Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 15-Πανσέληνος στον Σκορπιό απόψε, κορίτσια μου. Λυσσάξτε

Η Μάντι σηκώθηκε με λίγο πονοκέφαλο, μάλλον επειδή είχε περάσει όλο το βράδυ στο κρεβάτι να σκέφτεται και να κλαίει. Την είχε πιάσει το παράπονο. Βρισκόταν σε μια ξένη πόλη, μακριά από το σπίτι της και τους λιγοστούς φίλους που είχε. Ήταν νέα. Πολύ νέα ακόμα. Αλλά δεν είχε διασκεδάσει ποτέ με συνομήλικούς της, δεν είχε κάνει τρέλες, δεν είχε ζήσει τον μεγάλο έρωτα. Και τώρα; Τώρα βρισκόταν σε ένα σπίτι που θύμιζε Παράδεισο αλλά ήταν η κόλαση. Και το αφεντικό της ήταν ο σατανάς. Όμορφος και γοητευτικός, αλλά τόσο μα τόσο σκληρός. Αμείλικτος.

Πλύθηκε στα γρήγορα και φόρεσε τζιν και μακό. Είχε πολλή ζέστη πια. Είχε μπει για τα καλά το καλοκαίρι και δε φορούσε εδώ και μερικές μέρες ζακέτα. Εκείνος δεν της είχε πει τίποτα, οπότε υπέθετε ότι δεν τον ενοχλούσε. Τι να τον ενοχλεί δηλαδή; Δεν έδειχνε να την κοιτάει και ποτέ προσεκτικά. Αν έβαζε το τηλεκοντρόλ στο κέντρο του τραπεζιού αντί για την άκρη, αυτό ναι. Το παρατηρούσε.

Μπήκε στην κουζίνα την ώρα που ο δείκτης του ρολογιού έδειχνε οκτώ και ένα λεπτό. Ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό της αλλά δεν κατάλαβε αν είχε πυρετό και δεν ήξερε αν στο σπίτι υπήρχε και πού ήταν το θερμόμετρο. Βγήκε στον κήπο νυχοπατώντας για να μην ξυπνήσει τα πιτσουνάκια με σκοπό να συνομιλήσει λίγο με τον Αλεξ. Ο Αλεξ ερχόταν Δευτέρα και Πέμπτη και σήμερα θα ερχόταν και ο Χοσέ για την πισίνα. Είχε ετοιμάσει ένα μικρό δίσκο με τυρόπιτα, καφέ και τσάι και τον ακούμπησε σε ένα τραπέζι κοντά στην τριανταφυλλιά.
«Κορίτσι, τι έχεις σήμερα;» τη ρώτησε ο Αλεξ και την κοίταξε διερευνητικά πριν καν της πει «γεια».
«Λίγο κουρασμένη είμαι μόνο» του είπε ψέματα και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα του ενώ εκείνος κλάδευε ένα θάμνο.
«Γιατί δεν το λες στο αφεντικό να πάρεις λίγη άδεια; Εγώ πέρσι αρρώστησα και έκατσα δύο βδομάδες στο κρεβάτι και δεν μου είπε τίποτα» της είπε εκείνος. Η Μάντι κατάλαβε ότι δεν ωφελούσε να του εξηγήσει. Έδειχνε απόλυτα αφοσιωμένος στο αφεντικό του.
«Όχι, όχι, καλά είμαι» του είπε ενώ απολάμβανε τις αχτίδες του ηλίου πάνω στο δέρμα της. Σήμερα δε θα έκανε πολλές δουλειές. Δεν ήθελε να είναι και πολύ μέσα στο σπίτι και να τους δει να κατεβαίνουν μέσα στα μέλια. Είχε πλύνει, είχε σιδερώσει, είχε σκουπίσει και σφουγγαρίσει. Το μόνο που είχε να κάνει σήμερα ήταν να μαγειρέψει κάτι και να αλλάξει τα σεντόνια του. Μπλιαχ.
«Α να! Ήρθε και ο Χοσέ» είπε ο Αλεξ και έδειξε τον νεαρό Ισπανό που εκείνη την ώρα περνούσε από την πόρτα. Φορούσε σορτς και σαγιονάρες και είχε μαυρίσει ήδη από τις αρχές της άνοιξης. Ήταν και αυτός πολύ συμπαθητικός και έδειχνε να του αρέσει η δουλειά του.
«Γεια σας, παιδιά» είπε και ακούμπησε τον εξοπλισμό του δίπλα στην Μάντι. «Θα τσιμπήσω λιγάκι» είπε και έφαγε λίγη τυρόπιτα. «Θα κάτσεις μαζί μας;» τη ρώτησε χαρούμενος.
«Έτσι έλεγα. Δεν έχω πολλά να κάνω  στο σπίτι και δε θέλω να μπλέκομαι στα πόδια του κυρίου Χάντερ όταν είναι εδώ» τους είπε και ήλπισε να μην της κάνουν πολλές ερωτήσεις.
«Κατάλαβα» χαμογέλασε πονηρά ο Αλεξ. «Έχει φέρει παρεούλα το αφεντικό;» έκλεισε το μάτι στο Χοσέ και γέλασαν. «Είναι μεγάλος παίχτης!» είπε και συνέχισαν να γελάνε. Η Μάντι έκανε μια γκριμάτσα άθελά της.
«Έλα τώρα, Μάντι» την ψευτομάλωσε ο Χοσέ. «Μη μας πεις τώρα κι εσύ ότι  χρειάζεται μια σοβαρή κοπέλα στο πλάι του που να τον αγαπάει» είπε και κοίταξε με νόημα τον Αλεξ. Γέλασαν ξανά.
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Μάντι απορημένη.
«Ε να…»  είπε ο Χοσέ, ο οποίος είχε εντωμεταξύ σηκωθεί και έβγαζε από το σακίδιό του μερικά εξαρτήματα. «Η προηγούμενη κοπέλα, η Ρόζα, είχε τσιμπηθεί με το αφεντικό και μας έλεγε ένα σωρό μπαρούφες. Ότι το αφεντικό πρέπει να σοβαρευτεί και να βρει μια κοπέλα να νοικοκυρευτεί» της είπε. «Μα γίνονται τώρα αυτά;» γέλασε εκείνος. «Αφήνεις τον ποδόγυρο για να νοικοκυρευτείς; Ειδικά αν είσαι ωραίος και πλούσιος;» κάγχασε. Η Μάντι συμφώνησε μαζί του. Ήταν άσχημο όλο αυτό που άκουγε, αλλά ήταν αληθινό. Ο λύκος δεν αλλάζει τριχιά. Λυπόταν μόνο την Ρόζα. Ποιος ξέρει πού θα ήταν τώρα και αν της είχε περάσει αυτό που είχε νιώσει για το άκαρδο αφεντικό της.
«Μάντι, είσαι σίγουρα καλά; Είσαι λίγο κόκκινη» της είπε ο Άλεξ όταν έμειναν ξανά μόνοι.
«Ναι, ναι, καλά είμαι» του είπε εκείνη και σηκώθηκε λιγάκι για να πάει να φέρει λίγη δροσερή λεμονάδα. Ζεσταινόταν πολύ. Σκόνταψε όμως και προσγειώθηκε στην αγκαλιά του Αλεξ, ο οποίος την έσφιξε δυνατά πάνω του για να τη σταθεροποιήσει.

«Μάντι!» άκουσε μια φωνή πίσω της. Μια φωνή που ήξερε πολύ καλά σε ποιον ανήκε. Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει. Δεν μπορούσε να αντικρίσει το βλέμμα του. «Έλα εδώ» της είπε επιτακτικά λες και ήταν σκυλί. Η Μάντι ζήτησε συγγνώμη από τον Αλεξ και πλησίασε το αφεντικό της. Φορούσε σορτσάκι και φανελάκι και ήταν πραγματικά κούκλος. Αλλά, για ακόμη μία φορά, ήταν έξαλλος. Μόλις μπήκαν στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα πίσω του άρχισε αμέσως την επίθεση.
«Σε πληρώνω για να δουλεύεις, όχι για να χαριεντίζεσαι με τους εργάτες» της είπε σοβαρά.
«Δε χαριεντιζόμουν» του είπε κι εκείνη έντονα. Την είχε θίξει. «Πήγα να πέσω και με έπιασε. Ο Αλεξ είναι κύριος» του είπε όλο νόημα.
«Ο Αλεξ και ο κάθε Αλεξ ψάχνει αφορμή να σου βάλει χέρι» της είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.
«Δεν είναι όλοι οι άντρες ίδιοι» του είπε, προκαλώντας τον.
«Υπονοείς ότι ψάχνω αφορμή να σου βάλω χέρι;» τη ρώτησε χαμογελώντας ψυχρά. Η Μάντι ζαλίστηκε λιγάκι και ακούμπησε σε μια καρέκλα.
«Όχι, Κρίστοφερ. Αλλά αφού αυτό σκέφτηκες, κάτι θα σημαίνει» του είπε προκλητικά. Μα τι έκανε; Γιατί έπαιζε με τη φωτιά;
«Μάντι, την είδες καλά την Λουίζα;» της είπε και γέλασε.
«Ναι» απάντησε ψυχρά η Μάντι.
«Νομίζω ότι καταλαβαίνεις τι μπορώ να έχω…» της είπε προσβλητικά και αφού η Μάντι δεν απάντησε, συνέχισε. «Σε ψάχνω δέκα λεπτά να μας φτιάξεις πρωινό. Η Λουίζα έχει φωτογράφιση και πρέπει να φάει λιγάκι» της είπε.
«Δεν ήθελα να ενοχλήσω και γι αυτό βγήκα έξω» του είπε, απολογητικά.
«Δε μας ενοχλείς. Δε σε ακούμε πάνω» είπε εκείνος. «Είναι δυνατόν όμως να προσπαθώ να σε βρω για να μας φτιάξεις κάτι να φάμε και να είσαι στον κήπο αραχτή και να σαλιαρίζεις με τον Αλεξ;» τη μάλωσε.
«Θα σας ανεβάσω τον δίσκο σε πέντε λεπτά» είπε εκείνη χωρίς να απαντήσει.
«Θα περιμένω να τον πάρω εγώ» της είπε.

Η Μάντι ένιωθε τις αισθήσεις της να φλέγονται όση ώρα τον είχε στην κουζίνα να περιφέρεται μέχρι να ετοιμάσει φέτες με βούτυρο και μέλι, κρουασάν, κρύο τσάι και κέικ. Εκείνος πήρε το δίσκο στα χέρια του και η Μάντι παρατήρησε τους μυς του να σφίγγονται από την κίνηση. Προσπάθησε να απωθήσει τις σκέψεις που της ήρθαν στο μυαλό.
«Μάντι, ελπίζω να μη σε σοκάρω με τον τρόπο ζωής μου» της είπε εκείνος και η Μάντι χαμογέλασε ήρεμα.

«Κάθε άλλο, Κρίστοφερ» του είπε με απίστευτη άνεση. Και μετά του γύρισε την πλάτη.

2 σχόλια:

  1. Akou ekei "thn eides kala thn louiza?"nai re file exw dei allh mia fora ston zwologhko khpo,mono pou ekeinh h kamhlopardalh htan pio prosith....poso prosvlhtikos einai,mias kai diavazei polu den diavazei ligo to pws prepei na feretai....
    Maria

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Nai ontos...poli kako e? xaxaxaxaxa! Kalo afto me tin kamilopardali!

      Διαγραφή