Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 30-κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη...

«Θες να πάμε για βόλτα; Είναι νωρίς να γυρίσουμε σπίτι» είπε η Μάντι και ο Κρίστοφερ έγνεψε θετικά. Είχε μόλις πληρώσει αλλά δεν έδειχνε να βιάζεται να φύγει. «Μπορούμε να πάμε μια βόλτα στον Τάμεση» πρότεινε.
«Ο,τι θες εσύ» είπε εκείνος ήρεμα. Είχαν φάει ένα υπέροχο γεύμα και είχαν συζητήσει για ένα σωρό πράγματα. Ούτε που κατάλαβαν πότε άδειασε το μαγαζί. Η Μάντι είχε νιώσει ότι ήταν μόνοι στον κόσμο, γελούσαν και περνούσαν καλά σαν ένα φυσιολογικό ζευγάρι, που δε στέκεται ανάμεσά τους ένα πανύψηλο τοίχος. «Μπορούμε να πάμε και σε μπαρ για ποτό ή σε κλαμπ για να χορέψουμε. Ό,τι θες».
«Όχι, όχι» είπε η Μάντι και τυλίχτηκε με το σάλι της. Είχε λίγη ψύχρα αυτή την ώρα. «Καλύτερα να περπατήσουμε δίπλα στο ποτάμι και να μιλήσουμε λιγάκι» πρότεινε και εκείνος έγνεψε.

Σταμάτησαν σε έναν υπαίθριο πάγκο και πήραν παγωτό. Η Μάντι παρήγγειλε μια μπάλα στρατσιατέλα και ο Κρίστοφερ μία μπάλα καραμέλα. Η Μάντι γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος χαμογελούσε. Άρχισαν να περπατάνε πλάι στο ποτάμι ανάμεσα στον κόσμο που έβγαζε φωτογραφίες και απολάμβανε μια νυχτερινή βόλτα. Μετά από περίπου 500 μέτρα, ο κόσμος άρχισε να αραιώνει, καθώς είχαν απομακρυνθεί από το κέντρο της πόλης.
«Θες να γυρίσουμε; Μήπως είναι επικίνδυνο να περπατάμε τέτοια ώρα εδώ;» ρώτησε η Μάντι.
«Μη φοβάσαι» της είπε εκείνος καθησυχαστικά και συνέχισαν να απολαμβάνουν το γλυκό βράδυ. Μιλούσαν και μιλούσαν για διάφορα θέματα και απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου. Η Μάντι σκεφτόταν ότι δε θα μπορούσε ξανά στη ζωή της να βγει ραντεβού μετά από αυτό.
«Τελικά που καταλήξαμε;» τον προκάλεσε. «Έχουμε αλλάξει δέκα θέματα αλλά παραμένει το ερώτημα. Πώς θα συνεχίσουμε από εδώ και πέρα;».
«Μάντι, ξέρεις πάντως πώς να σκοτώνεις το ρομαντισμό και να βάζεις τέλος σε μια ανέμελη βραδιά!» γέλασε εκείνος.
«Ανέμελη; Ανέμελη βραδιά το ραντεβού μεταξύ του πλούσιου σεξομανούς αφεντικού και της φτωχής υπηρέτριας;» κάγχασε η Μάντι.
«Εσύ δεν είσαι σεξομανής;»
«Δεν ξέρω»
«Τι; Μη μου πεις ότι…»
«Όχι, Κρίστοφερ» στράβωσε τη μούρη της και κλώτσησε ένα πετραδάκι.
«Όχι τι;»
«Όχι, δεν είμαι παρθένα».
«Και τότε γιατί δεν είσαι σεξομανής;»
«Είναι υποχρεωτικό;»
«Ε γιατί να μην είναι κάποιος σεξομανής; Το σεξ είναι ωραίο».
«Και το κρασί είναι ωραίο, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να γίνεις αλκοολικός».
«Το σεξ δεν κάνει κακό».
«Κάνει αν σε εμποδίζει να κάνεις ουσιαστικές σχέσεις».
«Μισώ τις διαφωνίες μαζί σου. Τζάμπα τα πτυχία μου. Ποτέ δεν κερδίζω» είπε μουτρωμένος και η Μάντι ξεκαρδίστηκε.
«Λες να έχω κλίση προς τη Νομική; Να πάω να δοκιμάσω»
«Θα σε βοηθήσω αν θες».
«Σοβαρολογείς; Πλάκα έκανα».
«Είμαι πολύ υπέρ της μάθησης»
«Εγώ είμαι υπέρ του να γυρίσουμε» άλλαξε θέμα η Μάντι. «Δεν έχει καν φώτα εδώ και είμαστε ολομόναχοι».
«Έλα, πάμε» είπε εκείνος και ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της. Η Μάντι ανατρίχιασε και κοκκίνισε λιγάκι αλλά ευτυχώς το σκοτάδι έκρυβε την αναστάτωσή της. «Τι θα κάνεις αύριο;» τη ρώτησε.
«Έλεγα να πάω σε ένα σεμινάριο για κέικ και ίσως πάω για καφέ με τα κορίτσια από το κομμωτήριο».
«Κι εγώ έχω να πάω να κάνω κάτι ψώνια και μετά θα πάω στο γραφείο 2-3 ώρες γιατί έχω εκπαιδευόμενη».
«Α μπα;» είπε η Μάντι γεμάτη ενδιαφέρον. «Νέα;»
«Όχι, είναι 65 χρόνων και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη Νομική».
«Με κοροϊδεύεις;»
«Λιγάκι».
«Κρίστοφερ!»
«Ναι, είναι μικρή. Είναι γύρω στα 25 και είναι πολύ καλή».
«Σε τι;»
«Στο σεξ».
«Με κοροϊδεύεις πάλι».
«Τι θες να κάνω; Αφού έχεις κατεβάσει μούτρα μέχρι το πάτωμα. Και δε βλέπω και το λόγο δηλαδή!»
«Είσαι απαράδεκτος»
«Λυπάμαι! Αλλά αυτό που βλέπεις απόψε, είναι το καλύτερό μου!» είπε και γέλασε. Η Μάντι τον μιμήθηκε.
«Σου το είχα πει ότι αν βγούμε θα μπερδευτούν τα πράγματα».
«Μάλλον είχες δίκιο. Μου έχουν μπει κακές ιδέες».
«Μάλιστα» είπε η Μάντι και ενώ ήθελε πολύ να τον ρωτήσει τι κακές ιδέες δεν μίλησε.
«Πάμε σπίτι;» ρώτησε εκείνος ξαφνικά και η Μάντι έχασε το βήμα της. Το δυνατό χέρι του τη σταθεροποίησε.
«Τι εννοείς;»
«Τι θα έπρεπε να εννοώ;»
«Εννοείς να…»
«Εννοώ να πάμε για ύπνο».
«Μα…μαζί;»
«Χώρια φοβάμαι αλλά μαζί ελπίζω».
«Χώρια καλύτερα» του είπε ήρεμα.
«Σε κάθε περίπτωση, εννοούσα να πάμε προς το αμάξι» είπε εκείνος και γέλασε.
«Πάμε, ναι» συμφώνησε η Μάντι.


Μπήκαν στο αμάξι και ο Κρίστοφερ γκάζωσε. Σε μισή ώρα είχαν φτάσει σπίτι. Η Μάντι τον ευχαρίστησε ευγενικά για την υπέροχη βραδιά, εκείνος φίλησε φευγαλέα την παλάμη της και αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου