Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 76-στα δωσα όλα κι έμεινα στον άσο...(όχι το χωριό της Ελίζας).

«Έχω ζητήσει να μη με ενοχλείς, αν δεν κάνω λάθος» είπε η Σάρλοτ εκνευρισμένη, προσπαθώντας να μην ακουστεί από την γραμματέα του πατέρα της, η οποία καθόταν έξω απ΄το γραφείο της. Ένα τζάμι τη χώριζε μόνο από την νεαρή κοπέλα. Χοντρό μεν, αλλά τζάμι. Δεν ήθελε η προσωπική της ζωή, ή καλύτερα η έλλειψη αυτής, να γίνει θέμα συζήτησης. Όχι ότι η κοπέλα είχε δώσει σημάδια αναξιοπιστίας, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ουφ, μα πού έτρεχε το μυαλό της; Είχε κάτι πολύ πιο σοβαρό να αντιμετωπίσει.
«Έχει περάσει μία ολόκληρη βδομάδα» είπε εκείνος έξαλλος. «Δε με πήρες καν να μου πεις ότι έφτασες. Και με αποφεύγεις. Τι στο διάολο συμβαί…» είπε μέσα από σφιγμένα δόντια αλλά η Σάρλοτ τον διέκοψε. Έτρεμε ολόκληρη. Η φωνή του την έκανε πάντα να ριγεί, αλλά τώρα εκτός από πόθο της ξυπνούσε και κάτι άλλο. Θυμό. Καθαρό, γνήσιο θυμό.
«Τι θες, Τρόι; Καλά είμαι. Αν είχε πέσει το αεροπλάνο, θα το είχες μάθει υποθέτω» τον ειρωνεύτηκε και άκουσε την ανάσα του βαριά στο ακουστικό. Τον είχε εκνευρίσει, αλλά πραγματικά δεν την ένοιαζε. Ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες.
«Τι συμβαίνει;» επανέλαβε εκείνος και η Σάρλοτ σκέφτηκε τι να του απαντήσει.
«Με πήρες για να σπάσεις πλάκα; Ε;» ούρλιαξε ξαφνικά η Σάρλοτ, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της. Η κοπέλα απ’ έξω γύρισε και την κοίταξε και αμέσως μετά εξαφανίστηκε από το γραφείο της. Από διακριτικότητα μάλλον, σκέφτηκε η Σάρλοτ και ντράπηκε. «Δεν ξέρεις τι συμβαίνει;»
«Ξέρω, Σάρλοτ. Αλλά ρωτάω τι συμβαίνει με εσένα» είπε εκείνος λες και μιλούσε σε ηλίθια. «Πώς είσαι; Πώς πάνε τα πράγματα;».
«Τι θες να σου πω, Τρόι; Στο αεροδρόμιο με περίμενε ο πατέρας μου. Όχι ο σοφέρ μας. Και αντί για το σπίτι μας, με πήγε σε ένα ξενοδοχείο. Μένουμε εκεί μέχρι να βρει κάτι μικρότερο να αγοράσει. Έχει χρεοκοπήσει, Τρόι!» φώναξε και αμέσως μετά γέλασε πικρά. «Αλλά τι λέω; Εσύ το ξέρεις καλά. Γι’ αυτό και όλη αυτή η συνωμοσία με το ίντερνετ! Γι’ αυτό και με έδιωξες κακήν κακώς!» του είπε.
«Το ίντερνετ το έκλεισα για να προστατεύσω. Δεν ήθελα να δεις το όνομά σου να διασύρεται. Για σένα το έκανα» είπε εκείνος απολογητικά.
«Α ναι!» γέλασε ξανά η Σάρλοτ. «Πολύ καλή μέθοδος! Με κράτησες έξω από όλο αυτό αλλά όταν έληξε ο χρόνος μου, με έριξες στο λάκκο των λεόντων! Ψεύτη, υποκριτή!» του φώναξε και προσπάθησε με δυσκολία να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Είχε μία βδομάδα να τον ακούσει. Είχε ζητήσει από τη γραμματέα του πατέρα της να μην τη δίνει και είχε πει στον πατέρα της ότι είχαν μαλώσει και δεν ήθελε να του μιλήσει. Όταν τον άφησε στο αεροδρόμιο ένιωσε ότι άφησε πίσω της στην καρδιά της. Αλλά τα νέα του πατέρα της όταν την προϋπάντησε, της έκοψαν τα πόδια.

Όλα είχαν γίνει μέσα σε μερικούς μήνες. Μια αποτυχημένη επένδυση του πατέρα της, σε συνδυασμό με πολλές αποτυχημένες απόπειρες να ρεφάρει είχαν οδηγήσει τις επιχειρήσεις του σε αδιέξοδο. Ο πατέρας της της είχε πει ότι έβλεπε την καταιγίδα να έρχεται και γι αυτό την είχε στείλει στο ράντσο. Για να μη δει το πωλητήριο στο πατρικό της. Να μη δει τα πολυώροφα κτίρια όπου στεγάζονταν τα γραφεία του πατέρα της να ενοικιάζονται. Να μη δει τα ρούχα της και τα έπιπλά της να στιβάζονται σε νοικιασμένες αποθήκες. Όχι όμως ότι δε θα την έστελνε στο ράντσο και υπό κανονικές συνθήκες (της είχε ξεκαθαρίσει ότι πίστευε ότι μια θητεία δίπλα στον Τρόι ήταν γι’ αυτόν ισχυρό εχέγγυο), απλώς όχι για έξι μήνες. Και φυσικά δε θα πίεζε τον Τρόι να την κρατήσει κι άλλο εκεί. Η Σάρλοτ σε εκείνο το σημείο κατάλαβε τι ήταν αυτό που είχε κρυφακούσει. Προφανώς όμως ο Τρόι, παρόλο που τον παρακαλούσε ο ευεργέτης του δεν άντεχε άλλο εκεί την παρουσία της και την έδιωξε άρον άρον.

Ο πατέρας της είχε μείνει μόνο με μια μικρή επιχείρηση η οποία ήταν σχετικά κερδοφόρα, αλλά είχε αναγκαστεί να πουλήσει τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του, τις μετοχές και τα ακίνητά του για να μην αφήσει χρέη στην αγορά και τους υπαλλήλους του. Το σπίτι της, δεν υπήρχε πια. Το σπίτι όπου είχε ζήσει με την μητέρα της! Τώρα έμεναν σε μια μικρή σουίτα σε ένα όμορφο ξενοδοχείο. Αλλά όχι για πολύ. Είχαν βρει μια μεζονέτα έξω από την πόλη και σχεδίαζαν να μείνουν εκεί. Ο πατέρας της ήταν πολύ λυπημένος, αλλά τουλάχιστον ήταν πιο ξεκούραστος. Η αλήθεια ήταν ότι με μία μόνο επιχείρηση υπό τον έλεγχό του είχε πολύ λιγότερα πράγματα να κάνει. Μια ικανότατη γραμματέας, η βοήθεια της Σάρλοτ και άλλοι δυο τρεις υπάλληλοι ήταν υπεραρκετοί προς το παρόν.

Το σοκ που πέρασε όταν έμαθε τα νέα κόντεψε να την αφήσει στον τόπο. Με πικρία συνειδητοποίησε ότι μπορεί να είχε μάθει να ζει χωρίς πολλά χρήματα αλλά πάντα της έδινε απίστευτη σιγουριά και αυτοπεποίθηση η οικονομική της άνεση. Δεν είχε χαθεί βέβαια όλο αυτό. Το καταπίστευμα της μητέρας της ήταν αρκετό για να ζήσει άνετα, αλλά ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό να βάλει χέρι σε αυτά τα χρήματα. Τα είχε πάντα στην άκρη και σκόπευε να τα αξιοποιήσει στο ξενοδοχείο της. Προσφέρθηκε να τα δώσει στον πατέρα της αλλά εκείνος είχε γίνει έξαλλος. Ήταν πολύ ευαίσθητος με αυτό το θέμα και ένιωθε φοβερές ενοχές που είχε αποτύχει τόσο, αλλά η Σάρλοτ προσπαθούσε να του φτιάξει όσο μπορούσε το κέφι. Η προσπάθεια αυτή, μαζί με τη δική της συγκεκαλυμμένη απελπισία, της απορροφούσαν κάθε σταγόνα ενέργειας.
«Ψεύτης και υποκριτής γιατί;» άκουσε τον Τρόι να της λέει και θυμήθηκε ότι του μιλούσε. Τον τελευταίο καιρό έβρισκε τον εαυτό της να αφαιρείται εύκολα.
«Δεν ξέρεις;» τον προκάλεσε για να κερδίσει χρόνο. Είχε τόσα νεύρα που ήξερε ότι αν άνοιγε το στόμα της θα έχανε κάθε έλεγχο.
«Εγώ ξέρω ότι προσπάθησα να σε προστατεύσω. Να μη μάθεις τίποτα. Αλλά παρόλο που ο πατέρας σου ήθελε να μη μαθευτεί στα μέσα, ήταν θέμα χρόνου να σε έπαιρνε τηλέφωνο κάποιος καλοθελητής! Και συγγνώμη κιόλας, αλλά συνεχίζω να επιμένω ότι η θέση σου στις δύσκολες αυτές στιγμές είναι δίπλα στον πατέρα σου! Θα με μισούσες αν μάθαινες ότι το ήξερα και σε κράτησα μακριά του» της είπε και η Σάρλοτ του απέδωσε κάποιο δίκιο.
«Και τώρα σε μισώ» του πέταξε, αλλά ήξερε ότι έλεγε ψέματα.
«Δε με νοιάζει αν με μισείς, Σάρλοτ. Εγώ έκανα αυτό που έκρινα σωστό. Καταλαβαίνω ότι θέλεις χρόνο να ηρεμήσεις, αλλά να ξέρεις ότι αν χρειαστ….».
«Ευχαριστώ, Τρόι. Καλημέρα» τον διέκοψε και ακούμπησε με ορμή το ακουστικό στη βάση του.

Και μετά έβαλε τα κλάματα με την ησυχία της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου