Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 63- μοιυ φέρνετε ένα μαχαιρι για την μπριζόλα μου;

«Λούκας, σε ευχαριστώ πολύ που με κάλεσες κι εμένα» είπε ο Τρόι, την ώρα που καθόταν στο τραπέζι.
«Τρόι, το ξέρεις πόσο σε εκτιμώ και πόσο σε θεωρώ μέλος της οικογένειάς μου» είπε ο πατέρας της και η Σάρλοτ σκέφτηκε πόσο λίγο την επηρέαζαν πια τέτοιες δηλώσεις. Ο πατέρας της έφευγε αύριο και είχε την ιδέα να δειπνήσουν μαζί σε ένα εστιατόριο που τους είχε συστήσει ο Τρόι. Φυσικά ο πατέρας της κάλεσε και τον Τρόι και τώρα βρίσκονταν και οι τρεις καθισμένοι γύρω από ένα μικρό τραπέζι δίπλα σε ένα μαρμάρινο τζάκι και κοιτούσαν τον κατάλογο ενός πραγματικά πολύ όμορφου εστιατορίου περίπου μισή ώρα από το ράντζο.
«Εγώ θα πάρω φιλέτο πέρκας με βραστά λαχανικά» είπε η Σάρλοτ και οι άντρες έγνεψαν επιδοκιμαστικά.
«Εγώ λέω να φάω παϊδάκια με ρύζι» είπε ο πατέρας της.
«Κι εγώ μπιφτέκια με ρύζι» είπε ο Τρόι. Η Σάρλοτ τον κοίταξε απορημένη.
«Τρόι, το ρύζι σε πειράζει. Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε. Ο πατέρας της τους κοίταξε σαστισμένος. Η Σάρλοτ κοκκίνισε. Όταν ήταν με τον Τρόι, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Ούτε καν της πέρασε από το μυαλό να συγκρατήσει το σχόλιό της για να μην καταλάβει τίποτα ο πατέρας της.
«Όχι, όχι, Σάρλοτ, μην ανησυχείς» είπε ο Τρόι καθησυχαστικά. «Τρώω συχνά εδώ και το ρύζι τους είναι πολύ καλά βρασμένο. Δε με ενοχλεί».

Αφού έδωσαν την παραγγελία σε μια σερβιτόρα που ήξερε τον Τρόι με το μικρό του όνομα και μάλιστα αυτός την ρώτησε δυο τρία πράγματα για τη ζωή της.. Η Σάρλοτ χαμογέλασε στην κοπέλα αλλά ένιωσε την επιθυμία να της βγάλει το μαλλί τούφα τούφα. Είχαν χωρίσει μερικές βδομάδες με τον Τρόι, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να συγκρατήσει το θυμό της όταν τον έβλεπε ή σκεφτόταν με άλλες γυναίκες. Δεν έμπαινε στον κόπο να αρνηθεί στον εαυτό της ότι έτρεφε ακόμα συναισθήματα. Άλλωστε ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να ξεχάσει τα πάντα. Αλλά η ψυχρή συμπεριφορά του Τρόι τη βοηθούσε να μη σκέφτεται ρομαντικά.

«Λοιπόν, φεύγω αύριο» είπε ο πατέρας της ξαφνικά και η Σάρλοτ σούφρωσε τα χείλη της.
«Κρίμα» είπε και του χάιδεψε το χέρι.
«Φεύγω αλλά δε φοβάμαι για σένα, Σάρλοτ» της είπε ο πατέρας της ενώ έπινε λίγο από το νερό του μέχρι να έρθει το κόκκινο κρασί που είχαν παραγγείλει. «Σε αφήνω στον πιο έμπιστο φίλο μου. Κι από αυτά που βλέπω και ακούω, εσείς οι δύο έχετε γίνει καλοί φίλοι» είπε ζεστά, χωρίς καμία νύξη ευτυχώς.
«Ναι, μπορώ να πω ότι είμαστε καλοί φίλοι» είπε η Σάρλοτ κοιτώντας τον Τρόι διερευνητικά αλλά εκείνος δεν σήκωσε το γάντι.
«Χαίρομαι πολύ για εσάς, παιδιά μου» είπε ο πατέρας της, πραγματικά ενθουσιασμένος. «Πάντα ήλπιζα ότι εσείς οι δύο θα τα βρείτε. Δε νιώθω πια την ανάγκη να απολογούμαι στη Σάρλοτ για την προσοχή που σου δείχνω» είπε στον Τρόι και γέλασε.
«Δεν ήξερα ότι είχα προκαλέσει τόσο μεγάλο πρόβλημα στη Σάρλοτ» απολογήθηκε ο Τρόι. «Ίσως έπρεπε να το καταλάβω. Μια έφηβη, σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία να βλέπει τον πατέρα της να επαινεί τόσο έναν ξένο άντρα» μονολόγησε ο Τρόι. «Λυπάμαι, ειλικρινά» είπε, κοιτώντας τη Σάρλοτ. Της είχε ζητήσει και ιδιωτικά συγγνώμη και η Σάρλοτ είχε καταλάβει ότι το εννοούσε.
«Δεν πειράζει, Τρόι. Ίσως εγώ υπερέβαλα» είπε εκείνη ανάλαφρα, ανίκανη να πιστέψει πόσο πολύ είχαν αλλάξει τα συναισθήματά της μέσα σε λίγους μήνες.
«Ελάτε τώρα, περασμένα ξεχασμένα» είπε ο πατέρας της και εκείνη την ώρα ήρθαν μερικά ορεκτικά και το κρασί τους. Άρχισαν να τρώνε την τρυφερή σαλάτα και κομμάτια μοτσαρέλας τυλιγμένα σε μελιτζάνα, ενώ συζητούσαν ανάλαφρα για τη ζωή στο ράντσο και τις επενδύσεις του Τρόι στην Ευρώπη. Η Σάρλοτ άκουγε για πρώτη φορά ότι ο Σάρλοτ είχε μια μικρή επιχείρηση οινοποιίας στα νότια της Ιταλίας. Της έκανε εντύπωση που δεν είχε βρει κάτι τέτοιο στα λογιστικά βιβλία του αλλά ο Τρόι της είπε ότι την εκεί επιχείρηση την έχει αναλάβει άλλη ομάδα λογιστών.
«Τώρα κατάλαβα γιατί έχεις τόσο ενημερωμένο κελάρι!» γέλασε η Σάρλοτ και κοπάνησε το μέτωπό της.
«Ο Τρόι είναι πολύ πετυχημένος» είπε ο πατέρας της. «Και έχει κάνει μεγάλη περιουσία. Οποία γυναίκα σταθεί στο πλάι του θα είναι τυχερή».
Ο Τρόι και η Σάρλοτ κοιτάχτηκαν φευγαλέα σαν να τους χτύπησε και τους δύο το ρεύμα. Μια εκκωφαντική σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι ενώ ο πατέρας της απολάμβανε το φαγητό του.
«Και πολύ υπομονετική» είπε η Σάρλοτ και μετά συνειδητοποίησε ότι μίλησε δυνατά. Ο Τρόι ήταν έτοιμος να δαγκώσει λίγο τυρί αλλά άφησε το πιρούνι του μετέωρο όταν την άκουσε. Η Σάρλοτ χαμογέλασε αμήχανα.
«Εε…είναι πολύ απαιτητική η ζωή στο ράντσο. Η γυναίκα του Τρόι θα πρέπει να…ξέρετε…να αντέχει αυτόν τον τρόπο ζωής» προσπάθησε να τα μπαλώσει. Ο Τρόι συνέχιζε να την κοιτάει με ένα μείγμα θυμού και ευθυμίας.
«Ναι, ναι, φυσικά» είπε ο πατέρας της. «Αλλά να…η Ελίζαμπεθ…είναι καλή επιλογή, γιε μου. Γιατί τη βασανίζεις τόσα χρόνια;» ρώτησε. Η Σάρλοτ χαμογέλασε.
«Ναι, Τρόι, γιατί; Γιατί δεν το παίρνεις το κορίτσι; Τι θα πει η κοινωνία;» τον ρώτησε χιουμοριστικά, αλλά ο τόνος της έσταζε ειρωνεία.
«Η Ελίζαμπεθ δεν είναι για μένα» είπε ο Τρόι σοβαρός. «Όταν θα βρω τη γυναίκα που θα σκεφτώ να κάνω γυναίκα μου, τη γυναίκα που θα απαρνηθεί τα πάντα για να είναι κοντά μου, τη γυναίκα που θα αποδεχτεί τον τρόπο ζωής μου» είπε δανειζόμενος λόγια δικά της «θα σου το πω, Λούκας. Μέχρι στιγμής δεν την έχω βρει» είπε και η Σάρλοτ πετάχτηκε απότομα πάνω.
«Εμένα με συγχωρείτε. Πάω να πουδράρω τη μύτη μου» είπε και εξαφανίστηκε. Κατευθύνθηκε στην τουαλέτα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Στήριξε λίγο τα χέρια της στον νιπτήρα και πήρε βαθιές ανάσες. Τι είχε πει το κάθαρμα; Τι αισχρότητα είχε ξεστομίσει; Πώς συγκρατήθηκε να μην τον χτυπήσει; Τι έκανε μαζί της; Έπαιζε; Όσο καιρό ήταν μαζί αλλά και τώρα έπαιζε; Διάολε, πώς θα έβγαινε έξω και θα τον αντιμετώπιζε;

Βγήκε μετά από μερικά δευτερόλεπτα έξω και κατευθύνθηκε στο τραπέζι. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει αχνιστά και τα πιάτα τους, αλλά οι άντρες την περίμεναν για να φάνε. Η συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών ήταν ζωηρή. Ευτυχώς είχαν ξεπεράσει το προηγούμενο θέμα. Τώρα συζητούσαν για μπάλα. Έφαγε ήσυχη και περίμενε καρτερικά να τελειώσει η βραδιά. Κατά τις εννιά και μισή έφυγαν από το εστιατόριο και αφού πλήρωσε ο πατέρας της, μπήκαν στο αμάξι και κατευθύνθηκαν προς το ράντσο.


Την ώρα που καληνύχτιζε τον πατέρα της, ο Τρόι τής είπε ότι θέλει να της μιλήσει, αλλά η Σάρλοτ του είπε ότι είναι κουρασμένη. «Μπορεί να περιμένει;» τον ρώτησε αλλά δεν περίμενε να ακούσει την απάντησή του και έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου πίσω της. 

2 σχόλια:

  1. Vale mas aloo ligo akoma...mas to kopses panw sto kaluteroooo:p

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΑΑΑΑΑΑΧΧΧΧ συγγραφεα της καρδιας μας πολυ καιρο τωρα προσπαθουσα να μην γραφω για να μην σε πιεζω!!! Καθε μερα γινεται και καλυτερο και πλεον εχει γινει η πρωτη αγαπημενη ιστορια μου!!! ναια ναι πρωτα και απο τον οντι!!! ελπιζω να κρατησει και αλλο και να μην τελειωσει τωρα κοντα!!! εχω παθει εξαρτηση!!! Σε ευχαριστουμε πολυ συγγραφεα της καρδιας μας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή