Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Κεφάλαιο 60-uneventful chapter

Η Σάρλοτ γύρισε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου κατά τις οκτώμισι. Ήταν Πέμπτη και κανονικά θα έπρεπε να τελειώνει τη δουλειά της αύριο μεθαύριο αλλά όπως έβλεπε τα πράγματα θα έπρεπε να μείνει και τη Δευτέρα και την Τρίτη.
Απολάμβανε τη δουλειά γραφείου. Της άρεσε και η φύση και οι δουλειές στο ράντσο αλλά προτιμούσε τα σκονισμένα λογιστικά βιβλία και τα πολύχρωμα στυλό, τα σημειωματάρια και τα ατελείωτα κουδουνίσματα των τηλεφώνων.
Είχε εγκλιματιστεί αμέσως και ξυπνούσε με χαρά για να πάει με τα πόδια στην εταιρεία, η οποία βρισκόταν στα 200 μέτρα από το ζεστό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει. Δούλευε εννιά με έξι και μετά έβγαινε και καμιά βόλτα με τους συναδέλφους ή για ψώνια. Σήμερα όμως είχε τραβήξει η μέρα. Είχε αρχίσει να βγάζει άκρη με το έλλειμμα μετά από μέρες προσπάθειας, αλλά όταν τα μάτια της άρχισαν να την τσούζουν και κοίταξε το ρολόι, κατάλαβε ότι δε θα ήταν παραγωγική αν έμενε παραπάνω και αποφάσισε να γυρίσει στο ξενοδοχείο, να φάει κάτι και να κοιμηθεί.

Είχε φύγει τη Δευτέρα το πρωί, με ένα από τα αυτοκίνητα του Τρόι, αλλά δεν του είχε μιλήσει από τότε στο τηλέφωνο. Χρειάστηκε σε δυο τρεις περιπτώσεις να μιλήσει μαζί του για να του ζητήσει διευκρινίσεις για τα βιβλία του αλλά ευτυχώς ζήτησε από μια γραμματέα να του μιλήσει εκείνη και βγήκε από τη δύσκολη θέση. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν όλο και πιο σίγουρη ότι η ιστορία με τον Τρόι είχε τελειώσει και μάλιστα οριστικά.

Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν το πόσο πολύ την απέφευγε. Την είχε στείλει για κάτι τόσο σοβαρό στην εταιρεία του, για ένα έλλειμμα, και δεν την έπαιρνε καν για να μάθει νέα. Ο εγωισμός του δεν είχε όρια. Εκτός βέβαια αν την είχε στείλει εκεί με πρόφαση το έλλειμμα και δεν τον ένοιαζε ουσιαστικά τι θα έβρισκε, όσο το να βρίσκεται μακριά του.

Κοιμήθηκε πολύ νωρίς, γιατί ήταν κουρασμένη, αλλά ξύπνησε κατά τις εφτά και είκοσι, για να κάνει ένα ντους και να διαλέξει τι να φορέσει. Ευτυχώς το ξενοδοχείο παρείχε και υπηρεσίες καθαριστηρίου γιατί είχε φέρει μόνο τρία καλά παντελόνια και δύο πουκάμισα. Δεν είχε φέρει μαζί της στο ράντσο περισσότερα επίσημα επαγγελματικά ρούχα και δυσκολευόταν να συνδυάσει αυτά που έφερε στο Μπέρλινγκτον ώστε να μη φαίνεται ότι φοράει κάθε μέρα τα ίδια. Ευτυχώς είχε αγοράσει και ένα σακάκι και μια μαύρη μεταξωτή μπλούζα και ήλπιζε να τη βγάλει μέχρι την Τρίτη.

Την Παρασκευή το μεσημέρι παρήγγειλε ένα σάντουιτς με σολομό και μαγιονέζα και την ώρα που σταμάτησε για να φάει μαζί με τους συναδέλφους της, χτύπησε το εσωτερικό της τηλέφωνο. Δεν είχε ξαναχτυπήσει ποτέ και δεν κατάλαβε ότι ήταν για εκείνη. Απάντησε στο τρίτο κουδούνισμα, απορημένη.
«Παρακαλώ» είπε η Σάρλοτ, ενώ πληκτρολογούσε έναν αριθμό παραστατικού στον υπολογιστή που της είχαν παραχωρήσει.
«Σάρλοτ, εδώ Τρόι» της είπε εκείνος και αμέσως η Σάρλοτ ένιωσε το σώμα της να ορθώνεται, λες και περνούσε κάποιος λοχαγός για έλεγχο.
«Καλησπέρα, Τρόι» του είπε ήρεμα, χωρίς να τον αφήσει να καταλάβει πώς ένιωθε.
«Πήρα να δω πώς τα πας, και αν βρήκες τίποτα» είπε εκείνος. «Ακούω τα καλύτερα για σένα» της είπε τελικά, φανερά απρόθυμος να την κολακέψει.
«Κάτι έχω βρει, αλλά δε χρειαζόταν να έρθω ως εδώ για να τα μάθω. Καλύτερα όμως να τα πούμε από κοντά».
«Ναι, ναι, φυσικά» δίστασε εκείνος από το απότομο ύφος της. Αλλά μετά βρήκε πάλι τη φόρμα του. «Πότε πιστεύεις ότι θα είσαι πίσω;» τη ρώτησε.
«Έλεγα να γυρίσω όταν τελειώσω» τον ειρωνεύτηκε η Σάρλοτ και εκείνος ξεφύσησε νευρικά.
«Σάρλοτ, ελπίζω να μη μου κρατάς κακία. Έτσι έπρεπε να γίνει…» είπε ο Τρόι αλλά η Σάρλοτ τον διέκοψε πριν προλάβει να ολοκληρώσει.
«Τρόι, πες μου ότι με πήρες Πέμπτη μεσημέρι να μου μιλήσεις για τα προσωπικά μας από το τηλέφωνο!» κάγχασε η Σάρλοτ, προσπαθώντας να μη σηκώσει τον τόνο της φωνής της.
«Όχι, απλώς έχουν περάσει κάποιες μέρες και ήλπιζα να έχεις ηρεμήσει κάπως» είπε εκείνος δείχνοντας ειλικρινά απορημένος που εκείνη ένιωθε ακόμα θυμό.
«Ήρεμη είμαι» του είπε. «Ηλίθια δεν είμαι».
«Δεν είπα ότι είσαι ηλίθια» έσπευσε να διευκρινίσει ο Τρόι.
«Τότε σταμάτα να μου φέρεσαι σαν να είμαι ηλίθια, κλείσε το τηλέφωνο, συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις, και άσε με ήσυχη» είπε η Σάρλοτ μελιστάλαχτα.
«Σάρλοτ, εγώ δεν ήθελα…» είπε εκείνος αλλά σταμάτησε. Η Σάρλοτ περίμενε να δει τι θα της πει. Δεν ήθελε να τον διευκολύνει, να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. Περίμενε, αλλά εκείνος δε μίλησε.
«Τρόι, με συγχωρείς, αλλά δε θέλω να χάνω χρόνο με αυτά τα θέματα. Έχω αναλάβει κάτι σοβαρό και αυτό με νοιάζει μόνο».
«Δε σου ζήτησα κάτι, Σάρλοτ. Απλώς ήθελα να σου πω ότι λυπάμαι».
«Από μακριά;» γέλασε η Σάρλοτ και μετά μαζεύτηκε. Δεν ήθελε να του δείξει ότι την πείραξε.
«Εσύ μου είπες από μακριά ότι με αγαπάς!» απάντησε και ο Τρόι γελώντας πικρά και η Σάρλοτ κατάλαβε για πρώτη φορά και το δικό της μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό.
«Λυπάμαι κι εγώ τότε» του είπε ήρεμα.
«Που το είπες ή που το είπες από μακριά;»

«Καλό απόγευμα, Τρόι» είπε η Σάρλοτ και κατέβασε το ακουστικό. 

1 σχόλιο:

  1. Έτσι!Να τον φάει η αμφιβολία!Γιατί όσο έχει το κεφάλι του ήσυχο ότι στενοχωριόμαστε και τον θέλουμε ακόμα,μας τρέχει...!Ας καεί να μάθει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή