Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 11-συννεφάκια made in China

Ένα μήνα αργότερα, η Μάντι είδε το αφεντικό της να επιστρέφει σπίτι μετά από μία βδομάδα στην Κίνα. Φαινόταν κατάκοπος και κάπως αδυνατισμένος αλλά μπορεί να ήταν και η ιδέα της. Τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να νιώθει πολύ άνετα στην έπαυλη Χάντερ και ανεξάρτητα με το αν ήταν εκεί το αφεντικό της ή όχι, εκείνη είχε βρει ένα σωρό ευχάριστες δραστηριότητες για να περνάει το χρόνο της και να ξεχνάει τις έγνοιες της. Έκανε γιόγκα, μάθαινε πλέξιμο και μία φορά τη βδομάδα έκανε μαθήματα μαγειρικής. Όχι ότι ο Χάντερ πρόσεχε τι του σέρβιρε. Σπάνια έτρωγε στο σπίτι και όταν έτρωγε, έτρωγε χωρίς πολλά πολλά σχόλια.

Οι γυναίκες εντωμεταξύ πήγαιναν και έρχονταν. Εκτός από αυτές που έβλεπε στα περιοδικά στο πλάι του σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ήταν κι αυτές που κάθε βράδυ παρήλαυναν από το σπίτι. Δεν είχε δει καμία, παρά μόνο μια λεπτή φιγούρα κατά λάθος ένα βράδυ που άκουσε έναν ήχο και βγήκε στο σαλόνι να δει τι ήταν και είδε το αφεντικό της να φιλάει μια ξανθιά γυναίκα, που της έμοιαζε σχετικά γνωστή, και μετά να την ανεβάζει αγκαλιά στο δωμάτιό του. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται αυτή τη σκηνή, αλλά δυστυχώς επέστρεφε σαν σκέψη στο μυαλό της ξανά και ξανά και για κάποιο λόγο δεν την άφηνε να ησυχάσει.

«Γεια σου, Μάντι» είπε εκείνος αδιάφορα και ανέβηκε πάνω για να αφήσει τη βαλίτσα του. Όταν κατέβηκε, πήγε κατευθείαν στην κουζίνα και έβαλε λίγο τσάι.
«Θέλω να βάλω το γαλάζιο πουκάμισο με τις λευκές ρίγες απόψε. Έχω ένα δείπνο» της είπε χωρίς να την κοιτάει και η Μάντι σκέφτηκε ότι είναι πολύ αγενής. Ακόμα δεν ήρθε και άρχισε τις διαταγές. Βέβαια, τι περίμενε; Να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει;
«Το γαλάζιο το πουκάμισο με τις λευκές ρίγες το πλένω τώρα» του είπε τρομοκρατημένη. «Δεν ξέρω αν θα είναι έγκαιρα στεγνό και σιδερωμένο».
«Μια βδομάδα έλειπα, διάολε!» είπε και βρόντηξε το χέρι του στο τραπέζι εκείνος. Η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω. Μισούσε τις φωνές. Δεν μπορούσε πάλι να ζήσει τα ίδια. «Γιατί δεν είναι πλυμένα τα ρούχα μου; Τι ακριβώς πληρώνεσαι να κάνεις;» τη ρώτησε και σηκώθηκε απότομα. Η Μάντι απομακρύνθηκε κι άλλο. Ήταν τόσο ψηλός, πάνω από ένα και ενενήντα και έκανε την κουζίνα να φαίνεται μικροσκοπική.
Θεέ μου, ας μη θυμώσει κι άλλο, προσευχήθηκε η Μάντι.
«Είχε…είχε χαλάσει το πλυντήριο και μόλις σήμερα ήρθε το καινούργιο» του είπε με κατεβασμένο το κεφάλι. «Δεν ήξερα…πότε θα έρθετε…έβαλα αμέσως πλύση…αλλά…» λύγισε η φωνή της. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια της. Έπρεπε να καταφέρει να αντισταθεί στον τρόμο που την πλημμύριζε. Δεν θα τη χτυπούσε. Ο Κρίστοφερ δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. ‘Η μήπως ήταν;
«Και τι θα βάλω εγώ τώρα;» φώναξε εκείνος.
«Έχετε 50 πουκάμισα, κύριε» του είπε ήρεμα.
«Ναι, αλλά αυτό είναι που μου πάει περισσότερο» της είπε εκνευρισμένος.
«Το λευκό Armani είναι αυτό που σας πάει περισσότερο» είπε εκείνη σχεδόν ψιθυριστά. «Και είναι σιδερωμένο» συμπλήρωσε.

Ο Κρίστοφερ έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα, παγωμένος στη θέση του. Η βαριά του ανάσα έδειχνε ότι προσπαθούσε να ελέγξει το θυμό του.
«Δεν ήξερα ότι…προσέχεις τι φοράω» της είπε τελικά, με έναν πιο μαλακό τόνο. Η Μάντι δεν μπορούσε ακόμα να ηρεμήσει τον σφυγμό της. Φοβόταν πολύ.
«Δεν έχω και πολλά πράγματα να κάνω εδώ μέσα. Μόνο να προσέχω τι τρώτε, τι φοράτε και τι διαβάζετε» του είπε τάχαμ αδιάφορα. Είχε πιαστεί στη φάκα.
«Ώστε σου αρέσει το λευκό πουκάμισο;» ρώτησε εκείνος χαμογελώντας σατανικά και η Μάντι χαλάρωσε κάπως. Καλύτερα έτσι παρά να φωνάζει. Του έγνεψε θετικά.
«Ε τότε να το φορέσω» είπε εκείνος και την πλησίασε. Η Μάντι συνέχισε να κοιτάει το πάτωμα. Είχε τρομάξει πολύ και μισούσε τον εαυτό της που ένιωθε έτσι. Είχε ορκιστεί στον εαυτό της να μην ξανανιώσει ποτέ έτσι. Τουλάχιστον όχι εξαιτίας ενός άντρα. Ακόμα και αν αυτός ο άντρας ήταν το αφεντικό της, το οποίο την πλήρωνε 3.000 λίρες το μήνα και της έκανε δώρο αμάξι.
Ο Κρίστοφερ ακούμπησε τον δείχτη του στο πηγούνι της και σήκωσε το κεφάλι της ώστε να τον κοιτάει. Η Μάντι αντιστάθηκε αλλά δεν ήθελε να κάνει σαν παιδί. Τον κοίταξε. Πολύ κακώς. Η επίδραση που είχαν τα μάτια του πάνω της ήταν κάτι που δεν είχε ακόμα εξερευνήσει μέσα της.
«Συγγνώμη που φώναξα» της ψιθύρισε και η Μάντι κράτησε την αναπνοή της. Για μερικά δευτερόλεπτα νόμισε ότι θα τη φιλούσε. Αλλά δεν το έκανε. «Είχα μια δύσκολη βδομάδα και η δουλειά μου δεν έγινε» της είπε και χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. Η Μάντι δεν απάντησε. Δεν τον είχε συγχωρήσει ακόμα. «Μα εσύ τρέμεις» της είπε και τη βοήθησε να κάτσει. Ακόμα και αν την έσφιγγε στην αγκαλιά του δε θα σταματούσε να νιώθει όπως ένιωθε. Σαν μικρό απροστάτευτο παιδί.
«Καλά είμαι, απλώς δεν μπορώ τις φωνές» του είπε. «Τα προηγούμενα αφεντικά μου ήταν πολύ ήρεμα. Ίσως εγώ φταίω…δεν έχω συνηθίσει ακόμα…» του είπε.
«Μάντι, συγγνώμη» της είπε για δεύτερη φορά, απόλυτα σοβαρός. «Είμαι πολύ νευρικός αλλά εσύ δε φταις τίποτα».
«Έχετε δίκιο για το πουκάμισο. Ίσως έπρεπε να το πλύνω στο χέρι» του είπε.
«Είχε ένα λεκέ από κραγιόν. Δε θα κατάφερνες να το καθαρίσεις» είπε εκείνος.
«Μάλιστα» είπε εκείνη και φαντάστηκε μια ψηλή ξανθιά να τυλίγει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και να τον φιλάει αχόρταγα. Διάολε, τι σκέψεις ήταν αυτές πάλι;
«Δε σου υπόσχομαι ότι δε θα ξαναφωνάξω» της είπε τελικά. «Απλώς δε θέλω να φοβάσαι. Έτσι είναι το στιλ μου. Αν θες, μπορείς να βγάλεις και γλώσσα. Δε θα σου θυμώσω. Ειδικά αν έχεις δίκιο» γέλασε.
«Δε θέλω να γίνεται εδώ μέσα της τρελής» είπε εκείνη χαμογελώντας δειλά.
«Έχεις δίκιο» της είπε. «Αλλά αν ξαναχάσω τον έλεγχο, έχεις το ελεύθερο να με σταματήσεις» της είπε και σηκώθηκε. «Και όποτε θες, πάμε μαζί να αγοράσουμε αμάξι επιτέλους. Η κυρία Πίτερσον μού είπε ότι δημιουργήθηκε ένα θέμα…» είπε και η Μάντι τον πρόλαβε.
«Ναι, ναι, στην αντιπροσωπεία δεν δέχονταν επιταγές. Καλύτερα να πάτε να το αγοράσετε εσείς αυτοπροσώπως και αν θέλετε, το οδηγώ κι εγώ» του είπε και ήλπιζε να μην υποπτευθεί τίποτα. Δεν μπορούσε να εξαργυρώσει επιταγές κομμένες στο όνομα Μάντι Κρένσο.
«Εντάξει, θα μου πεις εσύ τι περίπου θες και θα στείλω να το αγοράσουν. Εντάξει;» τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε. «Πάω να φορέσω το λευκό πουκάμισο. Ποιο παντελόνι προτείνεις;».
«Το μαύρο που είναι στην μικρή ντουλάπα και τη γκρι γραβάτα με τις ασημένιες ρίγες. Αν φορέσετε γραβάτα δηλαδή».
«Καλώς, θα σε εμπιστευτώ. Θα σου μεταφέρω αύριο αν οι επιλογές σου είχαν απήχηση στη συνοδό μου» της είπε και αφού της έκλεισε το μάτι, έφυγε από την κουζίνα.


Η Μάντι έμεινε βιδωμένη στη θέση της, να σκέφτεται τη γυναίκα που θα απολάμβανε απόψε το αφεντικό της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου