Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 20-oh mon Dieu!

«Δηλαδή τώρα είμαστε στο Παρίσι;» τον ρώτησε χοροπηδώντας ενθουσιασμένη. Ήταν διπλά χαρούμενη. Πρώτον είχε φτάσει σε έναν από τους προορισμούς που πάντα ήθελε να επισκεφτεί και δεύτερον, είχε φτάσει εκεί σώα. Είχε φοβερό άγχος κατά την πτήση και ένιωθε ανακούφιση όταν πάτησε τα πόδια της σε σταθερό έδαφος. Και σε τι έδαφος! Στο Παρίσι! Στο Π-Α-Ρ-Ι-Σ-Ι! Την πόλη της μόδας, του ντιζάιν, του καλού φαγητού και του έρωτα.
«Όχι, σου κάναμε πλάκα» είπε ο Κρίστοφερ ενώ ξεφόρτωνε τις βαλίτσες από το ελικόπτερο και τις έβαζε σε ένα πολυτελές αμάξι που τους περίμενε περίπου τριάντα μέτρα μακριά. «Στην πραγματικότητα είμαστε στην Αφρική και θα σε δώσω στους ζουλού να σε φάνε» συμπλήρωσε εκείνος ενώ βολευόταν πάλι στη θέση του οδηγού.
«Νευράκια έχεις πάλι; Γιατί;» απάντησε η Μάντι δεικτικά.
«Είμαι κουρασμένος» απάντησε εκείνος και αφού έκανε ένα νεύμα στον πιλότο, έβαλε πρώτη και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
«Καταλαβαίνω, Κρίστοφερ» του είπε εκείνη ήρεμα. «Αλλά απόψε μπορεί και να κοιμηθείς καλύτερα» συμπλήρωσε και προσπάθησε να μη χαμογελάσει ειρωνικά όταν εκείνος γύρισε και την κοίταξε αυστηρά.
«Θα το δούμε αυτό» είπε εκείνος μέσα από σφιγμένα δόντια και γκάζωσε.

Η ώρα έδειχνε δύο ακριβώς όταν ο Κρίστοφερ πάρκαρε έξω από ένα συγκρότημα κατοικιών κάπου κεντρικά αν καταλάβαινε καλά η Μάντι από τα μαγαζιά που έβλεπε τριγύρω.
«Εδώ είμαστε» είπε εκείνος και πήρε για άλλη μια φορά τα πράγματα. Η Μάντι κοιτούσε τριγύρω της σαν χαμένη. Τους δρόμους, τα μαγαζιά με τα πανάκριβα ρούχα, τους φούρνους με τα αμέτρητα κρουασάν και τις μπαγκέτες. Ήταν όλα πολύ όμορφα. Περπάτησε από πίσω του κοιτώντας τον κήπο του συγκροτήματος, τα ξύλινα παγκάκια και τα ψηλά δέντρα. Έμοιαζε με όαση στη μέση της πόλης. Και όσο πιο πολύ περπατούσαν, τόσο πιο πολύ μειωνόταν ο θόρυβος  από τα αυτοκίνητα. Ο Κρίστοφερ έβγαλε από το χαρτοφύλακά του ένα ζευγάρι κλειδιά και άνοιξε την πόρτα μιας μονοκατοικίας. Η Μάντι κοίταξε τριγύρω. Με δέος. Το σπίτι αυτό ήταν υπέροχο. Αλλά είχε ένα μικρό κακό.
«Αυτό είναι μόνο;» τον ρώτησε σοκαρισμένη, ενώ κρατούσε ακόμα την τσάντα στον ώμο της. Ο Κρίστοφερ είχε αφήσει τα πράγματα κάτω και ήδη κατευθυνόταν στην κουζίνα για να πάρει κάτι.
«Πες μου ότι είσαι σνομπ» είπε πικρόχολα εκείνος.
«Όχι δεν είναι αυτό…απλώς…είναι λίγο μικρό» του είπε. «Έχω κακομάθει στο σπίτι σου» γέλασε εκείνη προσπαθώντας να σπάσει λίγο την αμηχανία. Τι να του εξηγούσε τώρα; Ότι σε ένα μικρότερο σπίτι θα τον έβλεπε πιο συχνά; Ότι η συγκατοίκησή τους θα τους έφερνε πολύ κοντά;
«Το σπίτι αυτό είναι εκατό τετραγωνικά και είναι διακόσια μέτρα από το γραφείο μου. Για ένα άτομο φτάνει» είπε εκείνος. «Και στην τελική, δε βλέπω το λόγο να απολογούμαι. Εσύ πού ακριβώς ζούσες πριν έρθεις να δουλέψεις σε μένα; Στο Μπάκινγχαμ;».
«Κρίστοφερ, σταμάτα πια! Μια κουβέντα είπα!» φώναξε εκείνη.
«Αντί να λες κουβέντες, δες λιγάκι τι λείπει από τα ντουλάπια και κάνε μια λίστα με το τι χρειαζόμαστε. Το σπίτι είναι εξοπλισμένο και πλήρως λειτουργικό αλλά μπορεί να θες κάτι. Σου αφήνω 200 ευρώ να πάρεις ό,τι θες» της είπε και η Μάντι κοίταξε με περιέργεια τα χαρτονομίσματα.
«Ωραία φαίνονται» είπε χαμογελαστή. «Θα μου φτάσουν;» γέλασε.
«Αν δε σου φτάσουν 200 ευρώ στο σούπερ μάρκετ, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά» είπε εκείνος και χαμογέλασε αχνά. «Εγώ σε περίπου δέκα λεπτά πρέπει να φύγω για την εταιρεία. Έχω μια συνάντηση. Θα αλλάξω στα γρήγορα και θα πάω. Θα γυρίσω το βράδυ. Υπολόγισε κατά τις δέκα».
«Τι θα φας για μεσημέρι;» τον ρώτησε με καθαρό ενδιαφέρον.
«Θα πάρω κανένα σάντουιτς εκεί» της είπε αδιάφορα.
Η Μάντι ήθελε να τον ρωτήσει πού είναι το δωμάτιό της, αλλά ντρεπόταν. Κοιτούσε τριγύρω της και θαύμαζε το ευρύχωρο σαλόνι, όπου κυριαρχούσε το λευκό και το κόκκινο, την τεράστια επίπεδη οθόνη και την κουζίνα με το πάσο. Της άρεσε πολύ αυτό το σπίτι. Ήταν μικρό και γουστόζικο. Τον ακολούθησε για να δει πού πήγαινε και αυτός σταμάτησε το βήμα του όταν την κατάλαβε.
«Πέρνα» της είπε και την άφησε να περάσει μπροστά του. Η Μάντι είδε με την άκρη του ματιού της δύο άνετα μπάνια και δύο κρεβατοκάμαρες. Υπέροχες. Καλόγουστες. Ευήλιες. Που τις χώριζε ένας μόνο τοίχος.
Ο Κρίστοφερ στεκόταν από πίσω της. Ακριβώς όπως χθες το βράδυ. Εκείνη δεν κουνιόταν. Δεν ήξερε ποια κρεβατοκάμαρα ήταν δική της. Η δεξιά είχε ξύλινα έπιπλα και βαριές κουρτίνες ενώ η αριστερή είχε μοντέρνα έπιπλα και έντονα χρώματα. Και οι δύο είχαν θέα στον κήπο.
«Τι έχεις;» ρώτησε εκείνος.
«Αναρωτιέμαι» του είπε αμήχανα.
«Τι;» ρώτησε εκείνος. Ήταν επικίνδυνα κοντά της. Σχεδόν την ακουμπούσε.
«Σκέφτομαι ότι τα δωμάτια τα χωρίζει μόνο ένας τοίχος» ψιθύρισε η Μάντι και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα της. Για κάποιον παράξενο λόγο είχε ανατριχιάσει.
«Και;» την παρότρυνε εκείνος. Βραχνά. Πολύ βραχνά.
«Φοβάμαι ότι αν φέρεις κοπέλα, δε θα μπορέσω να κοιμηθώ από τα βογγητά» του είπε με κάθε ειλικρίνεια. Και με μια δόση χιούμορ. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Τον άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα.
«Απόψε, Μάντι, δε θα σε ενοχλήσουν τα βογγητά» της είπε σκύβοντας στο αφτί της. Η Μάντι έμεινε ακίνητη στη θέση της, ενώ το αίμα έρεε μέσα της καυτό. Μύριζε το άρωμά του. Αν γυρνούσε προς το μέρος του, θα…. Οι μνήμες της χθεσινής κοροϊδίας ήταν ακόμα νωπές. Αλλά δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Όχι όταν ήταν τόσο κοντά της.
«Γιατί;» τον ρώτησε γλείφοντας τα χείλη της, που είχαν ξεραθεί.

Ο Κρίστοφερ έσκυψε στο λαιμό της και ακούμπησε ένα απαλό φιλί. Και μετά της ψιθύρισε στο αυτί κάτι που έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν.

«Γιατί απόψε τα βογγητά θα είναι δικά σου».

5 σχόλια:

  1. Ορίστε κατάσταση. Η αγωνία είναι το φουλ και θα πρέπει να περιμένω μια μέρα τουλάχιστον για τη συνέχεια. Κατερίνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. an tou "katsei" tha einai polu "eukoli"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. :O :O :O ... ξετσιπωτος!!! (μιαμ μιαμ)
    μαντι κρατησου κοριτσι μου! μπορεις να κανεις τη δυσκολη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πωλίνα, ξέρεις τι έχω πάθει; Αλλα θέλω να γράψω και άλλα γράφω. ΑΠό τις ατελειωτες ώρες που κάθομαι και τον κοιτάω, έχω χαζέψει. Ο ρόλος γράφεται πάνω του. Μου εμπνέει προστυχιά. Τον αγαπώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε νιωθω!σε νιωθω!!!βρηκες τελικα τα gif που κουνιουνται;;

      Διαγραφή