Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 77-Business woman. Sort of.




Εκείνη η Τρίτη ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για όλους στο γραφείο αλλά πιο πολύ για τη Σάρλοτ. Ήταν μέσα Ιουλίου, είχε εξωφρενική ζέστη και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι τουρίστες που έκαναν την έγκαιρη άφιξη στο γραφείο ένα όνειρο θερινής νυκτός. Είχε αργήσει περίπου μισή ώρα και για να διανύσει τα 300 μέτρα που τη χώριζαν από το σημείο όπου πάρκαρε το αμάξι μέχρι να μπει στο κτίριο όπου στεγαζόταν το γραφείο του πατέρα της ίδρωσε ολόκληρη.

Είχε καθίσει στον υπολογιστή της σχεδόν αμέσως και κοίταζε για 20 λεπτά ένα κενό έγγραφο. Είχε γυρίσει πριν από ενάμιση περίπου μήνα στο Σαν Φρανσίσκο και είχε βρει τις επιχειρήσεις του πατέρα της ένα χάος. Είχε πια μαθευτεί παντού ότι είχε πτωχεύσει και σήμερα έπρεπε να συντάξει ένα δελτίο τύπου για να ευχαριστήσει τους συνεργάτες και τους πελάτες που τους εμπιστεύτηκαν τόσα χρόνια. Μόνο που δεν ήξερε τι να γράψει. Ο,τι σκεφτόταν ήταν πολύ μελοδραματικό και ο πατέρας της της είχε δώσει εντολές να γράψει κάτι αποστασιοποιημένο. Εντωμεταξύ μια ομάδα λογιστών είχαν έρθει να ελέγξουν τα βιβλία τους λίγο πριν την τελική παύση λειτουργιών στα τέλη Αυγούστου. Ο πατέρας της είχε πια μεταφερθεί στο γραφείο του σε μια εφημερίδα που είχε από παλιά, η οποία πήγαινε αρκετά καλά για να τον συντηρεί άνετα, και δεν τον απασχολούσε πάνω από δέκα ώρες την ημέρα.

Η Σάρλοτ έγραψε κάτι και μετά το έσβησε. Δεν της άρεσε. Αλλά και πάλι…τι της άρεσε; Τον τελευταίο καιρό δεν έβρισκε χαρά σε τίποτα. Δεν έτρωγε, δεν έβγαινε και δούλευε πάνω από 12 ώρες κάθε μέρα. Είχε καταφέρει με αυτό τον τρόπο να μην σκέφτεται όσα είχαν συμβεί. Ο Τρόι στην αρχή την έπαιρνε καθημερινά, παρά τις εντολές που είχε δώσει στη γραμματέα να μη τη δίνει. Περίπου μια φορά ανά δέκα μέρες του απαντούσε, του ούρλιαζε να μην την ξαναενοχλήσει και του το έκλεινε. Ευτυχώς εδώ και περίπου έξι μέρες δεν της είχε τηλεφωνήσει και είχε ηρεμήσει κάπως. Το μόνο θέμα που εκκρεμούσε ήταν τα πράγματα που είχε αφήσει πίσω της. Έπρεπε να τηλεφωνήσει στην Ιλέιν και να της ζητήσει να κανονίσει την αποστολή τους αλλά ακόμα δεν είχε τη δύναμη να ακούσει κανέναν από το ράντσο. Ειδικά αυτή τη γυναίκα που της είχε φερθεί σαν μητέρα.

Όταν τελικά έγραψε τη μονοσέλιδη ανακοίνωση και την έστειλε σε δύο τρεις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε σε ένα μικρό μαγαζάκι στο διπλανό τετράγωνο, που είχε φρέσκα σάντουιτς και χυμούς από εξωτικά φρούτα. Έφαγε στα γρήγορα ένα σάντουιτς με χούμους και θαλασσινά και πήρε για το γραφείο ένα χυμό με μάνγκο και κεράσια. Ήξερε ότι δε θα τον πιει. Αλλά έστω και δύο γουλιές ίσως της έδιναν λίγη ενέργεια. Με ένα σάντουιτς δεν μπορούσε να κρατηθεί όλη μέρα, κι όμως αυτό έκανε κάθε μέρα.

Γύρισε στο σπίτι κατά τις εφτά το απόγευμα. Ο πατέρας της ήταν ήδη εκεί και διάβαζε εφημερίδα. Έδειχνε ήρεμος και κεφάτος.
«Κορίτσι μου, μαγείρεψα» της είπε και έδειξε τον φούρνο. Η Σάρλοτ άνοιξε και είδε ένα υπέροχο μοσχάρι κοκκινιστό.
«Δεν πεινάω, μπαμπά. Ίσως πάρω ένα τάπερ αύριο για το γραφείο» του είπε και τον φίλησε ανάλαφρα στο κεφάλι.
«Κορίτσι μου, γιατί δεν τρως ποτέ;» τη μάλωσε εκείνος. «Τι έχεις πάθει; Από τη μέρα που γύρισες είσαι σαν φάντασμα. Δε βγαίνεις, δε γελάς. Είσαι τόσο…θλιμμένη» της είπε και την κοίταξε.
«Είναι όλα αυτά…» του είπε και έδειξε αόριστα τριγύρω. «Είναι μεγάλη η αλλαγή».
«Καταλαβαίνω, κορίτσι μου. Είχες μάθει στην πολυτέλεια» είπε εκείνος και σκοτείνιασε.




«Μα τι λες, μπαμπά; Σου είπα ότι προτιμώ αυτό το σπίτι. Το άλλο ήταν πολύ μεγάλο!» του γέλασε καθησυχαστικά. «Άσε που τώρα που δεν έχουμε ακόμα λεφτά για προσωπικό, δεν μπορώ να φανταστώ πόση ώρα θα μου έπαιρνε να σφουγγαρίσω το άλλο σπίτι!».
«Πιστεύω ότι μέχρι τέλη του χρόνου η εφημερίδα θα πάει πολύ καλά» της είπε εκείνος. «Είναι ευτύχημα που δεν έχω χρέη».
«Ναι, όντως. Δεν είμαστε πάμπλουτοι πια, αλλά τουλάχιστον δε μας κυνηγάει κανείς» είπε ανακουφισμένη η Σάρλοτ και πήγε στο δωμάτιό της να βάλει πιτζάμες.

«Με πήρε ο Τρόι. Μου πρότεινε ένα φιλικό δάνειο αν χρειαστ…»
«Τι είπες;» είπε απότομα η Σάρλοτ βγαίνοντας τρέχοντας απ΄το δωμάτιό της. Ο πατέρας της την κοιτούσε διαπεραστικά.
«Είπα ότι μου πρότεινε ένα δάνειο» είπε ξανά αργά.
«Ούτε να το σκεφτείς!» είπε η Σάρλοτ προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. «Έχω λεφτά από το καταπίστευμα αν χρειάζεσαι» του είπε.
«Αυτά δεν θα τα αγγίξω ποτέ» της είπε αποφασιστικά ο πατέρας της.
«Και προτιμάς να πάρεις τα λεφτά ενός ξένου;»
«Ο Τρόι ξένος; Παιδί μου, τι έχει συμβεί; Ο Τρόι ακούγεται στενοχωρημένος κι εσύ είσαι κουρέλι. Έχετε…θέλω καιρό να ρωτήσω…εσείς οι δύο…»
«Μπαμπά, το κεφάλαιο ράντσο έχει τελειώσει για μένα. Θα προτιμούσα να μην αναφέρεις τον Τρόι μπροστά μου» είπε και επέστρεψε στο δωμάτιό της. Ο πατέρας της την ακολούθησε.
«Σε πείραξε, παιδί μου;» τη ρώτησε εκείνος τρομαγμένος και η Σάρλοτ γέλασε.
«Όχι, μπαμπά, δεν είναι αυτό» τον καθησύχασε.
«Ε τότε τι; Αν σου έκανε κάτι θα τον σκοτώσω. Τον έχω σαν γιο μου τον Τρόι. Σαν. Εσύ είσαι το παιδί μου. Αίμα μου. Θα τον σκοτώσω αν σου έκανε κάτι» της είπε και άπλωσε το ρυτιδιασμένο χέρι του για να τη χαϊδέψει. Η Σάρλοτ σκέφτηκε πόσο πολύ ήθελε να ακούσει κάποτε αυτά τα λόγια και πόσο λίγο την επηρέαζαν τώρα. Γιατί πια δεν τον ζήλευε. Τώρα πια ένιωθε μόνο ένα ασίγαστο μίσος. 
«Όχι, μπαμπά. Απλά είμαστε διαφορετικοί και η συγκατοίκησή μας ήταν εκρηκτική» του είπε και γέλασε. Ο πατέρας της πείστηκε κάπως και την άφησε μόνη στο δωμάτιό της. Η Σάρλοτ έβγαλε από την ντουλάπα τα ρούχα που θα φορούσε αύριο και σκέφτηκε ότι άλλη μια μέρα έφτανε σιγά σιγά στο τέλος της. Την έτρεμε αυτή την ώρα. Γιατί την ώρα που έπεφτε στο κρεβάτι οι περίφημες άμυνές της την εγκατέλειπαν. Και αναλάμβανε το υποσυνείδητό της. Τα όνειρά της…αυτά την τρόμαζαν πιο πολύ. Γιατί εκεί δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον Τρόι…



3 σχόλια: