Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 81-η αγάπη άργησε μια μέρα

«Τι…τι κάνεις εσύ εδώ;» ψέλλισε αδύναμα η Σάρλοτ, κοιτώντας τον παγωμένη σαν άγαλμα να περιφέρεται στην κουζίνα της και να ανοιγοκλείνει ντουλάπια.
Ο Τρόι τελικά έκλεισε το ντουλάπι πάνω από το νεροχύτη αφού έβγαλε δύο φλιτζάνια. Την πλησίασε αργά και την αιφνιδίασε με ένα απαλό φιλί στο κεφάλι.
«Έχω φτιάξει καφέ. Θέλεις; Έχω παραγγείλει και πίτσα. Πεινάς;» τη ρώτησε ανάλαφρα, λες και μιλούσε στον Μπομπ.
«Πίτσα;» επανέλαβε σαν χαζή η Σάρλοτ, ανίκανη να συνειδητοποιήσει αν ο Τρόι ήταν όντως εκεί ή αν έκανε προβολή των φαντασιώσεών της. «Ποιος σου άνοιξε;».
«Ο πατέρας σου φυσικά! Τι περίμενες; Να μπω με τη βία; Όχι ότι δεν το σκέφτηκα» χαμογέλασε ο Τρόι. Η Σάρλοτ παρέμεινε ακίνητη στη θέση της ενώ ο Τρόι συνέχισε να κυκλοφορεί στην κουζίνα λες και ήταν στο σπίτι του. «Ο Λούκας πήγε να αγοράσει κάτι από το σούπερ μάρκετ. Θα γυρίσει σε καμιά ώρα» συμπλήρωσε.
«Τελικά θες καφέ;» τη ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση γέμισε δύο φλιτζάνια με αρωματικό καφέ φίλτρου και πρόσθεσε γάλα στον δικό της. Όπως ακριβώς τον έπινε.
«Τρόι, τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε. «Γιατί ήρθες;»
«Δεν απαντούσες στα τηλεφωνήματά μου, δεν απάντησες στον Νοέλ. Τι ήθελες να κάνω;» είπε και σήκωσε τους ώμους. Η Σάρλοτ παρατήρησε ότι είχε αδυνατίσει λιγάκι, αν και τα ρούχα που φορούσε έκρυβαν καλά το πρόβλημα. Δεν τον είχε ξαναδεί ντυμένο με φαρδύ στρατιωτικό σορτς και μακό μπλουζάκι. Ήταν και ξυπόλητος. Ο Τρόι δεν πατούσε ποτέ ξυπόλητος. Μάλλον τον είχε καταβάλει ο καύσωνας. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Και αν έκρινε καλά από τους μαύρους κύκλους, θα έπρεπε να μην είχε κοιμηθεί καλά στην πτήση.
«Μήπως να με ενημέρωνες πρώτα ότι έρχεσαι; Μπορεί και να μην ήθελα να σε δω» του είπε και κάθισε σε μια καρέκλα αποκαμωμένη. Ο Τρόι έκατσε απέναντί της και ήπιε λίγο από τον καφέ του.
«Δεν ήθελες;» τη ρώτησε και μέσα στα γαλάζια μάτια του είδε την αγωνία. Αλλά δεν του απάντησε. Τουλάχιστον όχι μέχρι να καταλάβει το σκοπό της επίσκεψης.
«Τρόι, νόμιζα ότι ξεκαθάρισα τη θέση μου όταν έφυγα. Η ζωή μου πια είναι εδώ. Δίπλα στον πατέρα μου» του είπε δυναμικά.
«Λείπεις δύο μήνες από το ράντσο. Περίμενα ότι θα έχεις ηρεμήσει πια και ότι θα σου…λείπουμε» της είπε εκείνος ήρεμα, διερευνητικά. «Είσαι σίγουρη ότι σε χρειάζεται ο πατέρας σου. Μήπως όλο αυτό είναι ένα πρόσχημα για να μείνεις εδώ;».
«Και γιατί να μη θέλω να μείνω εδώ; Έχω μια δουλειά και ένα σπίτι εδώ» του είπε και ανασήκωσε τη μύτη της προκλητικά.
«Και στο Βερμόντ έχεις δουλειά και σπίτι. Το σπίτι μας, Σάρλοτ» της είπε και η παλάμη του σκέπασε τη δική της πάνω στο τραπέζι. Η Σάρλοτ μέτρησε αργά μέχρι το τρία και προσπάθησε να μην δακρύσει. Είχε τον τρόπο πάντα να την κάνει ό,τι ήθελε.
«Σπίτι μας, Τρόι; Από πού κι ως πού;» τον ρώτησε.
«Εσύ το έκανες σπίτι, Σάρλοτ. Εσύ μπήκες μέσα και το έκανες σπίτι. Εσύ έβαλες αυτό το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο, εσύ γέμισες τα ντουλάπια με κοριτσίστικα λουλουδάτα ποτήρια που ντρέπομαι να χρησιμοποιήσω, εσύ εξαφάνισες τα μαξιλάρια του καναπέ και έβαλες αυτά τα χνουδωτά που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν τα είχα ανακαλύψει πρώτος. Εσύ τα έκανες όλα αυτά. Και δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάπου μέσα σου δεν αγαπάς το σπίτι μας. Ότι δε θες να γυρίσεις, ότι δεν το νιώθεις δικό σου. Εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να ζήσω εκεί μέσα χωρίς εσένα…» την αποτελείωσε.
«Όπως αποδείχτηκε, Τρόι, μπορείς να με κοροϊδέψεις και να μου αποκρύψεις την αλήθεια πολύ εύκολα» του είπε πικρά. «Πού ξέρω ότι δεν είναι και αυτό μια προσωρινή κρίση τρυφερότητας; Δεν μπορεί να μου ζητάς να τα παρατήσω όλα για να γυρίσω σε έναν εγωιστή άνθρωπο που απλώς έχασε τη βολή του…».
«Εγωιστή;» είπε εκείνος και τέντωσε τα χέρια του προς το μέρος της. Ακούμπησε τις παλάμες του στους ώμους της βαριά. «Πώς μπορείς και με λες εγωιστή; Έκανα τόσα χιλιόμετρα για τη μία πιθανότητα στις χίλιες να μου πεις ναι και να φύγουμε από εδώ μαζί. Κάθομαι εδώ, απέναντί σου, και σχεδόν δε σε ακουμπάω για να μην σε τρομάξω, ενώ το μόνο που θέλω είναι να σε φιλήσω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να μη σε αφήσω να φύγεις ποτέ. Είμαι εδώ και σου προτείνω να γυρίσεις στο σπίτι μας, αλλά ακόμα και…» είπε και άφησε τα χέρια του να πέσουν. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και ξεφύσησε. «Το ράντσο πάει καλά και χωρίς εμένα» την κοίταξε. «Σου το είχα πει και στο τηλέφωνο, αλλά ίσως από κοντά έχει άλλον αντίκτυπο. Αν θες…μπορώ να μείνω εγώ εδώ. Θα ταξιδεύω μία φορά στους δύο μήνες εκεί να βλέπω λίγο τι γίνεται, αλλά κάτι θα βρω να κάνω κι εδώ. Λεφτά έχω, μπορώ να…»
«Δε χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο για μένα» τον διέκοψε η Σάρλοτ και ο Τρόι συννέφιασε. Το κατάλαβε ότι τον είχε θίξει. «Είσαι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη γη σου. Δε γίνεται να ζήσεις μακριά της. Καμία γυναίκα που σε αγαπάει δε θα το δεχόταν αυτό» του είπε και μετά έκλεισε τα μάτια. Τι είχε πει; Του είχε δώσει την καλύτερη πάσα.
«Κι εσύ; Είσαι μία από αυτές;» τη ρώτησε γεμάτος ελπίδα.

Η Σάρλοτ κατέβασε τα μάτια και κοίταξε τα χέρια της. Δεν ήξερε τι να του πει. ‘Ο,τι και να έλεγε θα ήταν λάθος.
«Η αγάπη, Τρόι, είναι μια πολύ ωραία δικαιολογία για να κάνεις κάποιον να υποφέρει» του είπε και τον κοίταξε. Έδειχνε ταραγμένος, αλλά προσπαθούσε να συγκρατηθεί. «Το θέμα δεν είναι η αγάπη μόνο, αλλά και ο σεβασμός, η αλληλοεκτίμηση, η εμπιστοσύνη» του είπε τελικά, τονίζοντας ειδικά την τελευταία λέξη.
«Δεν είχα το δικαίωμα να σου το πω εφόσον ο πατέρας σου δεν ήθελε, διάολε!» της είπε και σηκώθηκε πάνω. Η Σάρλοτ τον είδε να περπατάει νευρικά πάνω κάτω και μετά τον ακολούθησε στο σαλόνι. «Προσπάθησα να τον λογικέψω, τον παρακάλεσα να σου μιλήσει. Πρότεινα να δώσω χρήματα. Τα έκανα όλα! Τι άλλο έπρεπε να κάνω; Γιατί τιμωρούμαι εγώ χωρίς να φταίω;»
«Γιατί εσύ με έδιωξες!» φώναξε τελικά και εκείνη. Ο Τρόι σοκαρίστηκε με την αντίδρασή της αλλά το έκρυψε αμέσως. «Είχαμε πει να τα λέμε όλα μεταξύ μας και εσύ μου το έκρυψες κάτι τόσο μεγάλο και μετά με έστειλες πακέτο στο λάκκο των λεόντων!».
«Στον πατέρα σου!» τη διόρθωσε.
«Αν το ήξερα πιο νωρίς…»
«Τι θα έκανες; Θα τον έσωζες από μια χρεοκοπία που έχει ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια;» θύμωσε εκείνος. «Ο πατέρας σου έκανε τα πάντα για να σου κρύψει την αλήθεια. Ακόμα και να σε στείλει μακριά του».
«Κι εσύ με έστειλες μακριά σου» τον κατηγόρησε.

«Γιατί δεν επικοινωνούμε;» είπε εκείνος και την έπιασε από τον καρπό δυνατά την ώρα που η Σάρλοτ έφευγε εκνευρισμένη από το δωμάτιο. «Εγώ σε αγαπώ και ελπίζω να με αγαπάς κι εσύ» της είπε, αλλά η Σάρλοτ συνέχισε να προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από το δυνατό του κράτημα. «Με κάθε όρο, ό,τι χρειαστεί, είμαι εδώ και θέλω να είμαστε μαζί. Θες να γυρίσεις, καλώς. Θες να μείνουμε εδώ, καλώς. Δε με νοιάζει. Αρκεί να είμαστε μαζί. Κατάλαβες; Και να σου πω και κάτι άλλο; Χέστηκα για το ράντσο. Χέστηκα για το σπίτι. Χέστηκα για τα λεφτά μου και τα δικά σου. Εσύ είσαι το σπίτι μου. Όπου είσαι εσύ είμαι κι εγώ. Τέλος».

2 σχόλια:

  1. εμεινα τωραα..εγω παντως με τα τελευταια λογια ανατριχιασα.
    ΜΠΡΑΑΒΟ συγγραφεα της καρδιας μας εισαι απιθανη :) .ειρηνη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μωρεεεεεέ τον Αγαπώωωωωω!!! 😍😍😍

    ΑπάντησηΔιαγραφή