Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 18-πάρτι με...ουίσκι

«Πώς και γύρισες τόσο νωρίς;» ρώτησε η Μάντι μπερδεμένη και κοίταξε το ρολόι της. «Είναι μόλις έξι. Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, αλλά ήθελα να σε προλάβω σπίτι για να συζητήσουμε κάτι σοβαρό» της είπε εκείνος και ακούμπησε τον χαρτοφύλακά του στο γνωστό του σημείο. Ξέσφιξε τη γραβάτα του και έβγαλε το σακάκι του. Η Μάντι πήρε μια βαθιά ανάσα όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Η φευγαλέα εικόνα του στέρνου του μέσα από το στενό πουκάμισο την έκανε να ριγήσει.
«Τι έκανα πάλι;» τον ρώτησε ανυπόμονα. «Είναι για αυτό που συζητήσαμε; Σχετικά με το αν με…σοκάρετε;» τον ρώτησε αγχωμένη. Θα την έδιωχνε; Αυτό ήταν; Θα την έδιωχνε; Θα έπρεπε ξανά να ψάξει για δουλειά και να περάσει ξανά το ίδιο άγχος; ‘Θα ψάξουν τα χαρτιά μου; Θα ζητήσουν λογαριασμό τραπέζης με το όνομα Μάντι Κρένσο;’. Διάολε, γιατί είχε ανοίξει το στόμα της;
«Όχι, Μάντι, ποιος ασχολείται με αυτά;» είπε εκείνος ανυπόμονα και η Μάντι ένιωσε σαν σκουπίδι. Φυσικά. Μόνο εκείνη το σκεφτόταν συνέχεια. Εκείνος είχε προχωρήσει. Τον πήρε από πίσω ενώ εκείνος άνοιγε τη βιβλιοθήκη του και κατέβαζε μερικά βιβλία βιαστικά από τα ράφια. «Απλώς πρέπει να φύγω αύριο για Παρίσι και πρέπει….»
«Πάλι;» της ξέφυγε και εκείνος διέκοψε αμέσως αυτό που έλεγε.
«Πάλι, Μάντι» της είπε αργά κοιτώντας τη στα μάτια λες και την προκαλούσε. Από πού και ως πού τον είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο;
«Αν μπορώ να βοηθήσω, να…» ψέλλισε η Μάντι για να αλλάξει κάπως το θέμα.
«Μπορείς» είπε εκείνος νευρικά. «Έχεις κάτι να κάνεις τις επόμενες μέρες;» τη ρώτησε.
«Έχω κανονίσει να κάνω ένα γενικό και θα έρθει και ο τεχνικός να αλλάξει αυτά τα πλακάκια στο μπάνιο που έσπασαν και έχω και τη γιόγκα μου και έχω κλείσει με τα κορίτσια από το κομμωτήριο να με φωτογραφίσουν και είναι…»
«Να σε φωτογραφίσουν; Ασχολείσαι με το μόντελινγκ;» τη ρώτησε και άρχισε να γελάει δυνατά. Η Μάντι δεν τον είχε ξανακούσει να γελάει τόσο ασυγκράτητα. Είχε θυμώσει μαζί του. Εκείνος σταμάτησε απότομα το γέλιο του και την κοίταξε απορημένος. «Συγγνώμη, σε έθιξα; Απλώς, να…»
«Καταλαβαίνω, Κρίστοφερ» του είπε εκείνη θιγμένη και έκανε να φύγει αλλά εκείνος τη πρόλαβε. Την άρπαξε δυνατά από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν εννοούσα ότι είσαι άσχημη! Προς Θεού» είπε εκείνος, διαβάζοντας τις σκέψεις της. Έδειχνε απόλυτα σοβαρός. «Απλώς νόμιζα ότι είσαι ντροπαλή!» είπε ήρεμα.
«Δεν είμαι ντροπαλή. Απλώς διακριτική επειδή εσύ το ζήτησες!» του είπε σθεναρά. «Και όχι, δεν κάνω μόντελινγκ. Απλώς θα με χτενίσουν και θα μου βγάλουν φωτογραφίες για το άλμπουμ τους. Και τον προηγούμενο μήνα έγινε. Κυκλοφορούσα με έναν περίτεχνο κότσο δύο μέρες. Θυμάσαι; Μάλλον όχι» τον ειρωνεύτηκε. Ήθελε να συμπληρώσει ότι ήταν απίθανο να θυμάται δεδομένου ότι ήταν απασχολημένος με τις μοντέλες, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Δε θυμάμαι κάτι, συγγνώμη» είπε εκείνος αδιάφορα.
«Λοιπόν, πες μου τι θες» είπε εκείνη, απογοητευμένη. Διάφανη, αυτό ήταν για εκείνον. Διάφανη.
«Θέλω να έρθεις τρεις μέρες μαζί μου στο Παρίσι» της είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάει και η Μάντι νόμισε ότι δεν άκουσε καλά.
«Τι είπες;» ψέλλισε.
«Άκουσες νομίζω» είπε εκείνος αυστηρά. Ένιωθε άβολα, προφανώς αμάθητος στο να ζητάει βοήθεια. «Φυσικά μπορείς να αρνηθείς, αλλά θα το εκτιμήσω αν έρθεις, και φυσικά θα πληρωθείς χίλιες επιπλέον λίρες» της είπε.
«Γιατί να έρθω όμως;» τον ρώτησε, ανίκανη να συνειδητοποιήσει τι στο καλό συζητούσαν.
«Νοικιάζω ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι, γιατί πηγαίνω συχνά. Έχω μια ανοιχτή υπόθεση με μια γνωστή εταιρεία τροφίμων και πάω τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Το έχεις καταλάβει φαντάζομαι» της είπε και η Μάντι έγνεψε. «Η κυρία Πίτερσεν ενημερώνει ένα γραφείο και στέλνουν κάποια κοπέλα όταν πηγαίνω αλλά αυτή τη φορά είναι πολύ απρόοπτο και δεν υπάρχει κοπέλα».
«Δεν καταλαβαίνω τι με χρειάζεσαι» του είπε εκείνη.
«Πρέπει να υπάρχει κάποιος σπίτι και να με φροντίζει. Να βρίσκω ένα πιάτο φαγητό και να έχω καθαρά ρούχα. Δε θα έχω χρόνο ούτε να παραγγείλω. Χρειάζομαι κάποιον» της είπε αλλά η Μάντι δεν πείστηκε. Δεν ήταν αρκετοί όλοι αυτοί οι λόγοι. Μήπως…; Μια ελπίδα φώλιασε στην καρδιά της αλλά τα τέρατα του παρελθόντος δεν την άφηναν να χαρεί. Δεν μπορούσε να πετάξει. Το διαβατήριο της δεν έγραφε Μάντι Κρένσο. Ο Κρίστοφερ θα ήθελε να βγάλει εκείνος τα εισιτήρια. Θα έπρεπε ένα δει τα στοιχεία της.
«Δεν μπορώ να έρθω» του είπε απογοητευμένη. «Δεν έχω διαβατήριο» είπε ψέματα. Τι κρίμα. Θα της άρεσε να πάει στο Παρίσι με τον Κρίστοφερ. Αλλά γιατί ένιωθε έτσι; Πότε είχε καταφέρει το αφεντικό της να τρυπώσει μέσα της;
«Δε χρειάζεται» είπε εκείνος και την κοίταξε. «Θα πάμε με το ελικόπτερο της εταιρείας του πελάτη. Είναι στις παροχές» της έκλεισε το μάτι και η Μάντι ένιωσε σαν να ζούσε σε παραμύθι. Από τη στιγμή που είχε έρθει σε αυτό το σπίτι, όλα της τα προβλήματα λύνονταν ως δια μαγείας.
«Εντάξει, τότε» χαμογέλασε χωρίς να καταφέρει να συγκρατηθεί. «Θα δω και το Παρίσι».
«Δεν έχεις ξαναπάει;»
«Δεν έχω ξαναπάει πουθενά» είπε εκείνη και ανασήκωσε τους ώμους.
«Αυτό το τετραήμερο θα είναι λίγο ανάποδα τα πράγματα. Θα είσαι ελεύθερη όλη μέρα και σε χρειάζομαι μόνο για τις λίγες ώρες που θα γυρνάω το βράδυ σπίτι. Θα θέλω να βρίσκω φαγητό και καθαρά ρούχα. Και φυσικά ίσως πρέπει να κάνεις και καναδυό έξτρα πράγματα γιατί η κυρία Πίτερσεν και οι δύο γραμματείς μου είναι πολύ απασχολημένες και δεν μπορεί να έρθει καμία. Αλλά θα έχεις πολύ χρόνο για βόλτες».
Μόνη μου; Σκέφτηκε η Μάντι αλλά δεν το είπε. Στο Παρίσι; Μόνη; Της φαινόταν θλιβερό. Αλλά της έφτανε που θα πήγαινε.
«Εντάξει, Κρίστοφερ. Φαντάζομαι είναι μέρος της δουλειάς μου» του είπε ανάλαφρα. «Θα το γράψω και στο βιογραφικό μου» γέλασε.
«Μάντι, σε ευχαριστώ» της είπε και την κοίταξε πάνω από το βιβλίο που διάβαζε. «Φεύγουμε αύριο στις 11.00, άρα θα φύγουμε από το σπίτι κατά τις εννιά. Το ελικοδρόμιο είναι σχετικά κοντά» είπε και χώθηκε πάλι στις σημειώσεις του.
«Τι να πάρω;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω. Δεν έχει σημασία υποθέτω. Πάρε ό,τι θες».
«Οκέι» είπε και έκανε να φύγει.
«Περιμένω παρέα» της φώναξε αλλά η Μάντι δεν απάντησε. Εννοείται ότι περίμενε παρέα. Ο άνθρωπος ήταν μηχανή του σεξ. Τι ακριβώς ήλπιζε να γίνει στο Παρίσι; Να τρέχουν χέρι-χέρι και να τρώνε κρουασάν; Μάλωσε τον εαυτό της που πίστεψε έστω και για ένα δευτερόλεπτο ότι μπορεί το Παρίσι να ήταν μια δικαιολογία. Λες και ο Κρίστοφερ Χάντερ έπρεπε να πάει μια γυναίκα στο Παρίσι για να την ξελογιάσει. Πόσω μάλλον την οικιακή βοηθό του!

Αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, γιατί ήθελε να ράψει δύο κουμπιά που είχαν φύγει από το πόλο της. Και φυσικά να μαζέψει τη βαλίτσα της! Θα έπαιρνε μαζί της τζιν, μακό, δύο φορέματα και σανδάλια. Δε θα χρειαζόταν τίποτα άλλο. Άλλωστε αν ήθελε κάτι, θα ψώνιζε. Τι στο καλό; Στην πρωτεύουσα της μόδας θα πήγαινε. Ένα ρούχο μπορούσε να το αγοράσει και εκεί.
Το ρολόι της έδειχνε εννιά και τέταρτο όταν άκουσε το κουδούνι, αλλά το αγνόησε. Θα άνοιγε εκείνος στην καλεσμένη του. Έτσι έκανε πάντα. Έτσι ήταν η συμφωνία τους.
«Άνοιξε!» τον άκουσε να λέει και απόρησε. Τι στο καλό; Γιατί ήθελε να ανοίξει εκείνη; Τόσο απασχολημένος ήταν πια;
Η Μάντι κατευθύνθηκε προς την πόρτα ενώ έφτιαχνε τα μαλλιά της σε έναν σφικτό κότσο. Για κάποιο λόγο ένιωσε την ανάγκη να είναι όμορφη.
Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα ένιωσε ηλίθια. Και ένα κύμα αηδίας ανέβηκε στο λαιμό της. Και κόντεψε να την πνίξει. Θα έκανε εμετό. Αυτό ήταν. Θα έκανε εμετό.
«Καλησπέρα» άκουσε τις δύο κοπέλες να της λένε αδιάφορα και έκανε στην άκρη για να περάσουν. Ένιωθε παγωμένη. Γιατί είχε αφήσει το μυαλό της και την καρδιά της να ξεστρατίσουν;
«Καλώς τες» είπε εκείνος βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη. Οι δύο κοπέλες, μια μελαχρινή και μια ξανθιά οπτασία, τον φίλησαν στο μάγουλο.
Δεν μπορεί, σκέφτηκε η Μάντι. Κάτι δεν έχω καταλάβει.

«Έρχομαι σε δύο λεπτά» τον άκουσε να λέει προφανώς στις δυο κοπέλες, των οποίων τα τακούνια ηχούσαν εκκωφαντικά στο ξύλινο δάπεδο της σκάλας, ενώ κατευθυνόταν στην κουζίνα με πεσμένους τους ώμους. Η Μάντι έβαζε λίγο νερό στον βραστήρα όταν τον ένιωσε να μπαίνει στην κουζίνα. Δε γύρισε προς το μέρος του. Δεν ήθελε να την κοιτάξει με εκείνα τα διερευνητικά μάτια του που την έκαναν να νιώθει γυμνή. Ένιωσε το κορμί του να την πλησιάζει, σχεδόν την ακουμπούσε όταν έσκυψε το κεφάλι του και πλησίασε το αυτί της. Η Μάντι πίστεψε ότι θα την φιλήσει. Είχε παγώσει στη θέση της και ένιωθε μέσα της ένα συνονθύλευμα από συναισθήματα. Ζήλια, μίσος, κακία, ασίγαστο πάθος. Και κάτι άλλο, που δεν μπορούσε ακόμα να του δώσει όνομα.

«Δεν μπορεί» της ψιθύρισε εκείνος ενώ με την ανάσα του χάρασσε ένα πύρινο μονοπάτι. «Τώρα θα σε σόκαρα».

2 σχόλια:

  1. Τιιιιι μονοπανοοοοοοο. Χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πάρτι με ουίσκι λεει... αχαχαχα! Φοβερος τίτλος! Αγαπώ κι εσένα συγγραφέα μου κ αυτόν τον αντρα τον πρόστυχο! Georgia

    ΑπάντησηΔιαγραφή