Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 23-ευχαριστηθήκατε που τον στεναχωρήσατε; Ε;;;;

Ο Κρίστοφερ γύρισε «σπίτι» κατά τις έντεκα, φανερά καταβεβλημένος. Η Μάντι τον περίμενε στο σαλόνι, χαζεύοντας ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση. Είχε καιρό να ξεσκονίσει τα γαλλικά της και έχανε τα περισσότερα αστεία, αλλά τουλάχιστον καταλάβαινε την πλοκή της σειράς που έβλεπε. Του είχε ετοιμάσει ένα πλούσιο γεύμα και το είχε κρατήσει ζεστό στο θερμοθάλαμο του φούρνου και το μόνο που ήλπιζε ήταν να γυρίσει πίσω μόνος. Ειλικρινά, τον είχε ικανό να φέρει κάποια μόνο και μόνο για να την πικάρει. Αλλά δεν το έκανε. Γύρισε μόνος του, ακούμπησε τον χαρτοφύλακα στον καναπέ, πέρασε από μπροστά της χωρίς να τη χαιρετίσει και μπήκε στο δωμάτιό του. Βγήκε μετά από μισή ώρα, φορώντας ένα φανελάκι και μια μαύρη φόρμα. Είχε μόλις κάνει ντους και φαινόταν και μύριζε αναζωογονημένος. Με δυσκολία κρατήθηκε να μην τρέξει να τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και να του πει ότι μετάνιωσε.
«Ακόμα ντυμένη είσαι εσύ;» τη ρώτησε και ένα λοξό χαμόγελο χάραξε το πρόσωπό του. Μάλλον είχε φιλοσοφήσει όσα είχαν ειπωθεί και τώρα είχε όρεξη για πλάκα. Με τον δικό του τρόπο φυσικά.
«Ναι, είπα να περιμένω να με γδύσεις εσύ» είπε εκείνη εξίσου χιουμοριστικά και σηκώθηκε για να πάει να του σερβίρει. Εκείνος την πήρε από πίσω και κάθισε να φάει φανερά πεινασμένος.
«Αυτή είναι η τελειωτική σου απάντηση;» τη ρώτησε αφού κατάπιε την πρώτη μπουκιά από τα ψητά λαχανικά του.
«Ναι» είπε εκείνη σταθερά, αλλά από μέσα της πραγματικά αμφέβαλλε για πόσο θα κρατούσε αυτή η απόφαση. Ειδικά όταν φορούσε αυτά τα φανελάκια που τόνιζαν το καλογυμνασμένο του κορμί και όταν το μελαγχολικό του βλέμμα τρυπούσε την ψυχή της.
«Τα λαχανικά είναι χάλια» είπε εκείνος άχρωμα.
«Κρίστοφερ, πάντα με τον ίδιο τρόπο τα κάνω. Μην κάνεις σαν μωρό» τον μάλωσε μαλακά.
«Σήμερα δεν μου αρέσουν».
«Πώς πήγε η δουλειά;» άλλαξε θέμα, γιατί ήταν προφανές ότι κάτι άλλο τον ενοχλούσε.
«Έτσι κι έτσι» είπε εκείνος και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Κάτσε» της είπε απότομα. Η Μάντι είχε πάντα την τάση όση ώρα έτρωγε ο Κρίστοφερ να περιφέρεται στην κουζίνα και να κάνει δουλειές. Δεν έτρωγε ποτέ μαζί του. Απόψε όμως του έκανε το χατίρι.
«Τι δεν πάει καλά;» τον ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Έχω βρει έναν τρόπο και μπορώ να κερδίσω τον πρώτο γύρο αλλά οι αντίδικοι ζητάνε συνεχώς παράταση της δίκης. Έχω βαρεθεί».
«Κερδίζουν χρόνο;»
«Υποθέτω πως ναι, αλλά τον ίδιο χρόνο κερδίζουμε κι εμείς. Στην υπόθεση αυτή δουλεύουμε 20 άτομα νυχθημερόν».
«Τόσοι πολλοί; Θα είναι σημαντική υπόθεση» του είπε με θαυμασμό.
«Διακυβεύονται εκατοντάδες εκατομμύρια. Και δε θέλω να αποτύχω. Μέχρι στιγμής έχω μόνο νίκες στο δικαστήριο».
«Αυτό είναι αξιοθαύμαστο, Κρίστοφερ».
«Δε μου αρέσει να χάνω, Μάντι» της είπε και την κάρφωσε με τα μάτια. Η Μάντι χαμογέλασε. Το μήνυμα ήταν διττό.
«Δεν χάνεις, Κρίστοφερ» του απάντησε ήρεμα.
«Μου είπες όχι» ψέλλισε εκείνος, και ήπιε λίγο λευκό κρασί.
«Δεν είπα όχι σε σένα, Κρίστοφερ. Είπα όχι σε αυτά που προσφέρεις».
«Δε μου έχουν ξαναπεί ποτέ όχι. Ακούω πάντα ναι. Από τους γονείς, τους φίλους μου, τις γυναίκες, τους υπαλλήλους μου».
«Ωραία, σου είπα εγώ» γέλασε η Μάντι. Μπροστά της είχε ένα μεγάλο παιδί. «Μην κάνεις έτσι».
«Θες να πάμε αύριο να φάμε κάπου;» την αιφνιδίασε.
«Τι…τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Της πρότεινε ραντεβού;
«Σημαίνει ότι αύριο είναι Κυριακή και θα τελειώσω κατά το απόγευμα. Αν θες, μη μαγειρέψεις. Πάμε κάπου για φαγητό, με παρέα» της είπε ήρεμα, δίνοντας μια πιο ανάλαφρη νότα σε αυτό που της είχε μόλις προτείνει.
«Μήπως αυτό είναι λίγο…λάθος, δεδομένων των συνθηκών;».
«Είπαμε. Ό,τι συμβεί στο Παρίσι, μένει στο Παρίσι. Θα βγούμε μια βόλτα, θα φάμε κάτι. Θα σου δείξω το Παρίσι των φοιτητικών μου χρόνων και τέλος. Γιατί λες πάντα όχι, διάολε;» θύμωσε εκείνος.
«Σπούδασες εδώ;» εξεπλάγη η Μάντι.
«Και εδώ» απάντησε εκείνος αδιάφορα.
«Πού θα πάμε;» τον ρώτησε. Εκείνος σήκωσε αργά τα μάτια του.
«Σε ένα μικρό εστιατόριο με έναν παλιό συμφοιτητή μου που μένει εδώ και ένα δικηγόρο της ομάδας μου» απάντησε ο Κρίστοφερ, τελειώνοντας το γεύμα του. Πήρε το πιάτο του και το ακούμπησε στον νεροχύτη.
«Δεν έχω κάτι επίσημο να βάλω όμως» του είπε εκείνη προβληματισμένη.
«Μην ανησυχείς, οι Γάλλοι ντύνονται πολύ απλά. Αλήθεια, δεν ψώνισες τίποτα εσύ σήμερα; Μήπως δεν έχεις λεφτά; Να σου αφήσω την κάρτα μου;»
«Κρίστοφερ, θυμάσαι πόσα λεφτά μου δίνεις; Έχω λεφτά, απλώς έπρεπε να πάω σούπερ μάρκετ και να κάνω κάποια πράγματα στο σπίτι. Τη Δευτέρα ψώνια» είπε ενθουσιασμένη.
«Εγώ θα σου τη δώσω την κάρτα μου και κάνε ό,τι θες. Α! Πάρε μου και μια δυο φόρμες σε παρακαλώ».
«Αύριο το πρωί λέω να πάω σε κανά μουσείο».
«’Ο,τι νομίζεις, αλλά να προσέχεις» είπε βαριά εκείνος. Η Μάντι αναρωτήθηκε κατά πόσο είχε πληγωθεί ο ανδρισμός ή ο εγωισμός του. Μάλλον το δεύτερο. Και φοβόταν ότι δε θα το άφηνε να περάσει έτσι όλο αυτό. Θα την κυνηγούσε λυσσαλέα μέχρι να
ενδώσει και μετά θα την παρατούσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δεν είχε καμία όρεξη για άλλη μια σχέση χωρίς ουσία, χωρίς περιεχόμενο. Ήθελε κάποιον άντρα να την αγαπάει και να τη φροντίζει. Δεν ήταν απαραίτητο να ήταν πετυχημένος, δυναμικός και έξυπνος. Δεν ήταν ανάγκη να ήταν τόσο συγκλονιστικά όμορφος όπως ο Κρίστοφερ. Μπορεί να μην της έκοβε την ανάσα, να μην την έκανε να νιώθει απόλυτο δέος όταν τον κοιτούσε. Θα ήταν ένας απλό άνθρωπος. Ένας απλός άνθρωπος που θα της τα έδινε όλα και εκείνη θα του το ανταπέδιδε.
«Κρίστοφερ, έχει χαλάσει το τηλέφωνο στο ντους» το είπε εκείνη τελικά. «Να πάρω τον ιδιοκτήτη;»
«Τι έχει το τηλέφωνο;» ρώτησε εκείνος και χωρίς να την κοιτάξει, βγήκε από την κουζίνα και περπάτησε μέχρι το σαλόνι, ξυπόλητος. Ποτέ δεν περπατούσε ξυπόλητος. Τι του είχε συμβεί;
«Έχει φύγει το καπάκι και βγαίνει το νερό από τα πλάγια».
«Και θα φέρουμε τον ιδιοκτήτη γι’ αυτό;» είπε κουρασμένα και κατευθύνθηκε στο ντους της. Κατέβασε το τηλέφωνο από τη βάση και μετά από μερικά λεπτά έβγαλε και ξανατοποθέτησε καλά το καπάκι.
«Ουάο!» είπε ενθουσιασμένη η Μάντι.
«Μεγάλωσα σε οικοτροφείο» είπε εκείνος ξερά.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι έμαθα να καλύπτω τις ζημιές».
«Πολύ χρήσιμο για έναν άντρα».
«Και τι να το κάνεις;» της είπε, σήκωσε τους ώμους κουρασμένα, της γύρισε την πλάτη και μπήκε στο δωμάτιό του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου