Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Κεφάλαιο 61-έρωτας στα χρόνια της αφθονίας

«Σάρλοτ, η δουλειά σου εδώ έχει τελειώσει από χθες ουσιαστικά» της είπε ο Μπιλ Γουίδερς, ο επικεφαλής λογιστής της εταιρείας του Τρόι. Ήταν ένας ευγενικός κύριος, γύρω στα 50, ο οποίος μιλούσε ελάχιστα αλλά ήταν πολύ αποτελεσματικός στη δουλειά του. Ουσιαστικά με αυτόν συνεργαζόταν αυτές τις μέρες. Ο Τρόι τον εμπιστευόταν τυφλά και ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν μπλεγμένος σε καμία απάτη εναντίον του.
«Νομίζω ότι καλό είναι να μείνω κι άλλο λίγο» του είπε με σιγουριά η Σάρλοτ. Καθόταν σε μια καρέκλα απέναντι από το γραφείο του Γουίδερς και έπαιζε επίμονα με ένα στυλό που κρατούσε στα χέρια της.
«Κορίτσι μου, αφού τα είπαμε!» της είπε εκείνος ανυπόμονα. «Βγάλαμε άκρη».
«Ναι, αλλά αν μείνω λίγες μέρες παραπάνω ίσως μπορέσουμε να δούμε λίγο και το πρόβλημα που έχει προκύψει με τις συναλλαγματικές» αντέδρασε η Σάρλοτ.
«Και εμείς γιατί είμαστε εδώ;» την καθησύχασε. «Θα τα κάνουμε εμείς όλα. Ο Τρόι με πήρε και μου ζήτησε να τελειώσεις και να επιστρέψεις στο ράντσο» είπε εκείνος.
«Κι εμένα με πήρε, αλλά του εξήγησα ότι…» ξεκίνησε να λέει η Σάρλοτ, αλλά τη διέκοψε.
«Κορίτσι μου, κοίτα να δεις. Αν ήταν στο χέρι μου θα σε κρατούσα εδώ. Είσαι αξιόλογη υπάλληλος και πολύ έμπιστη. Αλλά αν το αφεντικό σε θέλει στο ράντσο δεν μπορώ να κάνω τίποτα» της είπε και σταύρωσε τα χέρια του.
«Καλώς, κύριε Γουίδερς. Χρειάζομαι λίγο χρόνο να τους αποχαιρετίσω όλους και να κλείσω εισιτήρια. Θα επιστρέψω όμως!» του είπε και γέλασε.
«Το ελπίζω, Σάρλοτ» είπε εκείνος και της έδωσε το χέρι του.

Έτσι τέλειωσε η παραμονή της στο Μπέρλινγκτον. Η Σάρλοτ είχε απολαύσει τις μέρες που δούλεψε στα γραφεία και τη ζωή στη μεγάλη πόλη του Βερμόντ. Είχε απολαύσει ένα συνδυασμό δουλειάς και αστικής  πολυτέλειας και είχε την ευκαιρία να  ηρεμήσει λιγάκι και να αποστασιοποιηθεί από την κατάσταση με τον Τρόι. Σκέφτηκε ξανά και ξανά, μέχρι που το κεφάλι ης άρχισε να πονάει. Αλλά δεν είχε περιθώριο να χάσει κι άλλο χρόνο για χάρη του. Ο Τρόι την είχε πάρει τηλέφωνο την Κυριακή και της είχε πει ότι ήθελε να γυρίσει και ότι τη χρειαζόταν στο ράντσο, αλλά εκείνη του απάντησε ότι χρειαζόταν μερικές μέρες ακόμα. Μάλλον είχε εξαντληθεί και εκείνου η υπομονή και γι’ αυτό έβαλε τον Γουίδερς…να την «απολύσει».

Της έλειπε ο Τρόι, αλλά την είχε πληγώσει πολύ. Δεν ήθελε να του κάνει εύκολο. Δεν ήθελε να γυρίσει με το πρώτο κούνημα του δαχτύλου του. Δεν ήθελε να συνεχίσει αυτό το ηλίθιο γαϊτανάκι τάχαμ αδιαφορίας. Ήθελε να του σπάσει το κεφάλι. Να τον κάνει να καταλάβει. Να εξαλείψει τον εγωισμό του με μια καταιγίδα αγάπης και τρυφερότητας. Αλλά αφού δεν την άφηνε δεν μπορούσε να το κάνει με το ζόρι.

Έφτασε στο ράντσο αργά την Τρίτη, κατάκοπη, και με ανάμεικτα συναισθήματα. Χαρά που επέστρεφε σε ένα χώρο τόσο οικείο, αλλά και φόβο για την αντίδραση του Τρόι όταν την έβλεπε. Προσευχόταν να μην έκανε καμιά σκηνή γιατί ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε καν όρεξη να τον αντιμετωπίσει.
«Καλώς την κι ας άργησε» άκουσε μια βραχνή φωνή που δε θα μπορούσε να την μπερδέψει με καμία. Είχε μόλις μπει στο δωμάτιό της και είχε ακουμπήσει το σακ βουαγιάζ της σε ένα καρεκλάκι. Δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος στο σπίτι. Πρέπει να έλειπε και η Ιλέιν και η Ελίζαμπεθ.
Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, άρχισε να τακτοποιεί τα ρούχα της στη ντουλάπα και να ξεχωρίζει τα ρούχα που ήταν για πλύσιμο.
«Δεν είχα πάει για διασκέδαση» απάντησε στο πικρόχολο σχόλιό του.
«Όποτε είσαι έτοιμη, περιμένω να με ενημερώσεις» της είπε και έκανε να φύγει αλλά τον διέκοψε γυρνώντας προς το μέρος του με μια απότομη, κοφτή κίνηση.
Φορούσε ένα μαύρο στενό φανελάκι και μια χαμηλοκάβαλη γκρίζα φόρμα. Ήταν ξυπόλητος και έδειχνε κουρασμένος. Αλλά δεν την ένοιαζε. Σωστά;
«Μόλις ήρθα. Θα σε ενημερώσω αύριο που θα έχω ξεκουραστεί» του είπε απότομα κι εκείνος σήκωσε απορημένος τα φρύδια του.
«Σάρλοτ, νομίζω ότι έχεις παρεξηγήσει, κορίτσι μου» της είπε εκείνος ήρεμα και η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να λιώνει με την προσφώνηση. «Αλλά δεν είσαι φιλοξενούμενη εδώ. Είσαι υπάλληλός μου και όταν ζητάω κάτι οφείλεις να το κάνεις» της είπε ξερά.
Η Σάρλοτ τον κοίταξε σοκαρισμένη και προσπάθησε να μετρήσει μέχρι το δέκα πριν απαντήσει. Δεν έφτασε ούτε μέχρι το τέσσερα.
«Απόλυσέ με, τότε» του είπε και ανασήκωσε  τους ώμους με επιτηδευμένη αδιαφορία. Η καρδιά της όμως χτυπούσε. Θεέ μου, κι αν το έκανε; Θα έφευγε και θα γυρνούσε στον πατέρα της. Και θα ήξερε πάντα ότι είχε αποτύχει.
«Έφυγες και ξέχασες να γυρίσεις» της είπε και κοπάνησε το χέρι του στο κάσωμα της πόρτας. «Δεύτερη φορά».
«Την πρώτη φορά επισκέφτηκα ένα φίλο. Τη δεύτερη βοήθησα σε κάτι που σε αφορά» του ξεκαθάρισε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Είναι δυνατόν να ένιωθε τόσο ευάλωτος επειδή είχε λείψει παραπάνω μέρες;
«Εντάξει. Μπορείς να μου πεις τι προέκυψε;» την πίεσε αλλά η Σάρλοτ δεν ήθελε να πιάσουν αυτό το θέμα βραδιάτικα. Είχε τακτοποιήσει και τα καλλυντικά της στο μπάνιο και τώρα έκανε ένα σωρό ανώφελες κινήσεις μέσα στο δωμάτιο.
«Τρόι, κάνε υπομονή μέχρι αύριο. Να είμαστε και οι δύο ξεκούραστοι».
«Με εκδικείσαι επειδή…» της είπε αλλά δεν τέλειωσε.
«Ναι, Τρόι, αυτό είναι. Δε σου λέω τι βρήκα γιατί με χώρισες στυγνά» του είπε δεικτικά.
«Δε σε χώρισα. Απλώς…»
«Άντε πάλι αυτή η συζήτηση  Βαρέθηκα. Είχαμε μια σύντομη σχέση και τέλειωσε» του είπε τάχαμ αδιάφορα.
«Σάρλοτ, εγώ το έχω ξεπεράσει όλο αυτό» της είπε δυναμικά. «Ό,τι ιδέες είχα…πάνε. Πέρασαν» της είπε.

Η Σάρλοτ ένιωσε το αίμα της να βράζει από τα νεύρα. Άλλο να τη χωρίσει, και άλλο να της λέει ότι πλέον τη βλέπει σαν φίλη. Δεν το άντεχε. Σαν γυναίκα. Ήταν απαράδεκτος ο άνθρωπος. Πηγαινοερχόταν το δωμάτιο και περίμενε να φύγει για να μπορέσει να ξαπλώσει αλλά σκέφτηκε κάτι άλλο. Για να τον εκδικηθεί.
«Ε τότε, δε σε πειράζει…» τον ρώτησε και άρχισε να γδύνεται, ζωηρά, αδιάφορα, λες και ήταν με τις αδερφές της. Έμεινε μόνο με τα εσώρουχα και διάλεξε ένα μαύρο μπέιμπι ντολ. Το φόρεσε και ξάπλωσε στο κρεβάτι αφήνοντας έναν μακρύ αναστεναγμό απόλαυσης. Ο Τρόι την κοιτούσε λες και τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε.
«Χαίρομαι που πήρε τέτοια τροπή η σχέση μας» είπε τελικά η Σάρλοτ. «Βαριέμαι φοβερά να ντύνομαι, αν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος».

Ο Τρόι δεν απάντησε. Κοπάνησε την πόρτα και την άφησε ήσυχη επιτέλους. Η Σάρλοτ έκλεισε το φως και κοιμήθηκε χαμογελαστή.



1 σχόλιο:

  1. "Ε,τότε δε σε πειράζει που εδώ και λίγες μέρες βλέπω κάποιον..."Αυτό έπρεπε να του πει!Κατινιά ξε-κατινιά,να μάθει κι αυτός να λέει τέτοιες μπούρδες...!Παλεύει που παλεύει με φαντάσματα,ας του δώσουμε και λίγο υλικό παραπάνω..!Εεεε εκνευρίστηκα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή