Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 62-daddy cool

 «Καλωσόρισες, μπαμπά» είπε η Σάρλοτ στον πατέρα της, ο οποίος επισκέφτηκε το ράντσο δύο βδομάδες μετά, στα πλαίσια ενός προγραμματισμένου ταξιδίου που είχε προγραμματίσει στη Νέα Υόρκη. Τη σόκαρε το πόσο γερασμένος ήταν αυτή τη φορά. Είχε περάσει ελάχιστος χρόνος από την τελευταία φορά που τον είχε δει, αλλά τώρα παρατηρούσε για πρώτη φορά τις βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το μέτωπό του.
«Τσάρλι, αδυνάτισες!» της είπε εκείνος και τη φίλησε ζεστά. Ο Τρόι περίμενε ξοπίσω της και μόλις κόρη και πατέρας απαγκιστρώθηκαν τέντωσε το χέρι του αλλά τον περίμενε κι αυτόν μια ζεστή αγκαλιά.
«Αγόρι μου!» είπε ο πατέρας της εξίσου ζεστά στον Τρόι, αλλά η Σάρλοτ δεν ένιωσε τη ζήλια που θα περίμενε να νιώσει πριν από μερικούς μήνες. Τώρα πια καταλάβαινε πόσο εύκολο ήταν να αγαπήσεις τον Τρόι.
«Καλωσόρισες, Λούκας» είπε ο Τρόι και άρπαξε τις βαλίτσες του ηλικιωμένου άντρα. «Θα κοιμηθείς στο δωμάτιο δίπλα από το Σάρλοτ» είπε και ανέβηκε πάνω.

Η Σάρλοτ έμεινε μόνη της με τον πατέρα της μετά από πολύ καιρό και ένιωθε τόσο χαρά όσο και αμηχανία. Η ένταση μεταξύ τους δεν είχε εξανεμιστεί. Ήταν προφανές ότι ο πατέρας της δεν είχε ξεπεράσει ακόμα τα νεανικά της παραστρατήματα και συνέχιζε να αμφισβητεί την επιθυμία της να αλλάξει. Ωστόσο και αυτή, από τη μεριά της, ήταν κουμπωμένη. Τον αγαπούσε, και ήταν ο πατέρας της, αλλά δυσκολευόταν να δεχτεί την απόφασή του να τη στείλει στο ράντσο ως τελετή ενηλικίωσης.

«Πώς περνάς εδώ;» τη ρώτησε αφού κάθισε στον καναπέ απέναντί της και σερβιρίστηκε από το καλό ουίσκι που ο Τρόι φυλούσε σε ένα κρυστάλλινο μπουκάλι. Εντωμεταξύ ο Τρόι είχε κατέβει και κατευθύνθηκε στο τζάκι για να το ανάψει. Ο Απρίλιος τέλειωνε, αλλά το κρύο δεν έλεγε να κοπάσει.
«Ω μια χαρά, μπαμπά» είπε εκείνη ανάλαφρα. Δεν σκόπευε φυσικά να του πει πόσο δύσκολα πέρασε μετά τον χωρισμό της με τον Τρόι και πόσο δύσκολο ήταν να τον βλέπει μόνο ως αφεντικό.
«Συνήθισες εδώ;» τη ρώτησε ο πατέρας της σοβαρός. Η Σάρλοτ απόρησε με την ερώτησή του.
«Συνήθισα, μπαμπά, ναι. Δεν είναι δα και η Κόλαση του Δάντη» του είπε ήρεμα και παρακολούθησε τον Τρόι να επιβραδύνει τις κινήσεις του, εστιάζοντας στη συζήτσή τους. «Η σωματική εργασία είναι κοπιαστική, αλλά έχω χρόνο να ξεκουράζομαι και έχω πρόσβαση σε ό,τι χρειάζομαι» του είπε και σήκωσε τους ώμους της.
«Δε σου λείπει δηλαδή το Σαν Φρανσίσκο;» την πίεσε ο πατέρας της και η Σάρλοτ δίστασε λιγάκι. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Μήπως είχε σκοπό να την παρατήσει εκεί; Μήπως τον είχε βάλει ο Τρόι να την ψαρέψει;
Διάλεξε τα λόγια της με προσοχή.
«Ζω πολλά χρόνια μακριά από το Σαν Φρανσίσκο, πατέρα. Εσύ μου λείπεις. Το σπίτι ως κτίριο, όχι» του είπε και το βλέμμα του πατέρα της διασταυρώθηκε με του Τρόι. Η Σάρλοτ απόρησε. Τι στο καλό συνέβαινε; Τι είχε πει; Κάτι ένιωθε ότι της έκρυβαν.
«Η Σάρλοτ είναι πολύ ικανή σε ό,τι έχει αναλάβει, Λούκας» είπε ξαφνικά ο Τρόι. Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι η παρέμβασή του ήταν λίγο ξεκάρφωτη, αλλά χαμογέλασε σεμνά.
«Όλοι εδώ έχουν δείξει φοβερή υπομονή μαζί μου» γέλασε ξαφνικά. «Μπαμπά, αυτές οι αγελάδες είναι έτοιμες να μιλήσουν!».
«Σώπα τώρα!» τη μάλωσε ο Τρόι. «Όλοι μας από κάπου ξεκινήσαμε. Εγώ τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα δουλειές ράντσου είχα φάει δυο κλωτσιές από δαύτες. Εσύ καμία!» της είπε.
Ο πατέρας της παρέμενε σιωπηρός και τους παρακολουθούσε να αστειεύονται άνετα, σαν δύο φίλοι από τα παλιά.
«Ελπίζω να σε προσέχει ο Τρόι» είπε ξαφνικά, εκφράζοντας άμεσα τη σκέψη του για την εξέλιξη της σχέσης τους.
«Ναι, ναι» είπε εκείνη διπλωματικά. «Ο Τρόι είναι σκληρός αλλά δίκαιος εργοδότης» του είπε. Τι άλλο να του έλεγε; «Και γενικά είναι πολύ ευγενής με όλους τους υπαλλήλους, άρα και με εμένα» τον αποτέλειωσε. Είδε με την άκρη του ματιού της τον Τρόι να σφίγγεται. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αυτή η συζήτηση έμοιαζε όλο και περισσότερο με σκάκι για τρεις. Μηνύματα καλά κρυμμένα πίσω από ουδέτερα λόγια.
«Χαίρομαι, χαίρομαι» είπε ο πατέρας της και έτριψε τα χέρια του. «Ξέρεις πόσο αγαπώ τον Τρόι, αλλά δε θα ήθελα να κακοπεράσεις» είπε τελικά.
Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι αυτό θα έπρεπε να το ελέγξει πριν περάσουν τέσσερις μήνες αλλά δεν απάντησε τίποτα.
«Πες μου, αγόρι μου» είπε ο πατέρας της απευθυνόμενος στον Τρόι. «Πώς πάνε οι δουλειές σου;».

Οι δύο άντρες μίλησαν για πάνω από μισή ώρα σχετικά με τις επιχειρήσεις του Τρόι. Η Σάρλοτ παρενέβη πολλές φορές στη συζήτηση και ο πατέρας της εντυπωσιάστηκε από τη συμμετοχή της στον έλεγχο. Δεν είχε βέβαια μάθει ότι είχε ανακαλύψει τις δύο πηγές του ελλείμματος. Αυτό το ήξερε μόνο ο Τρόι και κανείς άλλος. Ούτε καν οι ίδιοι οι καταχραστές. Στη μία περίπτωση, ένας υπάλληλος στην εταιρεία του Τρόι χρησιμοποιούσε εταιρικά χρήματα για να κάνει επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Τελικά τα έβαζε πίσω, αλλά για μεγάλα διαστήματα έλειπαν εξαψήφια ποσά. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση, ο Τρόι έμεινε εμβρόντητος όταν του είπε ότι οι υποψίες της για την Ελίζαμπεθ είχαν επιβεβαιωθεί. Στην αρχή δεν την πίστεψε. Όταν του εξήγησε ότι καθένα από τα σύνολά της κόστιζαν χιλιάδες ευρώ και ότι το αυτοκίνητό της ήταν αγορασμένο μετρητοίς και όχι με δόσεις, της είπε ότι δεν ήξερε τι έλεγε και ότι ήταν σίγουρος για την αξιοπιστία της Ελίζαμπεθ. Χρειάστηκε να του δείξει έγγραφα όπου η Ελίζαμπεθ υπέγραφε παραλαβές για ζωοτροφές που δεν αντιστοιχούσαν ούτε στις ποσότητες που είχε ζητήσει ο Τρόι, ούτε στις τιμές που είχε συμφωνήσει. Ο Τρόι κοίταξε τα έγγραφα ξανά και ξανά και η Σάρλοτ εκνευρίστηκε τόσο που ακόμα και με τις αποδείξεις δεν τον έπειθε που άρχισε να τον κατηγορεί ότι δεν έβλεπε μπροστά του και ότι άφηνε την Ελίζαμπεθ να τον κοροϊδεύει επειδή ήταν τυφλωμένος από τα κάλλη της. Ο Τρόι γέλασε με αυτό και η Σάρλοτ έγινε ακόμα πιο έξαλλη. Όχι τόσο έξαλλη βέβαια όταν της είπε ότι δε σκόπευε να την απολύσει για να μην την εκθέσει στους γονείς της και στην πόλη. Θα φρόντιζε να της βρει μια άλλη δουλειά ίσως και μετά, διακριτικά, θα της έδειχνε το δρόμο της αποχώρησης. Η Σάρλοτ είχε δυσανασχετήσει και του είπε ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι φύρα για κάθε επιχείρηση αλλά εκείνος της είπε ότι είναι διαλλακτικός με τους ανθρώπους. Η Σάρλοτ είχε ξεκαρδιστεί στο γέλιο.

Έφαγαν ένα λουκούλλειο γεύμα που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν και το είχε αφήσει στο τραπέζι. Ο πατέρας της είχε φτάσει κατά τις οκτώ στο ράντσο και η Ιλέιν είχε φύγει πριν από μισή ώρα για να τους αφήσει μόνους. Είχε προλάβει όμως να ψήσει μπριζόλες με πουρέ γλυκοπατάτας και να φτιάξει σαλάτα με μαρούλι και κόκκινα φασόλια. Ο Τρόι άνοιξε ένα κόκκινο κρασί από το κελάρι του. Η Σάρλοτ δεν ήξερε καν ότι είχε κελάρι το σπίτι.
«Μπαμπά, πάω να σου στρώσω να κοιμηθείς» είπε η Σάρλοτ λίγη ώρα μετά το πλύσιμο των  πιάτων και ο πατέρας της την κοίταξε σοκαρισμένος.
«Ε…εσύ;» ρώτησε.
«Ε ποιος;» γέλασε η Σάρλοτ αλλά παρενέβη ο Τρόι.
«Σάρλοτ, μη με κάνεις ρεζίλι!» είπε γελώντας. «Το δωμάτιο του πατέρα σου είναι έτοιμο από το πρωί. Δεν περίμενα να το φτιάξεις εσύ! Για όνομα!» είπε αγανακτισμένος.
«Εντάξει, τότε!» είπε εκείνη χαμογελαστή! «Πάω να φορέσω πιτζάμες και μετά θα έρθω να σου δώσω ένα φιλάκι πριν κοιμηθώ» είπε η Σάρλοτ. Το κεφάλι του Τρόι γύρισε απότομα. Κόντεψε να ξεκολλήσει από το λαιμό του. Η Σάρλοτ το είχε κάνει επίτηδες. Τον άφησε να νομίζει ότι είχε απευθυνθεί σε εκείνον. Όμως το βλέμμα της ήταν κολλημένο στο πρόσωπο του πατέρα της.

«Λοιπόν, παιδιά μου, να σας αφήσω εγώ» είπε ο Λούκας και αφού όλοι αντάλλαξαν μερικές αβρότητες, αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. 

2 σχόλια: