Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 28-κινέζικο, ιταλικό ή fusion?

«Θες καφέ;» τον ρώτησε το επόμενο πρωί. Είχε αργήσει λιγάκι να φύγει για δουλειά, οπότε τον πρόλαβε στην κουζίνα. Ένιωθε αμήχανα, μετά τη χθεσινή συζήτηση, αλλά δεν μπορούσε και να τον αποφύγει.
«Όχι, όχι, ευχαριστώ» της είπε. Συνήθως έπινε στη δουλειά, της είχε πει κάποια άλλη στιγμή, αλλά δεν έβλαπτε να τον ρωτήσει.
«Μήπως θες λίγο χυμό;» τον ρώτησε. Εκείνος χαμογέλασε με την επίθεση περιποίησης από μέρους της.
«Όχι, όχι. Φτάνει το κέικ, το τσάι, το μέλι, οι φρυγανιές,  τα κρουασάν, τα φρέσκα φρούτα, η κερασόπιτα και τα αβγά» της είπε και γέλασε. Η Μάντι έκανε μερικά βήματα και στήριξε το σώμα της στον πάγκο, απέναντί του. Χρειαζόταν αυτή την απόσταση μεταξύ τους. Σήμερα φορούσε ένα καταπληκτικό  γαλάζιο πουκάμισο και στενό παντελόνι. Ό,τι φορούσε ήταν μοναδικό. Ρούχα που μόνο σε αυτόν πήγαιναν τόσο, συνδυασμοί που μόνο εκείνος μπορούσε να αναδείξει.
Την κοίταξε και της χαμογέλασε ξανά. «Μην σταυρώνεις συνέχεια τα χέρια μπροστά στο στήθος σου κάθε φορά που μιλάμε. Δε χρειάζεται να αμύνεσαι» της είπε και κατέβασε το βλέμμα του στην εφημερίδα του. Η Μάντι συννέφιασε.
«Ποιος αμύνεται; Τι αυθαίρετο συμπέρασμα είναι αυτό;»
«Δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα. Έχω μελετήσει τη γλώσσα του σώματος».
«Πώς;» τον προκάλεσε εκείνη. «Στο κρεβάτι;»
«Όχι, στο δικαστήριο» απάντησε εκείνος, αφήνοντας το γάντι να πέσει. «Ξέρω πότε ο συνομιλητής μου τα έχει χαμένα. Είναι συγκεκριμένα τα σημάδια. Και τότε, κάνω την τελική επίθεση» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Πολύ ρομαντικό» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν είναι; Εγώ το θεωρώ πολύ ρομαντικό» της χαμογέλασε σατανικά. «Μόλις σου είπα ότι μπορώ να κάνω επίθεση, αλλά δεν την κάνω. Δεν είναι αυτό ρομαντικό; Δεν είναι ρομαντικό που σέβομαι…τις αναστολές σου ενώ είμαι ένα άγριο θηρίο;»
«Άγριο θηρίο, σήκω να πας στη δουλειά σου να μαζέψω» είπε η Μάντι πειρακτικά. Ο Κρίστοφερ ήπιε μια τελευταία γουλιά τσάι και σηκώθηκε. Ξαφνικά η κουζίνα έγινε μικρότερη. Ο όγκος του την εντυπωσίαζε πάντα.
«’Έχω μερικές αμφιβολίες για απόψε» της είπε σοβαρά εκείνος. Η Μάντι πάγωσε. Το θυμόταν; Θεέ μου, τι αμηχανία πάλι. Και τι αμφιβολίες είχε;
«Κι εγώ» του είπε εκείνη ήρεμα.
«Πες μου» την παρότρυνε ευγενικά. Η Μάντι δε μίλησε αμέσως. Ξεφύσησε. «Μου είπες να βγούμε…Δεν ξέρω…Δεν είναι ότι δε θέλω…» ξεκίνησε να του λέει και εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Αλλά είναι λάθος όλο αυτό…είσαι αφεντικό μου και θα μπερδευτούν πολύ τα πράγματα . Και εγώ δεν είμαι σε φάση για να βγαίνω τώρα…είναι λάθος όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να δώσω αυτή τη στιγμή, δε θέλω εξόδους και τέτοια και μπερδέματα και φόβους και ανασφάλειες. Είμαι μια χαρά έτσι όπως είμαι και δεν θέλω να διακινδυνεύσω τη θέση μου εδώ…περνάω καλά έτσι όπως είμαι, αλήθεια, δε μου λείπει κάτι και σε ευχαριστώ για όσα μου προσφέρεις, αλλά δε θέλω να πάνε εκεί τα πράγματα» είπε και σταμάτησε απότομα. Τον κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα έλεγε ασυναρτησίες. Τα ίδια και τα ίδια και στην ουσία τίποτα. Όλα όσα είχε πει ήταν αλήθεια, αλλά όχι όλη η αλήθεια. «Εσύ…» ψέλλισε σε εκείνον ντροπαλά. Το είχε παρακάνει. «Τι αμφιβολίες έχεις;» τον κοίταξε. Εκείνος έδειχνε ήρεμος. Ταραγμένος αν έκρινε καλά από το πώς τρεμόπαιζαν τα βλέφαρά του, αλλά φαινομενικά ήρεμος.
«Ε να…» είπε ξαφνικά και η Μάντι ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Δεν ήθελε να βγει μαζί του. Φοβόταν. Αλλά δεν ήθελε να της πει ότι άλλαξε γνώμη. «Δεν ξέρω τι να βάλω» της είπε τελικά και όταν τον άκουσε να γελάει, χαλάρωσε μαζί του.
«Κρίστοφερ…» ξεκίνησε να λέει αλλά τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Το βράδυ θα γυρίσω κατά τις οκτώ, θα κάνω ένα μπάνιο και στις εννιά θα βγούμε. Με ακούς;» τη ρώτησε με έναν τόνο που δεν άφηνε περιθώριο για άρνηση. «Και δε χρειάζεται να φοβάσαι. Απλώς θα βγούμε. Δε θα αλλάξει τίποτα. Τουλάχιστον αν δε θες εσύ» την πείραξε πάλι. Η Μάντι το λάτρευε αυτό το χαρακτηριστικό του. Ήξερε να αμβλύνει την ένταση με χιούμορ.
«Και πού θα πάμε;» τον ρώτησε ντροπαλά.
«Α…αυτό είναι άλλο ένα θέμα» της είπε και κατευθύνθηκε στο σαλόνι για να τακτοποιήσει το χαρτοφύλακά του. Η Μάντι τον ακολούθησε. «Σκεφτόμουν ότι αν σε πάω σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο θα με κατηγορήσεις ότι θέλω να σε θαμπώσω και αν σε πάω σε ένα απλό κάζουαλ εστιατόριο θα με κατηγορήσεις ότι δε σε σέβομαι όπως τις άλλες συνοδούς μου και μπλα μπλα μπλα» είπε και γέλασε.
Η Μάντι τον κοίταξε χωρίς να μιλάει. Ήταν δυνατό να διάβαζε τις σκέψεις της;
«Προτείνω λοιπόν να πάμε όπου θες εσύ. Διάλεξε εστιατόριο και πάμε. Διάλεξε ό,τι τραβάει η ψυχή σου» της είπε και της χαμογέλασε ζεστά. «Μόνο ενημέρωσέ με έγκαιρα για να βάλω κάτι…ανάλογο».
«Κρίστοφερ, εγώ δεν…».
«Εσύ τι δεν, Μάντι;» τη ρώτησε ανυπόμονα. «Δεν είσαι σίγουρη; Δεν ξέρεις; Δεν μπορείς; Δεν, δεν, δεν, τι; Ένα δείπνο είναι. Ενήλικες είμαστε. Αν δε θες, δε θα σε πιέσω για τίποτα. Ποτέ» της είπε όλο νόημα.
Η Μάντι σκέφτηκε ότι δεν ωφελούσε να αρνείται άλλο. Απλώς θα έπρεπε να πάνε κάπου διακριτικά. Το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί ήταν να τους δουν οι παπαράτσι, να τους φωτογραφίσουν και να αρχίσει κανένα παραλήρημα στα μέσα για τη «μυστήρια συνοδό του Κρίστοφερ Χάντερ». Σε αυτή την περίπτωση η ταυτότητά της θα αποκαλυπτόταν, και όχι μόνο αυτό. Θα αποκαλυπτόταν και στον πρώην άντρα της το στίγμα της. Αυτό θα ήταν καταστροφικό.
«Υπόσχεσαι ότι θα είσαι κύριος;» σούφρωσε τα χείλη της παραπονιάρικα. Συζητούσαν την έξοδό τους και είχαν καταλήξει σε αντιπαράθεση. Εκείνη έφταιγε, το ήξερε, αλλά φοβόταν. Φοβόταν πολύ.
«Φυσικά» της είπε καθησυχαστικά. Την κοίταξε για λίγο και έκανε μισό βήμα μπροστά. Η Μάντι κράτησε την ανάσα της. Η καρδιά της είχε ήδη πάει κοντά του. Αλλά εκείνος δεν έκανε το επόμενο βήμα. Της χαμογέλασε, την αποχαιρέτισε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

 Δε ζήτησες να είναι κύριος; είπε στον εαυτό της όταν έμεινε μόνη. Τώρα γιατί λυπάσαι που έφυγε;


2 σχόλια: