Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 5-κάργιος

Τι παράξενος άνθρωπος, σκέφτηκε η Μάντι για χιλιοστή φορά εκείνη την Κυριακή. Κανονικά σήμερα θα είχε ρεπό αλλά της είχε αφήσει ένα μήνυμα στο τραπέζι της κουζίνας ότι ήθελε μερικά πουκάμισα καλοσιδερωμένα γιατί έφευγε για τρεις μέρες στη Σκωτία. Δεν την πείραξε καθόλου που δούλεψε και Κυριακή, άλλωστε δεν ένιωθε κουρασμένη, αλλά την πείραξε ο τρόπος του. Ήρθε και τα πήρε από τα χέρια της χωρίς να την κοιτάξει καν. Ψέλλισε μηχανικά ένα ευχαριστώ και έφυγε από το δωμάτιο.

Αφού συγύρισε λίγο το σαλόνι γιατί το προηγούμενο βράδυ πρέπει να είχε φέρει παρέα αν έκρινε καλά από τα χαχανητά που άκουγε, έβαλε να μαγειρέψει κάτι απλό μιας και το μονάκριβο αφεντικό της τόσες μέρες δεν είχε αγγίξει το φαγητό της οπότε δεν ωφελούσε να σπάει το κεφάλι της με σύνθετες συνταγές. Μάλιστα έκατσε στον υπολογιστή της και έβγαλε ένα μενού για τις επόμενες δέκα μέρες και το εκτύπωσε. Το άφησε στον πάγκο της κουζίνας και πάνω κόλλησε ένα post-it «αν θέλετε να αλλάξω κάτι, πείτε μου». Μετά έβγαλε το καθιερωμένο μπλουζάκι-ζακετάκι και φόρεσε ένα λεπτότερο μακό και ένα γούνινο γιλέκο που είχε αγοράσει μόνο 20 λίρες από ένα μαγαζί με παιδικά ρούχα. Πήρε ένα ζευγάρι κλειδιά που είχε στη διάθεσή της και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα και να σκεφτεί.

Μετά από 20 λεπτά αργό περπάτημα, κάθισε σε ένα μικρό καφέ και ήπιε ένα καπουτσίνο τον οποίο συνόδευσε με καπκέικ με καραμέλα. Είδε μερικές καρτ ποστάλ και της ήρθε η επιθυμία να γράψει σε κάποιον αλλά μετά σκέφτηκε ότι δεν είχε κανέναν. Την έπιασε μια ξαφνική θλίψη. Ήταν μόνο 24 χρόνων και δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Και όσους είχε…είναι σαν να μην τους είχε. Αν μάθαιναν πού είναι, ίσως κινδύνευαν και εκείνοι και η ίδια.

Συνέχισε τη βόλτα της και κράτησε μερικά τηλέφωνα από αγγελίες που είδε κρεμασμένες σε κολώνες και σε μαγαζιά. Σημείωσε το τηλέφωνο μιας καθηγήτριας γιόγκα που έκανε μαθήματα σε ένα πάρκο εκεί κοντά, καθώς και ένα σεμινάριο για πλέξιμο. Αφού ο κύριος Χάντερ ήταν διατεθειμένος να πληρώσει την ψυχαγωγία της δε θα του στερούσε τη χαρά.

Δεν ήξερε πώς να νιώσει για αυτόν τον άνθρωπο. Όσο περπατούσε και απομακρυνόταν από το σπίτι, ένιωθε και λίγο πιο ελεύθερη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πνιγόταν εκεί μέσα. Είχε πολλές ελευθερίες και καταπληκτικό μισθό και το μόνο τίμημα ήταν να είναι διακριτική. Δηλαδή διακριτική ήταν ήδη. Αυτό που της ζητούσε ο κύριος Χάντερ ήταν να είναι αόρατη και αυτό της φαινόταν βουνό. Τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις θέλησε να πάει μέχρι την κουζίνα να κάνει κάτι ή να πάει να δει λίγη τηλεόραση αλλά δεν το έκανε επειδή φοβήθηκε μη τον πετύχει πουθενά. Βέβαια έφευγε αύριο και θα γυρνούσε σε τρεις μέρες και μετά θα έφευγε για μία ολόκληρη βδομάδα. Ήταν πολύ μικρό το κακό. Δεν υπάρχει δουλειά, σκέφτηκε, που να μην έχει και τα μειονεκτήματά της. Της έδινε πάνω από 3.000 λίρες και δωρεάν στέγη και τροφή και ήταν μόνο μια οικιακή βοηθός. Δεν έπρεπε να είναι αχάριστη. Υπάρχουν άνθρωποι, σκέφτηκε, που ζουν με πολύ πολύ λιγότερα από αυτά τα χρήματα.

Κι εσύ έτσι είσαι, της είπε μια φωνούλα μέσα της. Όντως έτσι ήταν. Δεν την ενδιέφερε ποτέ η μεγάλη ζωή. Την εντυπωσίαζαν τα μεγάλα, όμορφα σπίτια και τα ακριβά ρούχα αλλά μέχρι εκεί. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να τα έχει όλα αυτά και προτιμούσε να γεμίζει τη ζωή της με άλλα πράγματα, όπως καλούς φίλους, αγάπη και διασκέδαση. Τώρα, ελλείψει όλων αυτών, ένα ενδιαφέρον βιβλίο και μια ρομαντική ταινία στην τηλεόραση, γέμιζαν τις μπαταρίες της.
Γύρισε στο σπίτι κατά τις οκτώ το απόγευμα και δεν βρήκε κανέναν εκεί. ‘Η το αφεντικό της είχε βγει, ή ήταν κάπου μέσα στο σπίτι και δεν τον έβλεπε. Το πιο πιθανό ήταν να είναι στη βιβλιοθήκη, υπέθεσε. Περνούσε ατελείωτες ώρες εκεί μέσα, σκυμμένος πάνω σε βιβλία τις τελευταίες δύο μέρες. Κάποια υπόθεση θα ετοιμάζει, σκέφτηκε.

Πριν πάει στο δωμάτιό της γρήγορα γρήγορα, πέρασε από την κουζίνα νυχοπατώντας για να πάρει μερικά μπισκότα και γάλα στο δωμάτιό της. Εκεί βρήκε το μενού που είχε βγάλει…με σημειώσεις. Ο ανεκδιήγητος κύριος Χάντερ είχε πάρει κόκκινο στυλό και είχε υπογραμμίσει όσα του άρεσαν και είχε διαγράψει αυτά που δεν του άρεσαν. Είχε μάλιστα σημειώσει τι δεν έτρωγε (φινόκιο, σπαράγγια, μουστάρδα και αβγά βραστά), σε τι ήταν αλλεργικός (φράουλες) και τι προτιμούσε να τρώει (κρέας με σαλάτα και μπέργκερ).  Η Μάντι έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Ο άνθρωπος ήταν τρελός. Δεν μπορούσε να της τα πει προφορικά; Γι’ αυτό δεν έτρωγε τόσες μέρες; Δεν του άρεσαν αυτά που έφτιαχνε; Ω διάολε. Καιρός ήταν τώρα να έχουν πρόβλημα ΚΑΙ με τη μαγειρική. Και μετά το μάτι της έπεσε στο κίτρινο Post-it. Με τα ίδια επιβλητικά κόκκινα γραμμένα είδε γραμμένο ένα απαίσιο


«Τα μαλλιά σου να είναι πάντα πιασμένα κοτσίδα. Δεν θέλω να φάω καμιά τρίχα»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου