Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Mandy


ο άντρας μας (δε μου αρέσει αλλά αφού αρέσει σε εσάς...)

Αρα είναι μελαχρινός με γαλάζια έντονα μάτια. Ξεχάστε την προηγούμενη περιγραφή.

κεφάλαιο 5-κάργιος

Τι παράξενος άνθρωπος, σκέφτηκε η Μάντι για χιλιοστή φορά εκείνη την Κυριακή. Κανονικά σήμερα θα είχε ρεπό αλλά της είχε αφήσει ένα μήνυμα στο τραπέζι της κουζίνας ότι ήθελε μερικά πουκάμισα καλοσιδερωμένα γιατί έφευγε για τρεις μέρες στη Σκωτία. Δεν την πείραξε καθόλου που δούλεψε και Κυριακή, άλλωστε δεν ένιωθε κουρασμένη, αλλά την πείραξε ο τρόπος του. Ήρθε και τα πήρε από τα χέρια της χωρίς να την κοιτάξει καν. Ψέλλισε μηχανικά ένα ευχαριστώ και έφυγε από το δωμάτιο.

Αφού συγύρισε λίγο το σαλόνι γιατί το προηγούμενο βράδυ πρέπει να είχε φέρει παρέα αν έκρινε καλά από τα χαχανητά που άκουγε, έβαλε να μαγειρέψει κάτι απλό μιας και το μονάκριβο αφεντικό της τόσες μέρες δεν είχε αγγίξει το φαγητό της οπότε δεν ωφελούσε να σπάει το κεφάλι της με σύνθετες συνταγές. Μάλιστα έκατσε στον υπολογιστή της και έβγαλε ένα μενού για τις επόμενες δέκα μέρες και το εκτύπωσε. Το άφησε στον πάγκο της κουζίνας και πάνω κόλλησε ένα post-it «αν θέλετε να αλλάξω κάτι, πείτε μου». Μετά έβγαλε το καθιερωμένο μπλουζάκι-ζακετάκι και φόρεσε ένα λεπτότερο μακό και ένα γούνινο γιλέκο που είχε αγοράσει μόνο 20 λίρες από ένα μαγαζί με παιδικά ρούχα. Πήρε ένα ζευγάρι κλειδιά που είχε στη διάθεσή της και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα και να σκεφτεί.

Μετά από 20 λεπτά αργό περπάτημα, κάθισε σε ένα μικρό καφέ και ήπιε ένα καπουτσίνο τον οποίο συνόδευσε με καπκέικ με καραμέλα. Είδε μερικές καρτ ποστάλ και της ήρθε η επιθυμία να γράψει σε κάποιον αλλά μετά σκέφτηκε ότι δεν είχε κανέναν. Την έπιασε μια ξαφνική θλίψη. Ήταν μόνο 24 χρόνων και δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Και όσους είχε…είναι σαν να μην τους είχε. Αν μάθαιναν πού είναι, ίσως κινδύνευαν και εκείνοι και η ίδια.

Συνέχισε τη βόλτα της και κράτησε μερικά τηλέφωνα από αγγελίες που είδε κρεμασμένες σε κολώνες και σε μαγαζιά. Σημείωσε το τηλέφωνο μιας καθηγήτριας γιόγκα που έκανε μαθήματα σε ένα πάρκο εκεί κοντά, καθώς και ένα σεμινάριο για πλέξιμο. Αφού ο κύριος Χάντερ ήταν διατεθειμένος να πληρώσει την ψυχαγωγία της δε θα του στερούσε τη χαρά.

Δεν ήξερε πώς να νιώσει για αυτόν τον άνθρωπο. Όσο περπατούσε και απομακρυνόταν από το σπίτι, ένιωθε και λίγο πιο ελεύθερη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πνιγόταν εκεί μέσα. Είχε πολλές ελευθερίες και καταπληκτικό μισθό και το μόνο τίμημα ήταν να είναι διακριτική. Δηλαδή διακριτική ήταν ήδη. Αυτό που της ζητούσε ο κύριος Χάντερ ήταν να είναι αόρατη και αυτό της φαινόταν βουνό. Τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις θέλησε να πάει μέχρι την κουζίνα να κάνει κάτι ή να πάει να δει λίγη τηλεόραση αλλά δεν το έκανε επειδή φοβήθηκε μη τον πετύχει πουθενά. Βέβαια έφευγε αύριο και θα γυρνούσε σε τρεις μέρες και μετά θα έφευγε για μία ολόκληρη βδομάδα. Ήταν πολύ μικρό το κακό. Δεν υπάρχει δουλειά, σκέφτηκε, που να μην έχει και τα μειονεκτήματά της. Της έδινε πάνω από 3.000 λίρες και δωρεάν στέγη και τροφή και ήταν μόνο μια οικιακή βοηθός. Δεν έπρεπε να είναι αχάριστη. Υπάρχουν άνθρωποι, σκέφτηκε, που ζουν με πολύ πολύ λιγότερα από αυτά τα χρήματα.

Κι εσύ έτσι είσαι, της είπε μια φωνούλα μέσα της. Όντως έτσι ήταν. Δεν την ενδιέφερε ποτέ η μεγάλη ζωή. Την εντυπωσίαζαν τα μεγάλα, όμορφα σπίτια και τα ακριβά ρούχα αλλά μέχρι εκεί. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να τα έχει όλα αυτά και προτιμούσε να γεμίζει τη ζωή της με άλλα πράγματα, όπως καλούς φίλους, αγάπη και διασκέδαση. Τώρα, ελλείψει όλων αυτών, ένα ενδιαφέρον βιβλίο και μια ρομαντική ταινία στην τηλεόραση, γέμιζαν τις μπαταρίες της.
Γύρισε στο σπίτι κατά τις οκτώ το απόγευμα και δεν βρήκε κανέναν εκεί. ‘Η το αφεντικό της είχε βγει, ή ήταν κάπου μέσα στο σπίτι και δεν τον έβλεπε. Το πιο πιθανό ήταν να είναι στη βιβλιοθήκη, υπέθεσε. Περνούσε ατελείωτες ώρες εκεί μέσα, σκυμμένος πάνω σε βιβλία τις τελευταίες δύο μέρες. Κάποια υπόθεση θα ετοιμάζει, σκέφτηκε.

Πριν πάει στο δωμάτιό της γρήγορα γρήγορα, πέρασε από την κουζίνα νυχοπατώντας για να πάρει μερικά μπισκότα και γάλα στο δωμάτιό της. Εκεί βρήκε το μενού που είχε βγάλει…με σημειώσεις. Ο ανεκδιήγητος κύριος Χάντερ είχε πάρει κόκκινο στυλό και είχε υπογραμμίσει όσα του άρεσαν και είχε διαγράψει αυτά που δεν του άρεσαν. Είχε μάλιστα σημειώσει τι δεν έτρωγε (φινόκιο, σπαράγγια, μουστάρδα και αβγά βραστά), σε τι ήταν αλλεργικός (φράουλες) και τι προτιμούσε να τρώει (κρέας με σαλάτα και μπέργκερ).  Η Μάντι έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Ο άνθρωπος ήταν τρελός. Δεν μπορούσε να της τα πει προφορικά; Γι’ αυτό δεν έτρωγε τόσες μέρες; Δεν του άρεσαν αυτά που έφτιαχνε; Ω διάολε. Καιρός ήταν τώρα να έχουν πρόβλημα ΚΑΙ με τη μαγειρική. Και μετά το μάτι της έπεσε στο κίτρινο Post-it. Με τα ίδια επιβλητικά κόκκινα γραμμένα είδε γραμμένο ένα απαίσιο


«Τα μαλλιά σου να είναι πάντα πιασμένα κοτσίδα. Δεν θέλω να φάω καμιά τρίχα»

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 4-τυρί ζαμπόν μαγιονέζα

Η Μάντι είχε ξυπνήσει γεμάτη αισιοδοξία την Παρασκευή το πρωί μετά από πολύ καιρό. Είχε πάνω από πέντε μήνες να νιώσει ότι η ζωή της μπορεί να άλλαζε προς το καλύτερο. Η οικογένεια όπου δούλευε πριν θα έπαυε να χρειάζεται τις υπηρεσίες της και ήξερε ότι θα έμενε άνεργη. Δεν περίμενε ότι θα έβρισκε τόσο σύντομα μια τόσο καλή δουλειά.

Γιατί πραγματικά ήταν μια καλή δουλειά. Ο κύριος Χάντερ παρέμενε άφαντος, αλλά ακόμα και όταν θα γυρνούσε δεν πίστευε ότι θα την ενοχλούσε πολύ. Αλλά αν ήταν να λείπει ολόκληρη βδομάδα, ουσιαστικά θα περνούσε πολύ χρόνο μόνη της σε ένα υπέροχο σπίτι γεμάτο ανέσεις. Όχι δηλαδή ότι επρόκειτο να απολαύσει το υδρομασάζ σε ένα από τα πάνω μπάνια ή να βουτήξει στην πισίνα. Αλλά πού και πού επέτρεπε στον εαυτό της να βουλιάξει στον παχύ καναπέ της βιβλιοθήκης και να διαβάσει κάποιο βιβλίο με απλωμένα τα πόδια της σε ένα αναπαυτικό υποπόδιο.

Είχε δώσει οδηγίες στον Αλεξ για κάτι που ήθελε στον κήπο όταν αποφάσισε να πάρει ένα φτερό να ξεσκονίσει ένα μεγάλο κάδρο που κρεμόταν πάνω στο εντυπωσιακό τζάκι. Είχε προσέξει ότι είχε μαζέψει λίγη σκόνη, αλλά φοβόταν να το ξεσκονίσει, μήπως και έκανε κάποια ζημιά. Δεν ήξερε τον καλλιτέχνη, αλλά ήταν σίγουρη ότι για να βρίσκεται εκεί μέσα, αυτός ο πίνακας θα κόστιζε μια περιουσία. Τεντώθηκε όσο μπορούσε και σχεδόν σηκώθηκε στις μύτες αλλά δεν έφτασε την πάνω δεξιά γωνία. Ήταν αναπόφευκτο. Έπρεπε να πάρει τη σκάλα, αλλά βαριόταν να πάει μέχρι την άλλη άκρη του κήπου. Τεντώθηκε λοιπόν ξανά, όσο μπορούσε, προσπαθώντας να αγγίξει με την άκρη του φτερού εκείνο το σκοτεινό σημείο, εκείνο το…
«Αν έπινες το γάλα σου όταν ήσουν μικρή δε θα είχες τέτοια προβλήματα τώρα» άκουσε μια βραχνή αντρική φωνή από πίσω της και της κόπηκε η ανάσα. Γύρισε απότομα για να δει ποιος ήταν με αποτέλεσμα να ρίξει με το κοντάρι του φτερού ένα από τα δύο κρυστάλλινα κηροπήγια που βρίσκονταν στις δύο άκρες του τζακιού.
«Συγγνώμη, συγγνώμη» άρχισε να κλαψουρίζει. Τι στο καλό είχε γίνει μόλις; Είχε κάνει τα πάντα άψογα τόσες μέρες και θυμήθηκε να τα θαλασσώσει όλα μπροστά στο αφεντικό της; Εκείνη; Που δεν είχε σπάσει ποτέ τίποτα; Αλλά κι αυτός…τι σχόλιο ήταν αυτό; «Με τρομάξατε, δεν σας περίμενα. Συγγνώμη, θα το αντικαταστήσω. Μπορείτε να το κρατάτε από το μισθό μου» έλεγε ξανά και ξανά ενώ μάζευε τα κομμάτια. Ο κύριος Χάντερ δεν έδειχνε ωστόσο διόλου διατεθειμένος να τη βοηθήσει. Εντωμεταξύ την είχε πλησιάσει τόσο, που τώρα έβλεπε δίπλα της τα παπούτσια του. Μαύρα, δερμάτινα και καλογυαλισμένα. Ντρεπόταν να σηκώσει το βλέμμα της. Θα τη μάλωνε; Θα την απέλυε; Θεέ μου, τι αδέξια που ήταν.
«Θα πρέπει να σου κρατάω όλο το μισθό για έξι μήνες για να αντικαταστήσεις αυτό το κηροπήγιο» είπε εκείνος παγερά και η Μάντι τότε σήκωσε το κεφάλι της. Εκείνος κρατούσε ακόμα τον χαρτοφύλακά του και το σφιγμένο στόμα του πρόδιδε την οργή του.
«Τόσο…πολύ;» ρώτησε εκείνη σαν χαμένη. «Συγγνώμη, αλήθεια συγγνώμη» του είπε και τον κοίταξε καλύτερα. Αν και απόλυτα σοβαρός, ήταν πραγματικά εξαίσιος. Είχε σκούρα καστανά μαλλιά, όχι και πολύ κοντά για δικηγόρο, σκούρα μάτια και καλοσχηματισμένη μύτη. Και το σώμα του, αν και τον κολάκευε το γεγονός ότι έστεκε από πάνω της σαν πύργος, έδειχνε σφιχτό και αρρενωπό. Το καλοραμμένο γκρίζο κοστούμι του τον αναδείκνυε μοναδικά. Δεν αδικούσε τις ορδές γυναικών που είχε διαβάσει στα περιοδικά ότι είχαν πέσει στα δίχτυα του.
«Είμαι ο Κρίστοφερ Χάντερ» της είπε ανέκφραστος και τέντωσε το χέρι του. Η Μάντι σηκώθηκε αδέξια και του έδωσε κι αυτή το δικό της, κρατώντας με το αριστερό τα σπασμένα κρύσταλλα. «Μόλις έσπασες το δώρο της μητέρας μου όταν αγόρασα αυτό το σπίτι και σε ευχαριστώ γιατί το θεωρούσα φρικτό και έψαχνα αφορμή να το ξεφορτωθώ» της είπε και μετά έκανε το ανήκουστο. Χαμογέλασε. Η Μάντι τον κοιτούσε λες και κοιτούσε μονόκερο.
«Μα τι λέτε; Δεν…δεν σας πείραξε; Κάνει μια περιουσία» είπε εκείνη.
«Η μητέρα μου έχει λατρεία στα πανάκριβα άχρηστα αντικείμενα, αλλά εγώ όχι. Απλώς όταν της το πω ότι το έσπασες εσύ, θα πρέπει να με υποστηρίξεις!» της είπε και ακούμπησε στον καναπέ τον χαρτοφύλακα ενώ χαλάρωνε την γραβάτα του.
«Μα φυσικά!» είπε ανακουφισμένη η Μάντι. «Και θα πληρώσω ό,τι ορίσετε φυσικά» είπε.
«Βλακείες!» είπε εκείνος και έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας. «Το όνομά σου δε μου είπες» παρατήρησε αμέσως μετά.
«Μάντι Κρένσο» είπε εκείνη καθαρίζοντας τη φωνή της. Ευτυχώς είχε καλή δικαιολογία για τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της. Μόλις είχε σπάσει κάτι πανάκριβο!
«Είσαι η νέα οικιακή βοηθός; Η κυρία Πίτερσον μού έστειλε μέιλ και με ενημέρωσε ότι έχεις εξαιρετικές συστάσεις» της είπε ενώ την επιθεωρούσε με έναν τρόπο που την έκανε να νιώθει περισσότερο ως γυναίκα και λιγότερο ως υπάλληλο.
«Προσπαθώ να είμαι καλή στη δουλειά μου και όσο καιρό μείνω εδώ θα δώσω τον καλύτερο εαυτό μου».
«Ελπίζω να μην σε κουράσω πολύ. Παιδιά σκυλιά δεν έχω και λείπω πολύ. Η μόνη μου απαίτηση, όπως θα ξέρεις, είναι η διακριτικότητά σου. Δε θέλω να σε προσβάλω, είμαι σίγουρος ότι είσαι μια ενδιαφέρουσα κοπέλα, αλλά τις λίγες ώρες που βρίσκομαι σπίτι μου, θέλω…πώς να το πω…να μη σε βλέπω».
«Συγγνώμη; Πώς είπατε;».
«Εννοώ ότι θέλω να ολοκληρώνεις τις δουλειές σου μέχρι το απόγευμα και να μην περιφέρεσαι στο σπίτι το βράδυ. Θέλω να φέρνω τη συντροφιά μου χωρίς να πρέπει να σε συστήσω και άλλα τέτοια χαζά. Επίσης είμαι πολύ μοναχικός άνθρωπος και επειδή όλη τη μέρα την περνάω με πολύ κόσμο θέλω σπίτι μου να χαλαρώνω με ένα ουίσκι και λίγη μουσική και να μη μιλάω με κανέναν».
«Και τι θα κάνω τόσες ώρες;»
«Μα δε μιλάμε για τόσες πολλές ώρες πια!» αντέδρασε εκείνος.
«Καταρχήν λείπω πολύ στο εξωτερικό και όταν είμαι εδώ δουλεύω ως τις οκτώ το βράδυ. Αν θες, μπορώ να σε βοηθήσω, να γραφτείς σε κάποια δραστηριότητα, να κάνεις κάτι. Δεν ξέρω. Προσπαθώ να το πω ευγενικά, αλλά μάλλον δεν υπάρχει τέτοιος τρόπος. Απλώς δε θέλω να κυκλοφορείς πολύ στο σπίτι όταν είμαι κι εγώ εδώ. Μισώ την ιδέα της συγκατοίκησης και ακόμα κι εσύ, που δεν είσαι τίποτα παραπάνω από μια απλή οικιακή βοηθός, θα με κάνεις να ασφυκτιώ στο ίδιο μου το σπίτι».
«Καταλαβαίνω» είπε η Μάντι. Καθένας με τα χούγια του, σκέφτηκε. Ο πρέσβης, για παράδειγμα, δεν ήθελε να του μιλάει κανείς για τουλάχιστον μισή ώρα όταν ξυπνούσε το πρωί.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος και έφυγε από το δωμάτιο. Η Μάντι τον ακολούθησε στην κουζίνα. Τον παρακολουθούσε να ανοίγει το ψυγείο και να φτιάχνει ένα τοστ. Μα καλά, γιατί την είχε προσλάβει;
«Έχω φτιάξει φαγητό» του είπε ξερά.
«Δεν πεινάω» απάντησε κι εκείνος σε παρόμοιο τόνο.
«Μήπως θα ήταν προτιμότερο να έχετε κάποια να έρχεται μερικές ώρες το πρωί και να μένει σπίτι της; Δε σας συμφέρει να μένει μέσα στο σπίτι η οικιακή βοηθός αν είναι να την απασχολείτε τόσες λίγες ώρες» του είπε.
«Δεν έχω οικονομικό πρόβλημα» της απάντησε χωρίς να την κοιτάει. Διάβαζε κάτι στο κινητό του ενώ μασουλούσε το τοστ του. «Σε πολλές περιπτώσεις θα πρέπει να ετοιμάσεις ένα δείπνο για μένα και τη συντροφιά μου ή να μου σιδερώσεις κάτι έκτακτα αν φεύγω το επόμενο πρωί. Δεν είναι ότι θα κάθεσαι. Απλώς δε θέλω…πολλά πολλά».
«Όπως επιθυμείτε» του είπε παραιτημένη. Διάολε, είχε ανάγκη τα λεφτά. Αλλιώς θα του έλεγε με μια σφαλιάρα πόσο επηρμένο τον θεωρούσε. Εκείνος ακούμπησε το πιάτο του στον νεροχύτη και εξαφανίστηκε πάλι.
Τον άκουσε να ανεβαίνει τις σκάλες. Υπέθεσε ότι πήγαινε να αλλάξει.
«Και τώρα τι να κάνω; Γυρίσατε νωρίς στο σπίτι και έχω αφήσει ένα σωρό δουλειές στη μέση!» του φώναξε ενώ πήγαινε να φέρει την σκούπα και το φαράσι.
Εκείνος εμφανίστηκε από τον πάνω όροφο.
«Ολοκλήρωσε τις δουλειές σου με την ησυχία σου. Περιμένω παρέα, αλλά κατά το βραδάκι. Και, σε παρακαλώ, μη φωνάζεις. Αν θες κάτι, έλα σε μένα» είπε και εξαφανίστηκε πάλι στο δωμάτιό του.

Η Μάντι έμεινε να κοιτάει το σημείο από όπου της μίλησε. Τι είναι πάλι τούτο; Αναρωτήθηκε. Κακή αρχή είχαν κάνει αυτοί οι δύο. Πολύ παράξενος άνθρωπος. Ευγενικός αλλά και αγενής μαζί. Δεσποτικός, συγκεντρωτικός, αλλά και συγκροτημένος. Τι είχε να αντιμετωπίσει άραγε; Έναν ψυχαναγκαστικό άνθρωπο ή ένα αφεντικό με απαιτήσεις που απλώς ξέφευγαν από το μέσο όρο;

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

la maison Hunter







κεφάλαιο 3- το ζευγάρι είναι ακέφαλο! βρείτε τον πρωταγωνιστή και την πρωταγωνίστρια!

Η Μάντι είχε πιάσει δουλειά από τη Δευτέρα το πρωί. Σήμερα ήταν Πέμπτη και παρόλο που κόντευε να σκοτεινιάσει, το αφεντικό της δεν είχε γυρίσει σπίτι. Η κυρία Πίτερσον την είχε ενημερώσει ότι θα έλειπε ταξίδι μέχρι την Τετάρτη, αλλά φαίνεται ότι το ταξίδι είχε τραβήξει παραπάνω από το αναμενόμενο και ντρεπόταν να πάρει να ρωτήσει πού είναι. Δεν την ένοιαζε και πολύ άλλωστε. Είχε τόσα πολλά πράγματα να κάνει και να μάθει που το μυαλό της κόντευε να πάρει φωτιά.

Πρώτα γνώρισε τον κηπουρό, έναν συμπαθητικό νεαρό κάπου στα 30, ο οποίος της είπε ότι έρχεται περίπου 2 φορές τη βδομάδα για τον κήπο και τη βοήθησε πολύ με κάποιες δουλειές που δεν μπορούσε να κάνει, όπως να βρει μια σκάλα για να καθαρίσει έναν πολυέλαιο. Ο Αλεξ, ο κηπουρός, της είπε ότι ο φροντιστής της πισίνας έρχεται κάθε 25 του μήνα και επίσης υπάρχει και ένας φύλακας πάντα έξω από το σπίτι. Η Μάντι ανακουφίστηκε κάπως με αυτή την πληροφορία, γιατί φοβόταν πολύ στην ιδέα ότι θα κοιμάται κάθε βράδυ ολομόναχη σε ένα μεγάλο σπίτι.

Στη συνέχεια εξερεύνησε το σπίτι και έβγαλε ένα πρόχειρο πρόγραμμα για τις δουλειές του σπιτιού. Ευτυχώς ήταν πολύ τακτοποιημένο και καθαρό. Και περιέργως, όχι τεράστιο. Θα περίμενε ένα σπίτι με 15 κρεβατοκάμαρες και άλλες άχρηστες πολυτέλειες, αλλά το σπίτι του κυρίου Χάντερ είχε 4 υπνοδωμάτια, το δικό του και 3 έξτρα, τέσσερα μπάνια, μια μεγάλη κουζίνα, δύο σαλόνια, playroom, δωμάτιο υπηρεσίας και ένα σπιτάκι στον κήπο όπου δεν είχε πάει ακόμα. Επίσης, ανάμεσα στα δύο σαλόνια υπήρχε ένα δωμάτιο περίπου 30 τετραγωνικά, που στέγαζε μια υπέροχη βιβλιοθήκη, γεμάτη βιβλία, υπολογιστές, φαξ και άλλα μηχανήματα δουλειάς. Και φυσικά, όλοι οι χώροι ήταν διακοσμημένοι τέλεια. Αν είχε το ελεύθερο, θα άλλαζε μερικά πράγματα φυσικά, λόγω ιδιότητας, αλλά έπρεπε να του αναγνωρίσει ότι είχε εξαιρετικό γούστο. Πολυτέλεια, αλλά με μέτρο. Τίποτα δεν ήταν κακόγουστο ή κραυγαλέο. Ακόμα και οι φαντασμαγορικοί πολυέλαιοι είχαν κάτι από παλιομοδίτικη λάμψη. Το μόνο που της φάνηκε λίγο υπερβολικό ήταν το κρεβάτι του αφεντικού της. Το δωμάτιό του ήταν χαρακτηριστικό δωμάτιο άντρα εργένη, αλλά το κρεβάτι ήταν αυτό που την εξέπληξε. Πρέπει να ήταν…τριπλό! Τρόμαξε στην ιδέα πώς θα το έστρωνε αλλά μετά σκέφτηκε ότι είναι μικρό το κακό σε σχέση με το να φυλάει τα τρία τερατάκια του πρέσβη.

Είχε τακτοποιηθεί στο δωματιάκι της, το οποίο ήταν κοντά στην κουζίνα, στον κάτω όροφο, διαμετρικά αντίθετα από την κρεβατοκάμαρα του αφεντικού. Είχε θέα στον κήπο και της άρεσε να ξυπνάει και ο ήλιος να λούζει το χώρο. Είχε βολέψει τα πράγματά της στην ντουλάπα και είχε μάλιστα βγει και μια φορά βόλτα το απόγευμα αφού είχε τελειώσει τη δουλειά της για να δει λιγάκι την γειτονιά και να δει ποια μαγαζιά ήταν καλά για να ψωνίζει από εκεί. Άλλωστε πολύ σύντομα θα έπρεπε να ξαναπαραγγείλει τρόφιμα από το σούπερ μάρκετ γιατί δεν είχαν καθόλου φρέσκα φρούτα και λαχανικά.

Ένα ευχάριστο γεγονός ήταν ότι η κυρία Πίτερσον είχε ζητήσει τον τραπεζικό λογαριασμό της και της είχε καταθέσει ένα ποσό μέχρι να πληρωθεί κανονικά για τον πρώτο μήνα, ώστε να μπορέσει να αγοράσει μερικά πράγματα αν είχε ανάγκη για να νιώσει πιο άνετα και μερικά ρούχα. Της είχε πει ότι ο κύριος Χάντερ δεν επιθυμούσε να φοράει στολή, αλλά προτιμούσε να φοράει τζιν, σκούρο μπλουζάκι και ζακέτα. Η Μάντι απόρησε, αλλά συμβιβάστηκε. Και αφού της έδωσαν 500 λίρες για να ψωνίσει…ζακετάκια, σκέφτηκε να πάρει μερικά ρούχα, αλλά και ένα μικρό γραφείο για το δωμάτιό της ώστε να ακουμπήσει πάνω το λάπτοπ της και μια σειρά περιποίησης σώματος που είχε δει και της άρεσε.

Την Πέμπτη το βράδυ ξάπλωσε αποκαμωμένη στο κρεβάτι της μετά από ένα σύντομο ντους στην τουαλέτα που αντιστοιχούσε στο δωμάτιό της. Κανονικά έπρεπε να σταματήσει να δουλεύει κατά τις έξι αλλά προτιμούσε να δουλεύει παρά να κάθεται. Και να σκέφτεται. Σε γενικές γραμμές τα είχε καταφέρει καλά. Είχε μάθει το σπίτι, τα δωμάτια, τους διακόπτες,  πού είναι τα σεντόνια, που είναι η σιδερώστρα, ποιο είναι το τηλέφωνο του καθαριστηρίου, πού είναι τα απορρυπαντικά, ποιος είναι ο κωδικός για το ίντερνετ και άλλες μικρές λεπτομέρειες. Είχε σκουπίσει δύο φορές όλους τους χώρους μέσα σε τέσσερις μέρες, είχε καθαρίσει τα φωτιστικά, είχε αλλάξει σεντόνια, είχε ξεσκονίσει, είχε αλλάξει θέση στα ποτήρια στα ντουλάπια και είχε γεμίσει τα ντουλάπια με τρόφιμα.


Ο ύπνος την πήρε γρήγορα. Είχε πολύ άγχος, αλλά ευτυχώς, στον ύπνο της, είδε ότι ήταν στο σπίτι της, με ξέπλεκα μαλλιά και χόρευε ξυπόλητη…

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 2-πακετάρισμα

Η Μάντι κρατούσε στα χέρια της το πολυπόθητο συμβόλαιο. Ήταν ένα συμβόλαιο πολύ πλουσιοπάροχο και παρόλο που είχε τρομάξει λιγάκι σχετικά με το τι την περίμενε, ήταν πολύ αισιόδοξη ότι ίσως αυτή ήταν η ευκαιρία που χρειαζόταν για να μαζέψει χρήματα και μάλιστα σύντομα. Ευτυχώς ο κύριος Χάντερ είχε συμπεριλάβει τον όρο της στο συμβόλαιο, αναφέροντας ρητά ότι δε θα κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα από τον βίο του, αν και μετέφερε στη βοηθό του και η βοηθός του στη Μάντι, ότι του φάνηκε ιδιαίτερα αστεία η απαίτηση.

Ήταν καλό που ήταν δικηγόρος. Η βοηθός του της είχε ξεκαθαρίσει ότι σπάνια θα τον έβλεπε να τριγυρνάει σπίτι, μιας και έλειπε πολλές ώρες και όταν γυρνούσε διάβαζε, αλλά ωστόσο αν κατάφερναν να γνωριστούν ίσως του αποσπούσε μερικές νομικές συμβουλές για το πρόβλημά της. Όχι βέβαια ότι θα του ανοιγόταν αμέσως. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν, αλλά απλώς θα τον ψάρευε λιγάκι, σχετικά με παρόμοιες περιπτώσεις.

Ξεκινούσε δουλειά τη Δευτέρα το πρωί και σήμερα ήταν Σάββατο. Είχε δύο μέρες να μαζέψει τα ελάχιστα υπάρχοντά της και να μεταφερθεί στο σπίτι του κυρίου Χάντερ, το οποίο βρισκόταν σε μια όμορφη γειτονιά στο Τσέλσι. Προς το παρόν έμενε σε ένα πανδοχείο λίγο πιο έξω από το Λονδίνο. Νοίκιαζε ένα μονόκλινο δωμάτιο και ήλπιζε να βρει κάποια δουλειά σύντομα για να φύγει από εκεί μέσα. Η φασαρία και οι καβγάδες ήταν καθημερινό φαινόμενο έξω από το παράθυρό της και ένας Θεός ήξερε μόνο πόσο μισούσε τις φωνές και τη βία. Είχε προπληρώσει τη διαμονή της ως το τέλος της βδομάδας και το μόνο που της έμενε ήταν να βάλει τα πράγματά της σε μια φθαρμένη βαλίτσα που είχε. Όλα κι όλα είχε μαζί της μερικά μακό μπλουζάκια, δύο τρία τζιν, ένα παλιό λάπτοπ, μερικά βιβλία και ένα άλμπουμ με φωτογραφίες των γονιών της από ένα ταξίδι που είχαν πάει και οι τρεις όταν ήταν μικρή.

Η κυρία Πίτερσον την είχε ενημερώσει ότι ο κύριος Χάντερ ήταν διατιθέμενος να της νοικιάσει αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις της και η Μάντι το είχε εκτιμήσει. Της φαινόταν βουνό να πηγαίνει για ψώνια και να κάνει εξωτερικές δουλειές μόνο με τα λεωφορεία και τα πόδια. Γενικά ήταν πολύ ευχαριστημένη με τους όρους της δουλειά της. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να δουλεύει πολύ για να μη σκέφτεται και να μαζέψει γρήγορα λεφτά. Τώρα, αν το αφεντικό της ήταν ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, εκείνης δεν της έπεφτε λόγος. Αν ήθελε να φέρνει κάθε βράδυ άλλη γυναίκα, δεν την ένοιαζε. Άλλωστε εργένης είναι ο άνθρωπος, σκέφτηκε. Δεν είναι παντρεμένος. Δεν έχει υποσχεθεί σε καμία πίστη και αφοσίωση. Και το σπίτι σίγουρα θα είναι μεγάλο. Η κυρία Πίτερσον έκανε λόγο για μια μικρή έπαυλη όπου το δωμάτιο υπηρεσίας είναι σχεδόν αυτόνομο. Αυτό είναι καλό. Σωστά; Δε θα βλέπω τίποτα και δε θα με ενοχλεί κανείς. Άλλωστε δεν είναι δουλειά μου να τον συμπαθήσω ή να με συμπαθήσει. Σκοπός μου είναι να βγάλω όσο πιο γρήγορα μπορώ 50.000 λίρες και να ησυχάσω από το γουρούνι.

Και μόλις τελειώσουν όλα, θα γυρίσω πίσω στο Μάντσεστερ και θα συνεχίσω τη ζωή μου από εκεί που την άφησα. Θα πιάσω μια δουλειά ως διακοσμήτρια και θα φτιάξω το σπίτι μου, θα φτιάξω τη ζωή μου και θα αρχίσω κι εγω να ζω όπως κάθε φυσιολογικό κορίτσι 24 ετών. Που δεν έχει ρημάξει η ζωή του. Που δεν νιώθει αυτό το τεράστιο βάρος στις πλάτες του. Που μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια και κάνει όνειρα για μια ευτυχισμένη ζωή με έναν σύντροφο που να την αγαπάει και να την σέβεται.


Αλλά πριν γίνουν όλα αυτά, πρέπει να περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος δίπλα στο κύριο Κρίστοφερ Χάντερ. Και αν οι φωτογραφίες που είδα στο ίντερνετ είναι έστω και 50% αντιπροσωπευτικές της πραγματικότητας, η δουλειά μου δίπλα του, θα είναι, ας το πούμε…άσκηση αυτοσυγκράτησης. 

Χρόνια πολλά!

Χρόνια πολλά στην Τζόρτζια, τόσο για τη γιορτή όσο και για τα 25α γενέθλιά της!
Χρόνια πολλά και στην Ελί, για την ονομαστική της γιορτή!
Αιμοδιψείς μου αναγνώστριες, ελπίζω να σας αρέσει η νέα ιστορία.

ΥΓ. Ελίζα, βρες μούρη για τον κύριο Χάντερ. Σου αρέσει ο Edgar Ramirez? 

Μυστικά και Πάθη-Κεφάλαιο 1-Καλή μας αρχή!

«Λοιπόν, δεσποινίς Κρένσο, βλέπω ότι έχετε εξαιρετικές συστάσεις από τους δύο προηγούμενους εργοδότες σας. Το γραφείο στο οποίο αποτάθηκα μου μίλησε με τα καλύτερα λόγια για εσάς» είπε η γυναίκα απέναντί της. Είχαν ραντεβού στις εννιά το πρωί σε ένα χώρο που έμοιαζε με προθάλαμο κάποιου πολυτελούς γραφείου. Η γυναίκα τής συστήθηκε ως «κυρία Πίτερσον, προσωπική βοηθός του Κρίστοφερ Χάντερ» λες και αυτό σήμαινε κάτι για την Μάντι.
«Μου αρέσει η δουλειά μου» είπε η Μάντι με την λακωνικότητα που τη χαρακτήριζε από μικρή.
«Πείτε μου, σας παρακαλώ, γιατί εργαστήκατε μόνο ένα χρόνο για τον πρώτο εργοδότη και έξι μήνες για τον δεύτερο;» μπήκε στο ψητό η κυρία Πίτερσον. Ήταν μια γκριζομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55 και έδειχνε πολύ αυστηρή. Η Μάντι, όμως, δεν ήθελε να της δείξει πόσο πολύ χρειαζόταν τη δουλειά.
«Ο κύριος Ντάνκαν είναι πρέσβης και χρειάστηκε τις υπηρεσίες μου τόσο για το σπίτι όσο και για τη φροντίδα των παιδιών του μόνο ένα χρόνο, γιατί μετά έφυγε για Τσεχία. Όσο για τη δεύτερη οικογένεια, δυστυχώς το ζευγάρι πήρε διαζύγιο και έτσι…» είπε η Μάντι και έκανε μια γκριμάτσα «δε με χρειάζονταν πια».
«Καταλαβαίνω» είπε χωρίς στάλα συναίσθημα η κυρία Πίτερσον και κοίταξε τα χαρτιά μπροστά της. Η Μάντι πάντα αναρωτιόταν γιατί χρειαζόταν τόσο ξεψείρισμα η πρόσληψη μιας οικιακής βοηθού. Δεν ήταν πια και καμιά νευραλγική θέση. Θα μαγείρευε, θα έπλενε και θα σκούπιζε. Γιατί χρειαζόταν να περάσει τόσο έλεγχο; Είχε αρχίσει να δυσανασχετεί μετά από μισή ώρα απαιτητικής συνέντευξης λες και είχε κάνει αίτηση για να γίνει πράκτορας του FBI. «Απλώς…εγώ εδώ βλέπω ότι έχετε εργαστεί κοντά σε οικογένειες και εμείς σας θέλουμε ως οικιακή βοηθό του κυρίου Χάντερ» είπε η κυρία Πίτερσον με φοβερή σοβαρότητα. Η Μάντι δεν κρατήθηκε.
«Με συγχωρείτε, αλλά το γραφείο δε μου αποκάλυψε την ταυτότητα του μυστηριώδους εργοδότη και εγώ δεν γνωρίζω τον κύριο Χάντερ. Θέλετε να μου πείτε ποιος είναι;» ρώτησε, προσπαθώντας να κρύψει την ειρωνεία στη φωνή της.
«Σοβαρά;» είπε η κυρία Πίτερσον, φανερά σοκαρισμένη. «Μα αυτό είναι θαύμα! Δεν ξέρετε τον κύριο Χάντερ; Είστε αυτό που ψάχναμε!» είπε η γυναίκα και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος.
«Δεν καταλαβαίνω τι λέτε» είπε η Μάντι, ειλικρινά μπερδεμένη.
«Ο κύριος Χάντερ ψάχνει μια κοπέλα που να μην ασχολείται με κουτσομπολίστικα περιοδικά, να είναι εχέμυθη και διακριτική» είπε η κυρία Πίτερσον.
«Η αλήθεια είναι ότι δεν ασχολούμαι με το κουτσομπολιό και είμαι εχέμυθη» μονολόγησε η Μάντι. «Αλλά ποιος είναι ο κύριος Χάντερ;» επέμεινε.
«Ο κύριος Χάντερ είναι δικηγόρος, δεσποινίς Κρένσο. Ασχολείται με το δίκαιο ανταγωνισμού και θεωρείται ο καλύτερος στο είδος του, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Είναι πολύ διάσημος στον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και…για την…πώς να το θέσω» δίστασε «την έντονη προσωπική ζωή του».
«Καταλαβαίνω» είπε η Μάντι, χωρίς να το εννοεί.
«Ο κύριος Χάντερ έχει μια προσωπική ζωή που ταιριάζει στο οικονομικό και στο οικογενειακό προφίλ του. Είναι όμορφος, πλούσιος και εργένης και δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα να τον ελέγξει» είπε η κυρία Πίτερσον, λες και μιλούσε σε χαζή.
«Το μόνο που δεν του αρέσει, είναι να καταλήγουν οι προσωπικές του σχέσεις στα περιοδικά. Προσπαθεί να είναι διακριτικός αλλά μερικές από τις κοπέλες που είχε απασχολήσει στο παρελθόν πούλησαν λεπτομέρειες για τη ζωή του στα περιοδικά».
«Και οι γυναίκες με τις οποίες σχετίζεται; Δεν ανοίγουν το στόμα τους;» ρώτησε η Μάντι.
«Ο κύριος Χάντερ είναι ξεκάθαρος. Ξέρουν πολύ καλά τι τις περιμένει» είπε η κυρία Πίτερσον και η Μάντι ανατρίχιασε.
«Κοιτάξτε, κυρία Πίτερσον» είπε η Μάντι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Χρειαζόταν απεγνωσμένα αυτή τη δουλειά αλλά η συνέντευξη αυτή είναι παρατραβήξει. «Εγώ δεν έχω σκοπό να πουλήσω ιστορίες στα περιοδικά, ούτε να μπερδέψω το ρόλο μου. Οικιακή βοηθός είμαι και τίποτα άλλο. Αν πιστεύετε ότι δε θα κινδυνεύσει η σωματική μου ακεραιότητα με την…προσωπική ζωή του κυρίου Χάντερ, τότε ενδιαφέρομαι για τη θέση» διευκρίνισε.
«Θα χρειαστεί να υπογράψετε ένα συμβόλαιο εχεμύθειας φυσικά» είπε η κυρία Πίτερον. «Με αυστηρούς όρους αν κάτι διαρρεύσει».
«Μόνο αν προσθέσετε τον όρο για την προσωπική μου ασφάλεια» είπε σοβαρή η Μάντι.
«Φυσικά. Ο κύριος Χάντερ μπορεί να το συντάξει άμεσα και αύριο τέτοια ώρα αν θέλετε να υπογράψετε».
«Δηλαδή προσλαμβάνομαι;» ρώτησε δειλά η Μάντι. Είχε ανάγκη τα λεφτά. Μόνο η ίδια ήξερε πόσο.
«Ναι, δεσποινίς Κρένσο» είπε η κυρία Πίτερσον. «Κι ελπίζω να μη με απογοητεύσετε. Μου φαίνεστε ειλικρινής» είπε σταράτα η γυναίκα απέναντί της.
«Είμαι ειλικρινής» είπε η Μάντι δυναμικά.
«Ο κύριος Χάντερ είναι απαιτητικό αλλά και γενναιόδωρο αφεντικό. Και μη φοβάστε. Λείπει τουλάχιστον δέκα μέρες κάθε μήνα στα γραφεία του στο Παρίσι και στη Ρώμη και γενικά θα έχετε όλες τις ανέσεις που ταιριάζουν στη θέση σας».
«Χαίρομαι» είπε η Μάντι. Ήθελε να ρωτήσει για το μισθό, αλλά ντρεπόταν. Με 1.500 λίρες θα ήταν πραγματικά ευχαριστημένη. Άλλωστε αν ήθελε εχεμύθεια, έπρεπε να την πληρώσει ο κύριος.
«Θα έχετε δικό σας δωμάτιο, τη δυνατότητα να αγοράζετε ό,τι θέλετε από τρόφιμα, ένα ρεπό τη βδομάδα και καθαρές απολαβές 3.000 λίρες συν ιδιωτική ασφάλεια ζωής» είπε η κυρία Πίτερσον. Η Μάντι κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της αλλά δεν το έδειξε. Τόσα πολλά λεφτά; Θα κατάφερνε να συγκεντρώσει πολλά χρήματα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μια σπίθα ελπίδας φώτισε μέσα της.
«Ξέρω ότι ένα ρεπό τη βδομάδα ακούγεται λίγο, αλλά γι’ αυτό ζητήσαμε κάποια …χωρίς υποχρεώσεις. Εσείς δεν έχετε οικογένεια. Σωστά;» ρώτησε η κυρία Πίτερσον.
«Όχι» απάντησε άχρωμα η Μάντι. «Δεν είμαι παντρεμένη και οι γονείς μου έχουν πεθάνει».
«Λυπάμαι γι αυτό» είπε η κυρία Πίτερσον.
«Μην ανησυχείτε» απάντησε η Μάντι.  Είχε βαρεθεί να απαντάει το ίδιο κάθε φορά που έλεγε ότι ήταν ορφανή.
«Πάντως παρά το ένα ρεπό, θα έχετε ελεύθερο χρόνο, τόσο όταν λείπει ο κύριος Χάντερ, όσο και αρκετές ώρες τη μέρα. Δεν θα έχει πολλές απαιτήσεις. Δεν υπάρχει γυναίκα στο σπίτι να σας ελέγξει! Θα πρέπει να μαγειρεύετε, να καθαρίζετε το σπίτι και να κάνετε κάποιες δουλειές του τύπου να παραγγέλνετε τρόφιμα και να παίρνετε ρούχα από το καθαριστήριο. Σίγουρα είναι καλύτερο από το να προσέχετε μικρά παιδιά. Σωστά;» χαμογέλασε η γυναίκα και η Μάντι συμφώνησε.
«Ακούγεται εύκολο» είπε.
«Χαίρομαι» είπε η κυρία Πίτερσον και σηκώθηκε για να της σφίξει το χέρι. «Δεσποινίς Κρένσο, ελπίζω όλα να πάνε καλά».

«Κι εγώ το ίδιο» είπε η Μάντι και χαμογέλασε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά παρόλο που όλα της είχαν έρθει δεξιά, κάτι της έλεγε ότι είχε μπλέξει για τα καλά. 

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Μυστικά και Πάθη

Ο Κρίστοφερ Χάντερ είναι ένας δυναμικός δικηγόρος. Σκληρός. Αμίληκτος. Ατρόμητος.
Η Μάντι Κρένσο είναι η νέα του οικιακή βοηθός. Το παρελθόν της την έχει κάνει να τρέμει τους άντρες. Ειδικά όσους την κάνουν να νιώθει αδύναμη.

Θα καταφέρουν αυτοί οι δύο να έρθουν κοντά ή το πάθος τους θα τους πνίξει;

Ladies

Η συγγραφέας της καρδιάς σας θα διακοπάρει μερικές μέρες στο εξωτερικό...!

Καλά να περάσετε κι εσείς, καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση να έχετε!

Φιλάκιααααααα

Ελίζα, κέρδισες!

Ελίζα, είσαι η νικήτρια του διαγωνισμού με 2 ψήφους συν τη δική μου για το San Francisco. Ο κύριος Γκρέι δε μας απογοητεύει ποτέ φαίνεται!

Συγχαρητήρια!

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ψηφίστε!

Νάντια, Τζόρτζια, Μαρία, Σάντρα Ντι, Θανάση, ψηφίστε!


details από το γάμο





Καμπάνες

Ο Τρόι και η Σάρλοτ παντρεύτηκαν ένα δροσερό φθινοπωρινό μεσημέρι σε ένα παρεκκλήσι στο χωριό. Η Βίβι και δύο φίλες της Σάρλοτ από το πανεπιστήμιο ήταν παράνυμφες και ο Μπομπ και ο Καρίμ ήταν οι κουμπάροι από τη μεριά του γαμπρού.
Ο πατέρας της Σάρλοτ τη συνόδευσε μέχρι τον Τρόι, ο οποίος ήταν υπέροχος μέσα στο ιταλικό κοστούμι του. Η δε Σάρλοτ, είχε διαλέξει ένα φόρεμα λευκό μέχρι το γόνατο και αστραφτερές λευκές γόβες. Είχε πλέξει τα μαλλιά της σε μια χαλαρή κοτσίδα και είχε αφήσει μερικές τούφες να στολίζουν το πρόσωπό της. Λίγο ελαφρύ μακιγιάζ και ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια ασορτί με το μονόπτερό της συμπλήρωναν την εικόνα.
Ολα ήταν υπέροχα και οι καλεσμένοι έμειναν ενθουσιασμένοι. Μετά την τελετή ακολούθησε μια δεξίωση σε ένα χώρο κοντά στην εκκλησία, όπου έφαγαν και χόρεψαν μέχρι τα ξημερώματα. Ο Τρόι χάρισε στη νύφη ένα πολυτελές αμάξι και η Σάρλοτ τού χάρισε ένα ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα με τα αρχικά τους.

Οταν πια όλοι είχαν φύγει και το ζευγάρι έμεινε μόνο του, ο Τρόι έσφιξε τη Σάρλοτ στην αγκαλιά του και της ορκίστηκε ότι θα την αγαπάει για πάντα. Η Σάρλοτ, συγκινημένη, τον φίλησε απαλά και του υποσχέθηκε ότι θα τιμάει πάντα την αγάπη του.

ψηφίστε

Ευχαριστώ όσες στείλατε! Ψηφίστε με περιγραφή ποιο θέλετε!


yet another


some more entries



Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

diagonismos

Υπενθυμίζω οτι ο διαγωνισμός λήγει στις 15/4!
Είναι ευκαιρία να αποδείξετε ότι ο ζήλος σας δεν περιορίζεται στο να με πιέζετε να ανεβάσω κεφάλαιο ακόμα και τα Σαββατοκύριακα!!! μπουχαχαχα

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

κρεβατομουρμούρα...


-Τρόι! Να θυμηθείς να πας για την ανθοδέσμη!
-Έχω αύριο το απόγευμα ραντεβού. Μπορώ τώρα να κοιμηθώ λιγάκι;
-Και πρέπει να διαλέξουμε και τούρτα.
-Εντάξει.
-Και πρέπει να βρούμε και ένα όμορφο λευκό φιόγκο για τον Νοέλ. Α! Και μια μπουτονιέρα για τον μπαμπά μου.
-Κορίτσι μου, πέσε κοιμήσου. Τι σε έπιασε;.
-Τρόι…
-Τι είναι;
-Θα πάμε μήνα του μέλιτος;
-Ε μα και φυσικά. Τα έχω κανονίσει όλα ήδη.
-Πού; Πού; Πού;
-Πάλι δε θα κοιμηθώ απόψε…


Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

συζητήσεις

-Τελικά πόσοι θα είμαστε; Ρωτάει ο διοργανωτής πόσες ροτόντες να στήσει.
-Τι να σου πω; Να πούμε χοντρικά δέκα στρογγυλές ροτόντες των δέκα ατόμων; Έχω βάλει στο μυαλό μου ένα μάξιμουμ 100 καλεσμένων.
-Συμφωνώ απόλυτα, κορίτσι μου. Είναι η οικογένειά σου από την Αργεντινή, δυο τρεις οικογένειες από το χωριό, οι δικοί μας εδώ στο ράντζο, η Βίβι, ο Κρίστιαν και μερικοί φίλοι και των δυο μας. Καλά είναι εκατό.
-Ξέχασες την Ελίζαμπεθ.
-Είσαι σίγουρη ότι θες να έρθει;
-Είσαι καλά, Τρόι; Γιατί να μη θέλω; Φαίνεται τόσο ήρεμη πια…Έχει μετανιώσει. Και προχθές που την είδα…έμεινα! Αυτό το μελί που έβαψε τα μαλλιά της την έχει κάνει πολύ πιο γλυκιά από εκείνο το κατάξανθο. Και επιτέλους! Ντύνεται σαν άνθρωπος! Την είδα πρώτη φορά με τζιν και μπότες! Της το είπα ότι δεν την έχω ξαναδεί πιο όμορφη. Ήταν με τον Κρίστιαν και έδειχναν να περνάνε καλά μαζί.
-Λες να τα έχουν;
-Ελπίζω.
-Να της πούμε τότε.
-Ε βέβαια. Ας αφήσουμε πίσω όλα αυτά που μας στενοχώρησαν. Έχουμε μπροστά μας ένα λαμπρό μέλλον, γεμάτο αισιοδοξία.

-Κομφούκιε, έλα να σου δώσω ένα φιλάκι. 

Συνομιλίες

-Τι έκανες, κοριτσάκι μου; Βρήκες κάτι;
-Ναι, αμέ! Τώρα είμαστε με τη Βίβι για καφέ στο Σέντρακ Παρκ.
-Κιόλας;
-Ναι, ήξερα τι ήθελα. Το απόγευμα θα πάμε να πάρουμε παπούτσια, αν και έχω δει κάτι ωραίες γόβες. Εσύ βρήκες κοστούμι;
-Έχω βάλει έξι αλλά ο Πίτερ δε λέει να αποφασίσει. Ο Μπομπ έχει αποκοιμηθεί στην καρέκλα.
-Χαχαχαχα! Ε διάλεξε κάτι. Σίγουρα θα σου πάει!
-Θέλω να είμαι πολύ ωραίος.
-Είσαι πολύ ωραίος!
-Όχι όσο εσύ!
-Ααααα…τι να κάνουμε; Έχουμε κι εμείς τις χάρες μας! Σε αφήνω γιατί θέλω να παραγγείλω ένα τσιζκέικ.
-Σ’ αγαπώ.

-Κι εγώ.

Κεφάλαιο 84-I do...we all do, Troy

Δύο μέρες μετά, την Πέμπτη το απογευματάκι, η Σάρλοτ γύρισε από τον στάβλο στο σπίτι και εκεί την περίμενε μια έκπληξη. Ο Τρόι καθόταν σε μία από τις δύο πολυθρόνες που είχε βάλει στην βεράντα και κοιτούσε τη θέα. Φαινόταν σκεπτικός, ίσως και θλιμμένος. Έτρεξε κοντά του και κάθισε στην αγκαλιά του. Εκείνος την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε.
«Τι είναι, κοριτσάκι μου;» τη ρώτησε απορημένος με την επίθεση αγάπης της.
«Τι έχεις;» τον ρώτησε αμέσως χωρίς να μασάει τα λόγια της. «Εσύ τέτοια ώρα συνήθως δουλεύεις».
«Βλέπεις τα σύννεφα;» τη ρώτησε και τέντωσε το δάχτυλό του προς τον ουρανό. «Θα βρέξει σε λίγο. Μπήκε για τα καλά το φθινόπωρο…» είπε ο Τρόι ήρεμα. «Τους άφησα όλους μισή ώρα πιο νωρίς σήμερα».
«Γιατί είσαι μελαγχολικός;» τον ρώτησε η Σάρλοτ. «Έγινε κάτι;»
«Όχι, όχι, μωρό μου, απλώς σκέφτομαι» της είπε και τη φίλησε στο κεφάλι. Η Σάρλοτ κούρνιασε στο στέρνο του και τον άφησε να της χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Σκέφτομαι ότι είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος» της είπε ξαφνικά και η Σάρλοτ ξαφνιάστηκε. Τόσο που μοιράστηκε τις σκέψεις του, όσο για αυτό που της είχε πει.
«Τυχερός εσύ; Μα ταλαιπωρήθηκες τόσο όταν ήσουν μικρός…» του είπε η Σάρλοτ δειλά.
«Ναι, αυτό ισχύει» είπε εκείνος αργά και ξεφύσησε. «Αλλά μετά…» σχεδόν μονολόγησε. «Ο Θεός μού έστειλε δύο ευλογίες. Τον πατέρα σου…Χωρίς εκείνον δε θα ήμουν τίποτα τώρα. Θα είχα ένα πτυχίο και θα δούλευα σε κάποιο γραφείο. Ο Λούκας είναι ο καλύτερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Του χρωστάω τα πάντα».
«Και η δεύτερη ευλογία;» τον ρώτησε η Σάρλοτ παραπονιάρικα.
«Εσύ» απάντησε εκείνος αμέσως. Αλλά ο τόνος του δεν είχε αλλάξει. Ήταν βαρύς, λυπημένος. Τι της έκρυβε; «Είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει, η τέλεια γυναίκα, η τέλεια σύντροφος. Σε αγαπώ και με αγαπάς. Τι άλλο να ζητήσω;» είπε. Η Σάρλοτ ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο ήταν το πρόβλημα. Αλλά δεν τον ρώτησε. Κάτι της έλεγε ότι αργά ή γρήγορα θα της ανοιγόταν. «Νιώθω ότι έχω εξαντλήσει την τύχη που μου αντιστοιχούσε. Ότι το Σύμπαν δε θα με βοηθήσει από εδώ και πέρα» της είπε και η Σάρλοτ τον κοίταξε. Έδειχνε ειλικρινά προβληματισμένος.
«Δεν υπάρχει μια δεξαμενή τύχης, Τρόι. Δεν υπάρχουν μονάδες τύχης και αν τις εξαντλήσεις, μετά ζεις με τα δικά σου όπλα» του είπε εκείνη. «Εσύ τη φτιάχνεις την τύχη σου. Και όλα αυτά που μου είπες τα καταλαβαίνω, αλλά σκέψου τα και λίγο αλλιώς. Δεν ήσουν τυχερός που σε βοήθησε ο πατέρας μου. Κινδύνευσες για να τον σώσεις και επειδή ήσουν άξιος, σε βοήθησε. Αυτό δεν είναι τύχη. Και με εμένα…μου δίνεις τα πάντα. Με αγαπάς και με φροντίζεις. Δεν είσαι τυχερός, Τρόι. Απλώς είσαι ένα καταπληκτικός άνθρωπος» του είπε σχεδόν δακρυσμένη. Ο Τρόι την κοίταξε μια ατελείωτη στιγμή και της χαμογέλασε λιγάκι.
«Είναι κάτι που με απασχολείς ξέρει…» της είπε βραχνά. «Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι μαζί» της είπε και η Σάρλοτ σοβάρεψε. Δεν της άρεσε ο πρόλογος. «Αλλά φοβόμουν να διεκδικήσω κάτι περισσότερο γιατί φοβόμουν ότι δε θα ήμουν και τρίτη φορά τόσο τυχερός. Με όλα αυτά που μου είπες όμως…» της είπε.
«Δεν καταλαβαίνω…» είπε η Σάρλοτ κι εκείνος τη διέκοψε με ένα απαλό φιλί.
«Αλλά…να…σκέφτηκα…αφού με θεωρείς τόσο καταπληκτικό» χαμογέλασε ντροπαλά «μήπως…θες να με παντρευτείς;»

 Η Σάρλοτ ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια της και προσπάθησε τουλάχιστον δυο φορές να μιλήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κλάψει. Ο Τρόι την αγκάλιασε και της χάιδεψε τα μαλλιά αλλά δεν της είπε τίποτα. Περίμενε με αγωνία την απάντησή της. Κι εκείνη του έγνεψε θετικά, αλλά και πάλι δεν μίλησε.
«Το εννοείς, αγάπη μου;» τη ρώτησε εκείνος και η Σάρλοτ ψέλλισε «ναι». Οι πιο μύχιες σκέψεις της είχαν βρει ανταπόκριση. Έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι σφιχτά μέχρι που άρχισε να ψιχαλίζει.

Και κάπως έτσι, μπήκε το φθινόπωρο, και μια νέα εποχή ξεκίνησε για τον Τρόι και τη Σάρλοτ.



Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 83- χωρίς δεκάρα, πώς θα παντρευτούμε, Μανωλιό μου, πώς θα βάλουμε στεφάνι;

«Κορίτσι μου γλυκό, τα έχουμε πει εκατό φορές! Έχουμε βοήθεια στο σπίτι και έχω αρκετούς εργάτες για το ράντσο. Εσύ τι κάνεις εδώ έξω;» τη μάλωσε ο Τρόι ενώ της έπαιρνε τον κουβά από το χέρι. «Δεν είπαμε να ξεκουράζεσαι; Δεν είπαμε φτάνει να με βοηθάς με τα διοικητικά μου;».
«Εσύ το είπες αυτό! Όχι εγώ!» είπε η Σάρλοτ και του έβγαλε τη γλώσσα.
«Δεν μπορώ κάθε μέρα τα ίδια!» γέλασε ο Τρόι ενώ σκούπιζε τον ιδρώτα του στο πουκάμισό του. «Έχεις επιστρέψει δύο μήνες και δεν έχεις κάτσει ούτε μια μέρα σπίτι!»
«Μα δε γύρισα για να κάθομαι! Μου αρέσει να βοηθάω, μου αρέσει η δουλειά έξω. Και αφού τέλειωσα με τα βιβλία σου γιατί να μην ταΐσω τα άλογα;».
«Γιατί δε θέλω να κουράζεσαι!».
«Έξι μήνες δεν σε είδα να γκρινιάζεις!» τον πείραξε.
«Γκρίνιαζα στον πατέρα σου, Σάρλοτ» είπε εκείνος μορφάζοντας. «Δε συμφωνούσα. Αλλά αυτή ήταν η συμφωνία σας».
«Δε θέλω να μαλώνουμε!» του είπε και τον φίλησε. «Τελικά τι θα κάνουμε; Θα πάμε στη Νέα Υόρκη το Σαββατοκύριακο;» τον ρώτησε χτυπώντας παλαμάκια σαν μικρό παιδί.
«Ναι, γιατί όχι; Θέλω κι εγω να αγοράσω μερικά πράγματα. Θα πάρω και μια μέρα άδεια, να το κάνουμε τριήμερο» της είπε και η Σάρλοτ τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του.
«Είσαι ο καλύτερος! Γι’ αυτό σ’αγαπώ!» του είπε και τον άφησε.
«Κι εγώ σ’αγαπώ» της είπε και τη φίλησε. «Πάω να δουλέψω λιγάκι τώρα, γιατί όλα από τα χέρια μου περνάνε» συμπλήρωσε χιουμοριστικά.

Η Σάρλοτ είχε γυρίσει μαζί με τον Τρόι στο ράντσο πριν από δύο μήνες περίπου και δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα που να μην ήταν και οι δύο απόλυτα ευτυχισμένοι. Συζητούσαν οτιδήποτε τους απασχολούσε και είχαν καταφέρει να είναι ήρεμοι και να μη διαφωνούν για ασήμαντους λόγους.

Περνούσε τέλεια. Ξυπνούσε το πρωί, δούλευε στο γραφείο του Τρόι και είχε αναλάβει να στήσει την ιστοσελίδα του ράντσου και μάλιστα να κάνει και πωλήσεις ζώων μέσα από αυτήν.  Μετά έκανε βόλτες στο ράντσο, τάιζε τα ζώα και το απόγευμα έβγαινε βόλτες με τον Τρόι ή τη Βίβι. Όλα ήταν πάρα πολύ όμορφα. Σαν όνειρο. Και μάλιστα σε δύο βδομάδες θα ερχόταν και ο πατέρας της. Θα έμενε μία βδομάδα μαζί τους και η Σάρλοτ ανυπομονούσε να τον δει. Η εφημερίδα είχε αρχίσει να πηγαίνει καλά, αλλά ο πατέρας της δεν έδειχνε να επαναπαύεται. Ήταν τόσο μεγάλο το σοκ της αποτυχίας του, που δύσκολα πια θα τον συγκινούσε κάτι ξανά.

Η Σάρλοτ όμως ένιωθε ότι βρισκόταν εκεί που έπρεπε. Η αίσθηση πληρότητας που την είχε κατακλύσει από τη στιγμή που γύρισε στο ράντζο μαζί με τον Τρόι, κάπως σαν τον Οδυσσέα όταν γύρισε στην Ιθάκη, ήταν μοναδική. Είχε βρει πια το σπίτι της, και κυρίως, το άλλο της μισό. Ο Τρόι…ήταν μοναδικός άνθρωπος. Γενναιόδωρος εραστής, τρυφερός σύντροφος, δυναμικός επαγγελματίας. Κάθε μέρα δίπλα του γινόταν και η ίδια πιο δυνατή. Η αγάπη και η φροντίδα του την έκαναν να νιώθει η πιο όμορφη και η πιο επιθυμητή γυναίκα στον κόσμο.

Το μόνο που την προβλημάτιζε λιγάκι, και ίσως άδικα, ήταν ότι ο Τρόι δε μιλούσε ποτέ για το μέλλον. Της έλεγε, βέβαια, ξανά και ξανά, ότι δεν ήθελε να τη χάσει ποτέ ξανά, αλλά δεν της είχε μιλήσει για κάτι πιο συγκεκριμένο, για ένα…κοινό μέλλον.
Η Σάρλοτ κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα που είχαν αγοράσει την προηγούμενη βδομάδα από ένα μαγαζί με αντίκες. Της θύμισε μια πολυθρόνα που είχε η μαμά της και ο Τρόι τής την αγόρασε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ίσως σκεφτόταν παράλογα. Δεν είναι υποχρεωτικό κάθε σχέση να καταλήγει σε γάμο. Τι μικροαστική αντίληψη ήταν αυτή… Απλώς να…είχε μεγαλώσει σε μια ευτυχισμένη οικογένεια, ήταν το παιδί δύο ερωτευμένων γονιών. Ο Τρόι δεν τα έχει ζήσει όλα αυτά, σκέφτηκε, και μπορεί να μην του περνάει καν από το μυαλό το να παντρευτούμε.


Ξεφύσησε δυνατά και πήρε ένα περιοδικό στα χέρια της. Ήταν στη φύση της γυναίκας η πλεονεξία; Είχε τα πάντα. Έναν άντρα που τη λάτρευε και ένα σπίτι γεμάτο θαλπωρή. Τι περισσότερο θα της πρόσφερε ένα δαχτυλίδι στο χέρι;

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Κορίτσια, ραφτείτε...

Κοριτσάκια μου,
Ο διαγωνισμός αυτοής της ιστορίας έχει το εξής θέμα:

Κοστούμι γαμπρού

Στείλτε τις επιλογές σας(φωτό) στο moonlady29gr@yahoo.gr μέχρι τις 14 Απριλίου και κερδίστε ένα μολύβι ματιών!

Φιλιάααααα

Κεφάλαιο 82-resolution (Που λέγαμε και στην Αγγλική Φιλολογία)

«Θες λίγο ακόμα;» τη ρώτησε ενώ μάζευε το κουτί. Η Σάρλοτ έγνεψε αρνητικά. Είχαν φάει ανταλλάζοντας  λίγες κουβέντες. Η Σάρλοτ είχε κάνει ένα γρήγορο ντους και ο Τρόι είχε βρει ευκαιρία να πεταχτεί σε ένα μίνι μάρκετ για να πάρει λίγο κρασί.
«Ο πατέρας μου πού είναι;» ρώτησε η Σάρλοτ τον Τρόι. Είχαν περάσει δύο ώρες και ακόμα να φανεί. Ήταν πια προφανές ότι όλο αυτό ήταν στημένο.
«Θες να τον πάρεις τηλέφωνο; Εμένα μου είπε ότι θα πάει σούπερ μάρκετ. Ίσως άργησε από διακριτικότητα» είπε εκείνος ενώ μάζευε τα ποτήρια.
«Εσύ πού θα…κοιμηθείς;» τον ρώτησε και ο Τρόι γύρισε προς το μέρος της με μια έκφραση απορίας στα μάτια.
«Έχω κλείσει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο περίπου 5 χιλιόμετρα από εδώ. Ελπίζω να μην πίστευες ότι σκόπευα να επιβάλω τόσο πολύ την παρουσία μου» είπε σχεδόν θιγμένος.
«Όχι, όχι, εντάξει» είπε ήρεμα η Σάρλοτ. «Αν θες μπορείς να μείνεις εδώ. Έχουμε ένα δωμάτιο άδειο. Ο πατέρας μου θα θυμώσει αν κοιμηθείς σε ξενοδοχείο» του είπε.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και δε μίλησε άλλο. Της γύρισε την πλάτη και άρχισε να ξεπλένει τα πιάτα και τα ποτήρια. Η Σάρλοτ χαμογέλασε πικρά. Ο Τρόι…Βρισκόταν στην κουζίνα της και έπλενε τα πιάτα σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Είχε πετάξει από την άλλη άκρη της χώρας για να τη δει. Γιατί καθόταν βιδωμένη στην καρέκλα της; Τι την εμπόδιζε από το να σηκωθεί και να τον αγκαλιάσει; Να σβήσει αυτή την αμφιβολία που είχε ποτίσει την ψυχή του;
«Τρόι» ψέλλισε αλλά εκείνος δεν γύρισε. Μάλλον δεν την είχε ακούσει. Το νερό έτρεχε ορμητικά από τη βρύση. Όπως έτρεχε μέσα της η αγάπη για τον Τρόι, σαν χείμαρρος και έπνιγε κάθε ζιζάνιο που είχε φυτρώσει στην καρδιά της. Σηκώθηκε αργά και τον αγκάλιασε από πίσω, ακουμπώντας το μάγουλό της στην πλάτη του. Εκείνος έκλεισε τη βρύση και έμεινε ακίνητος. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει.
«Τι είναι;» τη ρώτησε απαλά. Άκουγε το χαμόγελο στη φωνή του. «Δεν τα κάνω καλά;» την πείραξε. Η Σάρλοτ έκλεισε τα μάτια και τον έσφιξε ακόμα πιο δυνατά. Δεν μπορούσε να προσποιείται άλλο. Ούτε στον Τρόι, ούτε στον εαυτό της.
«Όλα καλά τα κάνεις» του απάντησε ήρεμα. Ο Τρόι γύρισε αργά προς το μέρος της και την αγκάλιασε. Τώρα είχε χώσει το πρόσωπό της στο στέρνο του και ανέπνεε το άρωμά του. Πόσο της είχε λείψει αυτό…
«Νόμιζα ότι είχα χάσει κάθε ελπίδα…» είπε εκείνος και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Η Σάρλοτ δάκρυσε. «Θα σε παρακαλούσα, θα έπεφτα στα πόδια σου, θα έκανα ό,τι χρειαζόταν, αγάπη μου» της έλεγε ανάμεσα στα φιλιά.
«Και τι θα κάνουμε τώρα, Τρόι; Τα διαλύσαμε όλα με τον εγωισμό μας; Υπάρχει κάτι…να σώσουμε; Πώς θα γεφυρώσουμε το χάσμα που μας χωρίζει; Την φυσική απόσταση;» ρώτησε η Σάρλοτ κοιτώντας τον τρομαγμένη. Ο Τρόι έκλεισε το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες του τρυφερά και ακούμπησε τη μύτη του στη δική της.
«Δεν υπάρχει καμία απόσταση. Εγώ κι εσύ είμαστε ένα. Ο,τι έγινε θα το ξεπεράσουμε. Όπως και θα ξεπεράσουμε κάθε εμπόδιο από εδώ και πέρα. Μαζί. Εγώ διατίθεμαι να προσπαθήσω. Εσύ;» την προκάλεσε. Η Σάρλοτ έγνεψε θετικά. «Όσο για την απόσταση, είναι πολύ μικρό το πρόβλημα. Μπορώ να μετακομίσω εδώ, μπορείς να μετακομίσεις στο Βερμόντ, μπορούμε να μένουμε έξι μήνες εδώ και έξι εκεί, μπορούμε να πάμε να μείνουμε στα Πυρηναία, στην Παταγονία ή στον Άρη. Αρκεί να είμαστε μαζί» της είπε.
«Πρέπει να μιλήσω με τον πατέρα μου. Αν δε με θέλει εδώ…» είπε η Σάρλοτ ντροπαλά και ο Τρόι την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Το ήξερα ότι αγαπάς το ράντσο!» είπε θριαμβευτικά.
«Για τον Νοέλ θα γυρίσω» του είπε και τον τσίμπησε.
«Τα παιδιά θα ενθουσιαστούν. Μου κρατάνε όλοι μούτρα!» της είπε και τη σήκωσε ψηλά. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο πατέρας της στο σπίτι.
«Επ! Τι γίνεται εδώ; Μη μου πείτε ότι τρέχει κάτι μεταξύ σας…!» είπε χιουμοριστικά εκείνος και γέλασαν και οι τρεις.
«Λούκας, πόσο καιρό θέλεις μέχρι να πάρεις σύνταξη;» ρώτησε ο Τρόι.
«Δεν ξέρω. Κάπου δύο χρόνια» είπε σκεπτικός.
«Λοιπόν…» είπε ο Τρόι. «Εμείς λέμε να γυρίσουμε στο Βερμόντ. Θα ερχόμαστε όμως συχνά να σε βλέπουμε και να σε βοηθάμε. Αρκεί να μας υποσχεθείς ότι σε δύο χρόνια θα έρθεις κι εσύ κοντά μας» είπε σοβαρά.
Ο Λούκας γύρισε και κοίταξε την Σάρλοτ για μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς να μιλάει.
«Εσύ τι θέλεις;» τη ρώτησε τελικά.
«Να είμαι μαζί του» απάντησε λακωνικά η Σάρλοτ και ο πατέρας της την αγκάλιασε δακρυσμένος.
«Τότε να πας μαζί του» είπε ο πατέρας της και έσφιξε το χέρι του Τρόι. «Κι εσύ, νεαρέ» του είπε αυστηρά «να αγαπάς την κόρη μου και να την φροντίζεις» του είπε.
«Μην ανησυχείς, Λούκας» τον διαβεβαίωσε ο Τρόι.
«Μικρή μου» είπε ο Τρόι στη Σάρλοτ «εγώ λέω να σας αφήσω λιγάκι να τα πείτε. Θα σε δω αύριο το πρωί» είπε αλλά εκείνη αντέδρασε.
«Τρόι, μη φύγεις ακόμα» του είπε αν και ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι. «Κοιμήσου εδώ, στον ξενώνα. Πάρε το ξενοδοχείο και ακύρωσε την κράτηση».

Ο Τρόι τελικά ξάπλωσε στον ξενώνα, αλλά μετά από λίγο, όταν ο πατέρας της κοιμόταν πια βαθιά, τρύπωσε στο δωμάτιο της Σάρλοτ. Εκεί, την πήρε αγκαλιά και κοιμήθηκαν τον πιο γλυκό ύπνο που είχαν κοιμηθεί και οι δύο εδώ και πολλές, πολλές νύχτες…


Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 81-η αγάπη άργησε μια μέρα

«Τι…τι κάνεις εσύ εδώ;» ψέλλισε αδύναμα η Σάρλοτ, κοιτώντας τον παγωμένη σαν άγαλμα να περιφέρεται στην κουζίνα της και να ανοιγοκλείνει ντουλάπια.
Ο Τρόι τελικά έκλεισε το ντουλάπι πάνω από το νεροχύτη αφού έβγαλε δύο φλιτζάνια. Την πλησίασε αργά και την αιφνιδίασε με ένα απαλό φιλί στο κεφάλι.
«Έχω φτιάξει καφέ. Θέλεις; Έχω παραγγείλει και πίτσα. Πεινάς;» τη ρώτησε ανάλαφρα, λες και μιλούσε στον Μπομπ.
«Πίτσα;» επανέλαβε σαν χαζή η Σάρλοτ, ανίκανη να συνειδητοποιήσει αν ο Τρόι ήταν όντως εκεί ή αν έκανε προβολή των φαντασιώσεών της. «Ποιος σου άνοιξε;».
«Ο πατέρας σου φυσικά! Τι περίμενες; Να μπω με τη βία; Όχι ότι δεν το σκέφτηκα» χαμογέλασε ο Τρόι. Η Σάρλοτ παρέμεινε ακίνητη στη θέση της ενώ ο Τρόι συνέχισε να κυκλοφορεί στην κουζίνα λες και ήταν στο σπίτι του. «Ο Λούκας πήγε να αγοράσει κάτι από το σούπερ μάρκετ. Θα γυρίσει σε καμιά ώρα» συμπλήρωσε.
«Τελικά θες καφέ;» τη ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση γέμισε δύο φλιτζάνια με αρωματικό καφέ φίλτρου και πρόσθεσε γάλα στον δικό της. Όπως ακριβώς τον έπινε.
«Τρόι, τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε. «Γιατί ήρθες;»
«Δεν απαντούσες στα τηλεφωνήματά μου, δεν απάντησες στον Νοέλ. Τι ήθελες να κάνω;» είπε και σήκωσε τους ώμους. Η Σάρλοτ παρατήρησε ότι είχε αδυνατίσει λιγάκι, αν και τα ρούχα που φορούσε έκρυβαν καλά το πρόβλημα. Δεν τον είχε ξαναδεί ντυμένο με φαρδύ στρατιωτικό σορτς και μακό μπλουζάκι. Ήταν και ξυπόλητος. Ο Τρόι δεν πατούσε ποτέ ξυπόλητος. Μάλλον τον είχε καταβάλει ο καύσωνας. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Και αν έκρινε καλά από τους μαύρους κύκλους, θα έπρεπε να μην είχε κοιμηθεί καλά στην πτήση.
«Μήπως να με ενημέρωνες πρώτα ότι έρχεσαι; Μπορεί και να μην ήθελα να σε δω» του είπε και κάθισε σε μια καρέκλα αποκαμωμένη. Ο Τρόι έκατσε απέναντί της και ήπιε λίγο από τον καφέ του.
«Δεν ήθελες;» τη ρώτησε και μέσα στα γαλάζια μάτια του είδε την αγωνία. Αλλά δεν του απάντησε. Τουλάχιστον όχι μέχρι να καταλάβει το σκοπό της επίσκεψης.
«Τρόι, νόμιζα ότι ξεκαθάρισα τη θέση μου όταν έφυγα. Η ζωή μου πια είναι εδώ. Δίπλα στον πατέρα μου» του είπε δυναμικά.
«Λείπεις δύο μήνες από το ράντσο. Περίμενα ότι θα έχεις ηρεμήσει πια και ότι θα σου…λείπουμε» της είπε εκείνος ήρεμα, διερευνητικά. «Είσαι σίγουρη ότι σε χρειάζεται ο πατέρας σου. Μήπως όλο αυτό είναι ένα πρόσχημα για να μείνεις εδώ;».
«Και γιατί να μη θέλω να μείνω εδώ; Έχω μια δουλειά και ένα σπίτι εδώ» του είπε και ανασήκωσε τη μύτη της προκλητικά.
«Και στο Βερμόντ έχεις δουλειά και σπίτι. Το σπίτι μας, Σάρλοτ» της είπε και η παλάμη του σκέπασε τη δική της πάνω στο τραπέζι. Η Σάρλοτ μέτρησε αργά μέχρι το τρία και προσπάθησε να μην δακρύσει. Είχε τον τρόπο πάντα να την κάνει ό,τι ήθελε.
«Σπίτι μας, Τρόι; Από πού κι ως πού;» τον ρώτησε.
«Εσύ το έκανες σπίτι, Σάρλοτ. Εσύ μπήκες μέσα και το έκανες σπίτι. Εσύ έβαλες αυτό το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο, εσύ γέμισες τα ντουλάπια με κοριτσίστικα λουλουδάτα ποτήρια που ντρέπομαι να χρησιμοποιήσω, εσύ εξαφάνισες τα μαξιλάρια του καναπέ και έβαλες αυτά τα χνουδωτά που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν τα είχα ανακαλύψει πρώτος. Εσύ τα έκανες όλα αυτά. Και δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάπου μέσα σου δεν αγαπάς το σπίτι μας. Ότι δε θες να γυρίσεις, ότι δεν το νιώθεις δικό σου. Εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να ζήσω εκεί μέσα χωρίς εσένα…» την αποτελείωσε.
«Όπως αποδείχτηκε, Τρόι, μπορείς να με κοροϊδέψεις και να μου αποκρύψεις την αλήθεια πολύ εύκολα» του είπε πικρά. «Πού ξέρω ότι δεν είναι και αυτό μια προσωρινή κρίση τρυφερότητας; Δεν μπορεί να μου ζητάς να τα παρατήσω όλα για να γυρίσω σε έναν εγωιστή άνθρωπο που απλώς έχασε τη βολή του…».
«Εγωιστή;» είπε εκείνος και τέντωσε τα χέρια του προς το μέρος της. Ακούμπησε τις παλάμες του στους ώμους της βαριά. «Πώς μπορείς και με λες εγωιστή; Έκανα τόσα χιλιόμετρα για τη μία πιθανότητα στις χίλιες να μου πεις ναι και να φύγουμε από εδώ μαζί. Κάθομαι εδώ, απέναντί σου, και σχεδόν δε σε ακουμπάω για να μην σε τρομάξω, ενώ το μόνο που θέλω είναι να σε φιλήσω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να μη σε αφήσω να φύγεις ποτέ. Είμαι εδώ και σου προτείνω να γυρίσεις στο σπίτι μας, αλλά ακόμα και…» είπε και άφησε τα χέρια του να πέσουν. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και ξεφύσησε. «Το ράντσο πάει καλά και χωρίς εμένα» την κοίταξε. «Σου το είχα πει και στο τηλέφωνο, αλλά ίσως από κοντά έχει άλλον αντίκτυπο. Αν θες…μπορώ να μείνω εγώ εδώ. Θα ταξιδεύω μία φορά στους δύο μήνες εκεί να βλέπω λίγο τι γίνεται, αλλά κάτι θα βρω να κάνω κι εδώ. Λεφτά έχω, μπορώ να…»
«Δε χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο για μένα» τον διέκοψε η Σάρλοτ και ο Τρόι συννέφιασε. Το κατάλαβε ότι τον είχε θίξει. «Είσαι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη γη σου. Δε γίνεται να ζήσεις μακριά της. Καμία γυναίκα που σε αγαπάει δε θα το δεχόταν αυτό» του είπε και μετά έκλεισε τα μάτια. Τι είχε πει; Του είχε δώσει την καλύτερη πάσα.
«Κι εσύ; Είσαι μία από αυτές;» τη ρώτησε γεμάτος ελπίδα.

Η Σάρλοτ κατέβασε τα μάτια και κοίταξε τα χέρια της. Δεν ήξερε τι να του πει. ‘Ο,τι και να έλεγε θα ήταν λάθος.
«Η αγάπη, Τρόι, είναι μια πολύ ωραία δικαιολογία για να κάνεις κάποιον να υποφέρει» του είπε και τον κοίταξε. Έδειχνε ταραγμένος, αλλά προσπαθούσε να συγκρατηθεί. «Το θέμα δεν είναι η αγάπη μόνο, αλλά και ο σεβασμός, η αλληλοεκτίμηση, η εμπιστοσύνη» του είπε τελικά, τονίζοντας ειδικά την τελευταία λέξη.
«Δεν είχα το δικαίωμα να σου το πω εφόσον ο πατέρας σου δεν ήθελε, διάολε!» της είπε και σηκώθηκε πάνω. Η Σάρλοτ τον είδε να περπατάει νευρικά πάνω κάτω και μετά τον ακολούθησε στο σαλόνι. «Προσπάθησα να τον λογικέψω, τον παρακάλεσα να σου μιλήσει. Πρότεινα να δώσω χρήματα. Τα έκανα όλα! Τι άλλο έπρεπε να κάνω; Γιατί τιμωρούμαι εγώ χωρίς να φταίω;»
«Γιατί εσύ με έδιωξες!» φώναξε τελικά και εκείνη. Ο Τρόι σοκαρίστηκε με την αντίδρασή της αλλά το έκρυψε αμέσως. «Είχαμε πει να τα λέμε όλα μεταξύ μας και εσύ μου το έκρυψες κάτι τόσο μεγάλο και μετά με έστειλες πακέτο στο λάκκο των λεόντων!».
«Στον πατέρα σου!» τη διόρθωσε.
«Αν το ήξερα πιο νωρίς…»
«Τι θα έκανες; Θα τον έσωζες από μια χρεοκοπία που έχει ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια;» θύμωσε εκείνος. «Ο πατέρας σου έκανε τα πάντα για να σου κρύψει την αλήθεια. Ακόμα και να σε στείλει μακριά του».
«Κι εσύ με έστειλες μακριά σου» τον κατηγόρησε.

«Γιατί δεν επικοινωνούμε;» είπε εκείνος και την έπιασε από τον καρπό δυνατά την ώρα που η Σάρλοτ έφευγε εκνευρισμένη από το δωμάτιο. «Εγώ σε αγαπώ και ελπίζω να με αγαπάς κι εσύ» της είπε, αλλά η Σάρλοτ συνέχισε να προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από το δυνατό του κράτημα. «Με κάθε όρο, ό,τι χρειαστεί, είμαι εδώ και θέλω να είμαστε μαζί. Θες να γυρίσεις, καλώς. Θες να μείνουμε εδώ, καλώς. Δε με νοιάζει. Αρκεί να είμαστε μαζί. Κατάλαβες; Και να σου πω και κάτι άλλο; Χέστηκα για το ράντσο. Χέστηκα για το σπίτι. Χέστηκα για τα λεφτά μου και τα δικά σου. Εσύ είσαι το σπίτι μου. Όπου είσαι εσύ είμαι κι εγώ. Τέλος».

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 80-Καλό ΣΚ

Η Σάρλοτ κατέβηκε τους δεκατρείς ορόφους μέχρι το ισόγειο με τις σκάλες. Βαριόταν να περιμένει το ασανσέρ και αποφάσισε ότι λίγη άσκηση θα της έκανε καλό. Είχε μισή ώρα στη διάθεσή της για να ξεκουραστεί λιγάκι και να τσιμπήσει κάτι για μεσημεριανό. Κάθε μέρα τα ίδια. Είχε βαρεθεί. Οι ρυθμοί της πόλης την κούραζαν πολύ τελικά.

Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ένα όμορφο ρολόι με διαμαντένιο καντράν. Ευτυχώς της είχαν μείνει και κάτι τέτοια για να θυμάται τα πάλαι ποτέ πλούτη της. Η ώρα ήταν δύο και τέσσερα λεπτά. Σε ένα λεπτό θα έμπαινε στο ντέλι όπου πήγαινε κάθε μέρα, θα καθόταν στο γωνιακό τραπεζάκι μακριά από το παράθυρο και θα έτρωγε το μεσημεριανό της χαζεύοντας κάποιο περιοδικό. Παρήγγειλε ένα σάντουιτς με προσούτο και τυρί-κρέμα. Κάθε μέρα δοκίμαζε κάτι καινούργιο. Την κούραζε τόσο αυτή η ρουτίνα, που χρειαζόταν έστω και την ελάχιστη δόση έκπληξης.

Ξετύλιξε το σελοφάν και έφαγε την πρώτη μπουκιά. Άνοιξε το περιοδικό και χάζεψε. Παπούτσια, ρούχα, καλλυντικά. Αλλά δεν της τράβηξε τίποτα την προσοχή. Θα περίμενε κανείς να υποφέρει από κάποιο σύνδρομο στέρησης αλλά δεν ήταν αυτό που της έλειπε από τη ζωή της. Έψαξε στην τσάντα της για το κινητό της και το χέρι της έπιασε το φάκελο που την είχαν στείλει οι φίλοι της από το ράντσο. Τον είχε πάντα μαζί της εδώ και μία βδομάδα που τον είχε ανοίξει. Διάβαζε ξανά και ξανά τα γράμματα και κάθε φορά τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα. Ειδικά…με το γράμμα του Νοέλ. Ακόμα δεν πίστευε αυτό που είχε διαβάσει. Της είχε πει ότι θα έρθει στο Σαν Φρανσίσκο για εκείνη; Ήταν δυνατό να έγραψε κάτι τέτοιο; Αν το εννοούσε, ήταν μια κίνηση που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ήταν μια κίνηση που έδειχνε ότι ήταν έτοιμος να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια για εκείνη. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι το μπαλάκι ήταν στο γήπεδό της και δεν είχε ιδέα πώς να κάνει σερβις και φυσικά αν ήθελε να παίξει.

Άφησε πουρμπουάρ σε ένα μικρό δοχείο για τους υπαλλήλους του ντέλι και βγήκε από το μαγαζί στις 2:27. Περπάτησε με γρήγορο ρυθμό προς το γραφείο της. Ήταν η τελευταία βδομάδα που δούλευε εκεί. Την άλλη βδομάδα θα ερχόταν η εταιρεία μετακομίσεων να πάρει τα έπιπλα και έληγε και το μισθωτήριο. Θα μεταφερόταν στο γραφείο του πατέρα της για να τον βοηθήσει με την εφημερίδα, αν και εκείνος έδειχνε να τα έχει όλα υπό έλεγχο. Ξεφύσηξε με ανυπομονησία, περιμένοντας το ασανσέρ. Τελικά εκείνο ήρθε, μπήκε μέσα και πάτησε το νούμερο 13. Χαμογέλασε. Ήταν δυνατόν; Πρώτη φορά παρατηρούσε ότι τα γραφεία τους ήταν σε ένα τόσο…γκαντέμικο όροφο. Φαντάσου πόσο απασχολημένη ήταν με τα προσωπικά της που δεν είχε δώσει σημασία.

Κάθισε στο γραφείο της και άρχισε να τηλεφωνεί σε διάφορους πρώην πελάτες γιατί υπήρχαν κάτι μικρές εκκρεμότητες ώσπου ξαφνικά κοίταξε ξανά το ρολόι της και σοκαρίστηκε. Η ώρα ήταν ήδη εξίμισι και η γραμματέας της είχε φύγει. Πότε είχε γίνει αυτό; Θυμόταν να της γνέφει φευγαλέα, αλλά δε θυμόταν να την αποχαιρέτισε κανονικά. Μα πού ήταν το μυαλό της;

Στις οκτώ ακριβώς έβαλε τα κλειδιά της στην κλειδαριά του σπιτιού της και γύρισε το κλειδί. Άνοιξε την πόρτα και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη που βρισκόταν μπροστά της. Φορούσε ένα σκούρο μπορντό ψηλόμεσο παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της την έκαναν να δείχνει ακόμα πιο ψηλή. Ήταν κουρασμένη, αλλά ήταν όμορφη. Αλλά τι να το κάνεις…


Ακούμπησε την τσάντα της σε μια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Μόνη. Πολύ μόνη. Και εκεί βρήκε τον Τρόι να φτιάχνει καφέ. Σαν στο σπίτι του.  

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 79-σου γράφω ένα γράμμα...όχι πως θέλω να στο δώσω...



Αναγνώρισε το φάκελο με το που τον είδε πάνω στο γραφείο της. Είχε πάει λίγο πιο αργά στη δουλειά γιατί έπρεπε να περάσει από το λογιστή της και να αφήσει κάτι έγγραφα. Ο ταχυδρόμος είχε περάσει και είχε αφήσει ένα σωρό φάκελους πάνω στο γραφείο της, αλλά εκείνος ο συγκεκριμένος έκανε την καρδιά της να αναπηδήσει.

Λίγο πριν φύγει από το ράντσο είχε επιμείνει να φτιάξει ο Τρόι ένα ωραίο λογότυπο για τις επιχειρήσεις του και εκείνος είχε δεχτεί, αν και με δυσκολία. Στην αρχή της είχε πει ότι ένα ράντσο δεν είχε ανάγκη από λογότυπο και άλλα τέτοια, αλλά όταν η Σάρλοτ τού είπε ότι οι επιχειρήσεις του δεν είναι μόνο το ράντσο και ότι πρέπει όχι μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται επαγγελματίας, τελικά συναίνεσε και πήγαν μαζί σε έναν γραφίστα. Μια συστάδα από δέντρα και το όνομα Ουενς γραμμένο καλλιγραφικά ήταν το σχέδιο στο οποίο είχαν καταλήξει. Απλό, όμορφο και συμβολικό. Και τώρα το έβλεπε μπροστά της. Στην πάνω δεξιά γωνία ενός λευκού φάκελου Α5. Χαμογέλασε και χάιδεψε το χαρτί απαλά. Μάλλον είχε φτιάξει φακέλους και επιστολόγραφα με το λογότυπό του. Και το αποτέλεσμα ήταν άψογο. Το χαρτί του φακέλου ήταν στιλπνό. Είχε καλό γούστο ο Τρόι. Ήταν λίγο δυσκίνητος, αλλά είχε καλό γούστο.

Άνοιξε το φάκελο αργά, προσπαθώντας να μην τον σκίσει καθόλου. Αναρωτιόταν τι θα έβρισκε μέσα. Ίσως της είχε γράψει κάτι. Ίσως της έλεγε να γυρίσει κοντά του. Αλλά πάλι…δεν της φαινόταν πολύ πιθανό. Ο Τρόι δεν ήταν έτσι. Δεν υπήρχε περίπτωση να την παρακαλούσε. Όχι ότι το ήθελε κιόλας. Το αντίθετο. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον ξεχάσει. Μια ήρεμη σχέση με έναν απλό άνθρωπο. Αυτό χρειαζόταν. Όχι συναισθηματικό τρενάκι του τρόμου.

Μέσα στον φάκελο βρήκε μικρότερους φακέλους, Άνοιξε τον πρώτο ανυπόμονα και άρχισε να διαβάζει.

Αγαπητό μου παιδί,

Ελπίζω να είσαι καλά. Εμείς εδώ έχουμε μπλέξει, γιατί αγοράσαμε μια παρτίδα βοοειδή και δεν μπορούν με τίποτα να συνηθίσουν στο ράντσο. Και οι αγελάδες (θυμάσαι την μαύρη που δεν καθόταν ποτέ να την αρμέξεις και εσύ ερχόσουν σε μένα γεμάτη παράπονο;) δε λένε να συνηθίσουν την καινούργια τροφή τους. Ο κτηνίατρος λέει να αλλάξουμε πάλι αλλά ο Τρόι έχει αγοράσει έναν τόνο και λέει ότι αν προτιμάει να φάει εκείνος έναν τόνο ζωοτροφή παρά να αλλάξει πάλι.
Ο γιος μας είναι στο ράντσο αυτή τη βδομάδα. Πήγε πολύ καλά στις εξετάσεις του. Στενοχωρήθηκε που δε σε βρήκε εδώ. Του έδωσα το τηλέφωνό σου. Ελπίζω να μην σε πειράζει! Θέλει, λέει, να τα πείτε για τα μαθήματα του επόμενου εξαμήνου! Να του πεις να διαβάζει και να μην ξενυχτάει!

Σε χαιρετώ αλλά δε σε αποχαιρετώ.
Σε αγαπάμε πολύ,
Τζόναθαν




Σκούπισε τα δάκρυά της και συνέχισε στο επόμενο γράμμα. Ποιος το είχε σκεφτεί όλο αυτό; Ήταν τόσο επίπονο…

Αγαπητή Σάρλοτ,

Τι κάνεις; Πώς περνάς; Εμείς εδώ έχουμε πολύ ωραίο καιρό, αλλά δυστυχώς έχουμε πολλή δουλειά και δεν τον απολαμβάνουμε.
Η Λουίζα με έχει τρελάνει. Είπαμε να παντρευτούμε τον Ιανουάριο και εκεί που είχαμε διαλέξει εκκλησία και χώρο για τη δεξίωση, της κόλλησε στο μυαλό να παντρευτούμε του Αγίου Βαλεντίνου. Μου είπε ότι της είχες πει εσύ κάποτε ότι θα σου άρεσε κι εσένα ένας γάμος εκείνη τη μέρα. Θα σε σκοτώσω όταν σε δω! Ελπίζω να σε δω, δηλαδή. Αλλά μετά θα σε σκοτώσω!

Να περνάς καλά,
Μπομπ


Το επόμενο γράμμα ήταν γραμμένο με τόσο πυκνά γράμματα που δυσκολεύτηκε να το διαβάσει. Αλλά δε μετάνιωσε που προσπάθησε,

Αγαπητή μου Σάρλοτ,

Ελπίζω να περνάς καλά και να μη στενοχωριέσαι. Ο Τρόι μάς εξήγησε λίγα πράγματα για το τι συνέβη. Φυσικά, μη φανταστείς ότι το έκανε με ευκολία. Τον αναγκάσαμε. Του είπαμε ότι θα σε πάρουμε τηλέφωνο και επειδή μάλλον φοβήθηκε ότι θα σε αναστατώσουμε, μας είπε για τις δυσκολίες που περνάς. Όλοι εδώ προσευχόμαστε να είσαι καλά και δυνατή για να μπορέσεις να βοηθήσεις τον πατέρα σου. Αν χρειαστείς κάτι, τώρα ή στο μέλλον, και μιλώ εξ ονόματος όλων, θα χαρούμε πολύ να σε βοηθήσουμε.

Με πολλή αγάπη,
Καρίμ


Το προτελευταίο γράμμα. Η Σάρλοτ έσκισε το μικρό φάκελο. Ήταν από την Ιλέιν.

Κορίτσι μου,

Πώς περνάς; Έχει ζέστη εκεί πέρα; Είδα στο ίντερνετ ότι έχετε καύσωνα. Να φοράς αντηλιακό. Θυμάσαι πώς κοκκινίζεις! Θα γεμίσεις φακίδες!
Εμείς εδώ είμαστε καλά. Έχουμε και τον Μάικ εδώ. Σου τα είπε ο Τζόναθαν; Η Μαρίσια και η Ελοϊσια γέννησαν και έτσι τώρα έχουμε δύο μωρά μοσχαράκια και τα ταΐζουμε με μπιμπερό. Χάνεις!
Δεν ξέρω τι έχει συμβεί με σένα και με τον Τρόι. Από τη συμπεριφορά του κρίνω ότι δεν είστε μαζί. Αλλά αν κάποτε θέλεις να γυρίσεις στα μέρη μας, έστω για επίσκεψη, το σπίτι μου είναι ανοιχτό για σένα.

Σε αγαπώ πολύ και μου λείπεις,
Ιλέιν

Ο τελευταίος φάκελος ήταν ίδιος με τους άλλους. Η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να βροντοχτυπά. Δεν μπορεί. Αυτός πρέπει να ήταν του Τρόι. Αλλά δεν ήξερε αν ήθελε να διαβάσει το γράμμα. Τελικά έσκισε το φάκελο. Και χαμογέλασε.

Αγαπητή Σάρλοτ,

Με έχεις αφήσει εδώ μόνο μου και είμαι πολύ λυπημένος. Δεν είναι ότι είμαι μόνος. Έχω παρέα. Απλώς…να…πώς να σου το πω; Εγώ εσένα θέλω. Να πάμε μια βόλτα στην εξοχή και να σταματήσουμε στη λίμνη που σου αρέσει τόσο πολύ.
Αν θες, μπορώ να έρθω κι εγώ εκεί. Δεν ξέρω αν θα μου αρέσει αμέσως, αλλά μου φτάνει να είμαι κοντά σου.  Αν θες να ξέρεις, δεν είναι σωστό να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει και μετά να φεύγεις. Σε συγχωρώ όμως. Αρκεί να γυρίσεις σύντομα.

Μου λείπεις,
Νοέλ.


Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 78-σκέψεις





Ποιος μπορεί να με κατηγορήσει; Ας έρθει να μου το πει εδώ μπροστά μου. Ποιος μπορεί να με κατηγορήσει για ανωριμότητα; Για επιπόλαιη συμπεριφορά; Κανείς δεν ξέρει πώς πονάω. Εγώ που κορόιδευα όλες αυτές τις γυναίκες που καίγονταν από τον καημό τους για κάποιον άντρα. Έλεγα από μέσα μου  «τις κακομοίρες, μάλλον δεν έχουν άλλους στόχους στη ζωή και έχουν κρεμαστεί πάνω σε έναν άντρα και τώρα έρχονται αντιμέτωπες με την ανεπάρκειά τους». Ποτέ δεν περίμενα ότι θα ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε όλες αυτές τις γυναίκες που κάθε βράδυ κλαίνε για κάποιον που αγαπάνε. Ποτέ δεν περίμενα ότι μπορούσα να αγαπήσω τόσο.

Αλλά δεν μπορώ να γυρίσω. Είμαι τόσο πληγωμένη που νιώθω ότι μια πέτρα έχει σφηνώσει ανάμεσα στα πνευμόνια μου και δεν μπορώ να αναπνεύσω. Τα έχω σκεφτεί όλα. Έχω καταλάβει ότι είμαι εγωίστρια, ίσως πιο πολύ από εκείνον. Αλλά δεν το αντέχω αυτό που έγινε. Πώς μπόρεσε; Η ντροπή που ένιωσα όταν μου είπε να φύγω νιώθω ότι θα με συντροφεύει σε όλη μου τη ζωή. Ποτέ κανείς δεν με είχε διώξει. Ποτέ κανείς δεν μου είχε μιλήσει άσχημα. Δεν του το έδειξα τότε, αλλά ένιωσα σαν σκουπίδι. Μπορεί να είχε δίκιο. Μπορεί και να τον μισούσα περισσότερο αν μου έκρυβε τελείως κάτι τέτοιο. Ο πατέρας μου ποιος ξέρει πότε θα με ενημέρωνε. Αλλά και αυτό που έκανε…

Μου λείπει. Δεν το αρνούμαι. Η καρδιά μου γυρνάει πάντα σε εκείνον και τις ευτυχισμένες, ανέμελες μέρες που πέρασα κοντά του. Αλλά το μυαλό μου είναι ένα χάος. Οι σκέψεις μου δεν έχουν ειρμό, τα λόγια και οι αντιδράσεις μου είναι πέραν κάθε ελέγχου. Τι μου συμβαίνει; Μήπως τρελαίνομαι; Νιώθω να με εγκαταλείπει η λογική. Το μόνο που με κρατάει κάπως σε εγρήγορση είναι η δουλειά. Εστιάζω εκεί. Δουλεύω σαν σκυλί. Για να μη σκέφτομαι. Αλλά σκέφτομαι.

Δεν υπολόγισε καθόλου όσα είχαμε πει μεταξύ μας για την ειλικρίνεια; Είχαμε συμφωνήσει να τα λέμε όλα μεταξύ μας. Μα πώς είναι δυνατόν να ήξερε κάτι τόσο γιγαντιαίο και να μην έλεγε τίποτα; Και τόσο καιρό…με κοιτούσε στα μάτια. Πώς μπορώ να εμπιστευτώ έναν άντρα που κρύβει τόσο πετυχημένα ένα τόσο σημαντικό γεγονός; Σήμερα είναι αυτό, αύριο τι; Ίσως μια παράλληλη σχέση; Αυτός ο άνθρωπος είναι ο σατανάς. Με κοιτάει και μου κόβονται τα πόδια. Μπορεί να με πείσει ότι ο ήλιος δύει στην ανατολή. Έχει τον πλήρη έλεγχο του μυαλού μου. Το μισώ αυτό που μου κάνει. Με ξεφτίλισε. Με έκανε να αμφιβάλω για όσα έχουμε ζήσει μαζί.

Δεν με νοιάζει που έχασα την περιουσία μου. Δεν με νοιάζει καθόλου που οι «φίλοι» μου εξαφανίστηκαν όταν μαθεύτηκε η οικονομική μας κατρακύλα. Δεν με νοιάζει που δεν μπορώ να αγοράσω πια ό,τι βλέπω στις λαμπερές βιτρίνες της Ανατολικής Ακτής. Αυτό που με νοιάζει είναι που έχασα τον αέρα μου. Τον αέρα να περπατάω και να ξέρω ότι δεν μπορεί και τίποτα να με βλάψει. Ξέρω ότι ήταν μια φούσκα, μια ουτοπία, αλλά έτσι ένιωθα. Τώρα νιώθω πολύ εκτεθειμένη, πολύ ευάλωτη.  Νιώθω ότι με λυπούνται. 



Αυτός. Αυτός είναι ο λόγος που δεν του απαντάω. Φοβάμαι ότι με λυπάται. Δεν τον αντέχω τον οίκτο. Μου φέρνει εμετό. Τώρα μπορεί να σκέφτεται ότι σέρνομαι στη φτώχια σαν τη Σταχτοπούτα και να νομίζει ότι είναι ο πρίγκιπας. Αλλά δεν είναι έτσι. Θέλω να με θέλει για αυτό που είμαι, όχι γι’ αυτό που έγινα. Είμαι ανώριμη; Μπορεί. Αλλά δε με νοιάζει. Έτσι νιώθω, και αυτό δεν αλλάζει. Αν υπάρχει κάποιος πιο ώριμος εκεί έξω, ας έρθει να μου κάνει μάθει για το πώς πρέπει να νιώθω. 

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

κεφάλαιο 77-Business woman. Sort of.




Εκείνη η Τρίτη ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για όλους στο γραφείο αλλά πιο πολύ για τη Σάρλοτ. Ήταν μέσα Ιουλίου, είχε εξωφρενική ζέστη και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι τουρίστες που έκαναν την έγκαιρη άφιξη στο γραφείο ένα όνειρο θερινής νυκτός. Είχε αργήσει περίπου μισή ώρα και για να διανύσει τα 300 μέτρα που τη χώριζαν από το σημείο όπου πάρκαρε το αμάξι μέχρι να μπει στο κτίριο όπου στεγαζόταν το γραφείο του πατέρα της ίδρωσε ολόκληρη.

Είχε καθίσει στον υπολογιστή της σχεδόν αμέσως και κοίταζε για 20 λεπτά ένα κενό έγγραφο. Είχε γυρίσει πριν από ενάμιση περίπου μήνα στο Σαν Φρανσίσκο και είχε βρει τις επιχειρήσεις του πατέρα της ένα χάος. Είχε πια μαθευτεί παντού ότι είχε πτωχεύσει και σήμερα έπρεπε να συντάξει ένα δελτίο τύπου για να ευχαριστήσει τους συνεργάτες και τους πελάτες που τους εμπιστεύτηκαν τόσα χρόνια. Μόνο που δεν ήξερε τι να γράψει. Ο,τι σκεφτόταν ήταν πολύ μελοδραματικό και ο πατέρας της της είχε δώσει εντολές να γράψει κάτι αποστασιοποιημένο. Εντωμεταξύ μια ομάδα λογιστών είχαν έρθει να ελέγξουν τα βιβλία τους λίγο πριν την τελική παύση λειτουργιών στα τέλη Αυγούστου. Ο πατέρας της είχε πια μεταφερθεί στο γραφείο του σε μια εφημερίδα που είχε από παλιά, η οποία πήγαινε αρκετά καλά για να τον συντηρεί άνετα, και δεν τον απασχολούσε πάνω από δέκα ώρες την ημέρα.

Η Σάρλοτ έγραψε κάτι και μετά το έσβησε. Δεν της άρεσε. Αλλά και πάλι…τι της άρεσε; Τον τελευταίο καιρό δεν έβρισκε χαρά σε τίποτα. Δεν έτρωγε, δεν έβγαινε και δούλευε πάνω από 12 ώρες κάθε μέρα. Είχε καταφέρει με αυτό τον τρόπο να μην σκέφτεται όσα είχαν συμβεί. Ο Τρόι στην αρχή την έπαιρνε καθημερινά, παρά τις εντολές που είχε δώσει στη γραμματέα να μη τη δίνει. Περίπου μια φορά ανά δέκα μέρες του απαντούσε, του ούρλιαζε να μην την ξαναενοχλήσει και του το έκλεινε. Ευτυχώς εδώ και περίπου έξι μέρες δεν της είχε τηλεφωνήσει και είχε ηρεμήσει κάπως. Το μόνο θέμα που εκκρεμούσε ήταν τα πράγματα που είχε αφήσει πίσω της. Έπρεπε να τηλεφωνήσει στην Ιλέιν και να της ζητήσει να κανονίσει την αποστολή τους αλλά ακόμα δεν είχε τη δύναμη να ακούσει κανέναν από το ράντσο. Ειδικά αυτή τη γυναίκα που της είχε φερθεί σαν μητέρα.

Όταν τελικά έγραψε τη μονοσέλιδη ανακοίνωση και την έστειλε σε δύο τρεις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε σε ένα μικρό μαγαζάκι στο διπλανό τετράγωνο, που είχε φρέσκα σάντουιτς και χυμούς από εξωτικά φρούτα. Έφαγε στα γρήγορα ένα σάντουιτς με χούμους και θαλασσινά και πήρε για το γραφείο ένα χυμό με μάνγκο και κεράσια. Ήξερε ότι δε θα τον πιει. Αλλά έστω και δύο γουλιές ίσως της έδιναν λίγη ενέργεια. Με ένα σάντουιτς δεν μπορούσε να κρατηθεί όλη μέρα, κι όμως αυτό έκανε κάθε μέρα.

Γύρισε στο σπίτι κατά τις εφτά το απόγευμα. Ο πατέρας της ήταν ήδη εκεί και διάβαζε εφημερίδα. Έδειχνε ήρεμος και κεφάτος.
«Κορίτσι μου, μαγείρεψα» της είπε και έδειξε τον φούρνο. Η Σάρλοτ άνοιξε και είδε ένα υπέροχο μοσχάρι κοκκινιστό.
«Δεν πεινάω, μπαμπά. Ίσως πάρω ένα τάπερ αύριο για το γραφείο» του είπε και τον φίλησε ανάλαφρα στο κεφάλι.
«Κορίτσι μου, γιατί δεν τρως ποτέ;» τη μάλωσε εκείνος. «Τι έχεις πάθει; Από τη μέρα που γύρισες είσαι σαν φάντασμα. Δε βγαίνεις, δε γελάς. Είσαι τόσο…θλιμμένη» της είπε και την κοίταξε.
«Είναι όλα αυτά…» του είπε και έδειξε αόριστα τριγύρω. «Είναι μεγάλη η αλλαγή».
«Καταλαβαίνω, κορίτσι μου. Είχες μάθει στην πολυτέλεια» είπε εκείνος και σκοτείνιασε.




«Μα τι λες, μπαμπά; Σου είπα ότι προτιμώ αυτό το σπίτι. Το άλλο ήταν πολύ μεγάλο!» του γέλασε καθησυχαστικά. «Άσε που τώρα που δεν έχουμε ακόμα λεφτά για προσωπικό, δεν μπορώ να φανταστώ πόση ώρα θα μου έπαιρνε να σφουγγαρίσω το άλλο σπίτι!».
«Πιστεύω ότι μέχρι τέλη του χρόνου η εφημερίδα θα πάει πολύ καλά» της είπε εκείνος. «Είναι ευτύχημα που δεν έχω χρέη».
«Ναι, όντως. Δεν είμαστε πάμπλουτοι πια, αλλά τουλάχιστον δε μας κυνηγάει κανείς» είπε ανακουφισμένη η Σάρλοτ και πήγε στο δωμάτιό της να βάλει πιτζάμες.

«Με πήρε ο Τρόι. Μου πρότεινε ένα φιλικό δάνειο αν χρειαστ…»
«Τι είπες;» είπε απότομα η Σάρλοτ βγαίνοντας τρέχοντας απ΄το δωμάτιό της. Ο πατέρας της την κοιτούσε διαπεραστικά.
«Είπα ότι μου πρότεινε ένα δάνειο» είπε ξανά αργά.
«Ούτε να το σκεφτείς!» είπε η Σάρλοτ προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. «Έχω λεφτά από το καταπίστευμα αν χρειάζεσαι» του είπε.
«Αυτά δεν θα τα αγγίξω ποτέ» της είπε αποφασιστικά ο πατέρας της.
«Και προτιμάς να πάρεις τα λεφτά ενός ξένου;»
«Ο Τρόι ξένος; Παιδί μου, τι έχει συμβεί; Ο Τρόι ακούγεται στενοχωρημένος κι εσύ είσαι κουρέλι. Έχετε…θέλω καιρό να ρωτήσω…εσείς οι δύο…»
«Μπαμπά, το κεφάλαιο ράντσο έχει τελειώσει για μένα. Θα προτιμούσα να μην αναφέρεις τον Τρόι μπροστά μου» είπε και επέστρεψε στο δωμάτιό της. Ο πατέρας της την ακολούθησε.
«Σε πείραξε, παιδί μου;» τη ρώτησε εκείνος τρομαγμένος και η Σάρλοτ γέλασε.
«Όχι, μπαμπά, δεν είναι αυτό» τον καθησύχασε.
«Ε τότε τι; Αν σου έκανε κάτι θα τον σκοτώσω. Τον έχω σαν γιο μου τον Τρόι. Σαν. Εσύ είσαι το παιδί μου. Αίμα μου. Θα τον σκοτώσω αν σου έκανε κάτι» της είπε και άπλωσε το ρυτιδιασμένο χέρι του για να τη χαϊδέψει. Η Σάρλοτ σκέφτηκε πόσο πολύ ήθελε να ακούσει κάποτε αυτά τα λόγια και πόσο λίγο την επηρέαζαν τώρα. Γιατί πια δεν τον ζήλευε. Τώρα πια ένιωθε μόνο ένα ασίγαστο μίσος. 
«Όχι, μπαμπά. Απλά είμαστε διαφορετικοί και η συγκατοίκησή μας ήταν εκρηκτική» του είπε και γέλασε. Ο πατέρας της πείστηκε κάπως και την άφησε μόνη στο δωμάτιό της. Η Σάρλοτ έβγαλε από την ντουλάπα τα ρούχα που θα φορούσε αύριο και σκέφτηκε ότι άλλη μια μέρα έφτανε σιγά σιγά στο τέλος της. Την έτρεμε αυτή την ώρα. Γιατί την ώρα που έπεφτε στο κρεβάτι οι περίφημες άμυνές της την εγκατέλειπαν. Και αναλάμβανε το υποσυνείδητό της. Τα όνειρά της…αυτά την τρόμαζαν πιο πολύ. Γιατί εκεί δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον Τρόι…