Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 14-Μιλάγκρος η Ατίθαση. Καμία σχέση

Η Μάντι αηδίασε. Πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα να πεταρίζει έτσι τις βλεφαρίδες της; Έλεος! Ζούσαν στον 21ο αιώνα. Ποιος άντρας χρειαζόταν τόση υποκρισία για να…φτιαχτεί; Και κυρίως, τι ανάγκη είχε η Λουίζα Τσέστερ να νιαουρίζει έτσι; Αυτή είχε όποιον άντρα ήθελε στα πόδια της. Ήταν άλλωστε η νούμερο ένα ηθοποιός του Χόλιγουντ αυτή την περίοδο. Και δεν ήταν μόνο εξαίσια όμορφη, με τέλεια χαρακτηριστικά και αψεγάδιαστο σώμα. Ήταν και συμπαθητική ηθοποιός. Δεν το πίστευε ότι την έβλεπε μπροστά της. Και σε μια τόσο…προσωπική στιγμή.

«Έρχομαι είπα, γλυκιά μου» είπε εκείνος χαμογελώντας αλλά ο τόνος του έκανε την Μάντι να καταλάβει ότι θύμωσε λιγάκι με την επιμονή της άλλης γυναίκας.
«Και σε παρακαλώ» είπε εκείνη ναζιάρικα «πες στην κοπέλα να μου φέρει λίγο ανθρακούχο νερό με μια φέτα λάιμ. Όχι λεμόνι, παρακαλώ. Λάιμ. Αν δεν έχετε, καλύτερα τίποτα» είπε θεατρινίστικα. Η Μάντι έμεινε καρφωμένη στη θέση της και δεν μίλησε. Παρόλο που ήθελε να γυρίσει προς την μεγάλη και τρανή εκπρόσωπο της 7ης τέχνης και να της θυμίσει ότι στεκόταν μπροστά της και δε χρειαζόταν να βάλει τον Κρίστοφερ να της απευθυνθεί. Και, Θεέ μου, πόση έπαρση! Άκου νερό με λάιμ, και αυστηρά όχι λεμόνι. Είχαν δίκιο τα περιοδικά. Ήταν όντως τρελή. Κάποτε είχε γραφτεί ότι ζητούσε στα καμαρίνια της μόνο λευκές τουλίπες και αν κάποιος πήγαινε άλλο λουλούδι το πέταγε έξω. Η Μάντι τότε δεν το είχε πιστέψει. Τώρα το πίστευε.
Με την άκρη του ματιού της είδε την άλλη γυναίκα να ανεβαίνει τα σκαλιά αργά και κουνώντας τους γοφούς της τόσο αισθησιακά που θα κόλαζε και άγιο. Το αφεντικό της όμως δεν κοιτούσε τα οπίσθια της ερωμένης του. Δυστυχώς. Κοιτούσε εκείνη με έναν τρόπο που δεν της άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Ήταν ακόμα πολύ εκνευρισμένος. Κατέβασε το κεφάλι. Δεν μπορούσε να αντέξει το οξύ βλέμμα του. ‘Εκαιγε το δέρμα της. Πονούσε που δεν μπορούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της. Να τα βροντήξει και να φύγει. Την είχε ανάγκη αυτή τη δουλειά.

«Είδες; Είδες τι έκανες;» τη ρώτησε με μάτια που πετούσαν φωτιές. «Σου είχα πει ότι θέλω διακριτικότητα. Δεν ήθελα να ξέρεις με ποια είμαι. Είναι επικίνδυνο. Είναι επώνυμη» είπε και έδειξε αφηρημένα προς τα επάνω. «Και αντί για διακριτικότητα, επιστρέφω σπίτι μου και τι αντικρίζω; Το Studio 54» κάγχασε.
«Κύριε, νόμιζα ότι σας έχω πείσει για τη διακριτικότητά μου και την εχεμύθειά μου» του είπε εκείνη ήρεμα. «Έχω μετρήσει πάνω από 8 διαφορετικές γυναίκες» του είπε. «Δεν έχει διαρρεύσει κάτι από μένα».
«Ναι, αλλά δεν είχες δει ΠΟΙΕΣ είναι, Μάντι» της είπε και η Μάντι έγνεψε θετικά. Είχε δίκιο. «Θέλω να μου πεις ότι δε θα επαναληφθεί αυτό ποτέ» της είπε ήρεμα. Φαινομενικά. «Δε θα περιφέρεσαι άσκοπα τα απογεύματα, παρά μόνο αν σου το ζητήσω εγώ».
«Μα, κύριε, νόμιζα ότι επειδή λείπατε καιρό…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί η Μάντι αλλά δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Τι να του έλεγε; Ότι ήλπιζε ότι θα ήθελε να τη δει αμέσως; Ήταν προφανές ότι το «ανυπομονώ» του προοριζόταν για το σπίτι του, την εργένικη ζωή του, και όχι εκείνη.
«Και σταμάτα να τρέμεις σαν το ψάρι, διάολε!» ούρλιαξε εκείνος και η Μάντι έκανε ξανά ένα βήμα πίσω. Το χέρι της τινάχτηκε ελάχιστα αλλά το άφησε να πέσει. Δε χρειαζόταν να αμυνθεί. «Δε θα σε χτυπήσω» φώναξε εκείνος, αλλά η Μάντι δε χαλάρωσε. «Τι στο καλό έχεις πάθει; Κάθε φορά που φωνάζω ή σε πλησιάζω κλείνεις τα μάτια ενστικτωδώς» την πλησίασε. «Αλλά δεν μπορώ να μην εκφράζω και τον θυμό μου για να μη σε τρομάζω» είπε εκείνος.
«Όχι, κύριε, έχετε δίκιο» του είπε και κατέβασε ξανά το κεφάλι. «Λυπάμαι πολύ και ελπίζω να μην σας απογοητεύσω ξανά» ολοκλήρωσε την απολογία της η Μάντι, μπροστά στον Μεγάλο Κριτή.
«Η επόμενη φορά που θα με απογοητεύσεις, Μάντι, θα είναι και η τελευταία» της είπε εκείνος μετά από μία ατελείωτη σιωπή. Η Μάντι ένιωσε την καρδιά της έτοιμη να σπάσει. Τα νεύρα της είχαν γίνει ένας κόμπος και είχε την επιθυμία να του χιμήξει και να τον πονέσει όσο την πονούσε αυτή τη στιγμή. Αλλά δεν μπορούσε. Είχε κάποιο μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό, αλλά αυτή τη στιγμή το αφεντικό της είχε ξεπεράσει τα όρια.
«Και φυσικά θα πληρωθείς λιγότερο αυτό το μήνα» είπε εκείνος υπεροπτικά και της γύρισε την πλάτη. Η Μάντι έμεινε εκεί, με τους ώμους γερμένους μπροστά, ανίκανη να στηρίξει το ίδιο της το βάρος. Πόσο ηλίθια ήταν; Έναν περιορισμό της είχε βάλει κι εκείνη τον παρέβη. Ρίσκαρε τη μόνη δουλειά που μπορούσε να τη σώσει από το μαρτύριο που ζούσε. Γιατί δεν μπορούσε να υπακούσει μερικές απλές εντολές; Σήκωσε το χέρι της αργά, για να τακτοποιήσει μηχανικά τα μαλλιά της. Εκείνος είχε ανέβει πάνω και μάλλον τώρα θα φιλούσε τη Λουίζα. Την τέλεια Λουίζα. Θα τη φιλούσε ήρεμα, ίσως και παθιασμένα, θα τη χάιδευε, θα περνούσε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά της, θα την οδηγούσε στο κρεβάτι, αγκαλιά, ίσως και από το χέρι. Οι εικόνες την έκαναν να ανατριχιάζει.

Έσυρε βαριά βήματά της μέχρι την κουζίνα. Χρειαζόταν μερικά λεπτά για να φτιάξει ένα τσάι και να το πάρει στο δωμάτιό της. Είχε ετοιμάσει φαγητό για αύριο και τα είχε όλα έτοιμα. Δε θα έβγαινε από το δωμάτιό της. Αύριο ήταν Πέμπτη και εκείνος δε θα πήγαινε δουλειά. Όλη την Πέμπτη θα την περνούσε στο σπίτι του. Στο κρεβάτι με τη Λουίζα. Άρα δεν ήταν κουρασμένος. Απλώς ήθελε να περάσει χρόνο μαζί της. Αυτός που δεν έπαιρνε άδεια ούτε όταν ήταν άρρωστος. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Σίγουρα δεν ήταν αυτός που της έστελνε τα μηνύματα πριν από λίγες μέρες. Αυτός που τη ρωτούσε αν μάκρυναν τα μαλλιά της και την μάλωνε που τον αντιμετώπιζε με τόση επισημότητα.

Έριξε το καυτό νερό σε ένα υπέροχο ροζ φλυτζάνι που είχε αγοράσει μόνη της και είχε βάλει στο δίσκο μερικά μπισκότα με σκοπό να κλειστεί στο δωμάτιό της όταν τον άκουσε να εισβάλει στην κουζίνα. Ο δίσκος κλυδωνίστηκε στα χέρια της αλλά δεν τον ακούμπησε κάτω. Του χαμογέλασε νευρικά και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της αλλά εκείνος δεν έδειχνε να θέλει να βάλει τελεία στο προηγούμενο επεισόδιο. Η Μάντι ακούμπησε το δίσκο στο γραφείο της ενώ εκείνος κοιτούσε τριγύρω του με ενδιαφέρον λες και ήταν σε μουσείο.
«Τι έχεις εσύ; Μου λες;» τη ρώτησε θυμωμένος αλλά δε φώναζε πια. Η Μάντι τον κοίταξε απορημένη. Τι είχε κάνει πάλι; «Είχα δίκιο πριν, αλλά το παράκανα. Το κατάλαβα με το που έμεινα για λίγο μακριά σου. Κάτι πάνω σου…χάνω τον έλεγχο…δεν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει» της είπε και άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω στον περιορισμένο χώρο. «Σου φώναξα άδικα και αυτό που είπα για το μισθό σου…περίμενα να αντιδράσεις. Δεν το έκανες. Γιατί; Τόσο ανάγκη την έχεις αυτή τη δουλειά ή είσαι τόσο φοβισμένη που δεν μπορείς να ορθώσεις το ανάστημά σου;»
Η Μάντι ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και έφαγε ένα μικρό κουλουράκι. Δεν τολμούσε να απαντήσει. Μια κουβέντα, μια συλλαβή και θα έβαζε τα κλάματα. Δεν άντεχε άλλο. Και κυρίως δεν άντεχε να τον βλέπει μέσα στο δωμάτιό της. Εκεί μέσα ήταν τον καταφύγιο της. Τώρα είχε εισβάλει και είχε…μαρκάρει τον χώρο του.
«Μίλα μου» είπε εκείνος ήρεμα, αλλά σταθερά. «Πες κάτι». Η Μάντι τον κοίταξε και ήξερε ότι έκανε λάθος. Τα μάτια του έλαμπαν και ήταν τόσο όμορφος που την έκανε να ξεχνάει πόσο θυμωμένη ήταν μαζί του.
«Κύριε Χάντερ…» ξεκίνησε η Μάντι αλλά τη διέκοψε.
«Κρίστοφερ. Όταν είμαστε οι δυο μας, Κρίστοφερ» της είπε σταθερά.
«Κρίστοφερ» είπε εκείνη αργά, παίζοντας με τη λέξη στο στόμα της και παρατηρώντας τη φλέβα στο λαιμό του να τρεμοπαίζει στο άκουσμα του ονόματός του από εκείνη «δε χρειάζεται να ανησυχείς, είχες δίκιο και είχα άδικο. Απλώς φώναξες λίγο παραπάνω» του είπε ήρεμα. Τα είχε καταφέρει και δεν είχε κλάψει. Απλά έπρεπε να παίρνει βαθιές ανάσες και να μην πολυανοιγοκλείνει τα μάτια της.
«Λίγο παραπάνω;» κάγχασε εκείνος. «Ακόμα κι εγώ» της είπε σηκώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό «που είναι δουλειά μου να υπερβάλω, κατάλαβα ότι την έχασα την μπάλα» της είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν μπορώ να ελέγξω το θυμό μου, μόνο με σένα συμβαίνει, νιώθω την επιθυμία να σε εκμεταλλευτώ, δεν ξέρω, τι στο καλό μου συμβαίνει;» της είπε και άρχισε ξανά να περπατάει πάνω κάτω.
Η ιστορία της ζωής μου, σκέφτηκε η Μάντι. Άλλος ένας άντρας που νιώθει την ανάγκη να με εκμεταλλευτεί. Τουλάχιστον τούτος εδώ το παραδέχεται, σκέφτηκε.
«Κι εσύ κάθεσαι εκεί, τέλειο θύμα, και δεν λες κουβέντα. Και το βλέπω ότι με τρέμεις, και αντί να κάνω πίσω, μισώ τους άντρες που φέρονται έτσι, σου επιτίθεμαι ακόμα περισσότερο. Αλλά πρέπει κι εσύ να μιλήσεις, να πεις κάτι. Παίξε επίθεση, πώς έφτασες 24 χρόνων με αυτή τη συμπεριφορά; Ποιος σε βοηθούσε;» τη βομβάρδισε με ερωτήσεις αλλά δεν μπορούσε να του απαντήσει. Αυτά τα ερωτήματα την έκαιγαν καθημερινά. Γιατί επέτρεπε στον κόσμο να την ποδοπατά; Είχε ανάγκη τα χρήματα αλλά δε χρειαζόταν όλο αυτό το…δράμα.
«Δε νιώθω την ανάγκη να με προστατεύσει κανείς» του είπε, χωρίς να απαντάει σε καμία από τις ερωτήσεις του ουσιαστικά.
«Καταλαβαίνεις σε τι κίνδυνο βρίσκεσαι; Είσαι έρμαιο στο θυμό του οποιουδήποτε. Ήμουν παράλογος, διάολε! Ψέλλισες μερικές βλακείες και κατέβασες τα μάτια. Και το ίδιο κάνεις και τώρα. Σήκωσε το κεφάλι σου» της είπε.
«Πάλι είστε παράλογος» του είπε χαμογελώντας νευρικά.
«Λογικά παράλογος» ανταπέδωσε εκείνος.
«Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο» του είπε.
«Υπάρχει αφού το λέω εγώ» είπε εκείνος αυταρχικά.
«Μάλιστα, αυτοκράτορα» είπε εκείνη, με συγκρατημένη ειρωνεία.
«Έτσι μπράβο. Κάτι είναι κι αυτό» της είπε. Την είχε δοκιμάσει. «Υπάρχει ελπίδα».
«Κρίστοφερ, θα σε περιμένει η φίλη σου» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της.
«Είμαι εκεί που θέλω να είμαι, Μάντι» της είπε και εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα. Τι ακριβώς της έλεγε; Τα μάτια του…έδειχναν ζεστά. Μήπως…
«Τι…τι εννοείς;» ρώτησε απαλά εκείνη.

«Ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσω την κατάσταση μεταξύ μας πριν πάω να χαλαρώσω» της είπε εκείνος βεβιασμένα και αφού της χάιδεψε το κεφάλι όπως θα έκανε σε ένα χαριτωμένο σκυλάκι, έφυγε από το δωμάτιο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου