Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

κεφάλαιο 10-γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια

Τις επόμενες μέρες η Μάντι δεν είχε δει σχεδόν καθόλου το αφεντικό της. Είχαν περάσει πέντε μέρες από τη μέρα που γύρισε από τα ταξίδια του και τον είχε δει μόνο λίγες φορές. Τη μία την ώρα που έβγαινε από τη βιβλιοθήκη και δεν του μίλησε γιατί έδειχνε απορροφημένος και την άλλη, χθες το πρωί, ημέρα Τρίτη, που του σέρβιρε το πρωινό του.

Η αλήθεια ήταν ότι όσο περισσότερο δούλευε εκεί και μάθαινε τα κατατόπια τόσο πιο εύκολο ήταν να μην έχει πρόβλημα μαζί του. Κι εκείνος όμως ήταν ιδιαίτερα βολικός τις τελευταίες μέρες. Έτρωγε ό,τι του σέρβιρε, έβαζε το πιάτο του στον νεροχύτη, μάζευε τα ρούχα του, τα δίπλωνε, έβαζε τα άπλυτα στο πλυντήριο και ενίοτε έβαζε και την πλύση. Και ποτέ δεν γκρίνιαζε για κάποιο ρούχο που του έλειπε ή κάτι τέτοιο. Είχε βέβαια ένα δωμάτιο με μια ράγα δεκαπέντε μέτρα γεμάτη κοστούμια και ένα ράφι με 50 διαφορετικά πουκάμισα. Άσε τις γραβάτες! Δεν είχε ξαναδεί τόσες πολλές. Ήταν σίγουρη ότι είχε εκεί μέσα όλα τα χρώματα και σχέδια, ακόμα και παπιγιόν!

Οι γυναίκες πήγαιναν κι έρχονταν. Μέσα σε αυτές τις πέντε μέρες πρέπει να είχε παρέα τις τέσσερις από αυτές. Η Μάντι δεν ήξερε αν ήταν η ίδια ή διαφορετική, αλλά δε χρειάστηκε να ετοιμάσει δείπνο ξανά. Μάλλον αυτές ήταν πιο…συνειδητοποιημένες, χαμογέλασε.

Σήμερα ο καιρός ήταν πολύ ωραίος και η Μάντι είχε πάει στο πάρκο να τρέξει λιγάκι και να κάνει γιόγκα. Το ρολόι της έδειχνε έξι το απόγευμα και είχε λίγη ώρα στη διάθεσή της μέχρι να αναγκαστεί να κλειστεί στο δωμάτιό της και αποφάσισε να φτιάξει ένα κέικ λεμόνι πριν αποσυρθεί αλλά εκείνη την ώρα μπούκαρε εκνευρισμένος στο σπίτι και της έπεσε η κουτάλα από το χέρι από την τρομάρα.
«Χάλασε το αμάξι μου, διάολε» είπε εκείνος, χωρίς να τη χαιρετίσει, με το που μπήκε στην κουζίνα. Άρχισε να περπατάει πάνω κάτω νευρικά και η Μάντι δεν ήξερε τι να του πει.
«Είναι σοβαρό;» ρώτησε ήρεμα.
«Δεν ξέρω τι είναι. Δίνεις 200.000 λίρες και σου βγάζει πρόβλημα στο χρόνο πάνω» είπε έξαλλος. «Αλλά θα τους κάνω μήνυση! Δε θα το αφήσω έτσι εγώ! Δεν ξέρουν με ποιον τα έβαλαν!».
«Μάλλον ξέρουν!» είπε η Μάντι και χαμογέλασε αλλά εκείνος δεν κατάλαβε. «Όποιος έχει να διαθέσει 200.000 λίρες για ένα αμάξι, κάποια δύναμη θα την έχει» διευκρίνισε αλλά εκείνος δεν άκουγε.
«Έμεινα στο δρόμο! Ήρθα με το ταξί! Το πιστεύεις; Διάολε! Έχω ένα γκαλά να πάω σε δύο ώρες!» είπε ενώ ξέσφιγγε τη γραβάτα του και η Μάντι στηρίχτηκε στον πάγκο για να μην πέσει. Ξεκούμπωνε το πουκάμισό του τώρα. Μάλλον είχε ξεχάσει ότι δεν ήταν μόνος. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε το πουκάμισο από το παντελόνι του και το άφησε να πέσει στους γοφούς του. Από μέσα φορούσε φανέλα. Διάολε, σκέφτηκε. Αλλά έπρεπε να το ξέρει. Αυτή έπλενε τις φανέλες του. Αυτή και τα εσώρουχά του.
«Δεν έχετε άλλο;» ρώτησε η Μάντι και του γύρισε την πλάτη για να φτιάξει το κέικ.
«Έχω άλλο ένα αλλά είναι στο πάρκινγκ της εταιρείας» είπε. «Αν το ήξερα, θα έπαιρνα εκείνο, αλλά τώρα βαριέμαι να πάω να το πάρω».
«Ας καλέσετε ταξί για το γκαλά» είπε η Μάντι. «Ή πείτε στη συνοδό σας να έρθει να σας πάρει».
«Θεέ μου, τι ντροπή!» είπε εκείνος και έκατσε σε μια καρέκλα.
«Πεινάτε; Να σας βάλω να φάτε;»
«Έφαγα στο γραφείο. Βάλε μου λίγο τσάι, σε παρακαλώ» είπε εκείνος και η Μάντι έκανε αυτό που της είπε.
«Φτιάχνω και κέικ αν θέλετε να περιμένετε. Οκτώ η ώρα θα είναι έτοιμο και θα αποσυρθώ» του είπε αλλά εκείνος δεν την πρόσεχε. Ήταν πραγματικά εκνευρισμένος.
«Τι θα κάνω αύριο; Πώς θα πάω στη δουλειά; Δε μου αρέσει να χρειάζομαι βοήθεια. Μπορώ να πω να έρθουν να με πάρουν αλλά δε θέλω. Θέλω να στηρίζομαι στα πόδια μου» είπε θυμωμένος.
«Ε τότε να πάρετε ένα τρίτο αμάξι!» γέλασε η Μάντι αλλά δεν του άλλαξε το κέφι.
«Εσύ τι αμάξι έχεις; Ελπίζω να μην είναι κανένα ροζ; Μπορώ να σου το δανειστώ;» τη ρώτησε τελικά και η Μάντι κοκάλωσε.
«Τι εννοείτε;» τον ρώτησε. «Δεν έχω…αμάξι».
Εκείνος έμεινε να την κοιτάει με το στόμα μισάνοιχτο.
«Μα πώς γίνεται; Και πώς πας σούπερ μάρκετ; Πώς κυκλοφορείς;»
«Με τα πόδια».
«Με τα πόδια; Αυτό είναι εξωφρενικό».
«Αν είχα, δε θα το είχατε δει παρκαρισμένο στο πάρκινγκ σας;»
«Υπέθεσα ότι επειδή δε σου έδωσα το κλειδί το παρκάρεις κάπου απέξω» είπε εκείνος.
«Σταματήστε να με κοιτάζετε σαν να είμαι εξωγήινη» είπε η Μάντι μισοαστεία μισοσοβαρά. «Σας είπα ότι δεν έχω αμάξι. Δεν είναι δα και τόσο φοβερό!».
«Ξέρεις να οδηγείς;»
«Ναι, φυσικά, στο σπίτι του πρέσβη πήγαινα τα παιδιά σχολείο».

Ο Κρίστοφερ σηκώθηκε, άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και έβγαλε έξω το καρνέ των επιταγών του.
«Είπαμε, είμαι σκληρό αφεντικό, αλλά δε θα επιτρέψω να κυκλοφορείς με τα πόδια λες και είσαι πρωτόγονη» είπε και αφού έγραψε κάτι σε ένα φύλλο της έδωσε ένα τσεκ. Η Μάντι το κοίταξε και μετά κοίταξε εκείνον. Εμβρόντητη.
«Τι είναι αυτό;»
«Τριάντα χιλιάδες λίρες. Πήγαινε αύριο να διαλέξεις ένα μικρό αυτοκινητάκι να κάνεις τη δουλειά σου» είπε εκείνος ενώ ρουφούσε το τσάι του.
«Μα τι λέτε; Πώς δίνετε έτσι 30.000 λίρες; Τι είναι; Στραγάλια;».
« Σιγά το ποσό!» είπε εκείνος και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Εγώ πρέπει να δουλεύω ένα χρόνο σε μια καλοπληρωμένη θέση για αυτά τα λεφτά» του είπε αλλά δεν τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι του. Πάλι χάζευε κάποιο περιοδικό. «Και εσείς πρέπει να διαβάζετε δέκα ώρες για να κερδίσετε μια υπόθεση για να τα βγάλετε αυτά τα χρήματα».
Ο Κρίστοφερ τελικά σήκωσε το κεφάλι του. «Παίρνω πολλαπλάσια σε κάθε υπόθεση. Με πληρώνουν τεράστιες εταιρείες. Πάρε τα λεφτά και αν νιώθεις άσχημα, όταν φύγεις από εδώ συζητάμε ένα ποσό για να μου το πληρώσεις και να το πάρεις, αφού δε δέχεσαι να το κρατήσεις εξαρχής».
«Και πάλι…»
«Μάντι, σταμάτα να διαφωνείς μαζί μου και δέξου το αμάξι. Μόνο, σε παρακαλώ, πάρε κάτι αξιόπιστο και ένα ουδέτερο χρώμα».
«Κύριε Χάντερ, θα το σκεφτώ» του είπε με πάσα ειλικρίνεια. Ήταν τεράστιο όλο αυτό. Έπρεπε να σκεφτεί.
«Καλώς, καταλαβαίνω. Μάντι, αν μπορείς, πήγαινε λίγο να βρεις το σμόκιν μου. Τα σμόκιν είναι κρεμασμένα τέρμα δεξιά. Θέλω το Hugo Boss και τα μαύρα λουστρίνια. Βούρτσισέ τα λίγο αν μπορείς. Πρέπει να φύγω σε λίγο».
«Πώς θα πάτε τελικά;» τον ρώτησε.
«Θα πάρω τον πατέρα μου να στείλει τον σοφέρ του» είπε εκείνος αδιάφορα. «Θα πάμε να πάρουμε τη συνοδό μου και μετά θα με γυρίσει πάλι εκείνος. Θα κανονίσω να μου φέρουν αμάξι αντικατάστασης από την αντιπροσωπεία για αύριο».
«Καλώς, κύριε, σας αφήνω» είπε η Μάντι και βγήκε από την κουζίνα.

Ανέβηκε στο δωμάτιό του και βρήκε το κοστούμι. Προσπαθούσε να μην μπαίνει συχνά εκεί μέσα. Μόνο για να καθαρίσει. Δεν είχε υποκύψει στην περιέργειά της να ψάξει τα συρτάρια και τα ντουλάπια του. Ένιωθε ότι εισέβαλε στον προσωπικό του χώρο, και κυρίως, σε ένα χώρο από όπου είχαν περάσει δεκάδες γυναίκες. Απλώς, δεν μπορούσε να διώξει τις εικόνες που περνούσαν από το μυαλό της.

Κατέβηκε και τον βρήκε στην κουζίνα να διαβάζει ακόμα.

«Κύριε Χάντερ, πέρασε η ώρα. Πρέπει να ντυθείτε» του είπε και όταν σηκώθηκε και την άφησε στην κουζίνα μόνη να φτιάχνει το κέικ, κατάλαβε ότι της άρεσε η παρέα του. Ακόμα και τόσο σιωπηρός…ήταν πολύ ενδιαφέρων! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου