Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 29-κρύψτε τα μαχαίρια

Ο Κρίστοφερ μπούκαρε στο σπίτι όλο φόρα ακριβώς στις οκτώ. Η Μάντι ήταν στο δωμάτιό της με ανοιχτή τη ντουλάπα και κοίταζε…το άπειρο. Δεν είχε τίποτα να φορέσει. Το πανανθρώπινο γυναικείο πρόβλημα την είχε πετύχει στο φτερό. Τι φοράς σε ένα ραντεβού που δεν ξέρεις αν είναι ραντεβού με το αφεντικό σου που είναι ένας κούκλος και θέλεις να κρατήσεις λίγο τις αποστάσεις αλλά δε θες να εμφανιστείς και τελείως κάζουαλ στο πλάι του; Το μαύρο φόρεμα ήταν πολύ κοντό. Το μωβ φόρεμα είχε ένα λεκέ. Με τίποτα. Τζιν; Όχι και τζιν. Σιγά μην έβαζε και βελουτέ φόρμα. Φούστα; Δεν είχε ωραία μπλούζα να συνδυάσει την μπαλούν φούστα της. Είχε πει να αγοράσει μία και όλο το ανέβαλε. Έβαλε και έβγαλε πάνω από τριάντα συνδυασμούς. Τίποτα δεν της άρεσε και τίποτα δεν της πήγαινε.
«Κάνω ένα μπάνιο, αλλάζω και κατεβαίνω!» τον άκουσε να της φωνάζει γεμάτος ενθουσιασμό.
«Νόμιζα ότι δε σου άρεσαν οι φωνές σε αυτό το σπίτι!» του απάντησε εκείνη ξερά. Θυμήθηκε τις πρώτες μέρες της στο σπίτι που της είχε απαγορέψει να φωνάζει.
«Μου αρέσουν τελικά!» φώναξε εκείνος και γέλασε.

Η Μάντι συνέχισε να μην ξέρει τι να βάλει. Ευτυχώς είχε κάνει ντους και είχε στεγνώσει τα μαλλιά της. Είχε βαφτεί λιγάκι και το μόνο που της έλειπε ήταν να διαλέξει ένα ρούχο και να το βάλει. Πόσο δύσκολο ήταν πια;

Στις εννιά παρά δέκα ο Κρίστοφερ κατέβηκε στο σαλόνι. Τον άκουσε να κατευθύνεται στην κουζίνα σφυρίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό. Ήταν έτοιμη. Τουλάχιστον…ενδυματολογικά. Είχε καταλήξει σε ένα μάξι κατάμαυρο φόρεμα και δερμάτινα φλατ σανδάλια. Το εστιατόριο που θα πήγαιναν ήταν καλό, αλλά και νεανικό, οπότε προσπάθησε να συνδυάσει και τα δύο στοιχεία με το ντύσιμό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκέφτηκε ότι ο συνοδός της είχε βγει/κοιμηθεί με τις ομορφότερες γυναίκες της χώρας. Ο,τι και να φορούσε, λίγο θα τον εντυπωσίαζε. Ουφ, δεν ήξερε τι ήθελε πια. Να τον εντυπωσιάσει ή όχι;

Πήρε ένα μικρό δερμάτινο τσαντάκι και ένα απλό σάλι σε περίπτωση που είχε ψύχρα και υγρασία το βράδυ και βγήκε δειλά έξω από το δωμάτιό της. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως στον Κρίστοφερ, ο οποίος στεκόταν όρθιος στο σαλόνι και κοιτούσε προς το μέρος της. Έμειναν και οι δύο για λίγο ακίνητοι, χωρίς να λένε τίποτα. Η Μάντι έχασε για λίγο τη λογική της. Ήταν τόσο όμορφος που της ράγιζε την καρδιά. Πώς θα περνούσε όλο το βράδυ μαζί του; Θα ήταν σωστό μαρτύριο. Σήμερα ήταν πραγματικά εξαίσιος. Φορούσε σκούρο τζιν και λευκό λινό πουκάμισο έξω από το παντελόνι του. Το άρωμά του είχε φτάσει στα ρουθούνια της και την προκαλούσε να τον φιλήσει.

Εκείνος κάλυψε την απόσταση μεταξύ τους και στάθηκε μπροστά της χωρίς να μιλάει. Μόνο την κοιτούσε. Την κοιτούσε. Την κοιτούσε.
«Κρίστοφερ, τι έχω;» τον ρώτησε εκείνη νιώθοντας λίγο αμήχανα.
«Με συγχωρείς αλλά τα έχασα λιγάκι» της είπε και κοκκίνισε λίγο. Η Μάντι πίστεψε ότι δεν είδε καλά. Ο μέγας Κρίστοφερ Χάντερ κοκκίνιζε;
«Να υποθέσω ότι είμαι καλή;» τον πείραξε και έκανε ένα γύρο μπροστά του.
«Πανέμορφη» της είπε απλά και την οδήγησε έξω από το σπίτι.

Μπήκαν στο αμάξι του, μετά από ένα σύντομο καβγά για το ποιο αμάξι θα έπαιρναν. Η Μάντι πρότεινε να πάρουν το μικρό για να βρουν να παρκάρουν εύκολα αλλά ο Κρίστοφερ είπε ότι θα έβγαιναν κανονικά και θα έπαιρναν το καλό αμάξι.
Όταν μπήκαν στο αμάξι και ο Κρίστοφερ έβαλε στο GPS τη διεύθυνση, η Μάντι κάπως χαλάρωσε.
«Μου άρεσε πολύ το εστιατόριο που διάλεξες» είπε εκείνος χαμογελώντας. «Περίμενα να βρεις κανένα μπεργκεράδικο ή πιτσαρία για να μου αποδείξεις ότι σνομπάρεις τα λεφτά μου αλλά με εξέπληξες ευχάριστα».
«Πάντα ήθελα να πάω σε αυτό το εστιατόριο και σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία» παραδέχτηκε. «Έχει πολύ καλό όνομα και δουλεύουν νέοι σεφ εκεί. Θα είναι ωραίο να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Και είναι και δίπλα στον Τάμεση. Αν είμαστε τυχεροί, θα βρούμε και τραπέζι έξω δίπλα στο ποτάμι» του είπε.
«Θα βρούμε» είπε εκείνος με σιγουριά.
«Πού το ξέρεις;» τον κοίταξε.
«Πήρα και έκλεισα τραπέζι όταν μου έστειλες με μέιλ το όνομα του εστιατορίου».
«Ωχ, αλήθεια;» ρώτησε απογοητευμένη. «Έλπιζα να πάμε λίγο πιο ινκόγκνιτο, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Να βρούμε ένα τραπέζι και να κάτσουμε» παραδέχτηκε.
«Ντρέπεσαι για μένα;» γέλασε εκείνος και η Μάντι χαμογέλασε. Άλλαξε σταθμό και διάλεξε κάτι πιο χορευτικό γιατί ο Κρίστοφερ είχε διαλέξει μια μουσική που την έκανε να νυστάζει.
«Όχι, ίσα ίσα» γέλασε με την ψυχή της.
«Ε τότε άσε με να κάνω λίγο παιχνίδι σε παρακαλώ» της είπε μισοαστεία μισοσοβαρά. «Άσε με να σε θαμπώσω με το αμάξι μου, με τα λεφτά μου και τις γνωριμίες μου».
«Δε χρειάζεται να προσπαθήσεις, Κρίστοφερ. Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη; Έχεις νιώσει έστω και για ένα δευτερόλεπτο άσχημος;» τον πείραξε η Μάντι.
«Το έχω νιώσει» της είπε και σοβάρεψε ξαφνικά. Η Μάντι πάγωσε. Πίστεψε ότι τον είχε θίξει. «Το ένιωσα την πρώτη στιγμή που σε είδα στο σπίτι μου και μου θύμισες καραμέλα» γύρισε και την κοίταξε και αμέσως μετά έστρεψε την προσοχή του στο τιμόνι. Η Μάντι έμεινε αμίλητη για μερικά λεπτά. Άλλαξε μόνο πάλι σταθμό γιατί τώρα χρειαζόταν κάτι πιο χαλαρό. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πολύ δυνατά. Τη θεωρούσε όμορφη; Εντάξει, ήξερε ότι ήταν όμορφη, αλλά δεν ήξερε ότι μπορεί να του άρεσε κι εκείνου. Είχε πάει με τόσες γυναίκες. Μοντέλα, τραγουδίστριες, ηθοποιούς, πριγκίπισσες. Καραμέλα; Τι όμορφο. Τι ποιητικό.

Στις δέκα παρά τέταρτο κάθονταν στο τραπέζι τους. Ο Κρίστοφερ είχε δώσει τα κλειδιά σε έναν παρκαδόρο και δεν έχασαν χρόνο με το παρκάρισμα. Παρήγγειλαν φιλέτο σολομού με μους γιαουρτιού και τορτελίνια με τρούφα. Για ορεκτικά παρήγγειλαν μπρουσκέτα με ελβετικό τυρί και κόκκινα φασόλια και μια σαλάτα με πολύχρωμα λαχανικά και ξηρούς καρπούς. Και φυσικά, λευκό κρασί.

Την ώρα που ο Κρίστοφερ έδινε παραγγελία στην σερβιτόρα, εκείνη έκανε τουλάχιστον τέσσερα λάθη από τον πανικό της. Η Μάντι την καταλάβαινε. Πόσες φορές στη ζωή σου έχεις την ευκαιρία να αντικρίσεις ένα τόσο μοναδικά όμορφο αρσενικό;
«Μου αρέσει πολύ η βόλτα μας» είπε εκείνος γεμάτος ενθουσιασμό ενώ τη βοηθούσε να ξετυλίξει την λινή χαρτοπετσέτα της. «Έχω πολύ καιρό να το κάνω αυτό» είπε.
«Ποιο; Να βγεις με γυναίκα;» τον πείραξε.
«Όχι, να βγω ραντεβού» απάντησε εκείνος ήρεμα ενώ άνοιγε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του. Είχε φοβερή ζέστη. Και η Μάντι τώρα κόντευε να πάρει φωτιά. Η λέξη που έτρεμε. Από τα υπέροχα χείλη του. «Ραντεβού».
«Γιατί; Σου λένε όχι;» τον πείραξε.
«Απλώς δε χρειάζεται να τις τραπεζώνω» της απάντησε και η Μάντι μούτρωσε. «Τι θες και ρωτάς; Αφού ξέρεις…τι έκανα. Τι κάνω» είπε εκείνος.
«Είναι κρίμα. Είσαι τόσο χαρισματικός. Αν ξεπεράσεις μερικά θεματάκια που έχεις θα κάνεις κάποια γυναίκα ευτυχισμένη κάποτε» του είπε και με το που το ξεστόμισε ένιωσε την καρδιά της να σπάει.
«Μόνο η μάνα μου θα γίνει ευτυχισμένη αν τακτοποιηθώ» γέλασε εκείνος και παρέσυρε και τη Μάντι. «Και τι θεματάκια έχω, δεσποινίς;» τη ρώτησε αυστηρά.
Η Μάντι γέλασε πάλι.
«Είσαι ψυχαναγκαστικός! Τι κόλλημα είναι αυτό με τα τηλεκοντρόλ και τη θέση τους πάνω στο τραπέζι;»
«Δε θέλω να τεντώνομαι όταν κάθομαι για να τα πιάσω!».
«Και με τα βιβλία σου και το διάβασμα, είσαι τρελός! Δεν μπορεί να χρειάζεται τόσο διάβασμα!».
«Μου αρέσει το διάβασμα».
«Και με τις τρίχες;»
«Σου έχω ξαναπεί τίποτα; Είμαι σίγουρος ότι δε βάζεις σκουφάκι στην πισίνα. Προχθές βρήκα ένα ξανθό ελατήριο πάνω στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο».
«Μη με προκαλείς!» του είπε προειδοποιητικά.
«Όχι, πες μου! Τι παράξενο έχω;»
«Αφήνεις πάντα τις παντόφλες σου παράλληλα με το κρεβάτι, και το άρωμά σου σε συγκεκριμένο σημείο. Πίνεις λευκό κρασί τις καθημερινές και κόκκινο τα Σαββατοκύριακα και κάθε φορά που ξυρίζεσαι πετάς το ξυραφάκι».
«Θεέ μου, με παρακολουθείς;» της είπε δραματικά.
«Όχι, απλώς μαζεύω τα πράγματά σου και τα βλέπω όλα αυτά τα τρελά σου».
«Μου αρέσει να έχω τον έλεγχο» της είπε απλά και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν όταν με έστειλαν στο οικοτροφείο. Είχα σοκαριστεί. Δε με είχε ρωτήσει κανείς. Το έκαναν για το καλό μου αλλά δεν το ήθελα».
«Ο αδερφός σου;».
«Ο αδερφός μου ήταν σε άλλο κτίριο και τον έβλεπα μόνο τα Σαββατοκύριακα» της είπε πικραμένος.
«Συνέχισε» τον παρότρυνε.
«Όταν ένιωσα ότι είμαι έρμαιο των αποφάσεων των άλλων, ασυνείδητα άρχισα να απολαμβάνω να ασκώ έλεγχο σε μικρά, καθημερινά πράγματα. Είμαι αρκετά ψυχαναγκαστικός ακόμα, αλλά έχω κάνει πολλή ψυχοθεραπεία για να σταματήσω να κοιμάμαι κάθε μέρα στις 12:30 ακριβώς ή να φοράω κάθε Δευτέρα μπλε πουκάμισο».
«Αλήθεια;» τον ρώτησε. Δεν περίμενε μια τόσο εκ βαθέων εξομολόγηση.
«Τι νομίζεις;» είπε και σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «’Ολοι τα έχουμε τα προβλήματά μας» συμπλήρωσε. «Εσύ; Τι μεγάλο μυστικό κρύβεις;» τη ρώτησε και η Μάντι πάγωσε. Δεν…δεν γινόταν να του πει. Δεν μπορούσε να του πει καν κάτι για την προηγούμενη ζωή της. Θα ήταν επικίνδυνο. Θα τον έβαζε σε κίνδυνο.
«Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ» του είπε ήρεμα. Αυτό ήταν αληθινό. Περίπου δηλαδή. Και σημαντικό. Περίπου ισάξιο με αυτό που της είχε εκμυστηρευτεί εκείνος. Εντωμεταξύ είχαν έρθει τα πιάτα τους και έτρωγαν με όρεξη τα υπέροχα εδέσματα.
«Ποτέ;» τη ρώτησε σοκαρισμένος.
«Εσύ;» τον προκάλεσε εκείνη.
«Κάποτε είχε μια σχέση και νόμιζα ότι είμαι ερωτευμένος. Αλλά όταν χωρίσαμε κατάλαβα ότι δεν ήμουν».
«Πώς το κατάλαβες;»
«Δεν έκανα τίποτα για να την κρατήσω».
«Μπορεί απλώς να είσαι εγωιστής».
«Το ίδιο είναι. Αν είσαι εγωιστής σημαίνει ότι δεν είσαι ερωτευμένος» απάντησε εκείνος με σιγουριά και τη σέρβιρε κρασί. Η Μάντι σκέφτηκε αυτό που είπε.
«Έχεις δίκιο μάλλον» του είπε ενώ απολάμβανε λίγη από τη μους του Κρίστοφερ.
«Πάντα έχω δίκιο» είπε εκείνος χαμογελώντας σατανικά.
«Κρίστοφερ, δεν ξέρω» είπε και ξεφύσησε.
«Τι είναι;» τη ρώτησε και απέρριψε μια κλήση στο κινητό του.
«Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό που κάνουμε είναι και πολύ συνετό;» του χαμογέλασε.
«Γιατί, Μάντι;» την κάρφωσε με τα μάτια του και ακούμπησε κάτω το πιρούνι του. «Αν ήμασταν στο σπίτι η σεξουαλική ένταση θα ήταν λιγότερη;»
«Ποια σεξουαλική ένταση; Τι λες;» ρώτησε η Μάντι αναψοκοκκινισμένη.
«Ξέρεις τι λέω» της είπε με σιγουριά και η Μάντι δεν απάντησε. «Και είναι θέμα χρόνου. Απλά το αφήνω σε σένα να διαλέξεις το πότε, για να είσαι έτοιμη».
«Τι λες; Εγώ δεν…»
«Φοβάσαι. Δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω ποιον. Αλλά θα περιμένω. Είναι πολύ καινούργιο όλο αυτό για μένα, αλλά θα το κάνω καλά».
«Όλο αυτό που κάνουμε απόψε είναι με σκοπό να…με ρίξεις στο κρεβάτι;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Έχουμε βγει σαν δύο ενήλικες με αμοιβαία έλξη. Αν θες να έρθεις στο κρεβάτι μου το βράδυ, θα χαρώ πολύ».
«Όχι, αποκλείεται» του είπε κατηγορηματικά. «Δεν είναι δυνατόν».
«Καλώς, τότε. Δε σε πιέζω» είπε εκείνος και συνέχισε να τρώει γεμάτος όρεξη.
«Αυτό τι σημαίνει τώρα;» επέμεινε η Μάντι. «Ότι θα συνεχίσεις…εσύ θα…»
«Θες να πάρω όρκο παρθενίας;»
«Όχι, βέβαια» είπε αλλά πολύ θα το ήθελε.
«Αφού δε με θες θα πρέπει κι εγώ να συνεχίσω τη ζωή μου» της είπε δραματικά.
«Κι εγώ θα…το βλέπω;»
«Εννοείς αν θα παίρνεις μάτι;»
«Μα τι λες; Εννοώ αν θα βλέπω τις γυναίκες να μπαινοβγαίνουν. Δεν είναι λίγο κακόγουστο;»
«Ουφ,όλα δικά σου τα θες!» της είπε ψιλοαυστηρά. «Να σου πάρω ένα τορτελίνι;»










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου