Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 4-τυρί ζαμπόν μαγιονέζα

Η Μάντι είχε ξυπνήσει γεμάτη αισιοδοξία την Παρασκευή το πρωί μετά από πολύ καιρό. Είχε πάνω από πέντε μήνες να νιώσει ότι η ζωή της μπορεί να άλλαζε προς το καλύτερο. Η οικογένεια όπου δούλευε πριν θα έπαυε να χρειάζεται τις υπηρεσίες της και ήξερε ότι θα έμενε άνεργη. Δεν περίμενε ότι θα έβρισκε τόσο σύντομα μια τόσο καλή δουλειά.

Γιατί πραγματικά ήταν μια καλή δουλειά. Ο κύριος Χάντερ παρέμενε άφαντος, αλλά ακόμα και όταν θα γυρνούσε δεν πίστευε ότι θα την ενοχλούσε πολύ. Αλλά αν ήταν να λείπει ολόκληρη βδομάδα, ουσιαστικά θα περνούσε πολύ χρόνο μόνη της σε ένα υπέροχο σπίτι γεμάτο ανέσεις. Όχι δηλαδή ότι επρόκειτο να απολαύσει το υδρομασάζ σε ένα από τα πάνω μπάνια ή να βουτήξει στην πισίνα. Αλλά πού και πού επέτρεπε στον εαυτό της να βουλιάξει στον παχύ καναπέ της βιβλιοθήκης και να διαβάσει κάποιο βιβλίο με απλωμένα τα πόδια της σε ένα αναπαυτικό υποπόδιο.

Είχε δώσει οδηγίες στον Αλεξ για κάτι που ήθελε στον κήπο όταν αποφάσισε να πάρει ένα φτερό να ξεσκονίσει ένα μεγάλο κάδρο που κρεμόταν πάνω στο εντυπωσιακό τζάκι. Είχε προσέξει ότι είχε μαζέψει λίγη σκόνη, αλλά φοβόταν να το ξεσκονίσει, μήπως και έκανε κάποια ζημιά. Δεν ήξερε τον καλλιτέχνη, αλλά ήταν σίγουρη ότι για να βρίσκεται εκεί μέσα, αυτός ο πίνακας θα κόστιζε μια περιουσία. Τεντώθηκε όσο μπορούσε και σχεδόν σηκώθηκε στις μύτες αλλά δεν έφτασε την πάνω δεξιά γωνία. Ήταν αναπόφευκτο. Έπρεπε να πάρει τη σκάλα, αλλά βαριόταν να πάει μέχρι την άλλη άκρη του κήπου. Τεντώθηκε λοιπόν ξανά, όσο μπορούσε, προσπαθώντας να αγγίξει με την άκρη του φτερού εκείνο το σκοτεινό σημείο, εκείνο το…
«Αν έπινες το γάλα σου όταν ήσουν μικρή δε θα είχες τέτοια προβλήματα τώρα» άκουσε μια βραχνή αντρική φωνή από πίσω της και της κόπηκε η ανάσα. Γύρισε απότομα για να δει ποιος ήταν με αποτέλεσμα να ρίξει με το κοντάρι του φτερού ένα από τα δύο κρυστάλλινα κηροπήγια που βρίσκονταν στις δύο άκρες του τζακιού.
«Συγγνώμη, συγγνώμη» άρχισε να κλαψουρίζει. Τι στο καλό είχε γίνει μόλις; Είχε κάνει τα πάντα άψογα τόσες μέρες και θυμήθηκε να τα θαλασσώσει όλα μπροστά στο αφεντικό της; Εκείνη; Που δεν είχε σπάσει ποτέ τίποτα; Αλλά κι αυτός…τι σχόλιο ήταν αυτό; «Με τρομάξατε, δεν σας περίμενα. Συγγνώμη, θα το αντικαταστήσω. Μπορείτε να το κρατάτε από το μισθό μου» έλεγε ξανά και ξανά ενώ μάζευε τα κομμάτια. Ο κύριος Χάντερ δεν έδειχνε ωστόσο διόλου διατεθειμένος να τη βοηθήσει. Εντωμεταξύ την είχε πλησιάσει τόσο, που τώρα έβλεπε δίπλα της τα παπούτσια του. Μαύρα, δερμάτινα και καλογυαλισμένα. Ντρεπόταν να σηκώσει το βλέμμα της. Θα τη μάλωνε; Θα την απέλυε; Θεέ μου, τι αδέξια που ήταν.
«Θα πρέπει να σου κρατάω όλο το μισθό για έξι μήνες για να αντικαταστήσεις αυτό το κηροπήγιο» είπε εκείνος παγερά και η Μάντι τότε σήκωσε το κεφάλι της. Εκείνος κρατούσε ακόμα τον χαρτοφύλακά του και το σφιγμένο στόμα του πρόδιδε την οργή του.
«Τόσο…πολύ;» ρώτησε εκείνη σαν χαμένη. «Συγγνώμη, αλήθεια συγγνώμη» του είπε και τον κοίταξε καλύτερα. Αν και απόλυτα σοβαρός, ήταν πραγματικά εξαίσιος. Είχε σκούρα καστανά μαλλιά, όχι και πολύ κοντά για δικηγόρο, σκούρα μάτια και καλοσχηματισμένη μύτη. Και το σώμα του, αν και τον κολάκευε το γεγονός ότι έστεκε από πάνω της σαν πύργος, έδειχνε σφιχτό και αρρενωπό. Το καλοραμμένο γκρίζο κοστούμι του τον αναδείκνυε μοναδικά. Δεν αδικούσε τις ορδές γυναικών που είχε διαβάσει στα περιοδικά ότι είχαν πέσει στα δίχτυα του.
«Είμαι ο Κρίστοφερ Χάντερ» της είπε ανέκφραστος και τέντωσε το χέρι του. Η Μάντι σηκώθηκε αδέξια και του έδωσε κι αυτή το δικό της, κρατώντας με το αριστερό τα σπασμένα κρύσταλλα. «Μόλις έσπασες το δώρο της μητέρας μου όταν αγόρασα αυτό το σπίτι και σε ευχαριστώ γιατί το θεωρούσα φρικτό και έψαχνα αφορμή να το ξεφορτωθώ» της είπε και μετά έκανε το ανήκουστο. Χαμογέλασε. Η Μάντι τον κοιτούσε λες και κοιτούσε μονόκερο.
«Μα τι λέτε; Δεν…δεν σας πείραξε; Κάνει μια περιουσία» είπε εκείνη.
«Η μητέρα μου έχει λατρεία στα πανάκριβα άχρηστα αντικείμενα, αλλά εγώ όχι. Απλώς όταν της το πω ότι το έσπασες εσύ, θα πρέπει να με υποστηρίξεις!» της είπε και ακούμπησε στον καναπέ τον χαρτοφύλακα ενώ χαλάρωνε την γραβάτα του.
«Μα φυσικά!» είπε ανακουφισμένη η Μάντι. «Και θα πληρώσω ό,τι ορίσετε φυσικά» είπε.
«Βλακείες!» είπε εκείνος και έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας. «Το όνομά σου δε μου είπες» παρατήρησε αμέσως μετά.
«Μάντι Κρένσο» είπε εκείνη καθαρίζοντας τη φωνή της. Ευτυχώς είχε καλή δικαιολογία για τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της. Μόλις είχε σπάσει κάτι πανάκριβο!
«Είσαι η νέα οικιακή βοηθός; Η κυρία Πίτερσον μού έστειλε μέιλ και με ενημέρωσε ότι έχεις εξαιρετικές συστάσεις» της είπε ενώ την επιθεωρούσε με έναν τρόπο που την έκανε να νιώθει περισσότερο ως γυναίκα και λιγότερο ως υπάλληλο.
«Προσπαθώ να είμαι καλή στη δουλειά μου και όσο καιρό μείνω εδώ θα δώσω τον καλύτερο εαυτό μου».
«Ελπίζω να μην σε κουράσω πολύ. Παιδιά σκυλιά δεν έχω και λείπω πολύ. Η μόνη μου απαίτηση, όπως θα ξέρεις, είναι η διακριτικότητά σου. Δε θέλω να σε προσβάλω, είμαι σίγουρος ότι είσαι μια ενδιαφέρουσα κοπέλα, αλλά τις λίγες ώρες που βρίσκομαι σπίτι μου, θέλω…πώς να το πω…να μη σε βλέπω».
«Συγγνώμη; Πώς είπατε;».
«Εννοώ ότι θέλω να ολοκληρώνεις τις δουλειές σου μέχρι το απόγευμα και να μην περιφέρεσαι στο σπίτι το βράδυ. Θέλω να φέρνω τη συντροφιά μου χωρίς να πρέπει να σε συστήσω και άλλα τέτοια χαζά. Επίσης είμαι πολύ μοναχικός άνθρωπος και επειδή όλη τη μέρα την περνάω με πολύ κόσμο θέλω σπίτι μου να χαλαρώνω με ένα ουίσκι και λίγη μουσική και να μη μιλάω με κανέναν».
«Και τι θα κάνω τόσες ώρες;»
«Μα δε μιλάμε για τόσες πολλές ώρες πια!» αντέδρασε εκείνος.
«Καταρχήν λείπω πολύ στο εξωτερικό και όταν είμαι εδώ δουλεύω ως τις οκτώ το βράδυ. Αν θες, μπορώ να σε βοηθήσω, να γραφτείς σε κάποια δραστηριότητα, να κάνεις κάτι. Δεν ξέρω. Προσπαθώ να το πω ευγενικά, αλλά μάλλον δεν υπάρχει τέτοιος τρόπος. Απλώς δε θέλω να κυκλοφορείς πολύ στο σπίτι όταν είμαι κι εγώ εδώ. Μισώ την ιδέα της συγκατοίκησης και ακόμα κι εσύ, που δεν είσαι τίποτα παραπάνω από μια απλή οικιακή βοηθός, θα με κάνεις να ασφυκτιώ στο ίδιο μου το σπίτι».
«Καταλαβαίνω» είπε η Μάντι. Καθένας με τα χούγια του, σκέφτηκε. Ο πρέσβης, για παράδειγμα, δεν ήθελε να του μιλάει κανείς για τουλάχιστον μισή ώρα όταν ξυπνούσε το πρωί.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος και έφυγε από το δωμάτιο. Η Μάντι τον ακολούθησε στην κουζίνα. Τον παρακολουθούσε να ανοίγει το ψυγείο και να φτιάχνει ένα τοστ. Μα καλά, γιατί την είχε προσλάβει;
«Έχω φτιάξει φαγητό» του είπε ξερά.
«Δεν πεινάω» απάντησε κι εκείνος σε παρόμοιο τόνο.
«Μήπως θα ήταν προτιμότερο να έχετε κάποια να έρχεται μερικές ώρες το πρωί και να μένει σπίτι της; Δε σας συμφέρει να μένει μέσα στο σπίτι η οικιακή βοηθός αν είναι να την απασχολείτε τόσες λίγες ώρες» του είπε.
«Δεν έχω οικονομικό πρόβλημα» της απάντησε χωρίς να την κοιτάει. Διάβαζε κάτι στο κινητό του ενώ μασουλούσε το τοστ του. «Σε πολλές περιπτώσεις θα πρέπει να ετοιμάσεις ένα δείπνο για μένα και τη συντροφιά μου ή να μου σιδερώσεις κάτι έκτακτα αν φεύγω το επόμενο πρωί. Δεν είναι ότι θα κάθεσαι. Απλώς δε θέλω…πολλά πολλά».
«Όπως επιθυμείτε» του είπε παραιτημένη. Διάολε, είχε ανάγκη τα λεφτά. Αλλιώς θα του έλεγε με μια σφαλιάρα πόσο επηρμένο τον θεωρούσε. Εκείνος ακούμπησε το πιάτο του στον νεροχύτη και εξαφανίστηκε πάλι.
Τον άκουσε να ανεβαίνει τις σκάλες. Υπέθεσε ότι πήγαινε να αλλάξει.
«Και τώρα τι να κάνω; Γυρίσατε νωρίς στο σπίτι και έχω αφήσει ένα σωρό δουλειές στη μέση!» του φώναξε ενώ πήγαινε να φέρει την σκούπα και το φαράσι.
Εκείνος εμφανίστηκε από τον πάνω όροφο.
«Ολοκλήρωσε τις δουλειές σου με την ησυχία σου. Περιμένω παρέα, αλλά κατά το βραδάκι. Και, σε παρακαλώ, μη φωνάζεις. Αν θες κάτι, έλα σε μένα» είπε και εξαφανίστηκε πάλι στο δωμάτιό του.

Η Μάντι έμεινε να κοιτάει το σημείο από όπου της μίλησε. Τι είναι πάλι τούτο; Αναρωτήθηκε. Κακή αρχή είχαν κάνει αυτοί οι δύο. Πολύ παράξενος άνθρωπος. Ευγενικός αλλά και αγενής μαζί. Δεσποτικός, συγκεντρωτικός, αλλά και συγκροτημένος. Τι είχε να αντιμετωπίσει άραγε; Έναν ψυχαναγκαστικό άνθρωπο ή ένα αφεντικό με απαιτήσεις που απλώς ξέφευγαν από το μέσο όρο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου