Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 30-κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη...

«Θες να πάμε για βόλτα; Είναι νωρίς να γυρίσουμε σπίτι» είπε η Μάντι και ο Κρίστοφερ έγνεψε θετικά. Είχε μόλις πληρώσει αλλά δεν έδειχνε να βιάζεται να φύγει. «Μπορούμε να πάμε μια βόλτα στον Τάμεση» πρότεινε.
«Ο,τι θες εσύ» είπε εκείνος ήρεμα. Είχαν φάει ένα υπέροχο γεύμα και είχαν συζητήσει για ένα σωρό πράγματα. Ούτε που κατάλαβαν πότε άδειασε το μαγαζί. Η Μάντι είχε νιώσει ότι ήταν μόνοι στον κόσμο, γελούσαν και περνούσαν καλά σαν ένα φυσιολογικό ζευγάρι, που δε στέκεται ανάμεσά τους ένα πανύψηλο τοίχος. «Μπορούμε να πάμε και σε μπαρ για ποτό ή σε κλαμπ για να χορέψουμε. Ό,τι θες».
«Όχι, όχι» είπε η Μάντι και τυλίχτηκε με το σάλι της. Είχε λίγη ψύχρα αυτή την ώρα. «Καλύτερα να περπατήσουμε δίπλα στο ποτάμι και να μιλήσουμε λιγάκι» πρότεινε και εκείνος έγνεψε.

Σταμάτησαν σε έναν υπαίθριο πάγκο και πήραν παγωτό. Η Μάντι παρήγγειλε μια μπάλα στρατσιατέλα και ο Κρίστοφερ μία μπάλα καραμέλα. Η Μάντι γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος χαμογελούσε. Άρχισαν να περπατάνε πλάι στο ποτάμι ανάμεσα στον κόσμο που έβγαζε φωτογραφίες και απολάμβανε μια νυχτερινή βόλτα. Μετά από περίπου 500 μέτρα, ο κόσμος άρχισε να αραιώνει, καθώς είχαν απομακρυνθεί από το κέντρο της πόλης.
«Θες να γυρίσουμε; Μήπως είναι επικίνδυνο να περπατάμε τέτοια ώρα εδώ;» ρώτησε η Μάντι.
«Μη φοβάσαι» της είπε εκείνος καθησυχαστικά και συνέχισαν να απολαμβάνουν το γλυκό βράδυ. Μιλούσαν και μιλούσαν για διάφορα θέματα και απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου. Η Μάντι σκεφτόταν ότι δε θα μπορούσε ξανά στη ζωή της να βγει ραντεβού μετά από αυτό.
«Τελικά που καταλήξαμε;» τον προκάλεσε. «Έχουμε αλλάξει δέκα θέματα αλλά παραμένει το ερώτημα. Πώς θα συνεχίσουμε από εδώ και πέρα;».
«Μάντι, ξέρεις πάντως πώς να σκοτώνεις το ρομαντισμό και να βάζεις τέλος σε μια ανέμελη βραδιά!» γέλασε εκείνος.
«Ανέμελη; Ανέμελη βραδιά το ραντεβού μεταξύ του πλούσιου σεξομανούς αφεντικού και της φτωχής υπηρέτριας;» κάγχασε η Μάντι.
«Εσύ δεν είσαι σεξομανής;»
«Δεν ξέρω»
«Τι; Μη μου πεις ότι…»
«Όχι, Κρίστοφερ» στράβωσε τη μούρη της και κλώτσησε ένα πετραδάκι.
«Όχι τι;»
«Όχι, δεν είμαι παρθένα».
«Και τότε γιατί δεν είσαι σεξομανής;»
«Είναι υποχρεωτικό;»
«Ε γιατί να μην είναι κάποιος σεξομανής; Το σεξ είναι ωραίο».
«Και το κρασί είναι ωραίο, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να γίνεις αλκοολικός».
«Το σεξ δεν κάνει κακό».
«Κάνει αν σε εμποδίζει να κάνεις ουσιαστικές σχέσεις».
«Μισώ τις διαφωνίες μαζί σου. Τζάμπα τα πτυχία μου. Ποτέ δεν κερδίζω» είπε μουτρωμένος και η Μάντι ξεκαρδίστηκε.
«Λες να έχω κλίση προς τη Νομική; Να πάω να δοκιμάσω»
«Θα σε βοηθήσω αν θες».
«Σοβαρολογείς; Πλάκα έκανα».
«Είμαι πολύ υπέρ της μάθησης»
«Εγώ είμαι υπέρ του να γυρίσουμε» άλλαξε θέμα η Μάντι. «Δεν έχει καν φώτα εδώ και είμαστε ολομόναχοι».
«Έλα, πάμε» είπε εκείνος και ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της. Η Μάντι ανατρίχιασε και κοκκίνισε λιγάκι αλλά ευτυχώς το σκοτάδι έκρυβε την αναστάτωσή της. «Τι θα κάνεις αύριο;» τη ρώτησε.
«Έλεγα να πάω σε ένα σεμινάριο για κέικ και ίσως πάω για καφέ με τα κορίτσια από το κομμωτήριο».
«Κι εγώ έχω να πάω να κάνω κάτι ψώνια και μετά θα πάω στο γραφείο 2-3 ώρες γιατί έχω εκπαιδευόμενη».
«Α μπα;» είπε η Μάντι γεμάτη ενδιαφέρον. «Νέα;»
«Όχι, είναι 65 χρόνων και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη Νομική».
«Με κοροϊδεύεις;»
«Λιγάκι».
«Κρίστοφερ!»
«Ναι, είναι μικρή. Είναι γύρω στα 25 και είναι πολύ καλή».
«Σε τι;»
«Στο σεξ».
«Με κοροϊδεύεις πάλι».
«Τι θες να κάνω; Αφού έχεις κατεβάσει μούτρα μέχρι το πάτωμα. Και δε βλέπω και το λόγο δηλαδή!»
«Είσαι απαράδεκτος»
«Λυπάμαι! Αλλά αυτό που βλέπεις απόψε, είναι το καλύτερό μου!» είπε και γέλασε. Η Μάντι τον μιμήθηκε.
«Σου το είχα πει ότι αν βγούμε θα μπερδευτούν τα πράγματα».
«Μάλλον είχες δίκιο. Μου έχουν μπει κακές ιδέες».
«Μάλιστα» είπε η Μάντι και ενώ ήθελε πολύ να τον ρωτήσει τι κακές ιδέες δεν μίλησε.
«Πάμε σπίτι;» ρώτησε εκείνος ξαφνικά και η Μάντι έχασε το βήμα της. Το δυνατό χέρι του τη σταθεροποίησε.
«Τι εννοείς;»
«Τι θα έπρεπε να εννοώ;»
«Εννοείς να…»
«Εννοώ να πάμε για ύπνο».
«Μα…μαζί;»
«Χώρια φοβάμαι αλλά μαζί ελπίζω».
«Χώρια καλύτερα» του είπε ήρεμα.
«Σε κάθε περίπτωση, εννοούσα να πάμε προς το αμάξι» είπε εκείνος και γέλασε.
«Πάμε, ναι» συμφώνησε η Μάντι.


Μπήκαν στο αμάξι και ο Κρίστοφερ γκάζωσε. Σε μισή ώρα είχαν φτάσει σπίτι. Η Μάντι τον ευχαρίστησε ευγενικά για την υπέροχη βραδιά, εκείνος φίλησε φευγαλέα την παλάμη της και αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. 

Η φίλη και αναγνώστρια Ελίζα θέλει να μοιραστεί μαζί σας το νέο βίντεο της Τζένιφερ Λόπεζ. Δείτε το γιατί.

το κορίτσι μας είναι θεά


Κεφάλαιο 29-κρύψτε τα μαχαίρια

Ο Κρίστοφερ μπούκαρε στο σπίτι όλο φόρα ακριβώς στις οκτώ. Η Μάντι ήταν στο δωμάτιό της με ανοιχτή τη ντουλάπα και κοίταζε…το άπειρο. Δεν είχε τίποτα να φορέσει. Το πανανθρώπινο γυναικείο πρόβλημα την είχε πετύχει στο φτερό. Τι φοράς σε ένα ραντεβού που δεν ξέρεις αν είναι ραντεβού με το αφεντικό σου που είναι ένας κούκλος και θέλεις να κρατήσεις λίγο τις αποστάσεις αλλά δε θες να εμφανιστείς και τελείως κάζουαλ στο πλάι του; Το μαύρο φόρεμα ήταν πολύ κοντό. Το μωβ φόρεμα είχε ένα λεκέ. Με τίποτα. Τζιν; Όχι και τζιν. Σιγά μην έβαζε και βελουτέ φόρμα. Φούστα; Δεν είχε ωραία μπλούζα να συνδυάσει την μπαλούν φούστα της. Είχε πει να αγοράσει μία και όλο το ανέβαλε. Έβαλε και έβγαλε πάνω από τριάντα συνδυασμούς. Τίποτα δεν της άρεσε και τίποτα δεν της πήγαινε.
«Κάνω ένα μπάνιο, αλλάζω και κατεβαίνω!» τον άκουσε να της φωνάζει γεμάτος ενθουσιασμό.
«Νόμιζα ότι δε σου άρεσαν οι φωνές σε αυτό το σπίτι!» του απάντησε εκείνη ξερά. Θυμήθηκε τις πρώτες μέρες της στο σπίτι που της είχε απαγορέψει να φωνάζει.
«Μου αρέσουν τελικά!» φώναξε εκείνος και γέλασε.

Η Μάντι συνέχισε να μην ξέρει τι να βάλει. Ευτυχώς είχε κάνει ντους και είχε στεγνώσει τα μαλλιά της. Είχε βαφτεί λιγάκι και το μόνο που της έλειπε ήταν να διαλέξει ένα ρούχο και να το βάλει. Πόσο δύσκολο ήταν πια;

Στις εννιά παρά δέκα ο Κρίστοφερ κατέβηκε στο σαλόνι. Τον άκουσε να κατευθύνεται στην κουζίνα σφυρίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό. Ήταν έτοιμη. Τουλάχιστον…ενδυματολογικά. Είχε καταλήξει σε ένα μάξι κατάμαυρο φόρεμα και δερμάτινα φλατ σανδάλια. Το εστιατόριο που θα πήγαιναν ήταν καλό, αλλά και νεανικό, οπότε προσπάθησε να συνδυάσει και τα δύο στοιχεία με το ντύσιμό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκέφτηκε ότι ο συνοδός της είχε βγει/κοιμηθεί με τις ομορφότερες γυναίκες της χώρας. Ο,τι και να φορούσε, λίγο θα τον εντυπωσίαζε. Ουφ, δεν ήξερε τι ήθελε πια. Να τον εντυπωσιάσει ή όχι;

Πήρε ένα μικρό δερμάτινο τσαντάκι και ένα απλό σάλι σε περίπτωση που είχε ψύχρα και υγρασία το βράδυ και βγήκε δειλά έξω από το δωμάτιό της. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως στον Κρίστοφερ, ο οποίος στεκόταν όρθιος στο σαλόνι και κοιτούσε προς το μέρος της. Έμειναν και οι δύο για λίγο ακίνητοι, χωρίς να λένε τίποτα. Η Μάντι έχασε για λίγο τη λογική της. Ήταν τόσο όμορφος που της ράγιζε την καρδιά. Πώς θα περνούσε όλο το βράδυ μαζί του; Θα ήταν σωστό μαρτύριο. Σήμερα ήταν πραγματικά εξαίσιος. Φορούσε σκούρο τζιν και λευκό λινό πουκάμισο έξω από το παντελόνι του. Το άρωμά του είχε φτάσει στα ρουθούνια της και την προκαλούσε να τον φιλήσει.

Εκείνος κάλυψε την απόσταση μεταξύ τους και στάθηκε μπροστά της χωρίς να μιλάει. Μόνο την κοιτούσε. Την κοιτούσε. Την κοιτούσε.
«Κρίστοφερ, τι έχω;» τον ρώτησε εκείνη νιώθοντας λίγο αμήχανα.
«Με συγχωρείς αλλά τα έχασα λιγάκι» της είπε και κοκκίνισε λίγο. Η Μάντι πίστεψε ότι δεν είδε καλά. Ο μέγας Κρίστοφερ Χάντερ κοκκίνιζε;
«Να υποθέσω ότι είμαι καλή;» τον πείραξε και έκανε ένα γύρο μπροστά του.
«Πανέμορφη» της είπε απλά και την οδήγησε έξω από το σπίτι.

Μπήκαν στο αμάξι του, μετά από ένα σύντομο καβγά για το ποιο αμάξι θα έπαιρναν. Η Μάντι πρότεινε να πάρουν το μικρό για να βρουν να παρκάρουν εύκολα αλλά ο Κρίστοφερ είπε ότι θα έβγαιναν κανονικά και θα έπαιρναν το καλό αμάξι.
Όταν μπήκαν στο αμάξι και ο Κρίστοφερ έβαλε στο GPS τη διεύθυνση, η Μάντι κάπως χαλάρωσε.
«Μου άρεσε πολύ το εστιατόριο που διάλεξες» είπε εκείνος χαμογελώντας. «Περίμενα να βρεις κανένα μπεργκεράδικο ή πιτσαρία για να μου αποδείξεις ότι σνομπάρεις τα λεφτά μου αλλά με εξέπληξες ευχάριστα».
«Πάντα ήθελα να πάω σε αυτό το εστιατόριο και σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία» παραδέχτηκε. «Έχει πολύ καλό όνομα και δουλεύουν νέοι σεφ εκεί. Θα είναι ωραίο να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Και είναι και δίπλα στον Τάμεση. Αν είμαστε τυχεροί, θα βρούμε και τραπέζι έξω δίπλα στο ποτάμι» του είπε.
«Θα βρούμε» είπε εκείνος με σιγουριά.
«Πού το ξέρεις;» τον κοίταξε.
«Πήρα και έκλεισα τραπέζι όταν μου έστειλες με μέιλ το όνομα του εστιατορίου».
«Ωχ, αλήθεια;» ρώτησε απογοητευμένη. «Έλπιζα να πάμε λίγο πιο ινκόγκνιτο, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Να βρούμε ένα τραπέζι και να κάτσουμε» παραδέχτηκε.
«Ντρέπεσαι για μένα;» γέλασε εκείνος και η Μάντι χαμογέλασε. Άλλαξε σταθμό και διάλεξε κάτι πιο χορευτικό γιατί ο Κρίστοφερ είχε διαλέξει μια μουσική που την έκανε να νυστάζει.
«Όχι, ίσα ίσα» γέλασε με την ψυχή της.
«Ε τότε άσε με να κάνω λίγο παιχνίδι σε παρακαλώ» της είπε μισοαστεία μισοσοβαρά. «Άσε με να σε θαμπώσω με το αμάξι μου, με τα λεφτά μου και τις γνωριμίες μου».
«Δε χρειάζεται να προσπαθήσεις, Κρίστοφερ. Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη; Έχεις νιώσει έστω και για ένα δευτερόλεπτο άσχημος;» τον πείραξε η Μάντι.
«Το έχω νιώσει» της είπε και σοβάρεψε ξαφνικά. Η Μάντι πάγωσε. Πίστεψε ότι τον είχε θίξει. «Το ένιωσα την πρώτη στιγμή που σε είδα στο σπίτι μου και μου θύμισες καραμέλα» γύρισε και την κοίταξε και αμέσως μετά έστρεψε την προσοχή του στο τιμόνι. Η Μάντι έμεινε αμίλητη για μερικά λεπτά. Άλλαξε μόνο πάλι σταθμό γιατί τώρα χρειαζόταν κάτι πιο χαλαρό. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πολύ δυνατά. Τη θεωρούσε όμορφη; Εντάξει, ήξερε ότι ήταν όμορφη, αλλά δεν ήξερε ότι μπορεί να του άρεσε κι εκείνου. Είχε πάει με τόσες γυναίκες. Μοντέλα, τραγουδίστριες, ηθοποιούς, πριγκίπισσες. Καραμέλα; Τι όμορφο. Τι ποιητικό.

Στις δέκα παρά τέταρτο κάθονταν στο τραπέζι τους. Ο Κρίστοφερ είχε δώσει τα κλειδιά σε έναν παρκαδόρο και δεν έχασαν χρόνο με το παρκάρισμα. Παρήγγειλαν φιλέτο σολομού με μους γιαουρτιού και τορτελίνια με τρούφα. Για ορεκτικά παρήγγειλαν μπρουσκέτα με ελβετικό τυρί και κόκκινα φασόλια και μια σαλάτα με πολύχρωμα λαχανικά και ξηρούς καρπούς. Και φυσικά, λευκό κρασί.

Την ώρα που ο Κρίστοφερ έδινε παραγγελία στην σερβιτόρα, εκείνη έκανε τουλάχιστον τέσσερα λάθη από τον πανικό της. Η Μάντι την καταλάβαινε. Πόσες φορές στη ζωή σου έχεις την ευκαιρία να αντικρίσεις ένα τόσο μοναδικά όμορφο αρσενικό;
«Μου αρέσει πολύ η βόλτα μας» είπε εκείνος γεμάτος ενθουσιασμό ενώ τη βοηθούσε να ξετυλίξει την λινή χαρτοπετσέτα της. «Έχω πολύ καιρό να το κάνω αυτό» είπε.
«Ποιο; Να βγεις με γυναίκα;» τον πείραξε.
«Όχι, να βγω ραντεβού» απάντησε εκείνος ήρεμα ενώ άνοιγε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του. Είχε φοβερή ζέστη. Και η Μάντι τώρα κόντευε να πάρει φωτιά. Η λέξη που έτρεμε. Από τα υπέροχα χείλη του. «Ραντεβού».
«Γιατί; Σου λένε όχι;» τον πείραξε.
«Απλώς δε χρειάζεται να τις τραπεζώνω» της απάντησε και η Μάντι μούτρωσε. «Τι θες και ρωτάς; Αφού ξέρεις…τι έκανα. Τι κάνω» είπε εκείνος.
«Είναι κρίμα. Είσαι τόσο χαρισματικός. Αν ξεπεράσεις μερικά θεματάκια που έχεις θα κάνεις κάποια γυναίκα ευτυχισμένη κάποτε» του είπε και με το που το ξεστόμισε ένιωσε την καρδιά της να σπάει.
«Μόνο η μάνα μου θα γίνει ευτυχισμένη αν τακτοποιηθώ» γέλασε εκείνος και παρέσυρε και τη Μάντι. «Και τι θεματάκια έχω, δεσποινίς;» τη ρώτησε αυστηρά.
Η Μάντι γέλασε πάλι.
«Είσαι ψυχαναγκαστικός! Τι κόλλημα είναι αυτό με τα τηλεκοντρόλ και τη θέση τους πάνω στο τραπέζι;»
«Δε θέλω να τεντώνομαι όταν κάθομαι για να τα πιάσω!».
«Και με τα βιβλία σου και το διάβασμα, είσαι τρελός! Δεν μπορεί να χρειάζεται τόσο διάβασμα!».
«Μου αρέσει το διάβασμα».
«Και με τις τρίχες;»
«Σου έχω ξαναπεί τίποτα; Είμαι σίγουρος ότι δε βάζεις σκουφάκι στην πισίνα. Προχθές βρήκα ένα ξανθό ελατήριο πάνω στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο».
«Μη με προκαλείς!» του είπε προειδοποιητικά.
«Όχι, πες μου! Τι παράξενο έχω;»
«Αφήνεις πάντα τις παντόφλες σου παράλληλα με το κρεβάτι, και το άρωμά σου σε συγκεκριμένο σημείο. Πίνεις λευκό κρασί τις καθημερινές και κόκκινο τα Σαββατοκύριακα και κάθε φορά που ξυρίζεσαι πετάς το ξυραφάκι».
«Θεέ μου, με παρακολουθείς;» της είπε δραματικά.
«Όχι, απλώς μαζεύω τα πράγματά σου και τα βλέπω όλα αυτά τα τρελά σου».
«Μου αρέσει να έχω τον έλεγχο» της είπε απλά και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν όταν με έστειλαν στο οικοτροφείο. Είχα σοκαριστεί. Δε με είχε ρωτήσει κανείς. Το έκαναν για το καλό μου αλλά δεν το ήθελα».
«Ο αδερφός σου;».
«Ο αδερφός μου ήταν σε άλλο κτίριο και τον έβλεπα μόνο τα Σαββατοκύριακα» της είπε πικραμένος.
«Συνέχισε» τον παρότρυνε.
«Όταν ένιωσα ότι είμαι έρμαιο των αποφάσεων των άλλων, ασυνείδητα άρχισα να απολαμβάνω να ασκώ έλεγχο σε μικρά, καθημερινά πράγματα. Είμαι αρκετά ψυχαναγκαστικός ακόμα, αλλά έχω κάνει πολλή ψυχοθεραπεία για να σταματήσω να κοιμάμαι κάθε μέρα στις 12:30 ακριβώς ή να φοράω κάθε Δευτέρα μπλε πουκάμισο».
«Αλήθεια;» τον ρώτησε. Δεν περίμενε μια τόσο εκ βαθέων εξομολόγηση.
«Τι νομίζεις;» είπε και σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «’Ολοι τα έχουμε τα προβλήματά μας» συμπλήρωσε. «Εσύ; Τι μεγάλο μυστικό κρύβεις;» τη ρώτησε και η Μάντι πάγωσε. Δεν…δεν γινόταν να του πει. Δεν μπορούσε να του πει καν κάτι για την προηγούμενη ζωή της. Θα ήταν επικίνδυνο. Θα τον έβαζε σε κίνδυνο.
«Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ» του είπε ήρεμα. Αυτό ήταν αληθινό. Περίπου δηλαδή. Και σημαντικό. Περίπου ισάξιο με αυτό που της είχε εκμυστηρευτεί εκείνος. Εντωμεταξύ είχαν έρθει τα πιάτα τους και έτρωγαν με όρεξη τα υπέροχα εδέσματα.
«Ποτέ;» τη ρώτησε σοκαρισμένος.
«Εσύ;» τον προκάλεσε εκείνη.
«Κάποτε είχε μια σχέση και νόμιζα ότι είμαι ερωτευμένος. Αλλά όταν χωρίσαμε κατάλαβα ότι δεν ήμουν».
«Πώς το κατάλαβες;»
«Δεν έκανα τίποτα για να την κρατήσω».
«Μπορεί απλώς να είσαι εγωιστής».
«Το ίδιο είναι. Αν είσαι εγωιστής σημαίνει ότι δεν είσαι ερωτευμένος» απάντησε εκείνος με σιγουριά και τη σέρβιρε κρασί. Η Μάντι σκέφτηκε αυτό που είπε.
«Έχεις δίκιο μάλλον» του είπε ενώ απολάμβανε λίγη από τη μους του Κρίστοφερ.
«Πάντα έχω δίκιο» είπε εκείνος χαμογελώντας σατανικά.
«Κρίστοφερ, δεν ξέρω» είπε και ξεφύσησε.
«Τι είναι;» τη ρώτησε και απέρριψε μια κλήση στο κινητό του.
«Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό που κάνουμε είναι και πολύ συνετό;» του χαμογέλασε.
«Γιατί, Μάντι;» την κάρφωσε με τα μάτια του και ακούμπησε κάτω το πιρούνι του. «Αν ήμασταν στο σπίτι η σεξουαλική ένταση θα ήταν λιγότερη;»
«Ποια σεξουαλική ένταση; Τι λες;» ρώτησε η Μάντι αναψοκοκκινισμένη.
«Ξέρεις τι λέω» της είπε με σιγουριά και η Μάντι δεν απάντησε. «Και είναι θέμα χρόνου. Απλά το αφήνω σε σένα να διαλέξεις το πότε, για να είσαι έτοιμη».
«Τι λες; Εγώ δεν…»
«Φοβάσαι. Δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω ποιον. Αλλά θα περιμένω. Είναι πολύ καινούργιο όλο αυτό για μένα, αλλά θα το κάνω καλά».
«Όλο αυτό που κάνουμε απόψε είναι με σκοπό να…με ρίξεις στο κρεβάτι;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Έχουμε βγει σαν δύο ενήλικες με αμοιβαία έλξη. Αν θες να έρθεις στο κρεβάτι μου το βράδυ, θα χαρώ πολύ».
«Όχι, αποκλείεται» του είπε κατηγορηματικά. «Δεν είναι δυνατόν».
«Καλώς, τότε. Δε σε πιέζω» είπε εκείνος και συνέχισε να τρώει γεμάτος όρεξη.
«Αυτό τι σημαίνει τώρα;» επέμεινε η Μάντι. «Ότι θα συνεχίσεις…εσύ θα…»
«Θες να πάρω όρκο παρθενίας;»
«Όχι, βέβαια» είπε αλλά πολύ θα το ήθελε.
«Αφού δε με θες θα πρέπει κι εγώ να συνεχίσω τη ζωή μου» της είπε δραματικά.
«Κι εγώ θα…το βλέπω;»
«Εννοείς αν θα παίρνεις μάτι;»
«Μα τι λες; Εννοώ αν θα βλέπω τις γυναίκες να μπαινοβγαίνουν. Δεν είναι λίγο κακόγουστο;»
«Ουφ,όλα δικά σου τα θες!» της είπε ψιλοαυστηρά. «Να σου πάρω ένα τορτελίνι;»










Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ακούσατε, ακούσατε!

Αγαπημένες μου αιμοδιψείς αναγνώστριες,

Προσπαθώ εις μάτην να καταλάβω πόσες είστε, αλλά με τα δεκάδες refresh που κάνετε κάθε μέρα, μπερδεύομαι!

Μπορείτε να μπαίνετε για τρεις μέρες, μόνο ΜΙΑ φορά τη μέρα; 
Μπαίνετε κατευθείαν το βράδυ, σίγουρα θα έχω ανεβάσει κάτι!



Φιλάκια και ευχαριστώ,

Η συγγραφέας της καρδιάς σας

Το εστιατόριο που διάλεξε η Μάντι

http://www.rivercafe.co.uk/

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

el hombre


κεφάλαιο 28-κινέζικο, ιταλικό ή fusion?

«Θες καφέ;» τον ρώτησε το επόμενο πρωί. Είχε αργήσει λιγάκι να φύγει για δουλειά, οπότε τον πρόλαβε στην κουζίνα. Ένιωθε αμήχανα, μετά τη χθεσινή συζήτηση, αλλά δεν μπορούσε και να τον αποφύγει.
«Όχι, όχι, ευχαριστώ» της είπε. Συνήθως έπινε στη δουλειά, της είχε πει κάποια άλλη στιγμή, αλλά δεν έβλαπτε να τον ρωτήσει.
«Μήπως θες λίγο χυμό;» τον ρώτησε. Εκείνος χαμογέλασε με την επίθεση περιποίησης από μέρους της.
«Όχι, όχι. Φτάνει το κέικ, το τσάι, το μέλι, οι φρυγανιές,  τα κρουασάν, τα φρέσκα φρούτα, η κερασόπιτα και τα αβγά» της είπε και γέλασε. Η Μάντι έκανε μερικά βήματα και στήριξε το σώμα της στον πάγκο, απέναντί του. Χρειαζόταν αυτή την απόσταση μεταξύ τους. Σήμερα φορούσε ένα καταπληκτικό  γαλάζιο πουκάμισο και στενό παντελόνι. Ό,τι φορούσε ήταν μοναδικό. Ρούχα που μόνο σε αυτόν πήγαιναν τόσο, συνδυασμοί που μόνο εκείνος μπορούσε να αναδείξει.
Την κοίταξε και της χαμογέλασε ξανά. «Μην σταυρώνεις συνέχεια τα χέρια μπροστά στο στήθος σου κάθε φορά που μιλάμε. Δε χρειάζεται να αμύνεσαι» της είπε και κατέβασε το βλέμμα του στην εφημερίδα του. Η Μάντι συννέφιασε.
«Ποιος αμύνεται; Τι αυθαίρετο συμπέρασμα είναι αυτό;»
«Δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα. Έχω μελετήσει τη γλώσσα του σώματος».
«Πώς;» τον προκάλεσε εκείνη. «Στο κρεβάτι;»
«Όχι, στο δικαστήριο» απάντησε εκείνος, αφήνοντας το γάντι να πέσει. «Ξέρω πότε ο συνομιλητής μου τα έχει χαμένα. Είναι συγκεκριμένα τα σημάδια. Και τότε, κάνω την τελική επίθεση» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Πολύ ρομαντικό» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν είναι; Εγώ το θεωρώ πολύ ρομαντικό» της χαμογέλασε σατανικά. «Μόλις σου είπα ότι μπορώ να κάνω επίθεση, αλλά δεν την κάνω. Δεν είναι αυτό ρομαντικό; Δεν είναι ρομαντικό που σέβομαι…τις αναστολές σου ενώ είμαι ένα άγριο θηρίο;»
«Άγριο θηρίο, σήκω να πας στη δουλειά σου να μαζέψω» είπε η Μάντι πειρακτικά. Ο Κρίστοφερ ήπιε μια τελευταία γουλιά τσάι και σηκώθηκε. Ξαφνικά η κουζίνα έγινε μικρότερη. Ο όγκος του την εντυπωσίαζε πάντα.
«’Έχω μερικές αμφιβολίες για απόψε» της είπε σοβαρά εκείνος. Η Μάντι πάγωσε. Το θυμόταν; Θεέ μου, τι αμηχανία πάλι. Και τι αμφιβολίες είχε;
«Κι εγώ» του είπε εκείνη ήρεμα.
«Πες μου» την παρότρυνε ευγενικά. Η Μάντι δε μίλησε αμέσως. Ξεφύσησε. «Μου είπες να βγούμε…Δεν ξέρω…Δεν είναι ότι δε θέλω…» ξεκίνησε να του λέει και εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Αλλά είναι λάθος όλο αυτό…είσαι αφεντικό μου και θα μπερδευτούν πολύ τα πράγματα . Και εγώ δεν είμαι σε φάση για να βγαίνω τώρα…είναι λάθος όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να δώσω αυτή τη στιγμή, δε θέλω εξόδους και τέτοια και μπερδέματα και φόβους και ανασφάλειες. Είμαι μια χαρά έτσι όπως είμαι και δεν θέλω να διακινδυνεύσω τη θέση μου εδώ…περνάω καλά έτσι όπως είμαι, αλήθεια, δε μου λείπει κάτι και σε ευχαριστώ για όσα μου προσφέρεις, αλλά δε θέλω να πάνε εκεί τα πράγματα» είπε και σταμάτησε απότομα. Τον κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα έλεγε ασυναρτησίες. Τα ίδια και τα ίδια και στην ουσία τίποτα. Όλα όσα είχε πει ήταν αλήθεια, αλλά όχι όλη η αλήθεια. «Εσύ…» ψέλλισε σε εκείνον ντροπαλά. Το είχε παρακάνει. «Τι αμφιβολίες έχεις;» τον κοίταξε. Εκείνος έδειχνε ήρεμος. Ταραγμένος αν έκρινε καλά από το πώς τρεμόπαιζαν τα βλέφαρά του, αλλά φαινομενικά ήρεμος.
«Ε να…» είπε ξαφνικά και η Μάντι ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Δεν ήθελε να βγει μαζί του. Φοβόταν. Αλλά δεν ήθελε να της πει ότι άλλαξε γνώμη. «Δεν ξέρω τι να βάλω» της είπε τελικά και όταν τον άκουσε να γελάει, χαλάρωσε μαζί του.
«Κρίστοφερ…» ξεκίνησε να λέει αλλά τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Το βράδυ θα γυρίσω κατά τις οκτώ, θα κάνω ένα μπάνιο και στις εννιά θα βγούμε. Με ακούς;» τη ρώτησε με έναν τόνο που δεν άφηνε περιθώριο για άρνηση. «Και δε χρειάζεται να φοβάσαι. Απλώς θα βγούμε. Δε θα αλλάξει τίποτα. Τουλάχιστον αν δε θες εσύ» την πείραξε πάλι. Η Μάντι το λάτρευε αυτό το χαρακτηριστικό του. Ήξερε να αμβλύνει την ένταση με χιούμορ.
«Και πού θα πάμε;» τον ρώτησε ντροπαλά.
«Α…αυτό είναι άλλο ένα θέμα» της είπε και κατευθύνθηκε στο σαλόνι για να τακτοποιήσει το χαρτοφύλακά του. Η Μάντι τον ακολούθησε. «Σκεφτόμουν ότι αν σε πάω σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο θα με κατηγορήσεις ότι θέλω να σε θαμπώσω και αν σε πάω σε ένα απλό κάζουαλ εστιατόριο θα με κατηγορήσεις ότι δε σε σέβομαι όπως τις άλλες συνοδούς μου και μπλα μπλα μπλα» είπε και γέλασε.
Η Μάντι τον κοίταξε χωρίς να μιλάει. Ήταν δυνατό να διάβαζε τις σκέψεις της;
«Προτείνω λοιπόν να πάμε όπου θες εσύ. Διάλεξε εστιατόριο και πάμε. Διάλεξε ό,τι τραβάει η ψυχή σου» της είπε και της χαμογέλασε ζεστά. «Μόνο ενημέρωσέ με έγκαιρα για να βάλω κάτι…ανάλογο».
«Κρίστοφερ, εγώ δεν…».
«Εσύ τι δεν, Μάντι;» τη ρώτησε ανυπόμονα. «Δεν είσαι σίγουρη; Δεν ξέρεις; Δεν μπορείς; Δεν, δεν, δεν, τι; Ένα δείπνο είναι. Ενήλικες είμαστε. Αν δε θες, δε θα σε πιέσω για τίποτα. Ποτέ» της είπε όλο νόημα.
Η Μάντι σκέφτηκε ότι δεν ωφελούσε να αρνείται άλλο. Απλώς θα έπρεπε να πάνε κάπου διακριτικά. Το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί ήταν να τους δουν οι παπαράτσι, να τους φωτογραφίσουν και να αρχίσει κανένα παραλήρημα στα μέσα για τη «μυστήρια συνοδό του Κρίστοφερ Χάντερ». Σε αυτή την περίπτωση η ταυτότητά της θα αποκαλυπτόταν, και όχι μόνο αυτό. Θα αποκαλυπτόταν και στον πρώην άντρα της το στίγμα της. Αυτό θα ήταν καταστροφικό.
«Υπόσχεσαι ότι θα είσαι κύριος;» σούφρωσε τα χείλη της παραπονιάρικα. Συζητούσαν την έξοδό τους και είχαν καταλήξει σε αντιπαράθεση. Εκείνη έφταιγε, το ήξερε, αλλά φοβόταν. Φοβόταν πολύ.
«Φυσικά» της είπε καθησυχαστικά. Την κοίταξε για λίγο και έκανε μισό βήμα μπροστά. Η Μάντι κράτησε την ανάσα της. Η καρδιά της είχε ήδη πάει κοντά του. Αλλά εκείνος δεν έκανε το επόμενο βήμα. Της χαμογέλασε, την αποχαιρέτισε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

 Δε ζήτησες να είναι κύριος; είπε στον εαυτό της όταν έμεινε μόνη. Τώρα γιατί λυπάσαι που έφυγε;


Κεφάλαιο 27-μέλι και ξύδι, λεμόνι και ζάχαρη

«Μάντι; Πού στο καλό είσαι;» άκουσε τη φωνή του να αντηχεί βροντερή σε όλο το σπίτι. Τρόμαξε από την ένταση και σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Αλλά δεν πρόλαβε να φορέσει τη στολή της και εκείνος μπούκαρε στο δωμάτιό της, μαινόμενος ταύρος.
«Τι…τι συνέβη; Διάολε, γιατί δε χτύπησες;» τον ρώτησε εκείνη έξαλλη, τραβώντας αμήχανα το σεντόνι της για να καλύψει το σώμα της. Φορούσε ένα μπέιμπι ντολ το οποίο της ήταν πολύ μικρό, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να ανεχτεί πάνω στο σώμα της. Το φετινό καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα καυτό και η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 29 βαθμούς Κελσίου. Όλοι οι Βρετανοί βρίσκονταν στα πρόθυρα υστερίας.
«Ναι, σκανδαλίστηκα» την ειρωνεύτηκε και κοπάνησε την πόρτα με τη γροθιά του. Η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω. Πάλι τα ίδια. «Μπήκες στη βιβλιοθήκη μου;» ούρλιαξε εκείνος και η Μάντι κοίταξε το ρολόι της. Ήταν μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Με ποιο δικαίωμα έμπαινε μέσα στο δωμάτιό της τέτοια ώρα; Τι τον είχε πιάσει;
«Βγες έξω» του είπε ήρεμα, κοιτώντας τον σταθερά. Προσπαθούσε να κρατήσει τα νεύρα της αλλά ένιωθε την επιθυμία να ορμήσει πάνω του.
«Από πού με διώχνεις;» την πλησίασε απειλητικά και η Μάντι έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Από το σπίτι μου; Δικό μου είναι και αυτό το δωμάτιο. Και όλα εδώ μέσα».
«Συγχαρητήρια» τον ειρωνεύτηκε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. Είχε αφήσει το σεντόνι να πέσει στο κρεβάτι.
«Μπήκες στη βιβλιοθήκη μου;» ρώτησε ξανά εκείνος σηκώνοντας τον τόνο της φωνής του.
«Καθάρισα το πρωί, ναι».
«Πού είναι το κόκκινο βιβλίο; Το είχα πάνω στο τραπεζάκι. Εκεί σημειώνω τις ιδέες μου. Πού είναι; Έχω μια συνάντηση αύριο και δεν το βρίσκω. Πού είναι; Πες μου!».
«Δεν το είδα. Εγώ απλώς σκούπισα λιγάκι και δεν πείραξα τίποτα. Άλλωστε μου έχεις απαγορεύσει να τακτοποιώ εκεί μέσα» απάντησε ήρεμα η Μάντι.
«Το έχω χάσει, δεν το βρίσκω. Πάντα βρίσκω τα πράγματά μου. Πού είναι; Πού το έβαλες;» τη βομβάρδιζε με ερωτήσεις, ενώ τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Είχε να τον δει δύο μέρες και τον είχε αφήσει ήρεμο. Τι είχε μεσολαβήσει και μπροστά της στεκόταν αυτός ο διάβολος;
«Κρίστοφερ, ηρέμησε. Καταλαβαίνεις τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Είναι δωδεκάμισι το βράδυ και μπούκαρες στο δωμάτιό μου χωρίς να χτυπήσεις. Μπορεί να ήμουν γυμνή, μπορεί να κοιμόμουν» του είπε αυστηρά.
«Και οι δύο υποθέσεις με αφήνουν αδιάφορο» απάντησε εκείνος και η Μάντι ένιωσε σαν να τη χαστούκισε. Το ενδιαφέρον του δεν κράτησε ούτε ένα μήνα.
«Είσαι ένα κακομαθημένο κωλόπαιδο, Κρίστοφερ!» ούρλιαξε η Μάντι και τον έσπρωξε έξω από το δωμάτιο. Εκείνος έχασε για λίγο την ισορροπία του αλλά δεν κουνήθηκε, παρά τις προσπάθειές της. Στεκόταν ακίνητος σαν βράχος.
«Πώς μου μιλάς έτσι;» τη ρώτησε και έπιασε τον καρπό της δυνατά. Η Μάντι πόνεσε αλλά δεν του το έδειξε. Είχε εκπαιδευτεί καλά σε αυτό. Απλά μέσα της λυπόταν τον εαυτό της, που είχε γίνει πάλι έρμαιο στην κακία ενός άντρα. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
«Ποιος είσαι, Κρίστοφερ; Ένας άντρας που μπαίνει στο δωμάτιο μιας κοπέλας χωρίς να χτυπήσει; Ένας άντρας που απειλεί, που κατηγορεί άδικα, που προσβάλει, που προκαλεί τον τρόμο σε μια γυναίκα πιο αδύναμη από εκείνον σε κάθε επίπεδο;»
Την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και την άφησε. Το κατάλαβε ότι τον είχε αιφνιδιάσει. Αλλά τον ήλεγχε το θυμό του. Και αυτό ήταν κάπως ανακουφιστικό.
«Τι θέλεις; Πες μου» του φώναξε πάλι, παίρνοντας δύναμη από τη σιωπή του. «Έχασες το ρημάδι το βιβλίο σου και η πρώτη σου σκέψη είναι ότι φταίω εγώ; Και με ποιο δικαίωμα εισβάλεις στο χώρο μου; Θυμάσαι τον όρο στο συμβόλαιό μας; Θυμάσαι τι λέει; Εσύ το έγραψες. Ότι εδώ μέσα θα διασφαλίζεται η σωματική μου ακεραιότητα και αξιοπρέπεια».
«Το θυμάμαι» είπε εκείνος αργά.
«Βγες λοιπόν αμέσως από το δωμάτιό μου να ντυθώ και όταν βγω και σου βρω το κόκκινο βιβλίο, θα σου το πετάξω στο ηλίθιο κεφάλι σου». Η Μάντι σκέφτηκε ότι είχαν ξεφύγει τα πράγματα.
«Πάμε» της είπε και την τράβηξε από το χέρι. Η Μάντι πραγματικά ένιωθε γυμνή. Δε φορούσε ούτε εσώρουχα. Μπήκε στη βιβλιοθήκη και κοίταξε τριγύρω. Όντως, το κόκκινο βιβλίο δεν ήταν στα γνωστά σημεία. Η Μάντι σκέφτηκε. Ξανά και ξανά.
«Έψαξες στο χαρτοφύλακά σου;» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε θετικά. «Στο δωμάτιό σου;». Και πάλι έγνεψε θετικά.
«Εδώ το αφήνω πάντα» επέμεινε. Η Μάντι συνέχισε να κοιτάει τριγύρω, αλλά δεν το έβρισκε. Είχε εκνευριστεί πολύ μαζί του αυτή τη στιγμή. «Διαβάζω στον καναπέ» της είπε.

Η Μάντι κοίταξε τον καναπέ και σκέφτηκε. Σκέφτηκε ότι ο καναπές αυτός είχε μεγάλα μαξιλάρια. Πλησίασε αργά και σήκωσε ένα μεγάλο μαξιλάρι. Και από κάτω βρήκε το κόκκινο βιβλίο. Γύρισε και κοίταξε τον Κρίστοφερ. Την κοιτούσε απορημένος.
«Θα μου το πετάξεις στο κεφάλι;» τη ρώτησε χιουμοριστικά, αλλά δεν την έριξε.
«Είσαι απαράδεκτος» του είπε και αφού τον έκανε στην άκρη, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της. Τι τον είχε πιάσει και της φέρθηκε έτσι; Δεν της άρεσε που ήταν τόσο απρόβλεπτος.
«Ενώ εσύ είσαι τέλεια» την ειρωνεύτηκε.
«Γιατί; Τι σου έκανα, Κρίστοφερ;» τον προκάλεσε. «Θα μου φέρεσαι έτσι επειδή δε σου έκατσα;».
«Είσαι χυδαία» της πέταξε.
«Εγώ που τα λέω είμαι χυδαία, εσύ που τα προτείνεις είσαι υπεράνω;»
«Αδιαφορείς για μένα τελείως» την αιφνιδίασε. Η Μάντι ανασήκωσε τα φρύδια και γύρισε προς το μέρος του.
«Τι λες; Εγώ;» τον ρώτησε.
«Εσύ, ναι» της είπε με σιγουριά. «Και μία βδομάδα να περάσει και να μην βρεθούμε, αδιαφορείς. Μου πετάς ένα πιάτο φαϊ και δε σε νοιάζει τι κάνω».
«Κρίστοφερ, τι λες; Ακούς τον εαυτό σου;» τον ρώτησε. Άκουγε καλά; «Εσύ δεν έχεις βάλει όρο να εξαφανίζομαι τα απογεύματα; Κάθε βράδυ κι άλλη γυναίκα έρχεται εδώ μέσα. Εμένα τι με θες; Δεν είχες παρέα τις τελευταίες μέρες και έπρεπε να προσφέρω ψυχαγωγία;».
«Πάντα έχω παρέα αν θέλω».
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι δε θέλω να έχω».
«Μάλιστα» είπε η Μάντι και ξεφύσησε αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι είχε καταλάβει καλά τι συζητούσαν.
«Συγγνώμη για σήμερα» της είπε ήρεμα. Η Μάντι δεν απάντησε. Χρειαζόταν κάτι καλύτερο από αυτό. «Συγγνώμη που άρπαξα το χέρι σου απότομα. Δεν πρόκειται να επαναληφθεί» της είπε. «Συγγνώμη που μπήκα στο δωμάτιό σου ενώ φορούσες αυτό το…πράγμα. Αλλά αυτό δεν υπόσχομαι ότι δε θα ξανασυμβεί» αστειεύτηκε. Η Μάντι γέλασε λιγάκι.

Την κοίταξε λιγάκι χωρίς να μιλάει. Η Μάντι ένιωθε γυμνή κάτω από το διαπεραστικό του βλέμμα. ‘Ήταν φανερά ταραγμένος, σχεδόν έτρεμε.
«Θες…θες να πάμε αύριο…να φάμε κάπου το βράδυ;». Η Μάντι ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Κρίστοφερ, δεν είναι σωστό. Θα μπερδευτούν τα πράγματα. ‘Ήδη δηλαδή η κατάσταση είναι τεταμένη και ακόμα…»
«Πες ξεκάθαρα ότι δε θες να βγεις μαζί μου. Πες μου ότι προτιμάς να βγεις με τον Άλεξ παρά με μένα» της είπε πειραγμένος.
«Τι σχέση έχει ο Αλεξ τώρα;»
«Όλο μιλάτε και γελάτε».
«Δεν το πιστεύω ότι ζηλεύεις».
«Δε γεννήθηκε η γυναίκα που θα με κάνει να ζηλέψω, Μάντι».
«Όσο είσαι τόσο εγωιστής δε βγαίνω μαζί σου» του είπε εκείνη αυστηρά.
«Αφού το θες, γιατί δεν λες ναι;»
«Για ποιο πράγμα μιλάς τώρα;»
«Εσύ ποιο σκέφτηκες;»
«Είσαι βλάκας».
«Μπορεί, αλλά σου αρέσω» της χαμογέλασε και χάιδεψε το μάγουλό της φευγαλέα.
«Έτερον εκάτερον».
«Πες ναι» της είπε και την τράβηξε κοντά του. Η Μάντι δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. «Πες ναι» επέμεινε εκείνος.

«Ναι για την έξοδο» του διευκρίνισε και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Και το κορίτσι μας όμως...


κεφάλαιο 26-κορίτσια, καλύτερα με τα γράμματα;

Ο Αύγουστος στο Λονδίνο ήταν ευτυχώς πολύ δροσερός αλλά τα μεσημέρια ήταν αποπνικτικά. Η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία έκαναν την ατμόσφαιρα αφόρητη και η Μάντι έβρισκε λύτρωση μόνο μέσα στην πισίνα του Κρίστοφερ. Εκείνος δεν πρέπει να τη χρησιμοποιούσε πολύ, αλλά της είχε πει πολλές φορές ότι μπορούσε να μπαίνει με την ησυχία της. Είχε σταματήσει να της λέει να μαζεύει τα μαλλιά της και άλλα τέτοια αλλά παρέμενε ψυχαναγκαστικός όσον αφορούσε το πού έβαζε τα πράγματά του και πού ήθελε να τα βρίσκει. Αλλά φυσικά δε δεχόταν ότι αυτή του η εμμονή ήταν παράλογη. Γελούσε όταν του έλεγε ότι έπρεπε να ψάξει λιγάκι αυτή την ανάγκη του για έλεγχο σε κάθε επίπεδο. Της έλεγε ότι τον τρέλαινε η ιδέα του να αφήνει τα πράγματα στην τύχη και εκείνη του έλεγε ότι αυτή η υπερπροσπάθειά του να ελέγχει κάθε πτυχή της ζωής του τον εξόντωνε ψυχολογικά. Έκτοτε, την αποκαλούσε «Φρόιντ». Η Μάντι μισούσε αυτή την «φιλική» ατμόσφαιρα μεταξύ τους.

Είχαν γυρίσει πριν από δύο βδομάδες από το Παρίσι και όλα είχαν μπει στους κανονικούς ρυθμούς τους τόσο γρήγορα που η Μάντι απορούσε συχνά μήπως τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά που συνέβησαν εκεί. Ευτυχώς που είχε εκτυπώσει τις φωτογραφίες που είχε βγάλει με το κινητό της και είχε κάποια απτά στοιχεία ότι το Παρίσι…συνέβη. Εντωμεταξύ ο Κρίστοφερ είχε επιστρέψει στους γνωστούς ρυθμούς δουλειάς, δηλαδή έφευγε κατά τις οκτώ από το σπίτι και γυρνούσε αργά το βράδυ. Είχαν περάσει και τέσσερις συνεχόμενες μέρες που δεν τον είχε δει, αλλά τουλάχιστον ήξερε ότι περνούσε καλά. Και το φαγητό που του άφηνε στο τραπέζι το έτρωγε (είχε σταματήσει να γκρινιάζει για τη μαγειρική της), και τις νυχτερινές επισκέψεις του τις είχε (τουλάχιστον έτσι καταλάβαινε από τα μεταμεσονύχτια κουδούνια) και κεφάτος πρέπει να ήταν γιατί πολλές φορές τον είχε ακούσει να σιγομουρμουρίζει κάποιο τραγούδι.

Εκείνη τη μέρα είχε έρθει ο Άλεξ και πέρασε μαζί του το πρωινό, βοηθώντας τον με τις δουλειές και προσπαθώντας να ξεχαστεί λιγάκι. Γιατί σαν σήμερα, πριν από μερικά χρόνια, είχαν σκοτωθεί οι γονείς της σε ένα απαίσιο τροχαίο δυστύχημα και από εκείνη τη μέρα ξεκίνησαν και τα δικά της βάσανα. Έμεινε μόνη στον κόσμο και απόλυτα εκτεθειμένη στις κακές προθέσεις των άλλων. Άφησε πίσω τα όνειρά της και προσπάθησε να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει τη ζωή της, και βρήκε τον χειρότερο. Εκείνον. ‘Ήταν μόνο 20 ετών και μόλις είχε τελειώσει μια διετή σχολή διακόσμησης. Ήθελε να σπουδάσει κι άλλο, να φύγει στο Μιλάνο και στο Παρίσι για κάποια σεμινάρια. Ήθελε να ταξιδέψει, να γνωρίσει κόσμο. Αλλά δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Έκανε ό,τι πιο ηλίθιο μπορούσε να κάνει. Παντρεύτηκε.

Οι εβδομάδες μετά το θάνατο των γονιών της νόμιζε ότι ήταν οι χειρότερες της ζωής της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τη διαχείριση των οικονομικών του σπιτιού της, δεν ήξερε τι της ανήκε και τι μπορούσε να κάνει με την περιουσία της. Τώρα που το έβλεπε πιο ψυχρά το πράγμα, θα έπρεπε να βάλει ένα δικηγόρο, να μιλήσει με κάποιον ειδικό σε αυτά τα θέματα. Να σταθεί στα πόδια της και να κάνει προσεκτικά βήματα. Αλλά η απόφαση που πήρε ήταν πραγματικά ηλίθια. Αντί να παλέψει τις αντιξοότητες, πήρε φόρα και πήδηξε στο κενό.

Ο άντρας με τον οποίο παντρεύτηκε, δεν μπορούσε ούτε το όνομά του να προφέρει, ήταν οικογενειακός φίλος. Τον είχε μαθητή ο πατέρας της, ο οποίος ήταν δάσκαλος σε ένα γυμνάσιο αρρένων στο Μάντσεστερ, και είχαν κρατήσει καλές επαφές. Ο πατέρας της αναφερόταν σε εκείνον ως «το γιο που δεν απέκτησε ποτέ» και η μητέρα της τον λάτρευε γιατί ήταν ευγενικός με όλους. Η Μάντι είχε συνηθίσει στην παρουσία του, στα κυριακάτικα τραπέζια με εκείνον παρόντα. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχαν, κάπου στα δεκατρία χρόνια, δεν τους επέτρεπε να κάνουν παρέα, αλλά εκείνος πάντα ήταν κοντά της, της έκανε δώρα και έπαιζε μαζί της όταν ήταν μικρή. Μετά χάθηκαν ένα μεγάλο διάστημα γιατί εκείνος έφυγε για σπουδές. Ήταν πολύ έξυπνος και καλλιεργημένος και μετά τις σπουδές του στην γεωλογία, έφυγε για διδακτορικό στην Αμερική με υποτροφία από το ίδρυμα Fulbright. Γύρισε 32 χρόνων από εκεί και αμέσως εγκαταστάθηκε στο Μάντσεστερ. Βρήκε γρήγορα θέση στο πανεπιστήμιο του Μπόλτον ως επισκέπτης καθηγητής και εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό και γουστόζικο σπίτι σε ένα χωριό το οποίο απείχε μόλις είκοσι χιλιόμετρα από το δικό της.

Από την πρώτη βδομάδα που γύρισε, άρχισε να επισκέπτεται το σπίτι της. Οι γονείς της τον λάτρευαν και η Μάντι ήξερε ότι κάπου μέσα τους ήλπιζαν να τα βρει με την κόρη τους. Εκείνη δεν τον έβλεπε ερωτικά φυσικά. Θα περίμενε κάποιος να τον βλέπει έτσι, γιατί ήταν μεγαλύτερος και είχε μια φοβερή αίγλη στα μάτια της και στα μάτια των γονιών της επειδή ήταν τόσο μορφωμένος, τόσο κοσμοπολίτης, τόσο γενναιόδωρος στα λόγια και στις πράξεις. Αλλά δεν τον έβλεπε αλλιώς. Για τη Μάντι, εκείνος ο άνθρωπος, ήταν απλώς ένας οικογενειακός φίλος, ένα στήριγμα για τα δύσκολα αλλά τίποτα παραπάνω. Ήταν πολύ γλυκός για τα γούστα της, πολύ ευγενικός, πολύ από όλα. Ποτέ δεν της άρεσαν οι άντρες που ήταν πολύ ανοιχτοί, που μιλούσαν και γελούσαν πολύ, που έκαναν συνεχώς μάθημα στους γύρω τους. Και εκείνος ήταν έτσι. Ήταν πληθωρικός σε όλα του. Ακόμα και στην εμφάνιση. Ήταν ένας ωραίος άντρας, αλλά πολύ…γλυκανάλατος. Οι φίλες της κατά καιρούς τής έλεγαν ότι ήταν κούκλος, αλλά εκείνη δεν το έβλεπε αυτό. Ίσως επειδή τον ήξερε μια ζωή και τον είχε απομυθοποιήσει.


Τις εβδομάδες μετά το θάνατο των γονιών της, εκείνος βρήκε την ευκαιρία να την πλησιάσει και να της εκφράσει τα συναισθήματα που είπε ότι είχε από καιρό αλλά δεν της τα έδειχνε «από σεβασμό ως προς τους γονείς της». Η Μάντι ήταν σαν χαμένη. Διαθήκες, αποδοχή κληρονομιάς, φόροι, λογαριασμοί, έξοδα κηδείας, μοναξιά. Απίστευτη μοναξιά. Απελπισία. Δεν το σκέφτηκε καλά. Δεν το σκέφτηκε καθόλου. Στο απόλυτο, πυκνό, ασφυκτικό σκοτάδι της ορφάνιας και της μοναξιάς της, εκείνος ήταν μια θαμπή λάμψη. Και κρατήθηκε από πάνω του. Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο, το πιο φρικαλέο λάθος της ζωής της.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Read me, baby


Κεφάλαιο 25-Ψηφίσατε;

Τη Δευτέρα ο Κρίστοφερ έφυγε από το σπίτι πολύ νωρίς και γύρισε μετά τις εννιά. Ήταν πολύ κουρασμένος και δεν είχε διάθεση ούτε να μιλήσει. Το μόνο που είπε στη Μάντι ήταν ότι είχε βρει έναν τρόπο να επισπεύσουν τα πράγματα ώστε να συμμορφωθεί η αντίδικη εταιρεία στο κοινοτικό πλαίσιο. Είχε φάει στα γρήγορα το σουφλέ που του είχε ετοιμάσει και είχε πάει να ξαπλώσει. Η Μάντι τον ρώτησε έξω από την πόρτα του αν ήθελε κάτι αλλά εκείνος δεν απάντησε. Αλλά και τι να της απαντούσε; Μόλις ξεστόμισε την ερώτηση, συνειδητοποίησε τι βλακεία του είχε πει.

Μπήκε στο δωμάτιό της αφού χάζεψε λίγη τηλεόραση και έβγαλε τα ρούχα που είχε αγοράσει σήμερα από τις τσάντες τους. Είχε ψωνίσει ένα καλό φόρεμα, ένα τζιν και μια μπλούζα μωβ. Δεν είχε δώσει πολλά λεφτά, γιατί τα βρήκε όλα σε προσφορά και έτσι δεν ένιωθε ενοχές που είχε ξοδέψει. Τα τελευταία χρόνια μάζευε χρήματα με λυσσαλέα οικονομία αλλά ο μισθός που της έδινε ο Κρίστοφερ τής επέτρεπε άνετα να ξοδεύει μερικά χρήματα για τον εαυτό της χωρίς να το σκέφτεται. Ήταν πολύ χαρούμενη για όσα είχε αγοράσει. Γενικά ήταν πολύ χαρούμενη. Είχε κάνει μια μεγάλη βόλτα στην πόλη, μπήκε σε μουσεία, έφαγε κρουασάν και έβγαλε φωτογραφίες με το κινητό της. Από μια μεριά, ένιωθε πολύ τυχερή. Παρά τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν, και αυτές που σίγουρα επεφύλασσε το μέλλον της, το παρόν της, η ζωή δίπλα στον Κρίστοφερ, ήταν μια περίοδος όπου η ζωή της ήταν γεμάτη έντονα συναισθήματα και καινούργιες εμπειρίες και αυτό της είχε λείψει πολύ. Αν δηλαδή το είχε ζήσει και ποτέ.
«Κρίστοφερ, κοιμάσαι;» τον ρώτησε δειλά έξω από την πόρτα του. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Διαβάζω» απάντησε ξερά.
«Ε…συγγνώμη» μαζεύτηκε η Μάντι. Ήξερε ότι όταν διάβαζε, μισούσε να τον διακόπτουν. Αλλά μόλις είχε γυρίσει. Πώς γινόταν να είχε πιάσει πάλι το διάβασμα;
«Έλα, έλα μέσα» της είπε εκείνος σχεδόν αμέσως μετά. Η Μάντι γύρισε αργά το χερούλι και τον πρόλαβε ένα κλάσμα δευτερολέπτου πριν η φανέλα που φόρεσε βιαστικά καλύψει το τελευταίο εκατοστό του επίπεδου στομαχιού του. Ουάο, σκέφτηκε, και προσπάθησε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ήταν ξαπλωμένος στη μέση του διπλού κρεβατιού και γύρω του υπήρχαν τρία ανοιγμένα βιβλία και ένα δερμάτινο σημειωματάριο με τα αρχικά του. Φορούσε και γυαλιά.
«Φοράς γυαλιά;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Δεν τα έχω ξαναδεί ποτέ!».
«Το διάβασμα ου γαρ έρχεται μόνον» αστειεύτηκε εκείνος και τα έβγαλε. «Τι με ήθελες;».
«Να…σου πήρα αυτές τις δύο φόρμες και θέλω να δω αν σου αρέσουν και αν σου κάνουν γιατί ίσα ίσα που θα προλάβω να τις αλλάξω αύριο πριν φύγουμε» του είπε ξέπνοα και του έτεινε τη σακούλα. Εκείνος έβγαλε τις επώνυμες φόρμες από μέσα και τις κοίταξε επιδοκιμαστικά.
«Μια χαρά είναι. Γκρι και μπλε. Μια χαρά. Ευχαριστώ».
«Δε θα τις φορέσεις; Μπορεί να μη σου κάνουν» είπε η Σάρλοτ.
«Μου κάνουν. Large φοράω».
«Μπορεί να είναι κοντά τα μπατζάκια» επέμεινε η Σάρλοτ. «Δοκίμασέ τις, σε παρακαλώ, δεν έχουν όλα τα ρούχα την ίδια φόρμα» του είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.

Ο Κρίστοφερ την κοίταξε για λιγάκι και δε μίλησε. Η Μάντι δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Κανείς δεν έλεγε τίποτα. Τι να σκεφτόταν; Ένιωθε σαν να την έγδυνε με τα μάτια.
«Λοιπόν;» είπε εκείνος και χαμογέλασε αχνά, όλο υπονοούμενο.
«Τι είναι;» ρώτησε η Μάντι με ανασηκωμένα τα φρύδια.
«Θέλεις να περάσεις έξω να τις δοκιμάσω ή θες να είσαι παρούσα;» την προκάλεσε και η Μάντι κοκκίνισε. Θεέ μου, τι ντροπή; Πώς δεν το είχε σκεφτεί;
«Ε…συγγνώμη, ναι…δεν ξέρω τι σκεφτόμουν» του είπε και έκανε να φύγει.
«Όχι, τίποτα άλλο» τον άκουσε να γελάει από πίσω της «αλλά δεν είναι σωστό να με αντιμετωπίζεις σαν ένα κομμάτι κρέας».
Η Μάντι ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί.
«Εντάξει είναι, ευχαριστώ» της φώναξε από μακριά. Ήταν προφανές ότι δεν τον ενδιέφερε η γνώμη της σε αυτό. «Καληνύχτα».

«Καληνύχτα, Κρίστοφερ» είπε και έκλεισε την πόρτα του δωματίου της. Αλλά ακόμα και με χίλιες κλειδαριές, δε θα ένιωθε ασφαλής. 

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

καλό ΣΚ


κεφάλαιο 24-A Paris Quand un amour fleurit

Η Μάντι πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μισή ώρα μπροστά από τον καθρέπτη της. Είχε αλλάξει δέκα φορές και είχε φορέσει όλα της τα ρούχα με κάθε δυνατό συνδυασμό. Δεν είχε και πολλές επλογές. Είχε φέρει μόνο τζιν και ένα μαύρο φόρεμα. Είχε καταλήξει ότι θα φορούσε αυτό. Ευχαρίστησε την καλή της τύχη που το είχε βάλει κι αυτό την τελευταία στιγμή μέσα στη βαλίτσα της. Ήταν ένα απλό φόρεμα, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, το οποίο της πήγαινε πολύ, γιατί κολάκευε τις καμπύλες της. Δεν είχε φέρει κοσμήματα και καλά παπούτσια, οπότε φόρεσε ένα ζευγάρι χαμηλά πέδιλα και βάφτηκε με προσοχή. Πού να περίμενε ότι θα έβγαινε με τον Κρίστοφερ; Τελικά όμως ήταν πολύ ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα. Ήταν μεγάλη ευλογία, σκέφτηκε, να μη χρειάζεσαι μια περιουσία για να είσαι όμορφη.

«Κρίστοφερ, θα αργήσουμε! Πόση ώρα θα ντύνεσαι πια;» ρώτησε έξω από τη πόρτα του υπνοδωματίου του. Εκείνος δεν απάντησε. «Εγώ είμαι έτοιμη!» του ξανάπε.
«Βγαίνω, βγαίνω» είπε εκείνος τεμπέλικα.
Η Μάντι έκανε ένα βήμα πίσω για να τον αφήσει να περάσει και έχασε για λιγάκι την ισορροπία της όταν τον είδε. Ήταν…υπέροχος. Φορούσε ένα εκρού παντελόνι που δεν το είχε ξαναδεί και ένα γαλάζιο λεπτό μακρυμάνικο μακώ που ταίριαζε απόλυτα με τα καταγάλανα μάτια του. Ήταν άδικο να είναι κάποιος τόσο ωραίος, σκέφτηκε η Μάντι. Πώς θα περνούσε όλο το βράδυ χωρίς να προδώσει τις σκέψεις της;
«Στις ομορφιές σου» του είπε κι εκείνος χαμογέλασε αχνά.
«Μήπως άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε γελώντας.
«Είσαι βλάκας» του απάντησε η Μάντι ξερά.
«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη» είπε εκείνος και η Μάντι πίστεψε ότι δεν άκουσε καλά. Αλλά είχε ακούσει. «Σου πάει πολύ αυτό το φόρεμα. Γιατί δε φοράς πιο συχνά φορέματα;»
«Επειδή μου έχεις επιβάλει τζιν και ζακετάκι» τον ειρωνεύτηκε. Εκείνος έδειξε να σκέφτεται.
«Ναι, ναι…ας μείνουμε στο τζιν και το ζακετάκι» είπε και βγήκαν από το σπίτι.

Περπάτησαν μέχρι την κεντρική οδό και πήραν μαζί ταξί για το κέντρο. Είχαν κλείσει τραπέζι στις οκτώ και η ώρα ήταν εξίμισι, άρα είχαν χρόνο για να κάνουν βόλτα στην πόλη. Η Μάντι ένιωθε λίγο άβολα, κυρίως φοβόταν ότι θα ήταν βαρετή παρέα, αλλά κατάφερε να χαλαρώσει όταν ο Κρίστοφερ άρχισε να την ξεναγεί σε μια συνοικία στην οποία είχε περάσει τα φοιτητικά του χρόνια και της έλεγε ιστορίες που την έκαναν σχεδόν να ξεχάσει ότι όλες οι γυναίκες τον κοιτούσαν. Σχεδόν. Ένιωθε δεκάδες ζευγάρια μάτια πάνω του αλλά εκείνος δεν έδινε σημασία. Η Μάντι σκέφτηκε ότι αν ποτέ αποφάσιζε να σοβαρευτεί με κάποια γυναίκα, θα την έκανε πολύ ευτυχισμένη. Ήταν πολύ διασκεδαστικός και με έναν περίεργο τρόπο, πολύ περιποιητικός.
«Ο…ο Πύργος;!!» τσίριξε η Μάντι, ανίκανη να πιστέψει πού ήταν και με ποιον. Ο Κρίστοφερ την κοιτούσε με συγκρατημένη ευθυμία.
«Δε γινόταν να τον αποφύγουμε» της είπε και άρχισαν να περπατάνε δυναμικά προς τη βάση. «Θες να πάμε πάνω;» τη ρώτησε. Ήθελε, αλλά ντρεπόταν να του το πει. «Πάμε» είπε εκείνος και αφού την άρπαξε από το χέρι την οδήγησε σχεδόν με το ζόρι στα ασανσέρ.
«Κρίστοφερ, νομίζω ότι είναι τελείως λάθος όλο αυτό» του είπε, στριμωγμένη ανάμεσα σε ανθρώπους που έβγαζαν φωτογραφίες. Το πλήθος των ερωτευμένων ζευγαριών την είχε βάλει σε σκέψεις.
«Οχι, δεν είναι» είπε αποφασιστικά εκείνος. «Δεν είναι ποτέ λάθος να κάνεις αυτό που θες».
«Αυτός είναι ο ορισμός της ασυδοσίας!» γέλασε η Μάντι.
«Θες να σε βγάλω φωτογραφία;»
«Γιατί αλλάζεις πάντα θέμα;»
«Βαριέμαι εύκολα!»
«Ελα! Δεν το είχαμε καταλάβει αυτό!»
«Δεν το εννοούσα έτσι».
«Ισχύει όμως».
«Τελικά θες;»
«Βγάλε με»
«Χαμογέλα λιγάκι» της είπε εκείνος. Εντωμεταξύ είχαν ανέβει στην κορυφή και χάζευαν τη θέα. «Τέλεια» της είπε και της έδειξε τη φωτογραφία. Όντως ήταν πολύ καλή.

Η Μάντι τυλίχτηκε με το σάλι της γιατί είχε λίγη δροσιά και πήραν το δρόμο για το εστιατόριο. Ήταν όλα πολύ όμορφα. Ο Κρίστοφερ φαινόταν κεφάτος και ομιλητικός, το Παρίσι ήταν πανέμορφο και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δε σκεφτόταν ότι κινδύνευε. Ήταν μακριά από όλους και όλα. Κοντά στον μόνον άνθρωπο που την ενδιέφερε.

Γύρισαν στο σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, γιατί το δείπνο εξελίχθηκε σε ποτά σε ένα μπαρ και κανένας από τους τέσσερις δεν έδειχνε επιθυμία να διακόψει την υπέροχη βραδιά. Ο Κρίστοφερ ήταν ο πρώτος που πρότεινε να το διαλύσουν κάποια στιγμή γιατί είχαν δουλειά την επόμενη μέρα και οι φίλοι του τον κατηγόρησαν γελώντας ότι είναι ξενέρωτος.
«Οι φίλοι σου είναι πολύ ωραίοι τύποι» του είπε η Μάντι ενώ έβγαζε τα σανδάλια της.
«Δείχνεις έκπληκτη»
«Όχι, απλώς…να…περίμενα ότι θα είναι κλειστοί».
«Σε συμπάθησαν».
«Έχεις βγει για δείπνο με όλες σου τις οικιακές βοηθούς;» τον προκάλεσε η Μάντι. Αυτή η ερώτηση την έκαιγε από το προηγούμενο βράδυ. Ο Κρίστοφερ σταμάτησε αυτό που έκανε και την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. Η Μάντι τρόμαξε.
«Δεν ήθελα να γυρίσουμε πίσω και να μην έχεις δει τίποτα» είπε απόλυτα σοβαρός.
«Κατάλαβα…»
«Τι κατάλαβες;»
«Ότι με λυπήθηκες».
«Είσαι τελείως τρελή».
«Εσύ με έχεις τρελάνει» του πέταξε εκνευρισμένη η Μάντι.

Ο Κρίστοφερ έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και την πλησίασε. Έπιασε δυνατά τα μπράτσα της, για άλλη μια φορά και της χαμογέλασε σατανικά.
«Αν σε ανακουφίζει καθόλου, κι εσύ το ίδιο».





Μια κουβερτούλα...


Ελάτε να μαζέψουμε κανένα φράγκο να τον παραγγειλουμε!!! χαχαχαχαχα


κεφάλαιο 23-ευχαριστηθήκατε που τον στεναχωρήσατε; Ε;;;;

Ο Κρίστοφερ γύρισε «σπίτι» κατά τις έντεκα, φανερά καταβεβλημένος. Η Μάντι τον περίμενε στο σαλόνι, χαζεύοντας ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση. Είχε καιρό να ξεσκονίσει τα γαλλικά της και έχανε τα περισσότερα αστεία, αλλά τουλάχιστον καταλάβαινε την πλοκή της σειράς που έβλεπε. Του είχε ετοιμάσει ένα πλούσιο γεύμα και το είχε κρατήσει ζεστό στο θερμοθάλαμο του φούρνου και το μόνο που ήλπιζε ήταν να γυρίσει πίσω μόνος. Ειλικρινά, τον είχε ικανό να φέρει κάποια μόνο και μόνο για να την πικάρει. Αλλά δεν το έκανε. Γύρισε μόνος του, ακούμπησε τον χαρτοφύλακα στον καναπέ, πέρασε από μπροστά της χωρίς να τη χαιρετίσει και μπήκε στο δωμάτιό του. Βγήκε μετά από μισή ώρα, φορώντας ένα φανελάκι και μια μαύρη φόρμα. Είχε μόλις κάνει ντους και φαινόταν και μύριζε αναζωογονημένος. Με δυσκολία κρατήθηκε να μην τρέξει να τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και να του πει ότι μετάνιωσε.
«Ακόμα ντυμένη είσαι εσύ;» τη ρώτησε και ένα λοξό χαμόγελο χάραξε το πρόσωπό του. Μάλλον είχε φιλοσοφήσει όσα είχαν ειπωθεί και τώρα είχε όρεξη για πλάκα. Με τον δικό του τρόπο φυσικά.
«Ναι, είπα να περιμένω να με γδύσεις εσύ» είπε εκείνη εξίσου χιουμοριστικά και σηκώθηκε για να πάει να του σερβίρει. Εκείνος την πήρε από πίσω και κάθισε να φάει φανερά πεινασμένος.
«Αυτή είναι η τελειωτική σου απάντηση;» τη ρώτησε αφού κατάπιε την πρώτη μπουκιά από τα ψητά λαχανικά του.
«Ναι» είπε εκείνη σταθερά, αλλά από μέσα της πραγματικά αμφέβαλλε για πόσο θα κρατούσε αυτή η απόφαση. Ειδικά όταν φορούσε αυτά τα φανελάκια που τόνιζαν το καλογυμνασμένο του κορμί και όταν το μελαγχολικό του βλέμμα τρυπούσε την ψυχή της.
«Τα λαχανικά είναι χάλια» είπε εκείνος άχρωμα.
«Κρίστοφερ, πάντα με τον ίδιο τρόπο τα κάνω. Μην κάνεις σαν μωρό» τον μάλωσε μαλακά.
«Σήμερα δεν μου αρέσουν».
«Πώς πήγε η δουλειά;» άλλαξε θέμα, γιατί ήταν προφανές ότι κάτι άλλο τον ενοχλούσε.
«Έτσι κι έτσι» είπε εκείνος και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Κάτσε» της είπε απότομα. Η Μάντι είχε πάντα την τάση όση ώρα έτρωγε ο Κρίστοφερ να περιφέρεται στην κουζίνα και να κάνει δουλειές. Δεν έτρωγε ποτέ μαζί του. Απόψε όμως του έκανε το χατίρι.
«Τι δεν πάει καλά;» τον ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Έχω βρει έναν τρόπο και μπορώ να κερδίσω τον πρώτο γύρο αλλά οι αντίδικοι ζητάνε συνεχώς παράταση της δίκης. Έχω βαρεθεί».
«Κερδίζουν χρόνο;»
«Υποθέτω πως ναι, αλλά τον ίδιο χρόνο κερδίζουμε κι εμείς. Στην υπόθεση αυτή δουλεύουμε 20 άτομα νυχθημερόν».
«Τόσοι πολλοί; Θα είναι σημαντική υπόθεση» του είπε με θαυμασμό.
«Διακυβεύονται εκατοντάδες εκατομμύρια. Και δε θέλω να αποτύχω. Μέχρι στιγμής έχω μόνο νίκες στο δικαστήριο».
«Αυτό είναι αξιοθαύμαστο, Κρίστοφερ».
«Δε μου αρέσει να χάνω, Μάντι» της είπε και την κάρφωσε με τα μάτια. Η Μάντι χαμογέλασε. Το μήνυμα ήταν διττό.
«Δεν χάνεις, Κρίστοφερ» του απάντησε ήρεμα.
«Μου είπες όχι» ψέλλισε εκείνος, και ήπιε λίγο λευκό κρασί.
«Δεν είπα όχι σε σένα, Κρίστοφερ. Είπα όχι σε αυτά που προσφέρεις».
«Δε μου έχουν ξαναπεί ποτέ όχι. Ακούω πάντα ναι. Από τους γονείς, τους φίλους μου, τις γυναίκες, τους υπαλλήλους μου».
«Ωραία, σου είπα εγώ» γέλασε η Μάντι. Μπροστά της είχε ένα μεγάλο παιδί. «Μην κάνεις έτσι».
«Θες να πάμε αύριο να φάμε κάπου;» την αιφνιδίασε.
«Τι…τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Της πρότεινε ραντεβού;
«Σημαίνει ότι αύριο είναι Κυριακή και θα τελειώσω κατά το απόγευμα. Αν θες, μη μαγειρέψεις. Πάμε κάπου για φαγητό, με παρέα» της είπε ήρεμα, δίνοντας μια πιο ανάλαφρη νότα σε αυτό που της είχε μόλις προτείνει.
«Μήπως αυτό είναι λίγο…λάθος, δεδομένων των συνθηκών;».
«Είπαμε. Ό,τι συμβεί στο Παρίσι, μένει στο Παρίσι. Θα βγούμε μια βόλτα, θα φάμε κάτι. Θα σου δείξω το Παρίσι των φοιτητικών μου χρόνων και τέλος. Γιατί λες πάντα όχι, διάολε;» θύμωσε εκείνος.
«Σπούδασες εδώ;» εξεπλάγη η Μάντι.
«Και εδώ» απάντησε εκείνος αδιάφορα.
«Πού θα πάμε;» τον ρώτησε. Εκείνος σήκωσε αργά τα μάτια του.
«Σε ένα μικρό εστιατόριο με έναν παλιό συμφοιτητή μου που μένει εδώ και ένα δικηγόρο της ομάδας μου» απάντησε ο Κρίστοφερ, τελειώνοντας το γεύμα του. Πήρε το πιάτο του και το ακούμπησε στον νεροχύτη.
«Δεν έχω κάτι επίσημο να βάλω όμως» του είπε εκείνη προβληματισμένη.
«Μην ανησυχείς, οι Γάλλοι ντύνονται πολύ απλά. Αλήθεια, δεν ψώνισες τίποτα εσύ σήμερα; Μήπως δεν έχεις λεφτά; Να σου αφήσω την κάρτα μου;»
«Κρίστοφερ, θυμάσαι πόσα λεφτά μου δίνεις; Έχω λεφτά, απλώς έπρεπε να πάω σούπερ μάρκετ και να κάνω κάποια πράγματα στο σπίτι. Τη Δευτέρα ψώνια» είπε ενθουσιασμένη.
«Εγώ θα σου τη δώσω την κάρτα μου και κάνε ό,τι θες. Α! Πάρε μου και μια δυο φόρμες σε παρακαλώ».
«Αύριο το πρωί λέω να πάω σε κανά μουσείο».
«’Ο,τι νομίζεις, αλλά να προσέχεις» είπε βαριά εκείνος. Η Μάντι αναρωτήθηκε κατά πόσο είχε πληγωθεί ο ανδρισμός ή ο εγωισμός του. Μάλλον το δεύτερο. Και φοβόταν ότι δε θα το άφηνε να περάσει έτσι όλο αυτό. Θα την κυνηγούσε λυσσαλέα μέχρι να
ενδώσει και μετά θα την παρατούσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δεν είχε καμία όρεξη για άλλη μια σχέση χωρίς ουσία, χωρίς περιεχόμενο. Ήθελε κάποιον άντρα να την αγαπάει και να τη φροντίζει. Δεν ήταν απαραίτητο να ήταν πετυχημένος, δυναμικός και έξυπνος. Δεν ήταν ανάγκη να ήταν τόσο συγκλονιστικά όμορφος όπως ο Κρίστοφερ. Μπορεί να μην της έκοβε την ανάσα, να μην την έκανε να νιώθει απόλυτο δέος όταν τον κοιτούσε. Θα ήταν ένας απλό άνθρωπος. Ένας απλός άνθρωπος που θα της τα έδινε όλα και εκείνη θα του το ανταπέδιδε.
«Κρίστοφερ, έχει χαλάσει το τηλέφωνο στο ντους» το είπε εκείνη τελικά. «Να πάρω τον ιδιοκτήτη;»
«Τι έχει το τηλέφωνο;» ρώτησε εκείνος και χωρίς να την κοιτάξει, βγήκε από την κουζίνα και περπάτησε μέχρι το σαλόνι, ξυπόλητος. Ποτέ δεν περπατούσε ξυπόλητος. Τι του είχε συμβεί;
«Έχει φύγει το καπάκι και βγαίνει το νερό από τα πλάγια».
«Και θα φέρουμε τον ιδιοκτήτη γι’ αυτό;» είπε κουρασμένα και κατευθύνθηκε στο ντους της. Κατέβασε το τηλέφωνο από τη βάση και μετά από μερικά λεπτά έβγαλε και ξανατοποθέτησε καλά το καπάκι.
«Ουάο!» είπε ενθουσιασμένη η Μάντι.
«Μεγάλωσα σε οικοτροφείο» είπε εκείνος ξερά.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι έμαθα να καλύπτω τις ζημιές».
«Πολύ χρήσιμο για έναν άντρα».
«Και τι να το κάνεις;» της είπε, σήκωσε τους ώμους κουρασμένα, της γύρισε την πλάτη και μπήκε στο δωμάτιό του.


Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

θα μου κλείσεις το σπίτι...



Κεφάλαιο 22- Βόμβα μεγατόνων

Ο Κρίστοφερ έφυγε περίπου πέντε λεπτά μετά, αφού άλλαξε στα γρήγορα πουκάμισο. Της πέταξε ένα «έχεις διορία μέχρι το βράδυ για να απαντήσεις» και κοπάνησε έξαλλος την πόρτα ξοπίσω του ενώ έφευγε για το γραφείο του κουβαλώντας τον δερμάτινο χαρτοφύλακά του. Η Μάντι τον κοίταξε φευγαλέα κι εκείνος άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί λιγάκι στο πρόσωπό της πριν φύγει. Ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν αλλοιωμένα, τα μάτια του θολά. Τα φρύδια του είχαν σμίξει. Ήταν πραγματικά έξαλλος. Αλλά ακόμα και έτσι, κυρίως έτσι, ήταν πραγματικά εντυπωσιακός. Όλο της το είναι ούρλιαζε μέσα της να του πει να μείνει και να ξεκινήσουν να «διασκεδάζουν» αμέσως κιόλας, αλλά η ψυχή της δεν είχε τη δύναμη να το κάνει.

Είχε δεκάδες λόγους που δεν ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει σεξ μαζί του. Είχε περάσει άσχημα στην ερωτική της ζωή. Είχε κάνει μόνο μία ολοκληρωμένη σχέση και αυτή με έναν άντρα, όχι ακριβώς βάναυσο, αλλά κάπως….διεκπεραιωτικό. Δεν απολάμβανε το σεξ μαζί του και δεν είχε ποτέ νιώσει αυτό που οι άλλες γυναίκες περιέγραφαν ως ολοκλήρωση, κορύφωση κλπ. Είχε καταλάβει ότι και η ίδια δεν είχε πολύ ταλέντο στο συγκεκριμένο τομέα και δεν είχε επιχειρήσει να κάνει κάποια σχέση έκτοτε. Ο μόνος άντρας που είχε καταφέρει να της ξυπνήσει τέτοια ένστικτα, έναν σεξουαλικό πόθο που την έκανε το βράδυ να μην μπορεί να κοιμηθεί ήταν ο Κρίστοφερ, αλλά ήξερε ότι δε θα μπορούσε ποτέ να αφεθεί ελεύθερη στο κρεβάτι, να βάλει στις άκρη τις φοβίες της και τις ανασφάλειές της και να τον ικανοποιήσει όπως σίγουρα θα έκαναν οι ορδές των ερωμένων του.

Πόσο θα ήθελε να κοιμηθεί μαζί του…Σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου δε θα είχε όλο αυτό το παρελθόν…όπου δε θα είχε ηθικές αναστολές…όπου θα ένιωθε πιο άνετα με τον εαυτό της…όπου θα ήξερε ότι το πρωί που εκείνος θα τη βαριόταν δε θα πέθαινε μέσα της…τότε ίσως μπορούσε να τον απολαύσει όπως ήθελε. Να τον γδύσει και να τον φιλήσει και να του ψιθυρίσει λόγια που λένε μόνο εραστές. Αλλά ήταν σίγουρη ότι δε θα άντεχε την ημερομηνία λήξης της «σχέσης» τους. Καλύτερα να ζεις χωρίς να έχεις δοκιμάσει τον καρπό της αμαρτίας, παρά να έχεις χώσει τα δόντια σου στην τρυφερή σάρκα, να έχεις πιει το νέκταρ και να πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου γνωρίζοντας ότι ποτέ δε θα ξανανιώσεις την ευφορία που σου προκάλεσε όλο αυτό.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν ότι πονούσε ολόκληρη από την προσπάθεια να αγνοήσει αυτά τα τσιμπήματα που ένιωθε στην καρδιά της. Δεν είχε ερωτευτεί ποτέ στη ζωή της. Δεν ήξερε πώς ήταν. Αλλά αυτός ο ενθουσιασμός της όταν τον έβλεπε, η ανυπομονησία να τον ακούσει να επιστρέφει σπίτι, η φροντίδα για τα πράγματά του, ο θαυμασμός για όλα όσα είναι και πρεσβεύει, ήταν κακά σημάδια. Δικαιολογούσε τον εαυτό της επαναλαμβάνοντας συχνά μέσα στο κεφάλι της ότι ήταν φυσιολογικό να νιώθει έτσι δεδομένου ότι ήταν ένας άντρας που τον είχε φτιάξει ο Θεός για να κάνει πλάκα στις γυναίκες. Πανέμορφος, πετυχημένος, πλούσιος, έξυπνος, καλλιεργημένος. Τελείως μουρλός κατά περιπτώσεις, αλλά κυρίως χαρισματικός.

Δεν θα κοιμόταν μαζί του. Θα συνέχιζε να δουλεύει δίπλα του για όσο καιρό άντεχε ο ένας τον άλλον και μετά θα συνέχιζε με τη ζωή της. Θα μάζευε τα χρήματα που είχε ανάγκη και θα επέστρεφε στο Μάντσεστερ. Θα έπαιρνε πίσω το σπίτι της, θα έβγαζε διαζύγιο και θα ζούσε μια ζωή απλή. Χωρίς τον Κρίστοφερ.


in Paris


κεφάλαιο 21-ο έρωτας σου το χω πει θέλει ψυχή και φαντασία...εσύ όμως το κατάντησες, μια τυπική διαδικασία...

«Τι θες να πεις;» αντέδρασε η Μάντι, νιώθοντας ηλίθια για αυτό που ρωτούσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο Κρίστοφερ την έπιασε από τα μπράτσα και τη γύρισε προς το μέρος του. Ο ένας κοιτούσε το άλλον σαν αντίπαλοι που αναμετρούνταν στο ρινγκ λίγο πριν ο διαιτητής δώσει το σήμα για να ξεκινήσει ο αγώνας.
«Θέλω να πω» της είπε ενώ με το δάχτυλό του χάιδευε βασανιστικά αργά το μάγουλό της «ότι σου ζήτησα να έρθεις στο Παρίσι για να κάνουμε σεξ εδώ» είπε εκείνος βραχνά. Η Μάντι σοκαρίστηκε με το πόσο απλό το έκανε να ακούγεται αλλά δεν του το έδειξε. Προσπαθούσε με όλο της το είναι να μη γλείψει τα χείλη της, τα οποία είχαν ξεραθεί.
«Και έπρεπε να έρθουμε ως εδώ;» τον ρώτησε εκείνη γελώντας.
«Σκέφτηκα ότι θα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα. Θα περάσουμε μερικά βράδια μαζί και μετά θα συνεχίσουμε ο καθένας το δρόμο του».
«Σε αυτή την περίπτωση πιστεύω ότι η επιλογή προορισμού ήταν λίγο ατυχής εκ μέρους σου».
«Τι εννοείς;»
«Ήρθαμε στην πόλη του Έρωτα για να κάνουμε 2-3 φορές σεξ; Αστείο ακούγεται».
«Μπορούμε να κάνουμε και περισσότερες φορές».
«Ειρωνεία, Κρίστοφερ; Η ειρωνεία είναι το επιχείρημα του αδύναμου».
«Αυτό το λες στον πιο πετυχημένο δικηγόρο της χώρας;»
«Το λέω σε σένα, Κρίστοφερ. Για μένα δεν είσαι δικηγόρος. Είσαι το αφεντικό μου».
«Μόνο το αφεντικό σου;»
«Γιατί; Είσαι και κάτι άλλο;» ανασήκωσε τα φρύδια η Μάντι, μπερδεμένη. Είχε καταλάβει;
«Μάντι, σου προτείνω κάτι που θέλουμε και οι δυο. Το ξέρω και το ξέρεις» είπε ο Κρίστοφερ με απόλυτη σιγουριά.
«Αλίμονο αν κάναμε όλοι οι άνθρωποι άκριτα αυτό που θέλαμε»
«Ώστε το παραδέχεσαι;»
«Δεν παραδέχομαι τίποτα. Δε θα κοιμηθώ μαζί σου»
«Πώς γίνεται να μη θέλεις να κάνουμε σεξ; Έχω δει πώς με κοιτάς. Με θέλεις όσο σε θέλω».
«Ωραίο επιχείρημα».
«Έχω κι άλλο ένα επιχείρημα, αλλά θα πρέπει να γδυθώ» της χαμογέλασε.
«Θεέ μου, αυτοπεποίθηση!»
«Καταβαίνεις σε τι λες όχι; Καταλαβαίνεις τι ευκαιρία χάνεις;»
«Κινδυνεύει η δουλειά μου;»
«Όχι, διάολε, όχι. Είσαι αρκετά καλή οικιακή βοηθός. Δε θα σε απολύσω για αυτό. Για ποιον με πέρασες;»
«Για έναν άντρα που θεωρεί ότι του ανήκει όλος ο κόσμος»
«Θα είναι τιμή σου να κάνεις σεξ μαζί μου» είπε εκείνος και η Μάντι έγινε έξαλλη. Ακούμπησε τον δείχτη της στο στέρνο του με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, και προσπάθησε να μιλήσει ψύχραιμα. Αλλά δεν τα κατάφερε.
«Άκουσε να σου πω, αγοράκι μου. Για ΣΕΝΑ θα είναι τιμή να κάνεις σεξ μαζί μου. Εσένα σε έχει πάρει κάθε ανορεκτική ξανθιά σε αυτή την ήπειρο. Εγώ όμως δεν επιτρέπω στον καθένα να παίζει μαζί μου».
«Δεν σκόπευα να παίξω. Είμαι ξεκάθαρος. Τρία βράδια μαζί και μετά επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας» είπε εκείνος αλλά η Μάντι ήξερε ότι τον είχε ταράξει. Τα πάντοτε καταγάλανα μάτια του είχαν σκουρύνει επικίνδυνα.
«Αλήθεια;» κάγχασε η Μάντι. «Πόσο κολακευτική πρόταση… Τρία ολόκληρα βράδια; Μόνο με μία γυναίκα;».
«Δε γίνεται να μη με θέλεις» είπε εκείνος με σιγουριά. Αλλά και βαθιά πληγωμένος.

«Σε θέλω, Κρίστοφερ» απάντησε με τη σειρά της και η Μάντι. Πιο ήρεμα αυτή τη φορά. Κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. «Γι’ αυτό δε θα κάνω σεξ μαζί σου».

κεφάλαιο 20-oh mon Dieu!

«Δηλαδή τώρα είμαστε στο Παρίσι;» τον ρώτησε χοροπηδώντας ενθουσιασμένη. Ήταν διπλά χαρούμενη. Πρώτον είχε φτάσει σε έναν από τους προορισμούς που πάντα ήθελε να επισκεφτεί και δεύτερον, είχε φτάσει εκεί σώα. Είχε φοβερό άγχος κατά την πτήση και ένιωθε ανακούφιση όταν πάτησε τα πόδια της σε σταθερό έδαφος. Και σε τι έδαφος! Στο Παρίσι! Στο Π-Α-Ρ-Ι-Σ-Ι! Την πόλη της μόδας, του ντιζάιν, του καλού φαγητού και του έρωτα.
«Όχι, σου κάναμε πλάκα» είπε ο Κρίστοφερ ενώ ξεφόρτωνε τις βαλίτσες από το ελικόπτερο και τις έβαζε σε ένα πολυτελές αμάξι που τους περίμενε περίπου τριάντα μέτρα μακριά. «Στην πραγματικότητα είμαστε στην Αφρική και θα σε δώσω στους ζουλού να σε φάνε» συμπλήρωσε εκείνος ενώ βολευόταν πάλι στη θέση του οδηγού.
«Νευράκια έχεις πάλι; Γιατί;» απάντησε η Μάντι δεικτικά.
«Είμαι κουρασμένος» απάντησε εκείνος και αφού έκανε ένα νεύμα στον πιλότο, έβαλε πρώτη και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
«Καταλαβαίνω, Κρίστοφερ» του είπε εκείνη ήρεμα. «Αλλά απόψε μπορεί και να κοιμηθείς καλύτερα» συμπλήρωσε και προσπάθησε να μη χαμογελάσει ειρωνικά όταν εκείνος γύρισε και την κοίταξε αυστηρά.
«Θα το δούμε αυτό» είπε εκείνος μέσα από σφιγμένα δόντια και γκάζωσε.

Η ώρα έδειχνε δύο ακριβώς όταν ο Κρίστοφερ πάρκαρε έξω από ένα συγκρότημα κατοικιών κάπου κεντρικά αν καταλάβαινε καλά η Μάντι από τα μαγαζιά που έβλεπε τριγύρω.
«Εδώ είμαστε» είπε εκείνος και πήρε για άλλη μια φορά τα πράγματα. Η Μάντι κοιτούσε τριγύρω της σαν χαμένη. Τους δρόμους, τα μαγαζιά με τα πανάκριβα ρούχα, τους φούρνους με τα αμέτρητα κρουασάν και τις μπαγκέτες. Ήταν όλα πολύ όμορφα. Περπάτησε από πίσω του κοιτώντας τον κήπο του συγκροτήματος, τα ξύλινα παγκάκια και τα ψηλά δέντρα. Έμοιαζε με όαση στη μέση της πόλης. Και όσο πιο πολύ περπατούσαν, τόσο πιο πολύ μειωνόταν ο θόρυβος  από τα αυτοκίνητα. Ο Κρίστοφερ έβγαλε από το χαρτοφύλακά του ένα ζευγάρι κλειδιά και άνοιξε την πόρτα μιας μονοκατοικίας. Η Μάντι κοίταξε τριγύρω. Με δέος. Το σπίτι αυτό ήταν υπέροχο. Αλλά είχε ένα μικρό κακό.
«Αυτό είναι μόνο;» τον ρώτησε σοκαρισμένη, ενώ κρατούσε ακόμα την τσάντα στον ώμο της. Ο Κρίστοφερ είχε αφήσει τα πράγματα κάτω και ήδη κατευθυνόταν στην κουζίνα για να πάρει κάτι.
«Πες μου ότι είσαι σνομπ» είπε πικρόχολα εκείνος.
«Όχι δεν είναι αυτό…απλώς…είναι λίγο μικρό» του είπε. «Έχω κακομάθει στο σπίτι σου» γέλασε εκείνη προσπαθώντας να σπάσει λίγο την αμηχανία. Τι να του εξηγούσε τώρα; Ότι σε ένα μικρότερο σπίτι θα τον έβλεπε πιο συχνά; Ότι η συγκατοίκησή τους θα τους έφερνε πολύ κοντά;
«Το σπίτι αυτό είναι εκατό τετραγωνικά και είναι διακόσια μέτρα από το γραφείο μου. Για ένα άτομο φτάνει» είπε εκείνος. «Και στην τελική, δε βλέπω το λόγο να απολογούμαι. Εσύ πού ακριβώς ζούσες πριν έρθεις να δουλέψεις σε μένα; Στο Μπάκινγχαμ;».
«Κρίστοφερ, σταμάτα πια! Μια κουβέντα είπα!» φώναξε εκείνη.
«Αντί να λες κουβέντες, δες λιγάκι τι λείπει από τα ντουλάπια και κάνε μια λίστα με το τι χρειαζόμαστε. Το σπίτι είναι εξοπλισμένο και πλήρως λειτουργικό αλλά μπορεί να θες κάτι. Σου αφήνω 200 ευρώ να πάρεις ό,τι θες» της είπε και η Μάντι κοίταξε με περιέργεια τα χαρτονομίσματα.
«Ωραία φαίνονται» είπε χαμογελαστή. «Θα μου φτάσουν;» γέλασε.
«Αν δε σου φτάσουν 200 ευρώ στο σούπερ μάρκετ, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά» είπε εκείνος και χαμογέλασε αχνά. «Εγώ σε περίπου δέκα λεπτά πρέπει να φύγω για την εταιρεία. Έχω μια συνάντηση. Θα αλλάξω στα γρήγορα και θα πάω. Θα γυρίσω το βράδυ. Υπολόγισε κατά τις δέκα».
«Τι θα φας για μεσημέρι;» τον ρώτησε με καθαρό ενδιαφέρον.
«Θα πάρω κανένα σάντουιτς εκεί» της είπε αδιάφορα.
Η Μάντι ήθελε να τον ρωτήσει πού είναι το δωμάτιό της, αλλά ντρεπόταν. Κοιτούσε τριγύρω της και θαύμαζε το ευρύχωρο σαλόνι, όπου κυριαρχούσε το λευκό και το κόκκινο, την τεράστια επίπεδη οθόνη και την κουζίνα με το πάσο. Της άρεσε πολύ αυτό το σπίτι. Ήταν μικρό και γουστόζικο. Τον ακολούθησε για να δει πού πήγαινε και αυτός σταμάτησε το βήμα του όταν την κατάλαβε.
«Πέρνα» της είπε και την άφησε να περάσει μπροστά του. Η Μάντι είδε με την άκρη του ματιού της δύο άνετα μπάνια και δύο κρεβατοκάμαρες. Υπέροχες. Καλόγουστες. Ευήλιες. Που τις χώριζε ένας μόνο τοίχος.
Ο Κρίστοφερ στεκόταν από πίσω της. Ακριβώς όπως χθες το βράδυ. Εκείνη δεν κουνιόταν. Δεν ήξερε ποια κρεβατοκάμαρα ήταν δική της. Η δεξιά είχε ξύλινα έπιπλα και βαριές κουρτίνες ενώ η αριστερή είχε μοντέρνα έπιπλα και έντονα χρώματα. Και οι δύο είχαν θέα στον κήπο.
«Τι έχεις;» ρώτησε εκείνος.
«Αναρωτιέμαι» του είπε αμήχανα.
«Τι;» ρώτησε εκείνος. Ήταν επικίνδυνα κοντά της. Σχεδόν την ακουμπούσε.
«Σκέφτομαι ότι τα δωμάτια τα χωρίζει μόνο ένας τοίχος» ψιθύρισε η Μάντι και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα της. Για κάποιον παράξενο λόγο είχε ανατριχιάσει.
«Και;» την παρότρυνε εκείνος. Βραχνά. Πολύ βραχνά.
«Φοβάμαι ότι αν φέρεις κοπέλα, δε θα μπορέσω να κοιμηθώ από τα βογγητά» του είπε με κάθε ειλικρίνεια. Και με μια δόση χιούμορ. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Τον άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα.
«Απόψε, Μάντι, δε θα σε ενοχλήσουν τα βογγητά» της είπε σκύβοντας στο αφτί της. Η Μάντι έμεινε ακίνητη στη θέση της, ενώ το αίμα έρεε μέσα της καυτό. Μύριζε το άρωμά του. Αν γυρνούσε προς το μέρος του, θα…. Οι μνήμες της χθεσινής κοροϊδίας ήταν ακόμα νωπές. Αλλά δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Όχι όταν ήταν τόσο κοντά της.
«Γιατί;» τον ρώτησε γλείφοντας τα χείλη της, που είχαν ξεραθεί.

Ο Κρίστοφερ έσκυψε στο λαιμό της και ακούμπησε ένα απαλό φιλί. Και μετά της ψιθύρισε στο αυτί κάτι που έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν.

«Γιατί απόψε τα βογγητά θα είναι δικά σου».

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014



κεφάλαιο 19-απογείωση

«Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε το επόμενο πρωί την ώρα που η Μάντι έκλεινε το φερμουάρ της μικρής βαλίτσας της. Γύρισε και κοίταξε το αυτάρεσκο χαμόγελό του. Της θύμιζε παιδί που μόλις είχε κάνει αταξία. Γάτα που μόλις είχε καταπιεί ένα καναρίνι.
«Θέλω μισή ώρα ακόμα. Δεν έχουμε; Πρέπει να κλείσω τους διακόπτες και να ενημερώσω την πύλη για τον τεχνίτη που θα έρθει» του είπε και συνέχισε να ασχολείται με τα πράγματά της.
«Έχουμε, έχουμε» είπε εκείνος ήρεμα και πήρε ένα μήλο για να το φάει. Άρχισε να βηματίζει μέσα στην κουζίνα κοιτώντας τα ντουλάπια, λες και ήταν στο Λούβρο και κοιτούσε πίνακες.
«Πρέπει να αλλάξω και τα σεντόνια σου» του είπε εκείνη. «Έχουν φύγει οι φίλες σου;» ρώτησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε.
«Ναι, ναι, δεν κοιμήθηκαν εδώ» της είπε εκείνος και η Μάντι ένιωσε ότι την κοιτούσε. Δε γύρισε όμως προς το μέρος του.
«Καλώς, τότε» απάντησε η Μάντι άχρωμα. «Στις εννιά ακριβώς θα είμαι στο αμάξι. Φάε ό,τι θες για πρωινό, πάω να αλλάξω σεντόνια και φύγαμε» του είπε και βγήκε από την κουζίνα. Ανέβηκε βιαστικά πάνω, τέλειωσε με τις δουλειές, έκλεισε μερικούς διακόπτες και κατέβασε τον θερμοστάτη της πισίνας. Τέλος, μπήκε στο δωμάτιό της για να αλλάξει. Φόρεσε ένα πολύ φθαρμένο τζιν, μπλε ραφ εσπαντρίγιες και ένα λευκό αέρινο πουκάμισο. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου της στην προσωπική της τσάντα και πέρασε λίγη τερακότα στα μάγουλά της. Φούντωσε λίγο τα μαλλιά της και κατευθύνθηκε προς το αμάξι. Από μέσα της προσευχήθηκε να πήγαιναν όλα καλά σε αυτό το ταξίδι. Πριν δει…το δίδυμο της αμαρτίας, είχε ελπίσει να περάσει ένα ωραίο τετραήμερο στην Πόλη του Φωτός. Στην Πόλη του Έρωτα. Κάτι είχε σκιρτήσει μέσα της. Μια κρυφή ελπίδα είχε ανθίσει. Αλλά ξεριζώθηκε βίαια. Τώρα το μόνο που την ένοιαζε ήταν να πάνε εκεί και να τελειώνει αυτό το μαρτύριο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Είχε…είχε απογοητευτεί. Ένα αόρατο χέρι είχε αρπάξει την καρδιά της και την έσφιγγε. Και δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
«Εννιά ακριβώς!» είπε εκείνος καθισμένος πίσω από το τιμόνι της πολυτελούς Aston Martin του. «Μια γυναίκα που έρχεται στην ώρα της!» γέλασε επιδοκιμαστικά.
«Φύγαμε» απάντησε η Μάντι και γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο. Ήταν τόσο εντυπωσιακός με το τζιν και το μπλουζάκι του, που την έκανε να ζαλίζεται. Αλλά αυτό που είχε κάνει χθες, της είχε στοιχίσει πολύ. Είχε παίξει μαζί της. Την είχε αδειάσει με τον χειρότερο τρόπο. Και το χειρότερο ήταν ότι είχε καταλάβει μάλλον ότι είχε αρχίσει να επηρεάζεται από εκείνον και γι’ αυτό ήξερε ότι θα την κέντριζε με αυτό που είχε σκαρώσει.

Ο Κρίστοφερ οδήγησε γρήγορα αλλά με ασφάλεια μέχρι το ελικοδρόμιο, στην άκρη του Λονδίνου. Τα χέρια του κρατούσαν δυνατά το τιμόνι και έκανε τους ελιγμούς να μοιάζουν παιχνιδάκι. Ένας άντρας που ξέρει τι κάνει, σκέφτηκε η Μάντι. Έχει τα ηνία της ζωής του και τον έλεγχο της κάθε πτυχή της. Στο ελικοδρόμιο τούς περίμενε ένα μαύρο ελικόπτερο με το σήμα της γνωστής εταιρείας στο πλάι. Η Μάντι πήρε τη βαλίτσα της στο χέρι αλλά ο Κρίστοφερ της την πήρε χωρίς να σηκώσει κουβέντα και την μετέφερε εκείνος στο χώρο αποσκευών του ελικόπτερου. Ο πιλότος τούς έδωσε ακουστικά και τους ενημέρωσε για τους κανόνες ασφαλείας. Ο Κρίστοφερ ήξερε φυσικά το πρωτόκολλο αλλά έπρεπε να τα ακούσει κι αυτή. Η θέα των αλεξίπτωτων την έκανε να χάσει λίγο το θάρρος της αλλά κατάφερε να ηρεμήσει. Έκλεισε τα μάτια κατά την απογείωση και τα άνοιξε μόνο όταν άκουσε τη φωνή του Κρίστοφερ στο ακουστικό της.
«Σκοπεύεις να έχεις κλειστά τα μάτια μιάμιση ώρα;» ρώτησε και εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Μήπως θες να σου κρατήσω το χέρι;» την πείραξε αλλά και πάλι εκείνη έγνεψε αρνητικά.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε αργά τα μάτια της. Ο Κρίστοφερ την κοιτούσε εύθυμα από το απέναντι κάθισμα, αλλά κάτι στο βλέμμα του την έκανε να μετανιώσει που τον κοίταξε. Η θέα ήταν μοναδική. Όλα φαίνονταν από ψηλά πολύ μικρά. Σαν ψεύτικα. Ο Κρίστοφερ ξεκίνησε να της εξηγεί μερικά πράγματα για τη διαδρομή και να της λέει προς ποια κατεύθυνση κινούνταν και η Μάντι έκανε ότι τον άκουγε αλλά δεν άκουγε. Απλώς τον κοιτούσε. Γιατί μπορεί να βρισκόταν σε ένα πολυτελές ελικόπτερο πάνω από το Στενό της Μάγχης με κατεύθυνση την πιο όμορφη πόλη του Κόσμου, αλλά εκείνος…παρέμενε η καλύτερη θέα.






waking up to this


κεφάλαιο 18-πάρτι με...ουίσκι

«Πώς και γύρισες τόσο νωρίς;» ρώτησε η Μάντι μπερδεμένη και κοίταξε το ρολόι της. «Είναι μόλις έξι. Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, αλλά ήθελα να σε προλάβω σπίτι για να συζητήσουμε κάτι σοβαρό» της είπε εκείνος και ακούμπησε τον χαρτοφύλακά του στο γνωστό του σημείο. Ξέσφιξε τη γραβάτα του και έβγαλε το σακάκι του. Η Μάντι πήρε μια βαθιά ανάσα όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Η φευγαλέα εικόνα του στέρνου του μέσα από το στενό πουκάμισο την έκανε να ριγήσει.
«Τι έκανα πάλι;» τον ρώτησε ανυπόμονα. «Είναι για αυτό που συζητήσαμε; Σχετικά με το αν με…σοκάρετε;» τον ρώτησε αγχωμένη. Θα την έδιωχνε; Αυτό ήταν; Θα την έδιωχνε; Θα έπρεπε ξανά να ψάξει για δουλειά και να περάσει ξανά το ίδιο άγχος; ‘Θα ψάξουν τα χαρτιά μου; Θα ζητήσουν λογαριασμό τραπέζης με το όνομα Μάντι Κρένσο;’. Διάολε, γιατί είχε ανοίξει το στόμα της;
«Όχι, Μάντι, ποιος ασχολείται με αυτά;» είπε εκείνος ανυπόμονα και η Μάντι ένιωσε σαν σκουπίδι. Φυσικά. Μόνο εκείνη το σκεφτόταν συνέχεια. Εκείνος είχε προχωρήσει. Τον πήρε από πίσω ενώ εκείνος άνοιγε τη βιβλιοθήκη του και κατέβαζε μερικά βιβλία βιαστικά από τα ράφια. «Απλώς πρέπει να φύγω αύριο για Παρίσι και πρέπει….»
«Πάλι;» της ξέφυγε και εκείνος διέκοψε αμέσως αυτό που έλεγε.
«Πάλι, Μάντι» της είπε αργά κοιτώντας τη στα μάτια λες και την προκαλούσε. Από πού και ως πού τον είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο;
«Αν μπορώ να βοηθήσω, να…» ψέλλισε η Μάντι για να αλλάξει κάπως το θέμα.
«Μπορείς» είπε εκείνος νευρικά. «Έχεις κάτι να κάνεις τις επόμενες μέρες;» τη ρώτησε.
«Έχω κανονίσει να κάνω ένα γενικό και θα έρθει και ο τεχνικός να αλλάξει αυτά τα πλακάκια στο μπάνιο που έσπασαν και έχω και τη γιόγκα μου και έχω κλείσει με τα κορίτσια από το κομμωτήριο να με φωτογραφίσουν και είναι…»
«Να σε φωτογραφίσουν; Ασχολείσαι με το μόντελινγκ;» τη ρώτησε και άρχισε να γελάει δυνατά. Η Μάντι δεν τον είχε ξανακούσει να γελάει τόσο ασυγκράτητα. Είχε θυμώσει μαζί του. Εκείνος σταμάτησε απότομα το γέλιο του και την κοίταξε απορημένος. «Συγγνώμη, σε έθιξα; Απλώς, να…»
«Καταλαβαίνω, Κρίστοφερ» του είπε εκείνη θιγμένη και έκανε να φύγει αλλά εκείνος τη πρόλαβε. Την άρπαξε δυνατά από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν εννοούσα ότι είσαι άσχημη! Προς Θεού» είπε εκείνος, διαβάζοντας τις σκέψεις της. Έδειχνε απόλυτα σοβαρός. «Απλώς νόμιζα ότι είσαι ντροπαλή!» είπε ήρεμα.
«Δεν είμαι ντροπαλή. Απλώς διακριτική επειδή εσύ το ζήτησες!» του είπε σθεναρά. «Και όχι, δεν κάνω μόντελινγκ. Απλώς θα με χτενίσουν και θα μου βγάλουν φωτογραφίες για το άλμπουμ τους. Και τον προηγούμενο μήνα έγινε. Κυκλοφορούσα με έναν περίτεχνο κότσο δύο μέρες. Θυμάσαι; Μάλλον όχι» τον ειρωνεύτηκε. Ήθελε να συμπληρώσει ότι ήταν απίθανο να θυμάται δεδομένου ότι ήταν απασχολημένος με τις μοντέλες, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Δε θυμάμαι κάτι, συγγνώμη» είπε εκείνος αδιάφορα.
«Λοιπόν, πες μου τι θες» είπε εκείνη, απογοητευμένη. Διάφανη, αυτό ήταν για εκείνον. Διάφανη.
«Θέλω να έρθεις τρεις μέρες μαζί μου στο Παρίσι» της είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάει και η Μάντι νόμισε ότι δεν άκουσε καλά.
«Τι είπες;» ψέλλισε.
«Άκουσες νομίζω» είπε εκείνος αυστηρά. Ένιωθε άβολα, προφανώς αμάθητος στο να ζητάει βοήθεια. «Φυσικά μπορείς να αρνηθείς, αλλά θα το εκτιμήσω αν έρθεις, και φυσικά θα πληρωθείς χίλιες επιπλέον λίρες» της είπε.
«Γιατί να έρθω όμως;» τον ρώτησε, ανίκανη να συνειδητοποιήσει τι στο καλό συζητούσαν.
«Νοικιάζω ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι, γιατί πηγαίνω συχνά. Έχω μια ανοιχτή υπόθεση με μια γνωστή εταιρεία τροφίμων και πάω τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Το έχεις καταλάβει φαντάζομαι» της είπε και η Μάντι έγνεψε. «Η κυρία Πίτερσεν ενημερώνει ένα γραφείο και στέλνουν κάποια κοπέλα όταν πηγαίνω αλλά αυτή τη φορά είναι πολύ απρόοπτο και δεν υπάρχει κοπέλα».
«Δεν καταλαβαίνω τι με χρειάζεσαι» του είπε εκείνη.
«Πρέπει να υπάρχει κάποιος σπίτι και να με φροντίζει. Να βρίσκω ένα πιάτο φαγητό και να έχω καθαρά ρούχα. Δε θα έχω χρόνο ούτε να παραγγείλω. Χρειάζομαι κάποιον» της είπε αλλά η Μάντι δεν πείστηκε. Δεν ήταν αρκετοί όλοι αυτοί οι λόγοι. Μήπως…; Μια ελπίδα φώλιασε στην καρδιά της αλλά τα τέρατα του παρελθόντος δεν την άφηναν να χαρεί. Δεν μπορούσε να πετάξει. Το διαβατήριο της δεν έγραφε Μάντι Κρένσο. Ο Κρίστοφερ θα ήθελε να βγάλει εκείνος τα εισιτήρια. Θα έπρεπε ένα δει τα στοιχεία της.
«Δεν μπορώ να έρθω» του είπε απογοητευμένη. «Δεν έχω διαβατήριο» είπε ψέματα. Τι κρίμα. Θα της άρεσε να πάει στο Παρίσι με τον Κρίστοφερ. Αλλά γιατί ένιωθε έτσι; Πότε είχε καταφέρει το αφεντικό της να τρυπώσει μέσα της;
«Δε χρειάζεται» είπε εκείνος και την κοίταξε. «Θα πάμε με το ελικόπτερο της εταιρείας του πελάτη. Είναι στις παροχές» της έκλεισε το μάτι και η Μάντι ένιωσε σαν να ζούσε σε παραμύθι. Από τη στιγμή που είχε έρθει σε αυτό το σπίτι, όλα της τα προβλήματα λύνονταν ως δια μαγείας.
«Εντάξει, τότε» χαμογέλασε χωρίς να καταφέρει να συγκρατηθεί. «Θα δω και το Παρίσι».
«Δεν έχεις ξαναπάει;»
«Δεν έχω ξαναπάει πουθενά» είπε εκείνη και ανασήκωσε τους ώμους.
«Αυτό το τετραήμερο θα είναι λίγο ανάποδα τα πράγματα. Θα είσαι ελεύθερη όλη μέρα και σε χρειάζομαι μόνο για τις λίγες ώρες που θα γυρνάω το βράδυ σπίτι. Θα θέλω να βρίσκω φαγητό και καθαρά ρούχα. Και φυσικά ίσως πρέπει να κάνεις και καναδυό έξτρα πράγματα γιατί η κυρία Πίτερσεν και οι δύο γραμματείς μου είναι πολύ απασχολημένες και δεν μπορεί να έρθει καμία. Αλλά θα έχεις πολύ χρόνο για βόλτες».
Μόνη μου; Σκέφτηκε η Μάντι αλλά δεν το είπε. Στο Παρίσι; Μόνη; Της φαινόταν θλιβερό. Αλλά της έφτανε που θα πήγαινε.
«Εντάξει, Κρίστοφερ. Φαντάζομαι είναι μέρος της δουλειάς μου» του είπε ανάλαφρα. «Θα το γράψω και στο βιογραφικό μου» γέλασε.
«Μάντι, σε ευχαριστώ» της είπε και την κοίταξε πάνω από το βιβλίο που διάβαζε. «Φεύγουμε αύριο στις 11.00, άρα θα φύγουμε από το σπίτι κατά τις εννιά. Το ελικοδρόμιο είναι σχετικά κοντά» είπε και χώθηκε πάλι στις σημειώσεις του.
«Τι να πάρω;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω. Δεν έχει σημασία υποθέτω. Πάρε ό,τι θες».
«Οκέι» είπε και έκανε να φύγει.
«Περιμένω παρέα» της φώναξε αλλά η Μάντι δεν απάντησε. Εννοείται ότι περίμενε παρέα. Ο άνθρωπος ήταν μηχανή του σεξ. Τι ακριβώς ήλπιζε να γίνει στο Παρίσι; Να τρέχουν χέρι-χέρι και να τρώνε κρουασάν; Μάλωσε τον εαυτό της που πίστεψε έστω και για ένα δευτερόλεπτο ότι μπορεί το Παρίσι να ήταν μια δικαιολογία. Λες και ο Κρίστοφερ Χάντερ έπρεπε να πάει μια γυναίκα στο Παρίσι για να την ξελογιάσει. Πόσω μάλλον την οικιακή βοηθό του!

Αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, γιατί ήθελε να ράψει δύο κουμπιά που είχαν φύγει από το πόλο της. Και φυσικά να μαζέψει τη βαλίτσα της! Θα έπαιρνε μαζί της τζιν, μακό, δύο φορέματα και σανδάλια. Δε θα χρειαζόταν τίποτα άλλο. Άλλωστε αν ήθελε κάτι, θα ψώνιζε. Τι στο καλό; Στην πρωτεύουσα της μόδας θα πήγαινε. Ένα ρούχο μπορούσε να το αγοράσει και εκεί.
Το ρολόι της έδειχνε εννιά και τέταρτο όταν άκουσε το κουδούνι, αλλά το αγνόησε. Θα άνοιγε εκείνος στην καλεσμένη του. Έτσι έκανε πάντα. Έτσι ήταν η συμφωνία τους.
«Άνοιξε!» τον άκουσε να λέει και απόρησε. Τι στο καλό; Γιατί ήθελε να ανοίξει εκείνη; Τόσο απασχολημένος ήταν πια;
Η Μάντι κατευθύνθηκε προς την πόρτα ενώ έφτιαχνε τα μαλλιά της σε έναν σφικτό κότσο. Για κάποιο λόγο ένιωσε την ανάγκη να είναι όμορφη.
Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα ένιωσε ηλίθια. Και ένα κύμα αηδίας ανέβηκε στο λαιμό της. Και κόντεψε να την πνίξει. Θα έκανε εμετό. Αυτό ήταν. Θα έκανε εμετό.
«Καλησπέρα» άκουσε τις δύο κοπέλες να της λένε αδιάφορα και έκανε στην άκρη για να περάσουν. Ένιωθε παγωμένη. Γιατί είχε αφήσει το μυαλό της και την καρδιά της να ξεστρατίσουν;
«Καλώς τες» είπε εκείνος βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη. Οι δύο κοπέλες, μια μελαχρινή και μια ξανθιά οπτασία, τον φίλησαν στο μάγουλο.
Δεν μπορεί, σκέφτηκε η Μάντι. Κάτι δεν έχω καταλάβει.

«Έρχομαι σε δύο λεπτά» τον άκουσε να λέει προφανώς στις δυο κοπέλες, των οποίων τα τακούνια ηχούσαν εκκωφαντικά στο ξύλινο δάπεδο της σκάλας, ενώ κατευθυνόταν στην κουζίνα με πεσμένους τους ώμους. Η Μάντι έβαζε λίγο νερό στον βραστήρα όταν τον ένιωσε να μπαίνει στην κουζίνα. Δε γύρισε προς το μέρος του. Δεν ήθελε να την κοιτάξει με εκείνα τα διερευνητικά μάτια του που την έκαναν να νιώθει γυμνή. Ένιωσε το κορμί του να την πλησιάζει, σχεδόν την ακουμπούσε όταν έσκυψε το κεφάλι του και πλησίασε το αυτί της. Η Μάντι πίστεψε ότι θα την φιλήσει. Είχε παγώσει στη θέση της και ένιωθε μέσα της ένα συνονθύλευμα από συναισθήματα. Ζήλια, μίσος, κακία, ασίγαστο πάθος. Και κάτι άλλο, που δεν μπορούσε ακόμα να του δώσει όνομα.

«Δεν μπορεί» της ψιθύρισε εκείνος ενώ με την ανάσα του χάρασσε ένα πύρινο μονοπάτι. «Τώρα θα σε σόκαρα».

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

άντε βγάλε άκρη εσύ...


Κεφάλαιο 17-καλή καλή αλλά δε θα μας...@@@@ κιόλας! (τουλάχιστον όχι ακόμα!!!!)

Η Μάντι μόλις είχε γυρίσει από τη γιόγκα και είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της για να μπει για μπάνιο όταν άκουσε το αφεντικό της να τη φωνάζει και να πλησιάζει το δωμάτιό της. Είχε γυρίσει; Η Μάντι απόρησε. Παρασκευή βράδυ και είχε γυρίσει σπίτι από τις οκτώ; Παράξενο.
«Ένα λεπτό» του είπε και πρόλαβε να ρίξει κάτι πάνω της. Του άνοιξε μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Εκείνος χαμογελούσε σατανικά.
«Συγγνώμη…» της είπε και την κοίταξε με έναν τρόπο που την έκανε να νιώθει γυμνή. «Συγγνώμη που σε ενοχλώ τέτοια ώρα, απλώς δεν μπορώ να βρω το δώρο που αγόρασε η μητέρα μου. Ήρθε τελικά;» τη ρώτησε και η Μάντι έγνεψε θετικά.
«Ναι, ναι, ήρθε και κάτσαμε και τα είπαμε λίγο» του είπε. «Άφησα το δώρο στη βιβλιοθήκη. Βλακεία έκανα;» ρώτησε αθώα.
«Τι είπατε δηλαδή;» τη ρώτησε ενώ στηριζόταν στο πλαίσιο της πόρτας και σταύρωνε τα χέρια στο στήθος του.
«Μπα…τίποτα σοβαρό. Μου είπε μόνο ότι έχετε ένα γάμο να πάτε και ότι ανησυχεί που δουλεύετε πολύ. Ξέρετε τώρα…μητέρες!» γέλασε η Μάντι.
«Ανησυχεί που δουλεύω πολύ; Αν δε δουλέψω τώρα πότε θα δουλέψω; Όταν θα κάνω οικογένεια;» είπε εκείνος.
«Οικογένεια;» είπε απορημένη η Μάντι. «Δεν ήξερα…συγγνώμη...δεν είχα καταλάβει ότι θέλατε να κάνετε οικογένεια.»
«Γιατί να μη θέλω; Είμαι 32 χρόνων και σύντομα θα πρέπει να κόψω λίγο ταχύτητες» είπε ήρεμα εκείνος.
«Ωραία, ωραία» είπε ουδέτερα η Μάντι αλλά κάπου μέσα της ένιωσε μια σουβλιά. Ο Κρίστοφερ παντρεμένος; Πώς θα ήταν η γυναίκα του; Όμορφη, σίγουρα όμορφη. Πλούσια και καλλιεργημένη. Από αυτές τις γυναίκες που όλοι θαυμάζουν.
«Αλλά ακόμα θέλω λίγο χρόνο» είπε εκείνος και χαμογέλασε ξανά. «Έχω πολλές γυναίκες ακόμα…να ικανοποιήσω» της είπε και ανασήκωσε το φρύδι του. Η Μάντι θεώρησε πολύ απρεπές το σχόλιό του, παρόλο που ήταν εμφανές ότι την προκαλούσε.
«Εσείς ξέρετε, κύριε» του είπε ήρεμα και του γύρισε την πλάτη για να τακτοποιήσει το στρώμα της γιόγκα κάτω από το κρεβάτι της. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε τριγύρω με περιέργεια. Ακριβώς; Όπως την τελευταία φορά.
«Κρίστοφερ, όχι κύριε» τη διόρθωσε αλλά εκείνη δεν απάντησε. «Σε σοκάρω, Μάντι;» τη ρώτησε με τη βαθιά, σέξι φωνή του. Η Μάντι ανατρίχιασε αλλά δεν ήθελε να του δείξει πόσο την επηρέαζε.
«Άκου με, Κρίστοφερ» του είπε και γύρισε προς το μέρος του με φόρα. Σήκωσε το κεφάλι της αρκετά ώστε να αντικρίσει τα μάτια του. «Είναι η τρίτη φορά που με ρωτάς αν με σοκάρεις και θέλω να σου πω κάτι και να είναι η τελευταία φορά που το συζητάμε» είπε απόλυτα σοβαρά. Του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον και το ήξερε. Και συνέχισε. «Υπάρχουν δύο ήδη ανθρώπων που διάγουν…ας το πούμε έκλυτο βίο. Αυτοί που το κάνουν γιατί είναι φιλήδονοι και αυτοί που το κάνουν για να προκαλέσουν. Εσύ σε ποια κατηγορία ανήκεις;» τον προκάλεσε.
«Στην πρώτη φυσικά» είπε εκείνος γρήγορα.
«Ε τότε γιατί με ρωτάς συνεχώς αν με σοκάρεις;» τον ρώτησε εκείνη λίγο άγρια. Είχε θυμώσει. Ίσως και να ζήλευε. Αλλά δεν ήθελε να την αντιμετωπίζει σαν μυξοπαρθένα. «Δεν είναι η δουλειά μου να σοκάρομαι. Ούτε να σου κάνω μαθήματα ηθικής. Δουλειά μου είναι να πλένω τα σεντόνια σου. Τώρα τι κάνεις εκεί πάνω και με ποιες δε με νοιάζει» του είπε με σιγουριά. Το βλέμμα του έκαιγε. Τον είχε αφήσει άφωνο. Και συνέχισε. «Εκτός φυσικά αν στην πραγματικότητα δε σου αρέσει αυτό που κάνεις και η ανησυχία σου ότι δεν εγκρίνω τον τρόπο ζωής σου είναι απλώς μια προβολή των μύχιων σκέψεών σου» του είπε αλλά εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ωραία, λοιπόν, αυτό νόμιζα κι εγώ» του είπε και χαμογέλασε. «Σταμάτα  λοιπόν να με ρωτάς αν με σοκάρεις, γιατί αρχίζω να πιστεύω ότι σε ερεθίζει να ξέρεις ότι με σοκάρεις και το κάνεις για να με προκαλέσεις σεξουαλικά. Και αν ισχύει αυτό, τότε θα πρέπει λιγάκι να θέσουμε αυστηρότερο πλαίσιο επικοινωνίας εμείς οι δύο» τέλειωσε θριαμβευτικά και απόλαυσε για μερικά δευτερόλεπτα ένα θέαμα που δεν είχε ξαναδεί. Τον Κρίστοφερ με μισάνοιχτο το στόμα. Και τι στόμα…
«Μικρή γλωσσού, δε σου το είχα» της είπε και σφύριξε επιδοκιμαστικά.
«Γιατί, Κρίστοφερ; Πιστεύεις ότι έχεις το μονοπώλιο στην οξύνοια; Χρειάζομαι αυτή τη δουλειά αλλά δε θα κάθομαι να ακούω κάθε μέρα τα ίδια προκλητικά σχόλια!».
«Απλώς, μου βγάζεις κάτι αθώο. Φοβάμαι ότι θα με θεωρείς τελείως ξεδιάντροπο» είπε εκείνος με έναν τρόπο που την έκανε να αμφιβάλει για το αν ένιωθε άσχημα.
«Και τι σε νοιάζει η γνώμη μου;» τον ρώτησε. «Είμαι η οικιακή σου βοηθός».
«Φαίνεσαι πολύ…μικρή» επέμεινε εκείνος.
«Είμαι μικρή, τουλάχιστον μικρότερη από σένα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν ξέρω πώς λειτουργεί το αντρικό μυαλό. Ξέρω ότι είστε όλοι άπιστοι, ξέρω ότι δεν υπολογίζετε τίποτα μπροστά στις ορμές σας, ξέρω ότι έχετε ζωώδη ένστικτα. Δε γεννήθηκα χθες» είπε και σταμάτησε για να πάρει ανάσα. Ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε.
«Μιλάς με πολύ πάθος. Δε σε έχω ξαναδεί έτσι. Σε έχουν κερατώσει;  » τη ρώτησε εκείνος, διορατικός όπως πάντα. Η Μάντι δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν έχει σημασία το αν με έχουν κερατώσει ή όχι. Σημασία έχει να αποδεχόμαστε ο ένας τον τρόπο ζωής του άλλου. Εγώ πιστεύω στον απόλυτο έρωτα και τη μονογαμία. Εσύ πιστεύεις στην πολυγαμία. Δε χρειάζεται να σε καταλαβαίνω. Απλώς σε σέβομαι» του είπε.
«Πώς γίνεται να πιστεύεις στη μονογαμία και στον απόλυτο έρωτα και ταυτόχρονα να παραδέχεσαι ότι οι άντρες είναι άπιστοι; Με ποιον σκοπεύεις να ζήσεις τον απόλυτο έρωτα; Με καμιά φίλη σου;» γέλασε εκείνος και η Μάντι έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Θα βρω τον έναν, τον μοναδικό» του είπε με προσποιητή σιγουριά. «Αυτόν που θα θέλει εμένα και μόνο εμένα».
Ο Κρίστοφερ την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα πριν μιλήσει. Η Μάντι προσευχήθηκε να μην της έλεγε κάτι προσβλητικό.
«Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο» της είπε και έφυγε.