Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 27-μέλι και ξύδι, λεμόνι και ζάχαρη

«Μάντι; Πού στο καλό είσαι;» άκουσε τη φωνή του να αντηχεί βροντερή σε όλο το σπίτι. Τρόμαξε από την ένταση και σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Αλλά δεν πρόλαβε να φορέσει τη στολή της και εκείνος μπούκαρε στο δωμάτιό της, μαινόμενος ταύρος.
«Τι…τι συνέβη; Διάολε, γιατί δε χτύπησες;» τον ρώτησε εκείνη έξαλλη, τραβώντας αμήχανα το σεντόνι της για να καλύψει το σώμα της. Φορούσε ένα μπέιμπι ντολ το οποίο της ήταν πολύ μικρό, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να ανεχτεί πάνω στο σώμα της. Το φετινό καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα καυτό και η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 29 βαθμούς Κελσίου. Όλοι οι Βρετανοί βρίσκονταν στα πρόθυρα υστερίας.
«Ναι, σκανδαλίστηκα» την ειρωνεύτηκε και κοπάνησε την πόρτα με τη γροθιά του. Η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω. Πάλι τα ίδια. «Μπήκες στη βιβλιοθήκη μου;» ούρλιαξε εκείνος και η Μάντι κοίταξε το ρολόι της. Ήταν μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Με ποιο δικαίωμα έμπαινε μέσα στο δωμάτιό της τέτοια ώρα; Τι τον είχε πιάσει;
«Βγες έξω» του είπε ήρεμα, κοιτώντας τον σταθερά. Προσπαθούσε να κρατήσει τα νεύρα της αλλά ένιωθε την επιθυμία να ορμήσει πάνω του.
«Από πού με διώχνεις;» την πλησίασε απειλητικά και η Μάντι έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Από το σπίτι μου; Δικό μου είναι και αυτό το δωμάτιο. Και όλα εδώ μέσα».
«Συγχαρητήρια» τον ειρωνεύτηκε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. Είχε αφήσει το σεντόνι να πέσει στο κρεβάτι.
«Μπήκες στη βιβλιοθήκη μου;» ρώτησε ξανά εκείνος σηκώνοντας τον τόνο της φωνής του.
«Καθάρισα το πρωί, ναι».
«Πού είναι το κόκκινο βιβλίο; Το είχα πάνω στο τραπεζάκι. Εκεί σημειώνω τις ιδέες μου. Πού είναι; Έχω μια συνάντηση αύριο και δεν το βρίσκω. Πού είναι; Πες μου!».
«Δεν το είδα. Εγώ απλώς σκούπισα λιγάκι και δεν πείραξα τίποτα. Άλλωστε μου έχεις απαγορεύσει να τακτοποιώ εκεί μέσα» απάντησε ήρεμα η Μάντι.
«Το έχω χάσει, δεν το βρίσκω. Πάντα βρίσκω τα πράγματά μου. Πού είναι; Πού το έβαλες;» τη βομβάρδιζε με ερωτήσεις, ενώ τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Είχε να τον δει δύο μέρες και τον είχε αφήσει ήρεμο. Τι είχε μεσολαβήσει και μπροστά της στεκόταν αυτός ο διάβολος;
«Κρίστοφερ, ηρέμησε. Καταλαβαίνεις τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Είναι δωδεκάμισι το βράδυ και μπούκαρες στο δωμάτιό μου χωρίς να χτυπήσεις. Μπορεί να ήμουν γυμνή, μπορεί να κοιμόμουν» του είπε αυστηρά.
«Και οι δύο υποθέσεις με αφήνουν αδιάφορο» απάντησε εκείνος και η Μάντι ένιωσε σαν να τη χαστούκισε. Το ενδιαφέρον του δεν κράτησε ούτε ένα μήνα.
«Είσαι ένα κακομαθημένο κωλόπαιδο, Κρίστοφερ!» ούρλιαξε η Μάντι και τον έσπρωξε έξω από το δωμάτιο. Εκείνος έχασε για λίγο την ισορροπία του αλλά δεν κουνήθηκε, παρά τις προσπάθειές της. Στεκόταν ακίνητος σαν βράχος.
«Πώς μου μιλάς έτσι;» τη ρώτησε και έπιασε τον καρπό της δυνατά. Η Μάντι πόνεσε αλλά δεν του το έδειξε. Είχε εκπαιδευτεί καλά σε αυτό. Απλά μέσα της λυπόταν τον εαυτό της, που είχε γίνει πάλι έρμαιο στην κακία ενός άντρα. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
«Ποιος είσαι, Κρίστοφερ; Ένας άντρας που μπαίνει στο δωμάτιο μιας κοπέλας χωρίς να χτυπήσει; Ένας άντρας που απειλεί, που κατηγορεί άδικα, που προσβάλει, που προκαλεί τον τρόμο σε μια γυναίκα πιο αδύναμη από εκείνον σε κάθε επίπεδο;»
Την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και την άφησε. Το κατάλαβε ότι τον είχε αιφνιδιάσει. Αλλά τον ήλεγχε το θυμό του. Και αυτό ήταν κάπως ανακουφιστικό.
«Τι θέλεις; Πες μου» του φώναξε πάλι, παίρνοντας δύναμη από τη σιωπή του. «Έχασες το ρημάδι το βιβλίο σου και η πρώτη σου σκέψη είναι ότι φταίω εγώ; Και με ποιο δικαίωμα εισβάλεις στο χώρο μου; Θυμάσαι τον όρο στο συμβόλαιό μας; Θυμάσαι τι λέει; Εσύ το έγραψες. Ότι εδώ μέσα θα διασφαλίζεται η σωματική μου ακεραιότητα και αξιοπρέπεια».
«Το θυμάμαι» είπε εκείνος αργά.
«Βγες λοιπόν αμέσως από το δωμάτιό μου να ντυθώ και όταν βγω και σου βρω το κόκκινο βιβλίο, θα σου το πετάξω στο ηλίθιο κεφάλι σου». Η Μάντι σκέφτηκε ότι είχαν ξεφύγει τα πράγματα.
«Πάμε» της είπε και την τράβηξε από το χέρι. Η Μάντι πραγματικά ένιωθε γυμνή. Δε φορούσε ούτε εσώρουχα. Μπήκε στη βιβλιοθήκη και κοίταξε τριγύρω. Όντως, το κόκκινο βιβλίο δεν ήταν στα γνωστά σημεία. Η Μάντι σκέφτηκε. Ξανά και ξανά.
«Έψαξες στο χαρτοφύλακά σου;» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε θετικά. «Στο δωμάτιό σου;». Και πάλι έγνεψε θετικά.
«Εδώ το αφήνω πάντα» επέμεινε. Η Μάντι συνέχισε να κοιτάει τριγύρω, αλλά δεν το έβρισκε. Είχε εκνευριστεί πολύ μαζί του αυτή τη στιγμή. «Διαβάζω στον καναπέ» της είπε.

Η Μάντι κοίταξε τον καναπέ και σκέφτηκε. Σκέφτηκε ότι ο καναπές αυτός είχε μεγάλα μαξιλάρια. Πλησίασε αργά και σήκωσε ένα μεγάλο μαξιλάρι. Και από κάτω βρήκε το κόκκινο βιβλίο. Γύρισε και κοίταξε τον Κρίστοφερ. Την κοιτούσε απορημένος.
«Θα μου το πετάξεις στο κεφάλι;» τη ρώτησε χιουμοριστικά, αλλά δεν την έριξε.
«Είσαι απαράδεκτος» του είπε και αφού τον έκανε στην άκρη, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της. Τι τον είχε πιάσει και της φέρθηκε έτσι; Δεν της άρεσε που ήταν τόσο απρόβλεπτος.
«Ενώ εσύ είσαι τέλεια» την ειρωνεύτηκε.
«Γιατί; Τι σου έκανα, Κρίστοφερ;» τον προκάλεσε. «Θα μου φέρεσαι έτσι επειδή δε σου έκατσα;».
«Είσαι χυδαία» της πέταξε.
«Εγώ που τα λέω είμαι χυδαία, εσύ που τα προτείνεις είσαι υπεράνω;»
«Αδιαφορείς για μένα τελείως» την αιφνιδίασε. Η Μάντι ανασήκωσε τα φρύδια και γύρισε προς το μέρος του.
«Τι λες; Εγώ;» τον ρώτησε.
«Εσύ, ναι» της είπε με σιγουριά. «Και μία βδομάδα να περάσει και να μην βρεθούμε, αδιαφορείς. Μου πετάς ένα πιάτο φαϊ και δε σε νοιάζει τι κάνω».
«Κρίστοφερ, τι λες; Ακούς τον εαυτό σου;» τον ρώτησε. Άκουγε καλά; «Εσύ δεν έχεις βάλει όρο να εξαφανίζομαι τα απογεύματα; Κάθε βράδυ κι άλλη γυναίκα έρχεται εδώ μέσα. Εμένα τι με θες; Δεν είχες παρέα τις τελευταίες μέρες και έπρεπε να προσφέρω ψυχαγωγία;».
«Πάντα έχω παρέα αν θέλω».
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι δε θέλω να έχω».
«Μάλιστα» είπε η Μάντι και ξεφύσησε αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι είχε καταλάβει καλά τι συζητούσαν.
«Συγγνώμη για σήμερα» της είπε ήρεμα. Η Μάντι δεν απάντησε. Χρειαζόταν κάτι καλύτερο από αυτό. «Συγγνώμη που άρπαξα το χέρι σου απότομα. Δεν πρόκειται να επαναληφθεί» της είπε. «Συγγνώμη που μπήκα στο δωμάτιό σου ενώ φορούσες αυτό το…πράγμα. Αλλά αυτό δεν υπόσχομαι ότι δε θα ξανασυμβεί» αστειεύτηκε. Η Μάντι γέλασε λιγάκι.

Την κοίταξε λιγάκι χωρίς να μιλάει. Η Μάντι ένιωθε γυμνή κάτω από το διαπεραστικό του βλέμμα. ‘Ήταν φανερά ταραγμένος, σχεδόν έτρεμε.
«Θες…θες να πάμε αύριο…να φάμε κάπου το βράδυ;». Η Μάντι ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Κρίστοφερ, δεν είναι σωστό. Θα μπερδευτούν τα πράγματα. ‘Ήδη δηλαδή η κατάσταση είναι τεταμένη και ακόμα…»
«Πες ξεκάθαρα ότι δε θες να βγεις μαζί μου. Πες μου ότι προτιμάς να βγεις με τον Άλεξ παρά με μένα» της είπε πειραγμένος.
«Τι σχέση έχει ο Αλεξ τώρα;»
«Όλο μιλάτε και γελάτε».
«Δεν το πιστεύω ότι ζηλεύεις».
«Δε γεννήθηκε η γυναίκα που θα με κάνει να ζηλέψω, Μάντι».
«Όσο είσαι τόσο εγωιστής δε βγαίνω μαζί σου» του είπε εκείνη αυστηρά.
«Αφού το θες, γιατί δεν λες ναι;»
«Για ποιο πράγμα μιλάς τώρα;»
«Εσύ ποιο σκέφτηκες;»
«Είσαι βλάκας».
«Μπορεί, αλλά σου αρέσω» της χαμογέλασε και χάιδεψε το μάγουλό της φευγαλέα.
«Έτερον εκάτερον».
«Πες ναι» της είπε και την τράβηξε κοντά του. Η Μάντι δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. «Πες ναι» επέμεινε εκείνος.

«Ναι για την έξοδο» του διευκρίνισε και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

3 σχόλια:

  1. Teleioooooooo!!!maresei pou fanerwnetai autos prwta!!ti glukoulisssssss!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και εμενα Συγγραφεα της Καρδιας Μας μου αρεσει που τον βαζεις να φανερωθει πρωτος, να ζηλεψει ,να της ζητησει να βγουνε.... Περιμενω την συνεχει γιατι οπως πας εσυ θα μου αλλαζεις καθε φορα αποψη!! Μια λεω καλυτερη ιστορια τον Οντι μια τον Τροι μια τον Ερικ τωρα λεω τον Κριστοφερ!!!! Θα με τρελανεις χιχιχιχιχι

    ΑπάντησηΔιαγραφή