά είναι αναπόφευκτο πια. Σαν τρένο που κινείται πάνω σε σπασμένες ράγες, η ζωή μου, η σχέση μας, θα καταλήξει σε τραγωδία.



Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 46-μια μικρή αναδρομή

Είχαν γυρίσει εδώ και δύο βδομάδες στο Λονδίνο και ο Κρίστοφερ είχε κάπως μαλακώσει μετά την έκρηξη ζήλειας και την επίδειξη κτητικότητας. Η Μάντι τού είχε δείξει με κάθε τρόπο πόσο πολύ τον ήθελε και το μόνο που δεν είχε κάνει, και προσπαθούσε να κρατηθεί, ήταν να του πει πόσο τον αγαπάει.

Πριν όμως του ανοίξει έτσι την καρδιά της, έπρεπε να του πει κάτι άλλο. Του το χρωστούσε. Και μόνο αυτή ήταν η ηθική οδός. Θα ήταν κάτι σαν να τον χειραγωγούσε συναισθηματικά αν του έλεγε πρώτα ότι τον αγαπάει και μετά αυτό που τη βασάνιζε. Θα ήταν σαν να τον υποχρέωνε να τη βοηθήσει. Σαν να χρησιμοποιούσε την αγάπη ως λίπασμα για τη βοήθειά του.

Αλλά, Θεέ μου, πώς μπορούσε να του πει κάτι τόσο τεράστιο; Ξανά και ξανά της έλεγε πόσο σημαντική ήταν η ειλικρίνεια για εκείνον και της επαναλάμβανε ότι την εκτιμούσε για την ειλικρίνεια και την ντομπροσύνη της. Όταν της τα έλεγε αυτά, ένιωθε την επιθυμία να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Κατέβαζε τα μάτια και ντρεπόταν για τον εαυτό της. Πώς είχε αφήσει τα πράγματα να φτάσουν μέχρι εδώ; Πώς θα του έλεγε τώρα όλα αυτά που είχε αφήσει πίσω; Πώς θα του έδινε να καταλάβει ότι ο τρόμος την είχε κάνει να φύγει από το σπίτι της;

Η Μάντι βούλιαξε στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια της. Ο Κρίστοφερ θα γυρνούσε αργά απόψε. Της είχε στείλει ένα μήνυμα και της έλεγε ότι θα έβγαιναν έξω να φάνε το βράδυ για να εξιλεωθεί επειδή θα γυρνούσε αργά. Λες και ήταν κάτι φοβερό ότι θα αργούσε! Ήταν τόσο υπέροχος σύντροφος που την έκανε να νιώθει ακόμα μεγαλύτερες ενοχές.

Έκανε νοερά μια μικρή αναδρομή της ζωής της. Είχε παντρευτεί το γουρούνι στα 19 της και πολύ σύντομα κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος. Εκείνος άρχισε να την παραμελεί, να κάνει μέρες να φανεί σπίτι και μόλις πέρασαν τέσσερις μήνες άρχισε σταδιακά μέχρι που έγινε πιεστικός να τη ρωτάει πού ήταν κρυμμένος ο θησαυρός. Η Μάντι στην αρχή είχε σοκαριστεί με την ερώτηση. Δεν καταλάβαινε καν τι της έλεγε. Με τα πολλά της εξήγησε ότι είχε ακούσει τον πατέρα της να του λέει ότι κάτω από το σπίτι τους ήταν θαμμένος ένα μεγάλος θησαυρός, πιθανόν χρυσά νομίσματα. Η Μάντι είχε γελάσει με αυτή την ιδέα αλλά το χαστούκι που της έδωσε της έκοψε το γέλιο. Και εκείνο το χαστούκι δεν έμεινε μόνο ένα. Για τα δύο χρόνια που έμειναν παντρεμένοι, οι προσβολές και το ξύλο, η τρομοκρατία και οι απειλές ήταν κάτι το καθημερινό. Όσο κι αν προσπαθούσε να τον πείσει ότι δεν είχε ιδέα και ότι δεν είχε ποτέ ακούσει τον πατέρα της να λέει κάτι για θησαυρό εκείνος ξεσπούσε πάνω της. Δεν πίστευε στα μάτια της. Ο ευυπόληπτος καθηγητής, ο εξαίρετος επιστήμονας ήταν ένα βάναυσο ζώο, που έπινε συχνά πυκνά και τη χτυπούσε ανελέητα. Γι’ αυτό σήμερα μισούσε τις φωνές και τρόμαζε όταν ο Κρίστοφερ την πλησίαζε με άγριες διαθέσεις.

Οι γονείς της τον είχαν δυστυχώς συμπεριλάβει στη διαθήκη. Τον είχαν αφήσει διαχειριστή της περιουσίας της κι εκείνος είχε αλλοιώσει το κείμενο και τώρα το σπίτι της βρισκόταν στην κατοχή του. Λόγω της θέσης του στην ακαδημαϊκή κοινότητα, είχε καταφέρει να εισχωρήσει και στα κοινά και είχε φίλους από τον δήμαρχο μέχρι διάφορους υψηλά ιστάμενους δημόσιους υπαλλήλους, δικηγόρους και δικαστές, οι οποίοι τον εξυπηρετούσαν με το αζημίωτο. Ήταν χαμένη. Ήταν 20 χρόνων και είχε καταλάβει ότι είχε μπλέξει. Δεν είχε κάποια ουσιαστική επαγγελματική πείρα, δεν είχε χρήματα, δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Ήταν απελπισμένη. Προσευχόταν κάθε βράδυ να μπορούσε να σκεφτεί κάποιον τρόπο να βρει τον θησαυρό και να την αφήσει ήσυχη. Αλλά δε θυμόταν κάτι. Ήταν σίγουρη ότι ήταν τρελός. Ήταν δυνατόν να υπήρχε θησαυρός και ο πατέρας της να τον είχε αφήσει κρυμμένο; Γιατί; Γιατί να ζουν μια ζωή μετρημένη αν είχε πρόσβαση σε αμύθητα ποσά; Αυτό του έλεγε ξανά και ξανά αλλά δεν την άκουσε. «Θα σε σκοτώσω αν φύγεις» της έλεγε και η Μάντι τον πίστευε. Κάτι στο θολό του βλέμμα την έπειθε ότι έλεγε αλήθεια. «θα σε βρω όπου κι αν πας και θα σε σκοτώσω. Έχω δύναμη, έχω γνωριμίες» της έλεγε και εννοούσε τους φίλους του στη τοπική αυτοδιοίκηση. Και τον πίστευε. Αλήθεια τον πίστευε ότι θα τη σκοτώσει. Κάθε φορά που την πίεζε να του πει πού ήταν ο θησαυρός, κάθε φορά που της τραβούσε τα μαλλιά ή την χτυπούσε, πίστευε ότι ήταν ικανός να τη σκοτώσει.

Το βράδυ που έφυγε από το σπίτι της, έφυγε με ένα μικρό βαλιτσάκι που είχε μέσα μερικές αλλαξιές, εσώρουχα και την οδοντόβουρτσά της. Είχε μαζέψει κρυφά μερικά χρήματα, κυρίως από μερικά μωρά που φυλούσε πού και πού. Τα είχε πάρει όλα μαζί της, είχε κάνει τον σταυρό της και έφυγε για τη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής της.

Ένας δικηγόρος στο Λονδίνο, φίλος ενός έμπιστου γνωστού, την είχε βοηθήσει να αλλάξει το όνομά της σε μερικά έγγραφα και να καλύψει τα ίχνη της. Αλλά η βοήθεια που της παρείχε είχε ημερομηνία λήξης. Της ζήτησε αμοιβή για να τη βοηθήσει να βγάλει διαζύγιο και να πάρει πίσω το σπίτι της. Και αυτή δεν μπορούσε να τον πληρώσει. Βρήκε σχετικά γρήγορα δουλειά, αλλά πρώτα πέρασε αρκετές μέρες να ψάχνει το πιο φτηνό πανδοχείο για να κοιμηθεί, το πιο φτηνό φαγητό για να φάει. Ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με την έσχατη πείνα, με την απόλυτη εξαθλίωση αλλά ο σκοπός αγίαζε τα μέσα. Μισούσε εκείνο το κτήνος και δεν θα του επέτρεπε να της καταστρέψει τη ζωή. Ήθελε να μαζέψει χρήματα, να βγάλει διαζύγιο και να πάρει πίσω το σπίτι της. Θα απογοητευόταν. Κάποια στιγμή θα απογοητευόταν. Θα έπαιρνε απόφαση ότι η Μάντι δε θα ξαναγυρνούσε και θα έβγαζε πωλητήριο στο σπίτι. Είχε το νου της. Κοιτούσε τα μεσιτικά γραφεία της περιοχής. Ο έμπιστος φίλος της είχε κι αυτός τα αφτιά του ανοιχτά. Θα επικοινωνούσε μαζί της σε μια θυρίδα που είχε ανοίξει. Πόσο θα ζητούσε; Το σπίτι ήταν παλιό. Δεν άξιζε πολλά. Περίμενε να απελπιστεί. Είχαν περάσει τριάμισι χρόνια αλλά ακόμα κρατούσε γερά. Αλλά κι εκείνη είχε υπομονή. Και δε σκόπευε να παραδοθεί αμαχητί.


Αλλά τώρα…ήταν και ο Κρίστοφερ στη μέση. Δεν μπορούσε να του λέει άλλα ψέματα. Ήθελε να του πει την αλήθεια αλλά φοβόταν ότι θα την απορρίψει, ότι θα τη θεωρούσε βρώμικη, ψεύτρα, πανούργα. Κι εκείνη έτσι ένιωθε. Ένιωθε ότι τον πρόδιδε κάθε μέρα. Αλλά δεν έφταιγε εξολοκλήρου. Ποια γυναίκα θα μπορούσε να αντισταθεί στον Κρίστοφερ; Ήταν χαμένη από την πρώτη φορά που τον είδε να μπαίνει σπίτι. Από τη στιγμή που τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. Τον αγαπούσε ολοκληρωτικά. Με μια αγάπη που της έκοβε την ανάσα. Με μια αγάπη που την έκανε το βράδυ να τρέμει μήπως τον χάσει. Αλλά πολύ φοβόταν ότι αυτό το τελευταίο θα ήταν αναπόφευκτο όταν εκείνος μάθαινε την αλήθεια. 

κεφάλαιο 45-άλλο αγάπη και άλλο σεξ...

«Ποιος ήταν αυτός που σου μιλούσε όλο το βράδυ;» τη ρώτησε με το που μπήκαν στη λιμουζίνα. Η ώρα ήταν δύο και είχαν αποφασίσει από κοινού να γυρίσουν στο ξενοδοχείο να ξεκουραστούν. Ο Κρίστοφερ είχε δίκιο. Το γκαλά ήταν υπέροχο. Η Μάντι δεν είχε φανταστεί ποτέ στη ζωή της ότι θα συναναστρεφόταν με επωνύμους, θα έβλεπε τόση πολυτέλεια γύρω της, θα δοκίμαζε νόστιμα φαγητά και θα έπινε άφθονη σαμπάνια συνοδευόμενη από ομολογουμένως, αν έκρινε δηλαδή και από τα αδιάκριτα βλέμματα όλων των γυναικών, τον πιο όμορφο άντρα. Το χέρι του δεν άφησε την πλάτη της και φρόντιζε να τη συστήνει με όποιον μιλούσε ως την «σύντροφό του». Η Μάντι αιφνιδιάστηκε όταν το άκουσε πρώτη φορά αλλά μετά το συνήθισε και της άρεσε. Ο Κρίστοφερ τα έκανε όλα σωστά. Δεν πίστευε ότι μπορεί να ήταν τόσο τυχερή κι εκείνος τόσο μα τόσο τέλειος. Για άνθρωπο που δεν είχε ξανακάνει ουσιαστική σχέση, πραγματικά έδειχνε μεγάλο ταλέντο στη συντροφικότητα.
«Ποιος; Ο Πιερ;» γέλασε η Μάντι. «Είναι πρόξενος της Γαλλίας και μιλήσαμε λιγάκι για το Παρίσι».
«Ε όχι και λιγάκι!» είπε εκείνος κολλημένος στη δεξιά πλευρά του αμαξιού. Δεν την πλησίαζε ως συνήθως.
«Μου έκανε εντύπωση που είναι τόσο νέος» είπε η Μάντι. «Μόνο 35 χρονών και είναι πρόξενος. Θα είναι πολύ καλλιεργημένος» είπε σχεδόν μονολογώντας.
«Ναι, σιγά τη Σορβώνη» είπε εκείνος ειρωνικά και η Μάντι γύρισε απότομα προς το μέρος του.
«Μη μου πεις ότι ζηλεύεις!» γέλασε αλλά εκείνος δεν ξέσφιξε τους μυς στο σαγόνι του. Έδειχνε θυμωμένος. Πώς της είχε διαφύγει όλο αυτό;
«Δε ζηλεύω, Μάντι. Σου το έχω ξαναπεί αυτό» απάντησε αυστηρά.
«Μήπως ζηλεύεις και δεν το ξέρεις;» τον ρώτησε εκείνη καυστικά.
«Αποκλείεται» απάντησε εκείνος κοιτώντας σταθερά έξω από το παράθυρο.
«Καλά» είπε η Μάντι και ανασήκωσε τους ώμους.

Απόλαυσε τη διαδρομή χωρίς να μιλάει. Είχαν περάσει κάμποσα δευτερόλεπτα και η ατμόσφαιρα έδειχνε τεταμένη. Αλλά δεν ήξερε τι να του πει. Όχι ότι κι εκείνος έδειχνε περισσότερο ανοιχτός για διάλογο δηλαδή.
«Και γιατί παρακαλώ σού φίλησε το χέρι;» την ξάφνιασε. Η Μάντι γύρισε ξανά προς το μέρος του.
«Χειροφίλημα απλό ήταν» του είπε απορημένη με την παιδιάστικη συμπεριφορά του. Τόσο ισχυρός άντρας, σκέφτηκε, αλλά και τόσο ανασφαλής. Ποιος θα το περίμενε;
«Μήπως ανταλλάξατε και τηλέφωνα;» τη ρώτησε και την κοίταξε με μάτια που πέταγαν φωτιές. Η Μάντι τρόμαξε από αυτό που είδε να καθρεφτίζεται μέσα τους.
«Μόνο facebook» τον ειρωνεύτηκε αλλά εκείνος το πίστεψε.
«Είσαι τελείως ξεδιάντροπη» της είπε μέσα από τα σφιγμένα του δόντια ενώ κατέβαινε από τη λιμουζίνα. Ο οδηγός είχε παρκάρει έξω από το ξενοδοχείο. Ο Κρίστοφερ του έγνεψε με το κεφάλι και περπάτησε με μεγάλες δρασκελιές μέχρι το ασανσέρ που οδηγούσε στο ρετιρέ. Η Μάντι χαιρέτησε λίγο πιο ευγενικά τον οδηγό και τη Μόνικα η οποία κοιτούσε τον Κρίστοφερ αγριεμένο με περιέργεια και μπήκε στο ασανσέρ λίγο πριν αυτό κλείσει τις ατσάλινες πόρτες του. Δεν της μίλησε ξανά μέχρι που μπήκαν στο δωμάτιο και εκείνος άρχισε να λύνει το παπιγιόν του και να ξεκουμπώνει το λευκό πουκάμισό του.
«Δε σκοπεύω να το ανεχτώ αυτό» της είπε χωρίς να την κοιτάει. Τα χέρια του έτρεμαν.
«Ποιο να ανεχτείς; Να μιλάω με άλλους άντρες; Προτιμάς να κλειστώ σε ένα μοναστήρι;» τον ειρωνεύτηκε.
«Από το μοναστήρι μέχρι το αποψινό χάλι υπάρχει και μια μέση λύση!» της είπε. Τώρα ξεκούμπωνε το παντελόνι του. Έμεινε μπροστά της με το εσώρουχο και η Μάντι χαμογέλασε.
«Τι είναι;» εκνευρίστηκε εκείνος.
«Πώς είναι δυνατόν να είσαι τόσο όμορφος και να νιώθεις ανασφάλειες;» του είπε τρυφερά. «Είσαι το πιο συγκλονιστικό θέαμα που έχω αντικρύσει ποτέ. Δεν υπάρχει άλλος άντρας. Δεν υπήρξε ποτέ και θα υπάρξει ποτέ. Δεν υπάρχει άντρας εκεί έξω που να σου μοιάζει στο ελάχιστο» του είπε. Ήθελε να του ουρλιάξει ότι τον αγαπάει μήπως και τον ηρεμήσει λιγάκι αλλά κρατήθηκε.
«Ναι, σιγά» της είπε εκείνος, φανερά απογοητευμένος.
«Τι άλλο θες να σου πω; Θέλω να λύσουμε το θέμα της ζήλιας εδώ και τώρα!» σήκωσε λίγο τον τόνο της φωνής της. «Εγώ πώς νομίζεις ότι νιώθω που έχεις κοιμηθεί με όλη την υφήλιο; Που όλες οι γυναίκες απόψε σε κοιτούσαν σαν ξελιγωμένες; Νομίζεις ότι δε σε βλέπω που κλείνεις το κινητό σου συνέχεια; Δε σε έχω ακούσει να μιλάς σε ένα σωρό γκόμενες και να τους εξηγείς υπομονετικά ότι δεν είσαι διαθέσιμος;»
«Ακούς τι λες; Εγώ εξηγώ ότι δεν είμαι διαθέσιμος. Εσύ;» την προκάλεσε.
«Στις δέκα κουβέντες μου οι οκτώ είναι Κρίστοφερ. Πρέπει να είναι τυφλός κάποιος για να μην βλέπει πόσο…» είπε και σταμάτησε. Εκείνος την κοίταξε γεμάτος περιέργεια. «Αν δεν βλέπει πόσο σημαντικός είσαι για μένα».
«Οι άντρες το μόνο που θέλουν είναι να μπουν στο βρακί σου» της είπε θυμωμένος.
«Με προσβάλεις. Υπονοείς ότι δεν μπορώ να έχω μια συζήτηση πολιτισμένη με έναν αξιόλογο άνθρωπο και να τον κεντρίσω με το πνεύμα μου;» του είπε. Το είδε ότι τον είχε αιφνιδιάσει.
«Το πνεύμα σου λιμπίστηκε!» κάγχασε αυτός.
«Με προσβάλεις» του επανέλαβε. «Ο τρόπος που μου μιλάς μου δείχνει ότι το μόνο που σε τράβηξε πάνω μου είναι η εμφάνισή μου. Γιατί σε σοκάρει τόσο ότι μπορεί να ενδιαφέρω κάποιον και να μου μιλάει με ευχαρίστηση;».
«Γιατί ξέρω πώς σκέφτονται οι άντρες!» ούρλιαξε εκείνος και κοπάνησε το χέρι του στο τραπεζάκι του σαλονιού. Η Μάντι στεκόταν εκεί, ντυμένη ακόμα, προσπαθώντας να συγκρατήσει το θυμό της.
«Τι προτείνεις;» τον προκάλεσε ακουμπώντας τα χέρια της στη μέση. Έξαλλη. Πραγματικά έξαλλη. «Θες να μην ξαναβγώ από το σπίτι; Ποιος επέμενε για το αποψινό;»
«Δεν περίμενα ότι θα φλερτάρεις μπροστά μου!» απάντησε εκείνος. «Είχα το νου μου στους φωτογράφους ώστε να ενημερωθούν για τα μέτρα για να καλυφθεί το πρόσωπό σου κι εσύ…το εκτίμησες πολύ!» κούνησε το χέρι του.
«Εκτιμώ όλα όσα κάνεις για μένα» απάντησε η Μάντι μαλακά. «Κι εκτιμώ το ενδιαφέρον σου παρόλο που εκφράζεται με ανεξέλεγκτη ζήλεια».
«Δε ζηλεύω».
«Καλά. Ανεξέλεγκτη…κτητικότητα» είπε η Μάντι χαμογελώντας. Πόσο παιδί! «Αλλά δε σκοπεύω να ξαναζήσω αυτό τον παραλογισμό. Σου δηλώνω ότι δεν με ενδιαφέρει κανείς άλλος εκτός από σένα. Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τις σκέψεις των άλλων αντρών αλλά εμένα με ενδιαφέρεις μόνο εσύ» του είπε κοιτώντας τον αλλά ο Κρίστοφερ είχε ρίξει το κεφάλι του μπροστά και κοιτούσε με μεγάλο ενδιαφέρον…τα πόδια του. «Μόνο εσύ» του είπε πιο αυστηρά κι εκείνος επιτέλους σήκωσε τα μάτια του.
«Γιατί είναι όλα τόσο σύνθετα μαζί σου;» τη ρώτησε.
«Δεν είναι σύνθετα. Είναι τελείως φυσιολογικό όλο αυτό» τον διαβεβαίωσε και τον άφησε στο σαλόνι μόνο για να πάει στο υπνοδωμάτιο να αλλάξει. Ανυπομονούσε να βγάλει το φόρεμά της και να ξελύσει τη σφικτή κοτσίδα της. Τον άκουσε να την πλησιάζει και τον είδε με την άκρη του ματιού της να χύνεται στην πολυθρόνα που υπήρχε στο υπνοδωμάτιο. Γύρισε και τον κοίταξε αλλά δεν κατάλαβε τι σκεφτόταν. Είχε ακουμπισμένα τα μπράτσα του στα μπράτσα της πολυθρόνας, και είχε γύρει το κεφάλι του στο πλάι. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Σαν να νύσταζε.
Η Μάντι ξεκούμπωσε το φόρεμά της και το άφησε να πέσει στα πόδια της. Έσκυψε και το μάζεψε από κάτω, γνωρίζοντας ότι φορούσε μόνο ένα δαντελένιο κιλοτάκι. Μετά πήγε στην ντουλάπα, την άνοιξε, πήρε μια κρεμάστρα και κρέμασε προσεκτικά το πανάκριβο φόρεμα. Ο Κρίστοφερ δε μιλούσε. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή. Η ένταση κοβόταν με το μαχαίρι. Τελευταία είχε αφήσει τα παπούτσια. Δεν πίστευε ότι είχε έρθει η στιγμή που θα κυκλοφορούσε γυμνή μπροστά σε έναν άντρα και μάλιστα σαν τον Κρίστοφερ. Και θα ένιωθε πραγματικά επιθυμητή.
Του γύρισε την πλάτη και έβγαλε το κουτί με τα παπούτσια για να τα τοποθετήσει προσεκτικά μέσα.
«Μη» τον άκουσε ξαφνικά να λέει βραχνά πίσω από την πλάτη της. Η Μάντι σταμάτησε αυτό που έκανε. Απορημένη. Γύρισε προς το μέρος του. «Μη βγάλεις τα παπούτσια» της είπε και σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα. Η Μάντι στεκόταν μπροστά του φορώντας το εσώρουχο και τα πανύψηλα σέξι πέδιλά της. Αυτά που της είχε αγοράσει εκείνος.
«Τι…τι θα κάνεις;» ψέλλισε εκείνη και εκείνος την άρπαξε από την κοτσίδα δυνατά και τη φίλησε. Τη δάγκωνε και τη φιλούσε μαζί, θυμωμένος και ερεθισμένος ταυτόχρονα.
«Θα σε κάνω να ξεχάσεις κάθε άντρα» είπε άγρια ο Κρίστοφερ. Η Μάντι τρόμαξε αλλά δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από πάνω του. Ούτε ήθελε.
«Μα τι…πώς…Κρίστοφερ» ψέλλισε εκείνη.
«Ακούμπησε τις παλάμες σου στη ντουλάπα και σκύψε» τη διέταξε.



Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Εγκεφαλικά


κεφάλαιο 44-wet look

Η Μάντι δεν φανταζόταν ποτέ ότι μπορούσε να είναι τόσο ευτυχισμένη. Τόσο το κορμί όσο και η ψυχή της βίωναν την απόλυτη ευδαιμονία. Ο Κρίστοφερ είχε γυρίσει στη δουλειά εδω και δύο μέρες αλλά γυρνούσε νωρίς και έβγαιναν βόλτες. Το πρωί εκείνη έβγαινε βόλτες σε μουσεία και μαγαζιά με πράγματα για το σπίτι. Είχε αρχίσει να ενημερώνεται ξανά λιγάκι για τις τάσεις στη διακόσμηση και είχε γεμίσει ιδέες. Η Νέα Υόρκη ήταν πραγματικά μια πόλη που σου ερέθιζε τις αισθήσεις. Τα βράδια πήγαιναν για φαγητό και μετά έκαναν έρωτα ξανά και ξανά με πάθος που θύμιζε την πρώτη τους φορά και εκείνη είχε αρχίσει σιγά σιγά να λύνεται και να ανταποδίδει την απόλυτη φροντίδα που της έδειχνε μέσα στην κρεβατοκάμαρα.

Η μέρα του γκαλά όμως έμοιαζε τεράστια απειλή στο μυαλό της. Ο Κρίστοφερ δεν έδειχνε να συμμερίζεται το άγχος της και νόμιζε ότι απλώς ήταν ντροπαλή. Στην πραγματικότητα ήθελε πολύ να πάει, αλλά φοβόταν τους φωτογράφους. Ο Κρίστοφερ πρώτη φορά συνόδευε με μια ανώνυμη γυναίκα και μάλιστα σε μια τόσο σημαντική περίσταση. Τα ΜΜΕ θα ήταν ανηλεή. Η φωτογραφία της θα κυκλοφορούσε παντού. Αναπόφευκτα και στο Λονδίνο. Και στο Μάντσεστερ.

Ο Κρίστοφερ επέστρεψε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους κατά τις πέντε και κάτι εκείνο το απόγευμα και της ανακοίνωσε χαρούμενος ότι τέλος της βδομάδας θα μπορούσαν να γυρίσουν πίσω, γιατί είχε ολοκληρώσει τον κύκλο εργασιών του εκεί. Η Μάντι χάρηκε από τη μία που θα γυρνούσαν Λονδίνο, αλλά φοβήθηκε πάλι τι θα γινόταν με τα εισιτήρια και το όνομά της στο διαβατήριο. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται γιατί ο Κρίστοφερ καταλάβαινε αμέσως πότε την απασχολούσε κάτι. Σκέφτηκε να κλείσει εκείνη τα εισιτήρια ώστε να μην δει το όνομά της και προσευχήθηκε σιωπηλά να μην αναφέρει η κοπέλα στο τσεκ ιν δυνατά το όνομά της. Αλλιώς, θα τα μπουρδούκλωνε λιγάκι. Θα του έλεγε κάποια ιστορία ότι είχε άλλο νόμιμο όνομα αλλά χρησιμοποιούσε το Κρένσο γιατί έτσι την είχαν γράψει στο απολυτήριο από το σχολείο και το κολλέγιο. Ουφ, όλο και κάτι θα έβρισκε. Δεν μπορούσε να βασανίζεται κι άλλο γι΄αυτό.
«Λοιπόν, ξεκίνα να ντύνεσαι γιατί το γκαλά ξεκινάει στις οκτώ» της είπε ενώ έμπαινε να κάνει ένα ντους.
«Πάλι τα ίδια;» τον ρώτησε αγανακτισμένη. «Δε σου είπα ότι ντρέπομαι;» τον ρώτησε. Φορούσε ένα κοντό νυχτικό και του μιλούσε έξω από το ντους.
«Είναι μοναδική ευκαιρία, Μάντι. Είναι κάτι το εκπληκτικό αυτό το γκαλά. Ο κόσμος, η μουσική, το φαγητό, όλα είναι υπέροχα. Ακόμα κι εγώ που τα βαριέμαι αυτά, περνάω καλά εκεί. Έχει και διάφορα ιβέντς και περνάει ευχάριστα η βραδιά. Πέρσι είχε ρώσους ακροβάτες και μείναμε όλοι με το στόμα ανοιχτό. Και είναι και για καλό σκοπό! Τα έσοδα θα διατεθούν για το Σύλλογο Παιδιών με Νοητική Στέρηση».
«Ναι, αλλά δε θέλω να με κοιτάνε όλοι από πάνω μέχρι κάτω. Σε έχουν συνοδεύσει όλες οι καλλονές του πλανήτη και νιώθω…λίγο υποδεέστερη». Η Μάντι άκουσε το πλούσιο γέλιο του και τρόμαξε όταν άνοιξε απότομα το τζάμι του ντους και την τράβηξε μέσα. Βράχηκε ολόκληρη μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
«Ε! Τι κάνεις!» τον μάλωσε αλλά εκείνος είχε ήδη αρχίσει να τη γδύνει.
«Είπα να βρω έναν δημιουργικό τρόπο για να σου αποδείξω ότι λες βλακείες» της είπε ενώ άρχισε να τη φιλάει αργά.
«Κρίστοφερ, σταμάτα, τι κάνεις;» τον ρώτησε πνιχτά όταν την κόλλησε στον τοίχο της ντουσιέρας και το χέρι του άρχισε να την εξερευνά στο κέντρο της θηλυκότητάς της.
«Πες μου ότι θα έρθεις μαζί μου απόψε» της είπε αυστηρά ενώ τη χάιδευε ηδονικά και τη φιλούσε με πάθος.
«Σου είπα ότι ντρέπομαι…α!» ψέλλισε η Μάντι, ανίκανη να συνεχίσει αυτό που έλεγε επειδή το άγγιγμά του ήταν τόσο τολμηρό που λύγιζαν τα πόδια της.
«Πες μου ότι θα έρθεις μαζί μου απόψε και θα φορέσεις αυτά που σου αγόρασα» επέμεινε εκείνος ενώ το στόμα του κάλυπτε τώρα το στήθος της.
«Δε θα έρθω» είπε εκείνη χωρίς να σκέφτεται. Ήταν κιόλας πολύ κοντά στην κορύφωση και σε αυτή τη φάση μπορούσε να πει τα πάντα.
«Θα έρθεις και θα είσαι η πιο όμορφη γυναίκα εκεί μέσα και όλοι θα σε χαζεύουν κι εγώ μαζί τους» της είπε και συνέχισε να την τυραννάει ξανά και ξανά χωρίς να τη λυπάται. Η Μάντι έτρεμε και στηρίχτηκε στους ώμους τους.
«Πες ναι» την παρακάλεσε εκείνος απελπισμένος. «Πες μου ναι, σταμάτα να μου αντιστέκεσαι» της ψιθύριζε εκείνος και η Μάντι ένιωθε να λιώνει. «Γιατί πρέπει να διαφωνούμε σε όλα; Γιατί δεν είναι τίποτα εύκολο με σένα;» τη μάλωσε και συνέχισε να την χαϊδεύει ενώ η Μάντι ένιωθε ανίκανη να σκεφτεί. «Πες ναι» της είπε και η Μάντι δεν άντεξε.
«Ναι, ναι, ναι» ούρλιαξε όταν έφτασε στην κορύφωση και ο Κρίστοφερ την έσφιξε στην αγκαλιά του. Τη φίλησε αργά και της χαμογέλασε.
«Ναι σε τι;» τη ρώτησε ήρεμα ενώ άπλωνε το χέρι του για να πιάσει το σφουγγάρι του.

«Ναι σε όλα» απάντησε εκείνη και αφέθηκε στην αγκαλιά του. Χωρίς καμία άμυνα. Δεν ωφελούσε πια.