Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 24-A Paris Quand un amour fleurit

Η Μάντι πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μισή ώρα μπροστά από τον καθρέπτη της. Είχε αλλάξει δέκα φορές και είχε φορέσει όλα της τα ρούχα με κάθε δυνατό συνδυασμό. Δεν είχε και πολλές επλογές. Είχε φέρει μόνο τζιν και ένα μαύρο φόρεμα. Είχε καταλήξει ότι θα φορούσε αυτό. Ευχαρίστησε την καλή της τύχη που το είχε βάλει κι αυτό την τελευταία στιγμή μέσα στη βαλίτσα της. Ήταν ένα απλό φόρεμα, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, το οποίο της πήγαινε πολύ, γιατί κολάκευε τις καμπύλες της. Δεν είχε φέρει κοσμήματα και καλά παπούτσια, οπότε φόρεσε ένα ζευγάρι χαμηλά πέδιλα και βάφτηκε με προσοχή. Πού να περίμενε ότι θα έβγαινε με τον Κρίστοφερ; Τελικά όμως ήταν πολύ ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα. Ήταν μεγάλη ευλογία, σκέφτηκε, να μη χρειάζεσαι μια περιουσία για να είσαι όμορφη.

«Κρίστοφερ, θα αργήσουμε! Πόση ώρα θα ντύνεσαι πια;» ρώτησε έξω από τη πόρτα του υπνοδωματίου του. Εκείνος δεν απάντησε. «Εγώ είμαι έτοιμη!» του ξανάπε.
«Βγαίνω, βγαίνω» είπε εκείνος τεμπέλικα.
Η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω για να τον αφήσει να περάσει και έχασε για λιγάκι την ισορροπία της όταν τον είδε. Ήταν…υπέροχος. Φορούσε ένα εκρού παντελόνι που δεν το είχε ξαναδεί και ένα γαλάζιο λεπτό μακρυμάνικο μακώ που ταίριαζε απόλυτα με τα καταγάλανα μάτια του. Ήταν άδικο να είναι κάποιος τόσο ωραίος, σκέφτηκε η Μάντι. Πώς θα περνούσε όλο το βράδυ χωρίς να προδώσει τις σκέψεις της;
«Στις ομορφιές σου» του είπε κι εκείνος χαμογέλασε αχνά.
«Μήπως άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε γελώντας.
«Είσαι βλάκας» του απάντησε η Μάντι ξερά.
«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη» είπε εκείνος και η Μάντι πίστεψε ότι δεν άκουσε καλά. Αλλά είχε ακούσει. «Σου πάει πολύ αυτό το φόρεμα. Γιατί δε φοράς πιο συχνά φορέματα;»
«Επειδή μου έχεις επιβάλει τζιν και ζακετάκι» τον ειρωνεύτηκε. Εκείνος έδειξε να σκέφτεται.
«Ναι, ναι…ας μείνουμε στο τζιν και το ζακετάκι» είπε και βγήκαν από το σπίτι.

Περπάτησαν μέχρι την κεντρική οδό και πήραν μαζί ταξί για το κέντρο. Είχαν κλείσει τραπέζι στις οκτώ και η ώρα ήταν εξίμισι, άρα είχαν χρόνο για να κάνουν βόλτα στην πόλη. Η Μάντι ένιωθε λίγο άβολα, κυρίως φοβόταν ότι θα ήταν βαρετή παρέα, αλλά κατάφερε να χαλαρώσει όταν ο Κρίστοφερ άρχισε να την ξεναγεί σε μια συνοικία στην οποία είχε περάσει τα φοιτητικά του χρόνια και της έλεγε ιστορίες που την έκαναν σχεδόν να ξεχάσει ότι όλες οι γυναίκες τον κοιτούσαν. Σχεδόν. Ένιωθε δεκάδες ζευγάρια μάτια πάνω του αλλά εκείνος δεν έδινε σημασία. Η Μάντι σκέφτηκε ότι αν ποτέ αποφάσιζε να σοβαρευτεί με κάποια γυναίκα, θα την έκανε πολύ ευτυχισμένη. Ήταν πολύ διασκεδαστικός και με έναν περίεργο τρόπο, πολύ περιποιητικός.
«Ο…ο Πύργος;!!» τσίριξε η Μάντι, ανίκανη να πιστέψει πού ήταν και με ποιον. Ο Κρίστοφερ την κοιτούσε με συγκρατημένη ευθυμία.
«Δε γινόταν να τον αποφύγουμε» της είπε και άρχισαν να περπατάνε δυναμικά προς τη βάση. «Θες να πάμε πάνω;» τη ρώτησε. Ήθελε, αλλά ντρεπόταν να του το πει. «Πάμε» είπε εκείνος και αφού την άρπαξε από το χέρι την οδήγησε σχεδόν με το ζόρι στα ασανσέρ.
«Κρίστοφερ, νομίζω ότι είναι τελείως λάθος όλο αυτό» του είπε, στριμωγμένη ανάμεσα σε ανθρώπους που έβγαζαν φωτογραφίες. Το πλήθος των ερωτευμένων ζευγαριών την είχε βάλει σε σκέψεις.
«Οχι, δεν είναι» είπε αποφασιστικά εκείνος. «Δεν είναι ποτέ λάθος να κάνεις αυτό που θες».
«Αυτός είναι ο ορισμός της ασυδοσίας!» γέλασε η Μάντι.
«Θες να σε βγάλω φωτογραφία;»
«Γιατί αλλάζεις πάντα θέμα;»
«Βαριέμαι εύκολα!»
«Ελα! Δεν το είχαμε καταλάβει αυτό!»
«Δεν το εννοούσα έτσι».
«Ισχύει όμως».
«Τελικά θες;»
«Βγάλε με»
«Χαμογέλα λιγάκι» της είπε εκείνος. Εντωμεταξύ είχαν ανέβει στην κορυφή και χάζευαν τη θέα. «Τέλεια» της είπε και της έδειξε τη φωτογραφία. Όντως ήταν πολύ καλή.

Η Μάντι τυλίχτηκε με το σάλι της γιατί είχε λίγη δροσιά και πήραν το δρόμο για το εστιατόριο. Ήταν όλα πολύ όμορφα. Ο Κρίστοφερ φαινόταν κεφάτος και ομιλητικός, το Παρίσι ήταν πανέμορφο και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δε σκεφτόταν ότι κινδύνευε. Ήταν μακριά από όλους και όλα. Κοντά στον μόνον άνθρωπο που την ενδιέφερε.

Γύρισαν στο σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, γιατί το δείπνο εξελίχθηκε σε ποτά σε ένα μπαρ και κανένας από τους τέσσερις δεν έδειχνε επιθυμία να διακόψει την υπέροχη βραδιά. Ο Κρίστοφερ ήταν ο πρώτος που πρότεινε να το διαλύσουν κάποια στιγμή γιατί είχαν δουλειά την επόμενη μέρα και οι φίλοι του τον κατηγόρησαν γελώντας ότι είναι ξενέρωτος.
«Οι φίλοι σου είναι πολύ ωραίοι τύποι» του είπε η Μάντι ενώ έβγαζε τα σανδάλια της.
«Δείχνεις έκπληκτη»
«Όχι, απλώς…να…περίμενα ότι θα είναι κλειστοί».
«Σε συμπάθησαν».
«Έχεις βγει για δείπνο με όλες σου τις οικιακές βοηθούς;» τον προκάλεσε η Μάντι. Αυτή η ερώτηση την έκαιγε από το προηγούμενο βράδυ. Ο Κρίστοφερ σταμάτησε αυτό που έκανε και την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. Η Μάντι τρόμαξε.
«Δεν ήθελα να γυρίσουμε πίσω και να μην έχεις δει τίποτα» είπε απόλυτα σοβαρός.
«Κατάλαβα…»
«Τι κατάλαβες;»
«Ότι με λυπήθηκες».
«Είσαι τελείως τρελή».
«Εσύ με έχεις τρελάνει» του πέταξε εκνευρισμένη η Μάντι.

Ο Κρίστοφερ έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και την πλησίασε. Έπιασε δυνατά τα μπράτσα της, για άλλη μια φορά και της χαμογέλασε σατανικά.
«Αν σε ανακουφίζει καθόλου, κι εσύ το ίδιο».





2 σχόλια:

  1. συγραφεα μας εχεις τρελανειιι!!! πως θα περιμενουμε ολο το σβ ????(ζωη)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν εχω λογια...σε αυτη την ιστορια τα εχεις δωσει ολα...πρωτη φορα βλεπω να γραφεις 2 κεφαλαια την μερα γτ πραγματικα ταιριαζει ο πρωταγωνιστης με την ιστορια κ σε εμπνευει...10000 μπραβο ειλικρινα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή