Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 13-συγκρουόμενα "Τα Αηδονάκια"

Η Μάντι είχε διαλέξει για σήμερα ένα σκούρο μπλε μπλουζάκι αλλά δεν φορούσε ζακετάκι γιατί είχε πολλή ζέστη και δεν ήθελε να ιδρώσει. Όταν ερχόταν το αφεντικό της, θα το φορούσε εκείνη την ώρα. Είχε αφήσει τα μαλλιά της κάτω για να μην τα φθείρει, τουλάχιστον τώρα που ήταν ακόμα φρεσκοκομμένα και θα τα μάζευε και αυτά τελευταία στιγμή, γιατί ο Χάντερ είχε γκρινιάξει που τα είχε κόψει «τόσο πολύ». Στην πραγματικότητα δεν τα είχε κόψει πολύ, μόνο δύο δάκτυλα, αλλά είχαν μαζέψει, σαν ελατήρια που ξελάφρωσαν από κάποιο βαρίδι.

Για βραδινό είχε φτιάξει μοσχάρι με μανιτάρια και άγριο ρύζι στον ατμό. Είχε επίσης φτιάξει μια απλή κρέμα καραμελέ και είχε γεμίσει το ψυγείο με φρούτα σε περίπτωση που ήθελε κάποιο χυμό εκείνος. Τα είχε όλα έτοιμα κατά τις εφτά το απόγευμα και τον περίμενε. Είχε καθίσει στον καναπέ παρέα με μερικά περιοδικά, είχε ανοίξει την τεράστια τηλεόραση και είχε βάλει ένα μουσικό κανάλι. Και τον περίμενε. Και όσο τον περίμενε, προσπάθησε να απωθήσει τα ερωτηματικά που τριβέλιζαν το μυαλό της. Γιατί τον περίμενε με τόση ανυπομονησία; Γιατί ένιωθε έτσι;

Το μόνο σίγουρο ήταν ότι της άρεσε. Αλλά αυτό ήταν «αναπόφευκτο» όπως θα έλεγε κι εκείνος! Χαμογέλασε. Πόση αυτοπεποίθηση πια! Αλλά όχι και άδικα. ‘Ήταν τόσο όμορφος που σου έκοβε την ανάσα. Κυριολεκτικά. Κάθε φορά που τον κοιτούσε η καρδιά της έχανε ένα χτύπο. Τόσες μέρες που έλειπε, κοιτούσε τις φωτογραφίες του μέσα στη βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα είχε και άλμπουμ με φωτογραφίες από την οικογένειά του. Είχε αδερφό; Δεν το ήξερε. Και η μητέρα του έδειχνε πολύ εξωτική. Σαν ξένη. Ο πατέρας του πρέπει να ήταν πολύ γοητευτικός. Ο Κρίστοφερ έμοιαζε αρκετά και στους δύο αλλά είχε πάρει την ομορφιά των γονιών του και την είχε φτάσει σε άλλα επίπεδα.

Δεν ήταν ερωτευμένη ή κάτι τέτοιο. Όχι, προς Θεού. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από την πανωλεθρία την οποία υπέστη και είχε ορκιστεί στον εαυτό της να μην αφεθεί πάλι έρμαιο ενός άντρα. Απλώς εκείνος το έκανε δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Η απόλυτη ομορφιά, η ανεπιτήδευτη ευγένεια, τα δώρα, τα αβίαστα κομπλιμέντα.  Διάολε, αν δεν έβαζε φρένο στις σκέψεις της σε λίγο καιρό θα ήταν αβάσταχτο να δουλεύει στο σπίτι του.

Πήγε στην κουζίνα για να βγάλει μια κατσαρολίτσα όπου έβραζε κάτι πατάτες από τη φωτιά. Μάζεψε λίγο τα περιοδικά πριν πάει, αλλά δυνάμωσε τη μουσική ώστε να την ακούει από την κουζίνα. Και άρχισε να μουρμουρίζει ένα ρυθμικό τραγούδι και να λικνίζεται στην κουζίνα μέχρι που ξεφλούδισε τις πατάτες και τις έλιωσε σε έναν αφράτο πουρέ.

«Μάντι! Μάντι!» άκουσε την φωνή του από πίσω της και αναπήδησε. Η κουτάλα τής έπεσε από το χέρι και έκανε θόρυβο στο πάτωμα. Γύρισε και τον κοίταξε τρομαγμένη, αλλά το ύφος του την έκανε να παγώσει. Τι είχε γίνει; Τον είδε να βγαίνει εκνευρισμένος από την κουζίνα και να κατευθύνεται στο σαλόνι έξαλλος. Πήρε το τηλεκοντρόλ και έκλεισε την τηλεόραση. Και μετά γύρισε προς το μέρος της.
«Τι στο καλό συμβαίνει εδώ μέσα; Κάνεις πάρτι;» της φώναξε δυνατά και η Μάντι κατέβασε το κεφάλι. «Αυτά κάνεις όταν λείπω; Μήπως να αγοράσουμε και μια ντισκομπάλα;» την ειρωνεύτηκε.
«Κύριε, συγγνώμη, απλώς μαγείρευα και ήθελα λίγη παρέα» του είπε με το κεφάλι κατεβασμένο η Μάντι. Ντρεπόταν πάρα πολύ.
«Έχω έρθει μερικά λεπτά τώρα και ουρλιάζω τόση ώρα αλλά εσύ…άφαντη» της είπε κουνώντας το δάχτυλο λες και ήταν διευθυντής οικοτροφείου. Έδειχνε και ήταν πολύ εκνευρισμένος.
«Και τελοσπάντων, αν έχεις τόση ανάγκη για…ψυχαγωγία, δεν μπορείς να κρατήσεις τουλάχιστον τα προσχήματα; Ήξερες ότι έρχομαι. Δεν μπορούσες να είσαι πιο…προσεκτική;» τη ρώτησε και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος, δείχνοντας ότι περίμενε απάντηση.
«Κύριε, σας περίμενα μία ώρα μετά. Δεν ήθελα να σας εκνευρίσω. Και δεν είναι ούτε η τρίτη φορά που ανοίγω την τηλεόραση. Ειλικρινά» του είπε ανοίγοντας τα μάτια της διάπλατα, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να την πιστεύει.
«Αν είναι δυνατόν!» της είπε και άρχισε να βηματίζει εκνευρισμένος πάνω κάτω στην κουζίνα. ‘Έδειχνε κουρασμένος, αλλά παρέμενε απόλυτα σέξι μέσα στο στενό τζιν και το μακό του. Παρόλο που αυτή τη στιγμή έδειχνε να θέλει να τη σκοτώσει. «Να γυρνάω σπίτι μου και να βρίσκω αυτό το όργιο» της είπε δείχνοντας προς το σαλόνι. Φώναζε δυνατά και η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω. «Τι εικόνα είναι αυτή; Δεν σου έχω πει ότι το απόγευμα δε θέλω να περιφέρεσαι άσκοπα; Αν ερχόταν κάποιος; Τι θα έκανες; Θα τον έβαζες να σου κάνει παρέα στο χορό;» την ειρωνεύτηκε.
«Κύριε Χάντερ, υπερβάλλετε» του είπε ψιθυριστά. Ειλικρινά είχε χάσει λιγάκι το μέτρο. Εκείνος έφυγε από την κουζίνα και επέστρεψε στο σαλόνι. Πού ήταν η βαλίτσα του άραγε; «Εγώ…δεν…συγγνώμη» του είπε κι εκείνη τη στιγμή είδε το βλέμμα του να ξεμακραίνει από το δικό της. Κοιτούσε από πίσω της και χαμογελούσε. Και τότε γύρισε κι εκείνη. Και αντίκρισε μια γυναίκα. Η οποία κατέβαινε τις σκάλες. Ψηλή και ξανθιά. Ντυμένη με ένα υπέροχο λευκό φόρεμα που μόνο πάνω της θα μπορούσε να πηγαίνει τόσο τέλεια.

«Λουίζα, έρχομαι σε λίγο, γλυκιά μου» είπε εκείνος. Μάλλον είχε έρθει μαζί της και εκείνη είχε ανέβει πάνω να φρεσκαριστεί.
«Μην αργείς» του είπε η κοπέλα σουφρώνοντας τα χείλη.



1 σχόλιο:

  1. ααααα εχω αρχιζει να νευριαζω πολυ μαζι του....ακους εκει να της φωναζει ΞΑΝΑ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή