Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 73-νομίζατε ότι τελειώσαμε; μπου χαχαχα

«Κοριτσάκι, σου έφερα ένα δωράκι!» είπε ο Τρόι μερικές μέρες μετά, και ακούμπησε στο κρεβάτι ένα ορθογώνιο τυλιγμένο δέμα.  Η Σάρλοτ ήταν ξαπλωμένη απολαυστικά στο κρεβάτι του και ο Τρόι είχε σηκωθεί πριν από μερικά λεπτά για να φέρει κάτι να τσιμπήσουν για πρωινό. Σήμερα ήταν Σάββατο και ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι. Το ράντσο είχε πολλές δουλειές την βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει και χρειάζονταν απεγνωσμένα δύο μέρες ξεκούραση.
«Μα τι είναι αυτό; Πάλι δώρο;» τον ρώτησε η Σάρλοτ και κοκκίνισε. Ο Τρόι ακούμπησε ένα δίσκο με καφέ και κρουασάν δίπλα της. «Είναι πέντε μέρες που…» κόμπιασε η Σάρλοτ, χωρίς να ξέρει πώς ακριβώς να θέσει την καινούργια κατάσταση μεταξύ τους «και με έχεις γεμίσει δώρα» γέλασε.
«Δε θα το ανοίξεις;» ρώτησε εκείνος και τη φίλησε στο κεφάλι τρυφερά. Η Σάρλοτ τού χαμογέλασε ντροπαλά. Ήταν πολύ ευτυχισμένη και δυστυχώς ό,τι απόφαση είχε πάρει ότι δε θα αφεθεί ξανά είχε εξανεμιστεί με το πρώτο του φιλί. Δεν είχαν συζητήσει τίποτα βέβαια για το μέλλον τους αλλά δεν αγχωνόταν. Ήταν σίγουρη ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς.
«Σάρλοτ!» τη μάλωσε εκείνος μαλακά. «Γιατί δεν ανοίγεις το δώρο; Γιατί με κοιτάς έτσι;» γέλασε.
«Σε κοιτάω γιατί είσαι κούκλος, Τρόι. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό» είπε με απίστευτη φυσικότητα η Σάρλοτ και γέλασε. Μετά έσκισε το περιτύλιγμα και αντίκρισε ένα ορθογώνιο λευκό κουτί παπουτσιών με το όνομα ενός γνωστού Ιταλού σχεδιαστή πάνω. Τον κοίταξε με κομμένη την ανάσα. Εκείνος χαμογελούσε.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε και χάιδεψε το κουτί.
«Δε θα το ανοίξεις;» την παρότρυνε εκείνος απαλά και η Σάρλοτ άνοιξε το κουτί με μια ανυπόμονη κίνηση. Έβγαλε από μέσα ένα ζευγάρι εντυπωσιακά πέδιλα και έμεινε για λίγο αμίλητη. Ήταν σε ένα υπέροχο πράσινο σμαραγδί, λεπτά, φίνα, με φτέρνα τόσο περίτεχνη που θύμισε φτέρωμα παγωνιού. Ήταν ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε δει σε παπούτσι τους τελευταίους μήνες. Ήταν τέλεια!
«Το έχουν και σε κίτρινο, αλλά μου άρεσε αυτό!» της είπε εκείνος, φανερά αμήχανος από τη σιωπή της. Η Σάρλοτ σηκώθηκε και τον αγκάλιασε σφικτά.
«Τρόι μου, είναι τέλεια! Τα πιο ωραία παπούτσια του κόσμου! Μα πώς τα βρήκες; Θα κόστισαν μια περιουσία!» του είπε και αμέσως γέλασε με αυτό που είχε πει. «Είδες; Αλλοτριώθηκα τελείως σε αυτό το ράντσο!».
«Μη σε νοιάζει πόσο κάνουν. Σου αρέσουν; Αυτό με νοιάζει» είπε εκείνος δυναμικά.
«Πώς γίνεται να μη μου αρέσουν;» τον φίλησε ξανά και ξανά, χοροπηδώντας στο κρεβάτι. «Αλλά πώς τα βρήκες; Τα παρήγγειλες;» ρώτησε εκείνη ενώ τα δοκίμαζε.
«Τα έφεραν σήμερα με ειδική παράδοση από Νέα Υόρκη. Τα παρήγγειλα χθες το πρωί. Κάπου τα πήρε το μάτι μου» είπε αδιάφορα.
«Ναι, αλλά πώς;» ρώτησε παραξενεμένη η Σάρλοτ. «Αφού μας έχει κοπεί το ίντερνετ εδώ και μία βδομάδα».
«Ε… έχει πρόβλημα η σύνδεση στο σπίτι, αλλά εγώ μπήκα από το κινητό μου» είπε εκείνος και μετά άλλαξε θέμα. «Είναι καλοκαιρινά. Σου αρέσει το πράσινο;».
«Μου αρέσει, ναι!» του είπε και κούμπωσε το λεπτό λουράκι. Ο Τρόι σφύριξε επιδοκιμαστικά. «Θα τα φορέσω πολύ το καλοκαίρι» του είπε και μετά σώπασε. Γύρισε και τον κοίταξε και κατάλαβε ότι το ρεύμα που διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της και την έκανε να χάσει τα λόγια της, είχε αγγίξει και εκείνον. Περνούσαν καλά. Απολάμβαναν τον έρωτά τους, μιλούσαν για όλους και όλα. Αλλά όχι για το μέλλον. Πού θα ήταν το καλοκαίρι; Κανονικά σε μία βδομάδα έληγε το εξάμηνο. Μπορούσε, αν ήθελε, να γυρίσει πίσω. Δεν το είχαν θίξει αυτό το θέμα. Αλλά της πήρε ένα ζευγάρι καλοκαιρινά πέδιλα. Τι σήμαινε αυτό; Σήμαινε κάτι; Αλλά και πάλι, που θα τα φορούσε αυτά τα εντυπωσιακά πέδιλα; Στο Μπέρλινγκτον; Αυτά ήταν παπούτσια για πασαρέλα, για μια πολύβουη μητρόπολη, για μια καλή δεξίωση. Το μυαλό της είχε γεμίσει σκέψεις, μπερδεμένες και επίπονες.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος και κατέβασε το κεφάλι του. Μήπως έπρεπε να το θίξει εκείνη το θέμα; Εκείνος δεν έδειχνε διατεθειμένος να το συζητήσει και ο καιρός περνούσε.
«Έχει…έχει καλό καιρό εδώ το καλοκαίρι;» τον ρώτησε μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Ο Τρόι γύρισε και την κοίταξε με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα. Τι να σκέφτεται, αναρωτήθηκε η Σάρλοτ.
«Δεν είναι και Σαν Φρανσίσκο» είπε εκείνος ήρεμα και χαμογέλασε.
«Ε σίγουρα....αλλά έχει καθόλου ζέστη;» επέμεινε η Σάρλοτ.
«Ας πούμε γύρω στους 30 βαθμούς. Φτάνει και 35 αλλά συνήθως είναι πιο χαμηλά» της είπε.
«Α ωραία…» ψέλλισε η Σάρλοτ.
«Σάρλοτ…» είπε ο Τρόι και γύρισε και εκείνη τον κοίταξε. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις, μόλις…τελειώσει τη δουλειά σου εδώ;» τη ρώτησε και πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του.
«Εξαρτάται, Τρόι» απάντησε η Σάρλοτ λίγο απότομα. Είχε αρχίσει να θυμώνει. «Από το αν θέλεις να μείνω» τον προκάλεσε.
«Σάρλοτ, δεν είναι εκεί το θέμα» είπε εκείνος έντονα.
«Και πού είναι, αγάπη μου;» τον ρώτησε η Σάρλοτ, τονίζοντας την προσφώνηση.
«Το θέμα είναι τι θες να κάνεις εσύ» είπε εκείνος.
«Α ωραία. Πετάς ξανά το μπαλάκι σε μένα» του είπε και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει μέσα στο δωμάτιο άσκοπα. Πώς έφτασε ως εδώ η συζήτηση; Πριν από μερικά  λεπτά ήταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι και αντάλλαζαν λόγια αγάπης. Πώς επέστρεψαν και πάλι στο μηδέν; Γιατί δεν μπορούσαν να βρουν λύση;
«Δεν μπορώ να σε αναγκάσω να μείνεις» είπε εκείνος σθεναρά.
«Μπορείς να μου το ζητήσεις όμως» είπε εξίσου σθεναρά εκείνη, αντάξιος αντίπαλός του.
«Πιστεύω στην αυτοδιάθεση» είπε εκείνος.
«Κι εγώ πιστεύω στα ζώδια» τον ειρωνεύτηκε.
«Μην φέρεσαι παιδιάστικα» τη μάλωσε.
«Εγώ φέρομαι παιδιάστικα; Εσύ κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου. Εδώ που έφτασε η συζήτηση, πρέπει να τη φτάσουμε στο τέρμα. Λοιπόν, ξεκαθάρισέ μου τι θες».
«Εγώ θέλω ό,τι είναι καλύτερο για σένα. Και πιστεύω ότι πρέπει να γυρίσεις στο Σαν Φρανσίσκο για λίγο καιρό έστω. Λείπεις καιρό από τον πατέρα σου και μπορεί να σε έχει ανάγκη» της είπε. Η Σάρλοτ ρίγησε.
«Γιατί; Τι έχει γίνει;» τον ρώτησε έντρομη.
«Τίποτα δεν έχει γίνει. Αλλά είναι μεγάλος άνθρωπος και μόνο εσένα έχει στον κόσμο. Έχει τόσο καιρό να σε δει. Δεν έχω δικαίωμα να σε κρατήσω μακριά του» είπε.

«Δεν δίνεις ξεκάθαρη απάντηση, Τρόι, και στις δικαιολογίες είσαι πρώτος. Όπως επιθυμείς, λοιπόν» του είπε και ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι, φαινομενικά ήρεμη ενώ μέσα της έβραζε. «Θα κλείσω σήμερα κιόλας τα εισιτήριά μου. Σε μία βδομάδα επιστρέφω στον πατέρα μου» του είπε και ένιωσε μια μικρή λάμψη χαράς όταν τον είδε να σφίγγει το σαγόνι του. «Μα γιατί κάθεσαι εκεί;» τον προκάλεσε. «Έλα να φάμε μαζί πρωινό, αγάπη μου».

4 σχόλια:

  1. Ετσι απλα ξυπνησες μια μερα το πρωι και ειπες "ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΣΩ" ?????ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΕΙΟ!!!!!! Μονο και μονο που υπαρχει αυτη η ιντριγκα το κανει τελειο!!!! Συγγραφεα Της Καρδιάς Μας καθε μερα ξυπνασ και με περισσοτερο ΤΑΛΕΝΤΟ και μας το δειχνεις μεσα απο τα κεφαλαια σου !!!!!!!!!!!!και περιττό ειναι να σου πω ποσο χαρηκα που δεν τελειωνει η εκπληκτικη αυτη ιστορια!!!!!!! ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!!! \Ο/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ε οχι κ να τελειωσει αυτη η ιστορια.....ειναι εθιστικη ρε παιδι μου...τι να λέμε τωρα....γινομαστε εξω φρενων μαζι του..αλλα τον αγαπαμε!!οσα κ να πουμε γ σενα...ειναι λιγα πραγματικα...πολλα πολλα μπραβο...κοιτα να το συνεχισεις αυτο κ καποια στιγμη να κρατησουμε κ το 1 βιβλιο σου στα χερια μας...αν κ ειμαι σιγουρη απο συνηθεια κ αυτο με κεφαλαια θα το διαβαζουμε...χαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κορίτσια, ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια...!Αλήθεια, με συγκινείτε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ligo akoma k tha to onomasw laaampsiiiii!ti allo tha ginei pia??????????

    ΑπάντησηΔιαγραφή