Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 76-στα δωσα όλα κι έμεινα στον άσο...(όχι το χωριό της Ελίζας).

«Έχω ζητήσει να μη με ενοχλείς, αν δεν κάνω λάθος» είπε η Σάρλοτ εκνευρισμένη, προσπαθώντας να μην ακουστεί από την γραμματέα του πατέρα της, η οποία καθόταν έξω απ΄το γραφείο της. Ένα τζάμι τη χώριζε μόνο από την νεαρή κοπέλα. Χοντρό μεν, αλλά τζάμι. Δεν ήθελε η προσωπική της ζωή, ή καλύτερα η έλλειψη αυτής, να γίνει θέμα συζήτησης. Όχι ότι η κοπέλα είχε δώσει σημάδια αναξιοπιστίας, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ουφ, μα πού έτρεχε το μυαλό της; Είχε κάτι πολύ πιο σοβαρό να αντιμετωπίσει.
«Έχει περάσει μία ολόκληρη βδομάδα» είπε εκείνος έξαλλος. «Δε με πήρες καν να μου πεις ότι έφτασες. Και με αποφεύγεις. Τι στο διάολο συμβαί…» είπε μέσα από σφιγμένα δόντια αλλά η Σάρλοτ τον διέκοψε. Έτρεμε ολόκληρη. Η φωνή του την έκανε πάντα να ριγεί, αλλά τώρα εκτός από πόθο της ξυπνούσε και κάτι άλλο. Θυμό. Καθαρό, γνήσιο θυμό.
«Τι θες, Τρόι; Καλά είμαι. Αν είχε πέσει το αεροπλάνο, θα το είχες μάθει υποθέτω» τον ειρωνεύτηκε και άκουσε την ανάσα του βαριά στο ακουστικό. Τον είχε εκνευρίσει, αλλά πραγματικά δεν την ένοιαζε. Ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες.
«Τι συμβαίνει;» επανέλαβε εκείνος και η Σάρλοτ σκέφτηκε τι να του απαντήσει.
«Με πήρες για να σπάσεις πλάκα; Ε;» ούρλιαξε ξαφνικά η Σάρλοτ, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της. Η κοπέλα απ’ έξω γύρισε και την κοίταξε και αμέσως μετά εξαφανίστηκε από το γραφείο της. Από διακριτικότητα μάλλον, σκέφτηκε η Σάρλοτ και ντράπηκε. «Δεν ξέρεις τι συμβαίνει;»
«Ξέρω, Σάρλοτ. Αλλά ρωτάω τι συμβαίνει με εσένα» είπε εκείνος λες και μιλούσε σε ηλίθια. «Πώς είσαι; Πώς πάνε τα πράγματα;».
«Τι θες να σου πω, Τρόι; Στο αεροδρόμιο με περίμενε ο πατέρας μου. Όχι ο σοφέρ μας. Και αντί για το σπίτι μας, με πήγε σε ένα ξενοδοχείο. Μένουμε εκεί μέχρι να βρει κάτι μικρότερο να αγοράσει. Έχει χρεοκοπήσει, Τρόι!» φώναξε και αμέσως μετά γέλασε πικρά. «Αλλά τι λέω; Εσύ το ξέρεις καλά. Γι’ αυτό και όλη αυτή η συνωμοσία με το ίντερνετ! Γι’ αυτό και με έδιωξες κακήν κακώς!» του είπε.
«Το ίντερνετ το έκλεισα για να προστατεύσω. Δεν ήθελα να δεις το όνομά σου να διασύρεται. Για σένα το έκανα» είπε εκείνος απολογητικά.
«Α ναι!» γέλασε ξανά η Σάρλοτ. «Πολύ καλή μέθοδος! Με κράτησες έξω από όλο αυτό αλλά όταν έληξε ο χρόνος μου, με έριξες στο λάκκο των λεόντων! Ψεύτη, υποκριτή!» του φώναξε και προσπάθησε με δυσκολία να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Είχε μία βδομάδα να τον ακούσει. Είχε ζητήσει από τη γραμματέα του πατέρα της να μην τη δίνει και είχε πει στον πατέρα της ότι είχαν μαλώσει και δεν ήθελε να του μιλήσει. Όταν τον άφησε στο αεροδρόμιο ένιωσε ότι άφησε πίσω της στην καρδιά της. Αλλά τα νέα του πατέρα της όταν την προϋπάντησε, της έκοψαν τα πόδια.

Όλα είχαν γίνει μέσα σε μερικούς μήνες. Μια αποτυχημένη επένδυση του πατέρα της, σε συνδυασμό με πολλές αποτυχημένες απόπειρες να ρεφάρει είχαν οδηγήσει τις επιχειρήσεις του σε αδιέξοδο. Ο πατέρας της της είχε πει ότι έβλεπε την καταιγίδα να έρχεται και γι αυτό την είχε στείλει στο ράντσο. Για να μη δει το πωλητήριο στο πατρικό της. Να μη δει τα πολυώροφα κτίρια όπου στεγάζονταν τα γραφεία του πατέρα της να ενοικιάζονται. Να μη δει τα ρούχα της και τα έπιπλά της να στιβάζονται σε νοικιασμένες αποθήκες. Όχι όμως ότι δε θα την έστελνε στο ράντσο και υπό κανονικές συνθήκες (της είχε ξεκαθαρίσει ότι πίστευε ότι μια θητεία δίπλα στον Τρόι ήταν γι’ αυτόν ισχυρό εχέγγυο), απλώς όχι για έξι μήνες. Και φυσικά δε θα πίεζε τον Τρόι να την κρατήσει κι άλλο εκεί. Η Σάρλοτ σε εκείνο το σημείο κατάλαβε τι ήταν αυτό που είχε κρυφακούσει. Προφανώς όμως ο Τρόι, παρόλο που τον παρακαλούσε ο ευεργέτης του δεν άντεχε άλλο εκεί την παρουσία της και την έδιωξε άρον άρον.

Ο πατέρας της είχε μείνει μόνο με μια μικρή επιχείρηση η οποία ήταν σχετικά κερδοφόρα, αλλά είχε αναγκαστεί να πουλήσει τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του, τις μετοχές και τα ακίνητά του για να μην αφήσει χρέη στην αγορά και τους υπαλλήλους του. Το σπίτι της, δεν υπήρχε πια. Το σπίτι όπου είχε ζήσει με την μητέρα της! Τώρα έμεναν σε μια μικρή σουίτα σε ένα όμορφο ξενοδοχείο. Αλλά όχι για πολύ. Είχαν βρει μια μεζονέτα έξω από την πόλη και σχεδίαζαν να μείνουν εκεί. Ο πατέρας της ήταν πολύ λυπημένος, αλλά τουλάχιστον ήταν πιο ξεκούραστος. Η αλήθεια ήταν ότι με μία μόνο επιχείρηση υπό τον έλεγχό του είχε πολύ λιγότερα πράγματα να κάνει. Μια ικανότατη γραμματέας, η βοήθεια της Σάρλοτ και άλλοι δυο τρεις υπάλληλοι ήταν υπεραρκετοί προς το παρόν.

Το σοκ που πέρασε όταν έμαθε τα νέα κόντεψε να την αφήσει στον τόπο. Με πικρία συνειδητοποίησε ότι μπορεί να είχε μάθει να ζει χωρίς πολλά χρήματα αλλά πάντα της έδινε απίστευτη σιγουριά και αυτοπεποίθηση η οικονομική της άνεση. Δεν είχε χαθεί βέβαια όλο αυτό. Το καταπίστευμα της μητέρας της ήταν αρκετό για να ζήσει άνετα, αλλά ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό να βάλει χέρι σε αυτά τα χρήματα. Τα είχε πάντα στην άκρη και σκόπευε να τα αξιοποιήσει στο ξενοδοχείο της. Προσφέρθηκε να τα δώσει στον πατέρα της αλλά εκείνος είχε γίνει έξαλλος. Ήταν πολύ ευαίσθητος με αυτό το θέμα και ένιωθε φοβερές ενοχές που είχε αποτύχει τόσο, αλλά η Σάρλοτ προσπαθούσε να του φτιάξει όσο μπορούσε το κέφι. Η προσπάθεια αυτή, μαζί με τη δική της συγκεκαλυμμένη απελπισία, της απορροφούσαν κάθε σταγόνα ενέργειας.
«Ψεύτης και υποκριτής γιατί;» άκουσε τον Τρόι να της λέει και θυμήθηκε ότι του μιλούσε. Τον τελευταίο καιρό έβρισκε τον εαυτό της να αφαιρείται εύκολα.
«Δεν ξέρεις;» τον προκάλεσε για να κερδίσει χρόνο. Είχε τόσα νεύρα που ήξερε ότι αν άνοιγε το στόμα της θα έχανε κάθε έλεγχο.
«Εγώ ξέρω ότι προσπάθησα να σε προστατεύσω. Να μη μάθεις τίποτα. Αλλά παρόλο που ο πατέρας σου ήθελε να μη μαθευτεί στα μέσα, ήταν θέμα χρόνου να σε έπαιρνε τηλέφωνο κάποιος καλοθελητής! Και συγγνώμη κιόλας, αλλά συνεχίζω να επιμένω ότι η θέση σου στις δύσκολες αυτές στιγμές είναι δίπλα στον πατέρα σου! Θα με μισούσες αν μάθαινες ότι το ήξερα και σε κράτησα μακριά του» της είπε και η Σάρλοτ του απέδωσε κάποιο δίκιο.
«Και τώρα σε μισώ» του πέταξε, αλλά ήξερε ότι έλεγε ψέματα.
«Δε με νοιάζει αν με μισείς, Σάρλοτ. Εγώ έκανα αυτό που έκρινα σωστό. Καταλαβαίνω ότι θέλεις χρόνο να ηρεμήσεις, αλλά να ξέρεις ότι αν χρειαστ….».
«Ευχαριστώ, Τρόι. Καλημέρα» τον διέκοψε και ακούμπησε με ορμή το ακουστικό στη βάση του.

Και μετά έβαλε τα κλάματα με την ησυχία της.


Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

carrying a suitcase


κεφάλαιο 75-fasten your seatbelts

Και έτσι η Σάρλοτ μπήκε στο αεροπλάνο που θα την έπαιρνε μακριά από τον Τρόι αλλά θα την έφερνε κοντά στον πατέρα της…

Οι τελευταίες μέρες είχαν περάσει πολύ γρήγορα. Η Σάρλοτ δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε έβγαλε τα εισιτήρια και πότε ήρθε η ώρα να αποχαιρετίσει τον Τρόι στο αεροδρόμιο. Όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε. Την Πέμπτη το βράδυ τής έκαναν ένα μικρό αποχαιρετιστήριο πάρτι και πέρασε σχετικά ωραία. Δηλαδή πολύ ωραία αν εξαιρέσεις αυτό το απαίσιο συναίσθημα ότι την ξερίζωναν από έναν τόπο που είχε μάθει να αγαπάει και να σέβεται.

Κι αυτή η αμηχανία…Κοβόταν με το μαχαίρι…Η Ιλέιν ήταν συγκινημένη, αλλά η γυναίκα δεν ήξερε τι να πει. Να την αποχαιρετίσει για λίγο ή για πάντα; Οι εργάτες συγκέντρωσαν χρήματα και της πήραν ένα δερμάτινο βραχιόλι με ένα χρυσό αστέρι για να το «φοράει στο Σαν Φρανσίσκο». Τι να πουν οι άνθρωποι; Εδώ δεν ήξερε αυτή και ο Τρόι πότε και αν θα γυρνούσε, θα ήξεραν αυτοί;

Και στο αεροδρόμιο…κόντεψε να σπάσει η καρδιά της. Προσπάθησε να δείξει ότι έχει αποδεχτεί την απόφαση του Τρόι και ότι η ιδέα του να γυρίσει για λίγο (;) στον πατέρα της ήταν η σωστότερη. Αλλά δεν είχε καμία επιθυμία να φύγει. Αυτή ήταν η αλήθεια. Περνούσαν τόσο καλά αυτές τις τελευταίες μέρες, που είχε ξεχάσει σχεδόν ότι θα έφευγε. Πίστευε μέχρι την τελευταία στιγμή ότι εκείνος θα άλλαζε γνώμη. Ότι θα της έλεγε να μείνει. Ακόμα και στο αεροδρόμιο, την ώρα που την αγκάλιασε, πιο σφικτά από το κανονικό, ήλπιζε μέσα της να της πει να μείνει κοντά του. Και όταν έσκυψε να δέσει τα κορδόνια της, για να του δώσει χρόνο να αλλάξει γνώμη, προσευχήθηκε να γονατίσει μπροστά της και να της πει να μείνει. Αλλά δεν έγινε τίποτα από όλα αυτά. Και τώρα βρισκόταν σε αυτό το μισητό αεροπλάνο με τις απαίσιες αεροσυνοδούς δίπλα από αυτόν τον φρικτό άνθρωπο και ετοιμαζόταν να απογειωθεί. Το ταξίδι θα διαρκούσε οκτώ ώρες μαζί με μια σύντομη στάση και είχε αγοράσει ένα περιοδικό για να χαζέψει μήπως και ξεχνιόταν λιγάκι. Αλλά πού…

Ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό που είχε γίνει. Η σχέση τους είχε ξεκινήσει με μια αμοιβαία αντιπάθεια, μετά τα έφτιαξαν, μετά τη χώρισε επειδή εκείνη έφυγε μακριά του, και τα ξαναβρήκαν λίγες μέρες πριν την διώξει. Μία σου και μία μου; Εκδίκηση; Μήπως όλο αυτό ήταν ένα καλοστημένο κόλπο για να πάρει το αίμα του πίσω; Ήταν εγωιστής. Της το είχε πει και το είχε διαπιστώσει και η ίδια. Ήταν δυνατόν να ήταν και τόσο εκδικητικός; Τα χείλη του όταν τη φιλούσαν, τα λόγια που της έλεγε όταν έκαναν έρωτα, δεν της άφηναν περιθώριο αμφισβήτησης. Έδειχνε να την αγαπάει. Αλλά γιατί της πρότεινε να φύγει; Μήπως όντως ήθελε να τη δοκιμάσει; Σε αυτή την περίπτωση, σε πόσο καιρό θα έπρεπε να του τηλεφωνήσει; Και να του πει τι; «Εντάξει, είδα το Σαν Φρανσίσκο και μάζεψα ήλιο. Τώρα μπορώ να γυρίσω στο ράντσο;».

 Από όλα αυτά όμως που είχαν συμβεί πιο πολύ την είχε προβληματίσει ένα τηλεφώνημα. Ενα τηλεφώνημα που είχε κατά λάθος κρυφακούσει. Ο Τρόι μιλούσε με τον πατέρα της. Δεν μπόρεσε να ακούσει πολλά. Μόνο ένα «Λούκας, δεν μπορώ να την κρατήσω άλλο εδώ». Και γι’ αυτό δεν ήταν σίγουρη. Αλλά αυτό πρέπει να είχε ακούσει. Τι συνέβαινε; Ο πατέρας της ουσιαστικά την είχε φορτώσει στον Τρόι και εκείνος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί; Μόνο ο πατέρας της θα έριχνε φως σε αυτή την κατάσταση. Θα τον ρωτούσε μόλις τον έβλεπε. Θα τον ρωτούσε με τι όρους είχε γίνει η συμφωνία της μετοίκησής της στο ράντσο. Τι είχαν συμφωνήσει αυτοί οι δύο; Είναι δυνατόν ο πατέρας της να ήθελε να την ξεφορτωθεί; Ως πότε πια θα ένιωθε παρείσακτη; Μόνο στο ράντσο είχε νιώσει οικεία. Μόνο εκεί ένιωθε ότι ήταν στο σπίτι της. Δύσκολη, απαιτητική ζωή, αλλά μεστή. Ουσιαστική.

Και τώρα πετούσε μακριά από αυτό. Και ο Νοέλ; Ο Τρόι τής είχε πει ότι θα τον φροντίσει μέχρι «να δουν τι θα κάνουν». Η Σάρλοτ ξεφύσησε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το αεροπλάνο επιτάχυνε για την απογείωση. Αυτό ήταν. Έφευγε. Δεν έγινε τίποτα από αυτά που έβλεπε στις ταινίες. Δεν εισέβαλε ο Τρόι με το ζόρι στην καμπίνα για να της κάνει πρόταση γάμου. Δεν την πήρε αγκαλιά και οι αεροσυνοδοί δε δάκρυσαν με την ευτυχία τους. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Αυτό που είχαν ζήσει είχε ημερομηνία λήξης.


Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να χαλαρώσει. Με λίγη τύχη, αν κατάφερνε να κοιμηθεί, θα έβλεπε τον Τρόι στα  όνειρά της. 

κεφάλαιο 74-κρύψτε τα μαχαίρια

«Και τα έβγαλες ήδη δηλαδή;» ρώτησε ο Τρόι το επόμενο πρωί. Ήταν Κυριακή και είχαν ξυπνήσει μαζί. Η Σάρλοτ είχε κάθε πρόθεση να εκμεταλλευτεί κυριολεκτικά και μεταφορικά και το τελευταίο λεπτό που είχε στη διάθεσή της μαζί του. Παρόλο που ήθελε να τον σκοτώσει.
«Ναι, ναι. Επειδή δεν έχουμε ίντερνετ, πήρα την Βίβι και μου τα έκλεισε αυτή. Φεύγω σε πέντε μέρες. Την Παρασκευή. Βράδυ κιόλας. Αλήθεια, θα με πας στο αεροδρόμιο;» ρώτησε εκείνη και ο Τρόι την κοίταξε νευριασμένος.
«Για ποιον με πέρασες; Φυσικά και θα σε πάω» είπε.
«Την τελευταία φορά με πήγε ο Μπομπ» του είπε εκείνη πικρά.
«Την τελευταία φορά πήγαινες να συναντήσεις τον πρώην σου» απάντησε εκείνος στον ίδιο τόνο.
«Καλά, μην πιάνουμε αυτή τη συζήτηση πάλι» είπε η Σάρλοτ και τον φίλησε στο κεφάλι ανάλαφρα ενώ ντυνόταν για να κατέβουν για πρωινό. Πεινούσε πολύ, μάλλον γιατί χθες το βράδυ είχαν βγει αργά για φαγητό στην πόλη. Είχαν πάει σε ένα παραδοσιακό αμερικάνικο εστιατόριο και έφαγαν μπέργκερ. Γύρισαν σχετικά αργά και πέρασαν ένα απολαυστικό βράδυ με πολύ σεξ και ελάχιστο ύπνο.
«Συμφωνώ» είπε ο Τρόι και σηκώθηκε κι αυτός να ντυθεί.
«Τρόι, η Ιλέιν μού είπε ότι θα κάνουν μια μικρή γιορτή για μένα την Πέμπτη το βράδυ. Ξέρεις εσύ κάτι;» τον ρώτησε και τον αγκάλιασε από πίσω. Φίλησε την πλάτη του και τον απελευθέρωσε.
«Όχι, δεν ξέρω κάτι. Αλλά είναι καλή ιδέα» είπε.
«Θέλω να καλέσω και τη Βίβι και τον Κρίστιαν. Θα μου λείψουν πολύ» μονολόγησε η Σάρλοτ και ο Τρόι γύρισε και την κοίταξε απότομα.
«Α μάλιστα…» είπε εκείνος και η Σάρλοτ συνειδητοποίησε τι είχε καταλάβει.
«Όποια και αν είναι η εξέλιξη…όλου αυτού…» είπε δειλά η Σάρλοτ «τους αγάπησα τους ανθρώπους εδώ» του είπε. Αλλά δεν είχε απαντήσει στο ερώτημα που έκαιγε στα μάτια του και η Σάρλοτ το ήξερε.
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»  τη ρώτησε εκείνος και έκατσε σε μια καρέκλα στο δωμάτιό του. Η Σάρλοτ βολεύτηκε στην αγκαλιά του.
«Δεν ξέρω. Θα γυρίσω λίγο να δω τον πατέρα μου. Ήταν πολύ καλή η ιδέα σου. ‘Η μάλλον η σύστασή σου» του είπε με συγκεκαλυμμένη ειρωνεία, αλλά ο Τρόι την πρόσεξε.
«Δεν έχω άδικο, Σάρλοτ. Λείπεις έξι μήνες. Μεγάλος άνθρωπος είναι. Μια κόρη έχει…»
«Ναι, ναι έχεις δίκιο» τον διέκοψε η Σάρλοτ ανυπόμονα. Φοβόταν ότι αν άκουγε κι άλλα θα ξεσπούσε το θυμό που έπνιγε μέσα της. «Βέβαια ο μεγάλος άνθρωπος που έχει μια κόρη μόνο και μπλα μπλα μπλα δεν έχει δείξει και μεγάλη ανυπομονησία να γυρίσω. Όσο ξέρεις εσύ ότι πέρασαν οι έξι μήνες, άλλο τόσο το ξέρει και αυτός. Και όσες φορές μιλήσαμε την τελευταία βδομάδα στο τηλέφωνο, δε μου έχει κάνει καμία νύξη» του είπε.
«Ο πατέρας σου είναι επιχειρηματίας. Δεν είναι ότι δε σε σκέφτεται και δε σε αγαπάει. Απλώς έχει άλλες σκοτούρες» είπε.
«Αυτό θα είναι» του είπε η Σάρλοτ, έξαλλη από μέσα της. «Γι’ αυτό και εγώ δεν πρόκειται ποτέ να παντρευτώ επιχειρηματία. Δε θα υποβάλω το παιδί μου στο μαρτύριο που πέρασα εγώ» του είπε και του χαμογέλασε πλατιά. Ο Τρόι δεν απάντησε.

Κατέβηκαν στο ισόγειο και έφαγαν μαζί μπισκότα και ψωμί με μέλι μαζί με τον καφέ τους. Μετά είδαν λίγη τηλεόραση και μίλησαν για τα διαδικαστικά του ταξιδίου της. Η Σάρλοτ καιγόταν να τον ρωτήσει ένα σωρό πράγματα αλλά δεν το έκανε. Τι θα γινόταν με τον Νοέλ; Θα έπαιρνε όλα της πράγματα μαζί; Θα γυρνούσε ποτέ πίσω ή την έδιωχνε με τον τρόπο του; Ωραίο αυτό το σουηδικό πρότυπο επικοινωνίας, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να θέσουν τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων.

«Τρόι, εσύ θα έρθεις καθόλου στο Σαν Φρανσίσκο;» τον ρώτησε ενώ άλλαζε κανάλια, όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε παρόλο που η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Δεν ξέρω. Θα εξαρτηθεί. Αν με καλέσουν…» της χαμογέλασε και η Σάρλοτ ανταπέδωσε.
«Μάλιστα» του είπε αλλά δεν του την έκανε τη χάρη. Την είχε ρίξει στο απόλυτο σκοτάδι και θα του το ανταπέδιδε.
«Πολύ χαίρομαι που το δέχτηκες όλο αυτό χωρίς δράματα» της είπε τελικά.
«Μάλλον με έχεις μπερδέψει με κάποια από τις κατίνες με τις οποίες συναναστρεφόσουν στο παρελθόν, αγάπη μου» είπε καυστικά εκείνη.
«Σάρλοτ» της είπε προειδοποιητικά. Και συνέχισε. «Απλώς εκτιμώ ότι το πήρες τόσο ψύχραιμα. Εγώ απλώς πρότεινα να επιστρέψεις λίγο στον πατέρα σου. Δε σε έδιωξα. Η ζωή είναι δική σου. Κάνεις ό,τι θες. Μια πρόταση έκανα…».
«Τρόι, όλα μπορώ να τα ανεχτώ, αλλά μη βγάζεις έξω την ουρά σου, σε παρακαλώ» θύμωσε εκείνη. «Μια πρόταση να πάω ταξίδι από εσένα, είναι κάτι παραπάνω από μια φιλική συμβουλή. Δηλαδή αν ήθελες να με διώξεις, τι θα έλεγες;» γέλασε πικρά.
«Δε θέλω να σε διώξω. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο σενάριο. Να επιστρέψεις λίγο στα μέρη σου. Στην τελική…» είπε εκείνος και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει «θα είναι μια καλή δοκιμασία για εμάς» της είπε. «Θα φοβόμουν πάντα μήπως σου λείψουν όλα όσα είχες μάθει».
«Α ναι! Αυτό είναι» γέλασε η Σάρλοτ. Γέλασε για να μην κλάψει. «Θα λέγαμε ότι είσαι υπέρμαχος της σοφής ρήσης ‘Αν αγαπάς κάτι... άστο ελεύθερο. Αν επιστρέψει, θα είναι δικό σου για πάντα... Αν δεν επιστρέψει, δεν ήταν ποτέ δικό σου’» τον ειρωνεύτηκε ανοιχτά. Ε πόσο να κρατηθεί;
«Διαφωνείς;» τη ρώτησε εκείνος, κοιτώντας τη άγρια.
«Απλώς δε νομίζω ότι η σχέση μας χρειαζόταν άλλες δοκιμασίες. Αλλά εφόσον εσύ θες να με δοκιμάσεις, θα σου πω κι εγώ ότι από τη στιγμή που θα πατήσω το πόδι μου στο Σαν Φρανσίσκο, θα ξεκινήσει η δική σου δοκιμασία».
«Δηλαδή;» έσμιξε εκείνος τα φρύδια του.
«Θα καταλάβεις πόσο ηλίθιος είσαι».
«Σάρλοτ!» τη μάλωσε εκείνος.
«Αγάπη μου» χαμογέλασε εκείνη γλυκά, σαν σκανταλιάρικο παιδί. «Αγαπουλάκι μου!».
«Σάρλοτ, είσαι τυχερή που είσαι τόσο όμορφη γιατί θα έτρωγες ένα χέρι ξύλο τώρα» είπε εκείνος σοβαρά.

«Άλλος το θέλει το ξύλο, Τρόι!» γέλασε εκείνη ανάλαφρα και άλλαξε συζήτηση. «Λοιπόν, λέγε, θα πάμε σινεμά απόψε;»

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

παπουτσάκια...ξινά! Scervino summer 14


κεφάλαιο 73-νομίζατε ότι τελειώσαμε; μπου χαχαχα

«Κοριτσάκι, σου έφερα ένα δωράκι!» είπε ο Τρόι μερικές μέρες μετά, και ακούμπησε στο κρεβάτι ένα ορθογώνιο τυλιγμένο δέμα.  Η Σάρλοτ ήταν ξαπλωμένη απολαυστικά στο κρεβάτι του και ο Τρόι είχε σηκωθεί πριν από μερικά λεπτά για να φέρει κάτι να τσιμπήσουν για πρωινό. Σήμερα ήταν Σάββατο και ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι. Το ράντσο είχε πολλές δουλειές την βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει και χρειάζονταν απεγνωσμένα δύο μέρες ξεκούραση.
«Μα τι είναι αυτό; Πάλι δώρο;» τον ρώτησε η Σάρλοτ και κοκκίνισε. Ο Τρόι ακούμπησε ένα δίσκο με καφέ και κρουασάν δίπλα της. «Είναι πέντε μέρες που…» κόμπιασε η Σάρλοτ, χωρίς να ξέρει πώς ακριβώς να θέσει την καινούργια κατάσταση μεταξύ τους «και με έχεις γεμίσει δώρα» γέλασε.
«Δε θα το ανοίξεις;» ρώτησε εκείνος και τη φίλησε στο κεφάλι τρυφερά. Η Σάρλοτ τού χαμογέλασε ντροπαλά. Ήταν πολύ ευτυχισμένη και δυστυχώς ό,τι απόφαση είχε πάρει ότι δε θα αφεθεί ξανά είχε εξανεμιστεί με το πρώτο του φιλί. Δεν είχαν συζητήσει τίποτα βέβαια για το μέλλον τους αλλά δεν αγχωνόταν. Ήταν σίγουρη ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς.
«Σάρλοτ!» τη μάλωσε εκείνος μαλακά. «Γιατί δεν ανοίγεις το δώρο; Γιατί με κοιτάς έτσι;» γέλασε.
«Σε κοιτάω γιατί είσαι κούκλος, Τρόι. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό» είπε με απίστευτη φυσικότητα η Σάρλοτ και γέλασε. Μετά έσκισε το περιτύλιγμα και αντίκρισε ένα ορθογώνιο λευκό κουτί παπουτσιών με το όνομα ενός γνωστού Ιταλού σχεδιαστή πάνω. Τον κοίταξε με κομμένη την ανάσα. Εκείνος χαμογελούσε.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε και χάιδεψε το κουτί.
«Δε θα το ανοίξεις;» την παρότρυνε εκείνος απαλά και η Σάρλοτ άνοιξε το κουτί με μια ανυπόμονη κίνηση. Έβγαλε από μέσα ένα ζευγάρι εντυπωσιακά πέδιλα και έμεινε για λίγο αμίλητη. Ήταν σε ένα υπέροχο πράσινο σμαραγδί, λεπτά, φίνα, με φτέρνα τόσο περίτεχνη που θύμισε φτέρωμα παγωνιού. Ήταν ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε δει σε παπούτσι τους τελευταίους μήνες. Ήταν τέλεια!
«Το έχουν και σε κίτρινο, αλλά μου άρεσε αυτό!» της είπε εκείνος, φανερά αμήχανος από τη σιωπή της. Η Σάρλοτ σηκώθηκε και τον αγκάλιασε σφικτά.
«Τρόι μου, είναι τέλεια! Τα πιο ωραία παπούτσια του κόσμου! Μα πώς τα βρήκες; Θα κόστισαν μια περιουσία!» του είπε και αμέσως γέλασε με αυτό που είχε πει. «Είδες; Αλλοτριώθηκα τελείως σε αυτό το ράντσο!».
«Μη σε νοιάζει πόσο κάνουν. Σου αρέσουν; Αυτό με νοιάζει» είπε εκείνος δυναμικά.
«Πώς γίνεται να μη μου αρέσουν;» τον φίλησε ξανά και ξανά, χοροπηδώντας στο κρεβάτι. «Αλλά πώς τα βρήκες; Τα παρήγγειλες;» ρώτησε εκείνη ενώ τα δοκίμαζε.
«Τα έφεραν σήμερα με ειδική παράδοση από Νέα Υόρκη. Τα παρήγγειλα χθες το πρωί. Κάπου τα πήρε το μάτι μου» είπε αδιάφορα.
«Ναι, αλλά πώς;» ρώτησε παραξενεμένη η Σάρλοτ. «Αφού μας έχει κοπεί το ίντερνετ εδώ και μία βδομάδα».
«Ε… έχει πρόβλημα η σύνδεση στο σπίτι, αλλά εγώ μπήκα από το κινητό μου» είπε εκείνος και μετά άλλαξε θέμα. «Είναι καλοκαιρινά. Σου αρέσει το πράσινο;».
«Μου αρέσει, ναι!» του είπε και κούμπωσε το λεπτό λουράκι. Ο Τρόι σφύριξε επιδοκιμαστικά. «Θα τα φορέσω πολύ το καλοκαίρι» του είπε και μετά σώπασε. Γύρισε και τον κοίταξε και κατάλαβε ότι το ρεύμα που διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της και την έκανε να χάσει τα λόγια της, είχε αγγίξει και εκείνον. Περνούσαν καλά. Απολάμβαναν τον έρωτά τους, μιλούσαν για όλους και όλα. Αλλά όχι για το μέλλον. Πού θα ήταν το καλοκαίρι; Κανονικά σε μία βδομάδα έληγε το εξάμηνο. Μπορούσε, αν ήθελε, να γυρίσει πίσω. Δεν το είχαν θίξει αυτό το θέμα. Αλλά της πήρε ένα ζευγάρι καλοκαιρινά πέδιλα. Τι σήμαινε αυτό; Σήμαινε κάτι; Αλλά και πάλι, που θα τα φορούσε αυτά τα εντυπωσιακά πέδιλα; Στο Μπέρλινγκτον; Αυτά ήταν παπούτσια για πασαρέλα, για μια πολύβουη μητρόπολη, για μια καλή δεξίωση. Το μυαλό της είχε γεμίσει σκέψεις, μπερδεμένες και επίπονες.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος και κατέβασε το κεφάλι του. Μήπως έπρεπε να το θίξει εκείνη το θέμα; Εκείνος δεν έδειχνε διατεθειμένος να το συζητήσει και ο καιρός περνούσε.
«Έχει…έχει καλό καιρό εδώ το καλοκαίρι;» τον ρώτησε μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Ο Τρόι γύρισε και την κοίταξε με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα. Τι να σκέφτεται, αναρωτήθηκε η Σάρλοτ.
«Δεν είναι και Σαν Φρανσίσκο» είπε εκείνος ήρεμα και χαμογέλασε.
«Ε σίγουρα....αλλά έχει καθόλου ζέστη;» επέμεινε η Σάρλοτ.
«Ας πούμε γύρω στους 30 βαθμούς. Φτάνει και 35 αλλά συνήθως είναι πιο χαμηλά» της είπε.
«Α ωραία…» ψέλλισε η Σάρλοτ.
«Σάρλοτ…» είπε ο Τρόι και γύρισε και εκείνη τον κοίταξε. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις, μόλις…τελειώσει τη δουλειά σου εδώ;» τη ρώτησε και πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του.
«Εξαρτάται, Τρόι» απάντησε η Σάρλοτ λίγο απότομα. Είχε αρχίσει να θυμώνει. «Από το αν θέλεις να μείνω» τον προκάλεσε.
«Σάρλοτ, δεν είναι εκεί το θέμα» είπε εκείνος έντονα.
«Και πού είναι, αγάπη μου;» τον ρώτησε η Σάρλοτ, τονίζοντας την προσφώνηση.
«Το θέμα είναι τι θες να κάνεις εσύ» είπε εκείνος.
«Α ωραία. Πετάς ξανά το μπαλάκι σε μένα» του είπε και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει μέσα στο δωμάτιο άσκοπα. Πώς έφτασε ως εδώ η συζήτηση; Πριν από μερικά  λεπτά ήταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι και αντάλλαζαν λόγια αγάπης. Πώς επέστρεψαν και πάλι στο μηδέν; Γιατί δεν μπορούσαν να βρουν λύση;
«Δεν μπορώ να σε αναγκάσω να μείνεις» είπε εκείνος σθεναρά.
«Μπορείς να μου το ζητήσεις όμως» είπε εξίσου σθεναρά εκείνη, αντάξιος αντίπαλός του.
«Πιστεύω στην αυτοδιάθεση» είπε εκείνος.
«Κι εγώ πιστεύω στα ζώδια» τον ειρωνεύτηκε.
«Μην φέρεσαι παιδιάστικα» τη μάλωσε.
«Εγώ φέρομαι παιδιάστικα; Εσύ κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου. Εδώ που έφτασε η συζήτηση, πρέπει να τη φτάσουμε στο τέρμα. Λοιπόν, ξεκαθάρισέ μου τι θες».
«Εγώ θέλω ό,τι είναι καλύτερο για σένα. Και πιστεύω ότι πρέπει να γυρίσεις στο Σαν Φρανσίσκο για λίγο καιρό έστω. Λείπεις καιρό από τον πατέρα σου και μπορεί να σε έχει ανάγκη» της είπε. Η Σάρλοτ ρίγησε.
«Γιατί; Τι έχει γίνει;» τον ρώτησε έντρομη.
«Τίποτα δεν έχει γίνει. Αλλά είναι μεγάλος άνθρωπος και μόνο εσένα έχει στον κόσμο. Έχει τόσο καιρό να σε δει. Δεν έχω δικαίωμα να σε κρατήσω μακριά του» είπε.

«Δεν δίνεις ξεκάθαρη απάντηση, Τρόι, και στις δικαιολογίες είσαι πρώτος. Όπως επιθυμείς, λοιπόν» του είπε και ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι, φαινομενικά ήρεμη ενώ μέσα της έβραζε. «Θα κλείσω σήμερα κιόλας τα εισιτήριά μου. Σε μία βδομάδα επιστρέφω στον πατέρα μου» του είπε και ένιωσε μια μικρή λάμψη χαράς όταν τον είδε να σφίγγει το σαγόνι του. «Μα γιατί κάθεσαι εκεί;» τον προκάλεσε. «Έλα να φάμε μαζί πρωινό, αγάπη μου».

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 72-ένα δωράκι για εσάς, επειδή έχει καλό καιρό!

«Τι…τι έγινε;» ψέλλισε με δυσκολία η Σάρλοτ. Την πονούσε τα κεφάλι της και ένιωθε κουρασμένη. Αλλά δεν ήταν αυτό που την προβλημάτιζε. Την προβλημάτιζε ότι βρισκόταν στην αγκαλιά του Τρόι, ενώ εκείνος είχε ανασηκωθεί λιγάκι και διάβαζε ένα περιοδικό. Έτσι άνετα. Λες και ήταν ένα απλό κυριακάτικο πρωινό και εκείνοι ήταν χρόνια ζευγάρι. Η Σάρλοτ κοίταξε το ρολόι δίπλα της.
«Δεν είναι δυνατόν! Είναι δώδεκα! Τι έγινε; Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;» είπε η Σάρλοτ σοκαρισμένη ενώ προσπαθούσε να βάλει τα μαλλιά της και τις σκέψεις σε μια κάποια τάξη. Αλλά ήταν ανώφελο.
«Ηρέμησε λιγάκι» της είπε εκείνος και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Άφησε το περιοδικό του στο κομοδίνο και τη φίλησε απαλά στο μέτωπο. «Έχεις πέσει ο πυρετός. Ευτυχώς. Κάτι περαστικό ήταν» της είπε, φανερά ανακουφισμένος.  
«Τρόι, τι έγινε; Γιατί δεν πήγες δουλειά;» τον ρώτησε η Σάρλοτ. «Και κυρίως, τι κάνεις εδώ;».
«Φοβήθηκα χθες βράδυ. Έμεινα εδώ για να βεβαιωθώ ότι είσαι καλά. Δεν κοιμήθηκα πολύ, και έτσι…» της είπε και χαμογέλασε. «Έκανα κοπάνα» γέλασε.
«Γιατί δεν κοιμήθηκες; Τι έγινε;» τον ρώτησε τρομαγμένη και τράβηξε ενστικτωδώς τα σκεπάσματα προς τα πάνω.
«Τίποτα, τίποτα, μην πάει στο πονηρό το μυαλό σου!» γέλασε εκείνος.
«Και πού να πάει; Γιατί είμαστε ξαπλωμένοι αγκαλιά λες και…;» ρώτησε η Σάρλοτ.
«Δε θυμάσαι;» ρώτησε ο Τρόι.
«Τι να θυμάμαι; Θεέ μου!» είπε η Σάρλοτ. Ήταν πραγματικά τρομαγμένη. Είναι δυνατόν να είχε γίνει αυτό που νόμιζε; Είχαν κάνει έρωτα; Και γιατί; Μήπως…μήπως μέσα στη ζαλάδα του πυρετού τον παρακάλεσε; Μήπως του είπε πώς νιώθει; Θεέ μου, ντροπή.
«Όχι, όχι!» γέλασε ο Τρόι. Η Σάρλοτ τον κοίταξε απορημένη. Τι κέφι ήταν αυτό;
«Ανέβασες πολύ πυρετό κατά τα μεσάνυχτα και παρά το χάπι δεν κατέβαινε. Κάναμε ένα μπάνιο…και μετά φοβήθηκα να σε αφήσω μόνη. Αυτό είναι όλο» της είπε και ανασήκωσε τους ώμους.
«Τι εννοείς ότι κάναμε μπάνιο;» ρώτησε η Σάρλοτ συλλαβίζοντας σχεδόν.
«Σε έβαλα να κάνεις ένα κρύο ντους για τον πυρετό. Μα δε θυμάσαι;» τη ρώτησε και όταν δεν πήρε απάντησε συνέχισε. «Απλώς δε γινόταν να μη βραχώ, κι έτσι μπήκα κι εγώ» την αποτελείωσε με την ηρεμία του.
«Και πώς; Δηλαδή με έγδυσες;» τον ρώτησε και σήκωσε δειλά τα σκεπάσματα. Συνειδητοποίησε ότι φορούσε ένα σορτσάκι και ένα φανελάκι αλλά καθόλου εσώρουχα.
«Δεν είναι και η πρώτη φορά δα» είπε εκείνος ουδέτερα. «Πώς κάνεις έτσι; Για να σε βοηθήσω το έκανα».
«Γιατί δε θυμάμαι τίποτα;» είπε η Σάρλοτ.
«Από τον πυρετό φαντάζομαι. Ίσως είχες χάσει λίγο τις αισθήσεις σου».
«Θεέ μου, τι ντροπή!» αναφώνησε εκείνη και έκρυψε το κεφάλι της κάτω από το πάπλωμα. Το γέλιο του Τρόι τής έφτιαξε κάπως το κέφι.
«Πολύ ώριμο!» της είπε και συνέχισε να γελάει.
«Τρόι, ντρέπομαι τόσο πολύ! Άλλο να με γδύνεις όσο είμαστε ζευγάρι, άλλο τώρα…Ντρέπομαι τόσο πολύ. Και δε θυμάμαι τίποτα…Θεέ μου! Μήπως είπα και τίποτα; Παραμιλούσα;» τον ρώτησε δειλά.
«Όχι, όχι» είπε εκείνος καθησυχαστικά. «Επαναλάμβανες το όνομά μου συνέχεια αλλά μάλλον επειδή σε βοηθούσα» είπε.
«Δόξα τω Θεώ που δεν είπα καμιά βλακεία» είπε η Σάρλοτ και ξεφύσησε με ανακούφιση.
«Σαν τι να πεις δηλαδή;» γέλασε εκείνος και ακούμπησε ξανά το χέρι του στο μέτωπό της. «Μια χαρά είσαι» της είπε αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
«Ωραία, τότε» είπε η Σάρλοτ και προσπάθησε να σηκωθεί απ΄το κρεβάτι, αλλά ο Τρόι της έπιασε τον καρπό δυνατά.
«Πού πας;» τη ρώτησε σοβαρά, με ένα βλέμμα που θύμιζε πεινασμένο λιοντάρι.
«Έλεγα να πάω να φορέσω εσώρουχα για αρχή» γέλασε αμήχανα η Σάρλοτ. Είχε καιρό να ξυπνήσει στο πλάι του και τα συναισθήματα που ένιωθε κόντευαν να την πνίξουν. Ήταν τόσο όμορφος…Τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν και τα μαλλιά του ήταν υπέροχα ανακατωμένα. Πολύ θα ήθελε να αφεθεί σε όλο αυτό, να ξαπλώσει δίπλα του και να απολαύσει την αγκαλιά του για όσο κρατούσε, αλλά δεν μπορούσε. Δεν άντεχε άλλη απογοήτευση.
«Δεν υπάρχει λόγος» της είπε εκείνος και την τράβηξε κοντά του. Η Σάρλοτ προσπάθησε να αντισταθεί αλλά όταν σκέπασε τα χείλη της με τα δικά του, δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Ανταπέδωσε τα αχόρταγα φιλιά του με όσο πάθος έκρυβε επιμελώς τόσο καιρό.
«Αγάπη μου» του είπε ξεψυχισμένα και αυτός την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και συνέχιζε να τη φιλάει ξανά και ξανά, απεγνωσμένα, στα χείλη, στο λαιμό, στους ώμους και ξανά στα χείλη.
Ξαφνικά, ο Τρόι την ακινητοποίησε με το βάρος του και ξάπλωσε πάνω της συνεχίζοντας να τη φιλάει σαν τρελός. «Μου έλειψες τόσο πολύ» της έλεγε ξανά και ξανά και η Σάρλοτ άρχισε να δακρύζει από την ηδονή που απλώθηκε στο σώμα της και στην καρδιά της.
«Ναι…» παραπονέθηκε εκείνη ενώ ο Τρόι την έγδυνε «αν δεν πάθω κάτι…»
«Πιστεύεις ότι είναι η ώρα να το συζητήσουμε;» τη ρώτησε χαμογελώντας σατανικά ενώ είχε αρχίσει να χαράσσει ένα υγρό μονοπάτι με τη γλώσσα του από το λαιμό της ως ανάμεσα στα στήθη της.
«Δεν μπορώ να το ξαναπεράσω αυτό» είπε αδύναμα η Σάρλοτ και αμέσως μετά αναστέναξε. Το χέρι του χώθηκε στα μαλλιά της και εκείνος τρίφτηκε πάνω της. Τον ένιωθε έτοιμο. Ήταν θέμα χρόνου να γίνει δική του. Άλλωστε…ήταν πάντα δική του.
«Τι θέλεις να ακούσεις;» τη ρώτησε σχεδόν θυμωμένος, ενώ το χέρι του χάιδευε το στήθος της ήρεμα. Η Σάρλοτ τεντώθηκε σαν τόξο. «Δεν το πιστεύω ότι κάνουμε σεξ και τσακωνόμαστε ταυτόχρονα» είπε εκείνος εύθυμα.
«Αν είχαμε λύσει τα προβλήματα όταν έπρεπε…» είπε η Σάρλοτ αλλά δεν ολοκλήρωσε γιατί ο Τρόι τη φίλησε. Η γλώσσα του άρχισε ένα μανιασμένο παιχνίδι με τη δική της και έτσι πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα  απόλυτης ερωτικής μαγείας.
«Σ’ αγαπάω, χαζή» της ψιθύρισε στο αφτί και η Σάρλοτ πάγωσε. Είχε ακούσει καλά; «Σ’αγαπάω» της επανέλαβε και γλίστρησε απαλά μέσα της. «Είμαι τρελός για σένα, αλλά δεν ξέρω πώς να σε κρατήσω» της είπε και άρχισε να κινείται μέσα της αργά στην αρχή αλλά μετά με μεγαλύτερη ταχύτητα και ένταση. «Σε κοιτάω και τρέμω…Είσαι τόσο όμορφη, τόσο τέλεια…τι μπορώ να σου προσφέρω εγώ;» μονολόγησε εκείνος.
«Αυτό!» είπε η Σάρλοτ δακρύζοντας, ανίκανη να ελέγξει το κύμα αυτό που την έπνιγε. «Κάνε μου έρωτα έτσι συνέχεια και δε θα φύγω ποτέ!» του γέλασε και μετά δε μίλησε κανείς. Μέχρι που ο Τρόι την οδήγησε στην έκσταση και την ακολούθησε κι αυτός μετά από μερικά λεπτά. Έμειναν αγκαλιασμένοι για μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Ο Τρόι την είχε αγκαλιά του και εκείνη φιλούσε απαλά το στέρνο του.
«Σ’ αγαπάω» της είπε εκείνος ξανά, πιο σταθερά και δυναμικά από κάθε άλλη φορά. «Σου το επαναλαμβάνω για να το ξέρεις. Για να μη νομίζεις ότι το είπα πάνω στην έξαψη…».
«Δεν μου πέρασε από το μυαλό» είπε η Σάρλοτ.
«Εσύ;» ρώτησε εκείνος και σφίχτηκε. «Μου είχες πει…» είπε αμήχανα.
«Με ρωτάς αν σε αγαπάω;» ψιθύρισε εκείνη απορημένη. «Είναι δυνατόν να μην το έχεις καταλάβει; Σε λατρεύω» του είπε δυναμικά.
«Α, τι ωραία!» είπε εκείνος εύθυμα. «Αγαπιόμαστε!».
Η Σάρλοτ κοίταξε τον Τρόι απορημένη. «Απορώ μαζί σου ώρες ώρες! Άφησες τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ…Περάσαμε τόσες εβδομάδες χώρια επειδή είσαι εγωιστής και ξεροκέφαλος. Και τώρα…κάνεις λες και δεν είχες καταλάβει πόσο πολύ σε αγαπούσα. Δε μου έδωσες ευκαιρία να σου εξηγήσω…να σου το δείξω…».
«Ήμουν μπερδεμένος, κορίτσι μου» της είπε απαλά. «Και ακόμα είμαι. Είναι τόσα αυτά που μας χωρίζουν…» της είπε.
«Και άλλα τόσα αυτά που μας ενώνουν!» είπε δυναμικά η Σάρλοτ και ανακάθισε. «Γιατί δεν εστιάζουμε σε αυτά; Υπάρχουν σχέσεις που στηρίχτηκαν σε λιγότερα! Ζευγάρια που προέρχονται από διαφορετικά κράτη, ζευγάρια από διαφορετικές θρησκείες και πολιτισμούς, ζευγάρια με διαφορά ηλικίας και ζευγάρια με προβλήματα υγείας. Και τα καταφέρνουν. Το παλεύουν, Τρόι! Το συζητάνε!» συμπλήρωσε χωρίς να πάρει ανάσα.
«Έχεις δίκιο» της είπε εκείνος και την ανάγκασε να ξαπλώσει ξανά δίπλα του. «Απλώς εγώ…ξέρεις πώς είμαι…» της είπε. «Είναι ακόμα πολύ καινούργιο όλο αυτό για μένα. Δεν έχω μάθει να σκέφτομαι για δύο, να βάζω νερό στο κρασί μου».
«Μπορείς να δοκιμάσεις; Θες να προσπαθήσεις; Εγώ είμαι εδώ και διατίθεμαι να σε βοηθήσω».
«Είναι ανυπέρβλητα τα εμπόδια.».
«Είναι ανυπέρβλητος ο εγωισμός σου».
« Μπορώ να προσπαθήσω».
«Θα χαρώ πολύ».
«Ε τότε, εντάξει» είπε εκείνος και χαμογέλασε. «Αν είναι να χαρείς…αυτό θέλω. Θέλω να είσαι χαρούμενη» της είπε.
«Αν είναι να είμαι χαρούμενη…θα πρέπει να είμαστε συνεχώς στο κρεβάτι» είπε η Σάρλοτ και τον φίλησε.
«Και τι θα τρώμε; Και πώς θα πηγαίνουμε ταξίδια και θα κάνουμε έξοδα;» γέλασε εκείνος. «Πρέπει να δουλέψω και λίγο».
«Σώπα τώρα, Τρόι. Λεφτά έχουμε!» είπε η Σάρλοτ. «Μας φτάνουν για να περνάμε καλά. Έχεις ικανούς συνεργάτες. Παράτα τα όλα και μείνε στο κρεβάτι μαζί μου για πάντα. Αφού…μόνο σε αυτό το δωμάτιο έχουμε καλή επικοινωνία» του είπε.
«Αυτό είναι αλήθεια!» είπε εκείνος και γέλασε.

Και μετά, έκαναν ξανά έρωτα.



Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 71-συγγνώμη, αναγνώστριές μου, αλλά είχα κουραστική εβδομάδα!

«Ε…ήρθα να δω τι κάνεις. Έφυγες λίγο απότομα και…» ψέλλισε ο Τρόι. Είχε ανοίξει την πόρτα δειλά δειλά και τώρα κρατούσε αμήχανα  το χερούλι λες και από αυτό κρινόταν η ζωή του. Η Σάρλοτ δεν μίλησε. Τον κοίταζε ξανά και ξανά, με μισάνοιχτο το στόμα. Δεν πίστευε ποτέ ότι θα γινόταν αυτό. Το ευχήθηκε, αλλά δεν περίμενε να έρθει στο δωμάτιό της. Τι να σήμαινε αυτό; Χαμογέλασε λίγο αδέξια και κατέβασε τα μάτια. Δεν ήξερε τι να του πει κι έτσι σώπασε. Φοβόταν μήπως μιλήσει, και διαλύσει αυτό το όνειρο.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Τρόι, επιμένοντας αυτή τη φορά με τον τόνο του για κάποια απάντηση. Η Σάρλοτ τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι το σαγόνι και ψέλλισε ότι  είναι καλά. Μόνο αυτό. Αλλά ο Τρόι, ευτυχώς για εκείνη, δεν πείστηκε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και πλησίασε το κρεβάτι της. Έκατσε δίπλα της και την κοίταξε για μια ατελείωτη στιγμή.
«Τι έπαθες;» τη ρώτησε απαλά.
«Τίποτα. Απλώς ζαλίστηκα λιγάκι. Ξέρεις, όταν κουράζομαι…» του είπε διπλωματικά.
«Συγγνώμη για τον τρόπο μου. Είμαι απαράδεκτος» της είπε εκείνος και η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Ένα μικρό βήμα για τον Τρόι, ένα μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα; Και πώς την κοιτούσε έτσι…Η Σάρλοτ ένιωσε να την πλημμυρίζει η γαλήνη που ένιωθε τότε, όταν ήταν μαζί. Ένιωθε να βουλιάζει σε σαντιγί. Ένιωθε σαν να πετούσε…
«Δεν είναι αυτό…εγώ…» ξεκίνησε να του λέει αλλά τη διέκοψε.
«Σώπα, Σάρλοτ» είπε εκείνος δυναμικά. «Ξέρω τι σε πείραξε. Με τσιγκλάς κι εσύ, αλλά εγώ δεν πρέπει να σου μιλάω έτσι. Είσαι φιλοξενούμενη στο σπίτι μου. Οι κανόνες ευγένειας επιβάλλουν να σου φέρομαι με σεβασμό» της είπε και η Σάρλοτ ανασηκώθηκε. Η ανάσα της είχε κοπεί από το θυμό της και ήθελε να αλλάξει θέση γιατί νόμιζε ότι θα πνιγεί.
«Φιλοξενούμενη, διάολε;» του φώναξε. Ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στα γόνατα προσπαθώντας να τον σπρώξει αλλά ο Τρόι της έπιασε τα χέρια και την ακινητοποίησε χωρίς δεύτερη προσπάθεια.
«Τι έπαθες; Κάτσε κάτω ήσυχη» τη μάλωσε, αλλά η Σάρλοτ συνέχισε να αναδεύεται στην αγκαλιά του, προσπαθώντας μάταια να απελευθερωθεί.
«Φιλοξενούμενη, διάολε; Φιλοξενούμενη;» ούρλιαζε και έκλαιγε μαζί, ανίκανη να ελέγξει την απογοήτευσή της. Αλλά ο Τρόι έδειχνε να απορεί με τη συμπεριφορά της. «Ήρθες μέχρι εδώ…Νόμιζα…Και μου λες ότι είμαι φιλοξενούμενη; Βγες έξω!» φώναξε ξανά, και ο Τρόι την ανάγκασε να ξαπλώσει, κρατώντας δυνατά τους καρπούς της πάνω από το κεφάλι της..
«Ηρέμησε. Έχεις πάθει υστερία» της είπε και αφού την άφησε, άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά ήρεμα, μέχρι που η Σάρλοτ σταμάτησε να του επιτίθεται σαν τίγρης. «Μα τι συμβαίνει; Εσύ καις!» της είπε τρομαγμένος, ακουμπώντας την παλάμη του ανάποδα πάνω στο μέτωπό της.
«Καλά, είμαι» του είπε και γύρισε με απέχθεια το πρόσωπό της πλάι. «Μην μπαίνεις στον κόπο. Μια φιλοξενούμενη είμαι» τον ειρωνεύτηκε.
«Είσαι άρρωστη. Έχεις πυρετό» της επανέλαβε εκείνος ήρεμα. «Γιατί δεν μου είπες τίποτα;» τη ρώτησε ήρεμα.
«Δεν το ήξερα» του είπε αδιάφορα.
«Περίμενε εδώ» της είπε αυταρχικά και την άφησε στο δωμάτιο μόνη. Η Σάρλοτ είχε σχεδόν αποκοιμηθεί, έτσι εξαντλημένη όπως ήταν, αλλά ο Τρόι την ξύπνησε όταν γύρισε μετά από μερικά λεπτά. Της έδωσε ένα χαπάκι για τον πυρετό, της πήρε τη θερμοκρασία και τη βοήθησε να αλλάξει φανέλα γιατί είχε ιδρώσει. Όλα αυτά μηχανικά, χωρίς συναίσθημα. Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι πραγματικά δεν εννοούσε αυτό όταν προσευχόταν να έρθει στο δωμάτιό της. Αν ήθελε ένα νοσοκόμο-ρομπότ, θα μπορούσε να περιμένει απλώς μερικά χρόνια.
«Πονάει το κεφάλι σου;» τη ρώτησε και εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Τα παίρνεις τα φάρματα για τον ίλιγγο;» επέμεινε εκείνος και εκείνη έγνεψε καταφατικά. Ο Τρόι γέλασε.
«Τι είναι; Δε θα μου μιλήσεις;» την πείραξε.
«Δεν έχω να σου πω κάτι» του είπε και γύρισε στο πλάι.
«Γιατί είσαι τόσο θυμωμένη μαζί μου;  Δε βλέπεις ότι προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο για σένα;» τον άκουσε να της λέει και ο θυμός της επανήλθε δριμύτερος.
«Το καλό μου το ξέρω εγώ καλύτερα» του είπε. «Μπαμπά έχω! Δε θέλω και δεύτερο!»
«Σάρλοτ, μην το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο». Ένα αμυδρό φως ήταν το μόνο που φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο. Έξω επικρατούσε η απόλυτη σιωπή. Μόνο μερικά πουλιά ακούγονταν, αλλά  και αυτά σε απόσταση. Η Σάρλοτ δεν ήταν σίγουρη ότι τον είχε ακούσει. Δεν ήταν σίγουρη ότι αυτό που ζούσε ήταν αληθινό.
«Δέκατα είναι, μην ανησυχείς. Θα τα πούμε αύριο» του είπε η Σάρλοτ, θέλοντας να κλείσει εκεί τη συζήτηση, πριν αρχίζει να κλαίει ξανά μπροστά του.

Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα αλλά ο Τρόι δεν κουνήθηκε. Πίσω από την πλάτη της άκουσε ένα θρόισμα, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Αλλά όταν ο Τρόι σήκωσε το πάπλωμα και ξάπλωσε δίπλα της, όταν την πήρε στην αγκαλιά του και φίλησε τρυφερά τον ώμο της, ήξερε ότι κάπου εκεί πάνω, τελικά υπήρχε Θεός. Και την άκουγε.


Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 70-σκέψεις ΙΙ

Έλα. Αν με ακούς, έλα. Αν ακούς τις σκέψεις μου όπως εγώ τις δικές σου, έλα. Αν με αγαπάς όπως σε αγαπώ εγώ, έλα. Μη με αφήνεις έτσι μόνη, να κλαίω κάτω από τα σκεπάσματα που αγόρασες ειδικά για μένα λίγο πριν έρθω. Έλα, να με πάρεις αγκαλιά και να μου πεις ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι κατάφερες να ξεπεράσεις τον εγωισμό που σε πνίγει και θες να είμαστε μαζί. Πες μου ότι δε θες να φύγω και δε θα κάνω ούτε βήμα. Πες μου ότι θες να μείνω και δε θα απομακρυνθώ ούτε μέτρο. Αλλά μη με αφήνεις να αναρωτιέμαι, να φοβάμαι, να ανησυχώ. Να ανησυχώ ότι όσα ζήσαμε τα ξέχασες κιόλας. Ότι ήδη ψάχνεις την επόμενη γυναίκα. Δεν αντέχω σε αυτή την ιδέα. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη γυναίκα στην αγκαλιά σου. Το είδα μια φορά φευγαλέα, πριν καν καταλάβω πόσα σημαίνεις για μένα και ράγισε η καρδιά μου. Φαντάσου τώρα…Δε θα το αντέξω. Γι’ αυτό σου λέω, έλα. Κάνε πέρα όλα όσα σε κρατάνε μακριά μου. Δεν μπορεί να αδιαφορείς όσο δείχνεις. Δεν μπορεί να είναι τόσο μονόπλευρο αυτό που ζω. Δεν γίνεται όλα αυτά τα λόγια που μου είπες να ξεγράφτηκαν ήδη από μέσα σου.

Έλα, αγάπη μου. Δεν μπορεί να μην ακούς τις σκέψεις μου. Δεν μπορεί. Λένε ότι αν θέλεις κάτι πολύ το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις. Εγώ θέλω να έρθεις, να με πάρεις αγκαλιά. Κι ας είναι για τελευταία φορά. Ένα τελευταίο βράδυ μαζί. Δεν το αξίζω; Μετά μπορείς και πάλι να γυρίσεις στην αδιάφορη συμπεριφορά σου. Αλλά μόνο για απόψε…Έλα μόνο για απόψε. Μια σχέση σαν τη δική μας, δεν γίνεται να τελειώσει έτσι. Δεν το δέχομαι. Δε γίνεται μια μέρα να φτιάξω βαλίτσες και να σε χαιρετίσω με μια χειραψία ή ένα φιλί στο μάγουλο. Εμείς οι δύο…Νόμιζα ότι είχαμε κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο ουσιαστικό. Κι ας ήταν τόσο σύντομο. Έμαθα τόσα πολλά από εσένα. Έγινα καλύτερος άνθρωπος, πιο ταπεινός. Ήρθα εδώ μισώντας σε. Η ζήλια με κατέτρωγε και σε λίγες βδομάδες με έκανες να σε εκτιμήσω, να σε αγαπήσω. Τώρα πια το μόνο που θέλω είναι να μείνω κοντά σου. Αλλά δε μου λες τίποτα. Μια πρόταση στα πεταχτά, επειδή φοβάσαι μήπως δυσκολευτώ εκεί έξω. Λες και είμαι μωρό. Δεν είμαι αδύναμη. Μπορώ να τα καταφέρω. Όπως τα κατάφερνα τόσα χρόνια. Θα το κάνω και τώρα. Απλώς θα μου λείπεις. Και θα σε σκέφτομαι. Και θα συγκρίνω κάθε άντρα μαζί σου. Ότι θες να μείνω. Αυτό θέλω να ακούσω. Όχι «μείνε γιατί…». Μείνε γιατί θέλω να μείνεις. Και θα μείνω. Αλλά δε θα μείνω αν δε μου το πεις. Αν δεν κάνεις ένα βήμα πίσω. Αν δε μου δείξεις ότι κάνεις κι εσύ θυσίες όπως είμαι έτοιμη να  κάνω κι εγώ.


Έλα, αγάπη μου. Έλα, Τρόι μου. Χτύπα την πόρτα μου και μπες μέσα και δε θα σε ρωτήσω τίποτα. Δε θα με νοιάζει τίποτα. Μόνο να με πάρεις στην αγκαλιά σου και οι λέξεις δε θα έχουν σημασία. Θα μιλήσουν τα κορμιά μας. Και είμαι σίγουρη ότι αυτά είναι πιο ειλικρινή από τα λόγια μας. Έλα, Τρόι μου, και νιώθω τόσο μόνη… Σε αγαπάω τόσο πολύ και τρομάζω στην ιδέα ότι θα περάσω κι άλλο βράδυ μακριά σου. Σε παρακαλώ, αν με ακούς, αν με σκέφτεσαι, έλα. Χτύπα την πόρτα και μπες μέσα. Στο δωμάτιο, στο κορμί μου, στη ζωή μου πάλι….

Κεφάλαιο 69-σκέψεις

Τι ηλίθιος που είμαι. ‘Η μάλλον όχι ηλίθιος. Κάθαρμα. Πού το πάω με αυτή τη συμπεριφορά μου; Εντάξει, το έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει ελπίδα μεταξύ μας. Δε χρειάζεται να είμαι και τόσο…περιγραφικός. Δεν είναι ανάγκη να γυρίζω το μαχαίρι στην πληγή. Γιατί και εκείνη υποφέρει, αλλά και εγώ. Πώς είναι δυνατόν να ξεστομίζω όλες αυτές τις κακίες; Είμαι σίγουρος ότι τα λέω όλα αυτά για να τα ακούω. Γιατί πρέπει να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια σαν mantra μήπως και τα πιστέψω.

Θεέ μου, πώς πέρασε έτσι ο καιρός; Σαν χθες μου φαίνεται η στιγμή που την είδα πρώτη φορά. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε και ένιωσα σαν να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια μου. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και ένιωσα έτσι όπως νιώθει κάποιος όταν βλέπει κάτι απόλυτα τέλειο. Εγώ ήξερα εκείνη τη στιγμή ότι δεν επρόκειτο στη ζωή μου ποτέ να δω κάτι πιο όμορφο. Ακόμα και σήμερα, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, μπορώ να βάλω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο ότι είναι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει και δεν πρόκειται καμία γυναίκα ποτέ να συγκριθεί μαζί της. Το πώς θα συνεχίσω και πώς θα φτιάξω εγώ οικογένεια με κάποια σίγουρα κατώτερή της είναι ένα ερώτημα που με απασχολεί αλλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι γιατί πάω να τρελαθώ.

Να πάω να της χτυπήσω; Να δω τι κάνει; Έφυγε βιαστική. Μάλλον την έκανα να κλάψει. Διάολε, γιατί της φέρομαι έτσι; Τι ωφελεί όλη αυτή η σαδιστική συμπεριφορά; Αυτή δεν ξέρει τι επίδραση έχει πάνω μου. Αυτή ξέρει μόνο όσα της δείχνω. Ότι αδιαφορώ. Ότι έχω ξεχάσει όσα ζήσαμε. Δεν ξέρει ότι καίγομαι από πόθο κάθε φορά που την βλέπω, ότι την κοιτάω κρυφά όταν δε με βλέπει, ότι κοιτάω με μίσος το ημερολόγιο, ότι δεν μπορώ να φανταστώ πόσο άδειο θα είναι το σπίτι, το ράντζο, η ζωή μου όταν θα φύγει. Δε χρειάζεται να τη στενοχωρώ. Σε λίγες μέρες θα φύγει από κοντά μου και όσο καιρό έμεινε εδώ μόνο καλό έκανε. Δούλεψε σκληρά και έκανε τη ζωή όλων μας πιο όμορφη. Και τώρα θα φύγει, και θα είναι μόνη της εκεί έξω. Θα έχει τον πατέρα της βέβαια, αλλά δε θα είμαι εκεί να τη στηρίξω, να τη βοηθήσω με τις δυσκολίες που ξέρω ότι θα αντιμετωπίσει. Αλλά γιατί δε μένει λιγάκι; Της το είπα, έμμεσα και άμεσα, αλλά δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Ε βέβαια, τι να κάνει εδώ; Δεν είναι μόνο οι συνθήκες απωθητικές, αλλά και η συμπεριφορά μου.

Δε θα ανέβω πάνω να την παρηγορήσω. Όχι επειδή αδιαφορώ. Αλλά επειδή δε θέλω να φανεί το πόσο ενδιαφέρομαι. Είμαι εγωιστής. Δεν ξέρω άλλον τρόπο να προστατεύσω τον εαυτό μου.


Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 68-παρτίδα σκάκι

«Μα τι όμορφη που είσαι σήμερα, πριγκίπισσα! Και τι ωραίο φόρεμα είναι αυτό που φοράς! Σου πάει πολύ το γαλάζιο» είπε ο Τρόι στη μικρή Λίλι και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Η Σάρλοτ, η οποία είχε δει τουλάχιστον άλλες δέκα τέτοιες αγκαλιές, τους χάζεψε για μερικά δευτερόλεπτα και συνέχισε να στύβει λεμόνια.  Ήθελε να φτιάξει μια κανάτα δροσερή λεμονάδα και έπρεπε να στύψει τουλάχιστον 15 από δαύτα, παρά την κούρασή της.

Εδώ και μία βδομάδα που η Μαριάντζελα είχε αναλάβει τη θέση της Ελίζαμπεθ, η μικρή Λίλι, ερχόταν μερικές ώρες κάθε απόγευμα και έκανε παρέα στη μαμά της, η οποία δούλευε υπερωρίες για να μπορέσει να τα μάθει όλα και να προλάβει τις εξελίξεις. Η Μαριάντζελα ήταν μια πολύ συμπαθητική γυναίκα γύρω στα 35 και είχε πολλή όρεξη να δουλέψει. Και φαινόταν πολύ ταπεινή. Κάθε φορά που έβλεπε την Ιλέιν ή τη Σάρλοτ να κουβαλάει κάτι βαρύ, σηκωνόταν αμέσως για να βοηθήσει και είχε προσφερθεί πολλές φορές να βοηθήσει στις εργασίες του ράντσου αν τη χρειάζονταν σε κάτι, αλλά φυσικά ο Τρόι αρνήθηκε.

Η Λίλι, όμως, του είχε πάρει τα μυαλά και το αίσθημα ήταν αμοιβαίο. Μόλις ο Τρόι έβλεπε τη μικρή, την άρπαζε και την έβαζε στους ώμους του και την πήγαινε ένα σωρό βόλτες. Η δε μικρή, μόλις τον έβλεπε, έτρεχε κατά πάνω του φωνάζοντας το όνομά του και δείχνοντας το φουστάνι που φορούσε κάθε μέρα για να της κάνει κομπλιμέντο.

«Τι όμορφη δεσποινίδα είσαι εσύ!» της είπε ο Τρόι και η μικρή τσίριξε. Η Σάρλοτ κοίταξε ξανά προς το μέρος του και είδε την απόλυτη λατρεία στα μάτια της μικρής. Πόσο την καταλάβαινε… Είχε απολαύσει κι αυτή κάποτε αυτά τα γλυκά λόγια, το θαυμασμό στη φωνή του και ήξερε από πρώτο χέρι ότι αν ο Τρόι ήθελε να γίνει ακαταμάχητος, γινόταν. Ευτυχώς η Μαριάντζελα δεν έδειχνε να μαγεύεται από τη γοητεία του Τρόι και δούλευε απερίσπαστη.
«Κι άλλο!» φώναξε η μικρή όταν ο Τρόι, την άφησε κάτω και εκείνος την έκανε μια τελευταία φορά μια βόλτα. Κάτι σκίρτησε στην καρδιά της Σάρλοτ, κοιτώντας τον με τη μικρή. Σκέφτηκε ότι αν ήταν λίγο αλλιώς τα πράγματα, θα μπορούσαν και οι δυο τους να έχουν ένα παιδί, μια κόρη, να τον τρελαίνει έτσι. Αλλά η σχέση τους είχε γίνει τόσο ψυχρή τον τελευταίο καιρό που την έκανε να αναρωτιέται αν ήταν ποτέ αληθινή.
«Σάρλοτ, τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε, μπαίνοντας στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ. Η Σάρλοτ προσφέρθηκε να του τον φτιάξει εκείνη, και ο Τρόι κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, χαζεύοντας τη χθεσινή εφημερίδα.
«Πώς πάει;» τη ρώτησε, την ώρα που φίλτραρε τον καφέ του και τον σέρβιρε σε μια κούπα που έγραφε «Texas Holdem». Επίτηδες τη διάλεξε. Την είχαν φέρει από το Τέξας. Την είχε αγοράσει εκείνος για ενθύμιο. Σήμερα όμως δεν έδειξε να τη θυμήθηκε.
«Μια χαρά. Κάνω λεμονάδα για όλους» του είπε και συνέχισε να στύβει λεμόνια ενώ εκείνος έπινε αργά τον καφέ του. Έδειχνε αδιάφορος, αλλά οι άκαμπτοι ώμοι του έδειχναν ότι ένιωθε κι αυτός αμηχανία.
«Πολύ καλά κάνεις» είπε εκείνος ουδέτερα. Η Μαριάντζελα πήρε τη μικρή της κόρη αγκαλιά και αφού τους καληνύχτισε διακριτικά από μακριά, έφυγε. Η Σάρλοτ και ο Τρόι είχαν μείνει και πάλι μόνοι, μέσα σε ένα τεράστιο σπίτι, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να λιώσει τον πάγο που είχε καλύψει την καρδιά του. «Φεύγεις σε τρεις εβδομάδες, ε;» τη ρώτησε εκείνος αδιάφορα, γυρνώντας μια σελίδα. «Πότε πέρασε ο καιρός…» μονολόγησε και η Σάρλοτ ένιωσε τη επιθυμία να του δώσει μια σφαλιάρα μήπως και ξυπνήσει από το λήθαργο, αλλά συγκρατήθηκε.
«Ήταν γεμάτοι μήνες. Πραγματικά δεν κατάλαβα πώς πέρασαν!» είπε η Σάρλοτ με ενθουσιασμό. Η κατάσταση αυτή μεταξύ τους θα λυνόταν σύντομα. Με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Ο Τρόι σήκωσε φευγαλέα τα μάτια του, την κοίταξε και μετά ξαναβυθίστηκε στην εφημερίδα του.
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις μετά; Δε θες να μείνεις λίγο παραπάνω; Να ψάξεις κάποια έκταση εδώ γύρω;» την αιφνιδίασε. «Ίσως μπορείς να ανοίξεις εδώ τη μονάδα που ονειρεύεσαι» είπε και σώπασε. Η Σάρλοτ εντωμεταξύ είχε σταματήσει να στύβει τα λεμόνια. Είχε μείνει στήλη άλατος. Τι ακριβώς της έλεγε; Να μείνει εκεί; Γιατί; Για ποιον;
«Σε πρώτη φάση έλεγα να μείνω μερικές μέρες στη Νέα Υόρκη και μετά φυσικά να πάω στο πατρικό μου. Αλλά μετά δεν ξέρω τι θα κάνω» του είπε προσεκτικά. Έπρεπε να καταλάβει τι ακριβώς της πρόσφερε, τι της έλεγε, μέσα από τα λόγια του. Αν της έλεγε δηλαδή τίποτα.
«Σε καταλαβαίνω» είπε εκείνος και τον είδε να χαμογελάει. «Τι να κάνεις εδώ; Βλακεία μου» συμπλήρωσε και ήπιε μια γουλιά καφέ. Η Σάρλοτ δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Έκαναν μια φιλική συζήτηση ή ο Τρόι επιτέλους έκανε λίγο στην άκρη τον εγωισμό του;
«Τρόι» είπε η Σάρλοτ και κάθισε απέναντί του στο τραπέζι. Χρειάστηκε να επαναλάβει το όνομά του για να την κοιτάξει. «Με έχεις τρελάνει στις προσβολές, με αγνοείς επιδεικτικά και φαίνεσαι να δυσανασχετείς με την παρουσία μου εδώ. Για ποιο λόγο να θέλω να μείνω εδώ; Εκτός βέβαια από το μαγευτικό τοπίο και τους συμπαθητικούς ανθρώπους που γνώρισα εδώ» τον προκάλεσε. Εκείνος χαμογέλασε και σταύρωσε τα πόδια του. Βολεύτηκε στην καρέκλα του και έδειξε να σκέφτεται τι θα της απαντήσει. Αλλά δεν άργησε πολύ.
 «Τι θέλεις να σου πω;» τη ρώτησε ξερά και η Σάρλοτ θύμωσε.
«Δεν ξέρω» του είπε και έβαλε τα χέρια της στη μέση. «Ότι με αγαπάς και ότι δε θέλεις να φύγω ποτέ από κοντά σου» του είπε και χαμογέλασε, τόσο ειρωνικά, που φαινόταν ότι από κάτω κρυβόταν κάποια δόση αλήθειας. Αλλά ο Τρόι δεν δάγκωσε το δόλωμα.
«Μα δε λένε ότι αν αγαπάς κάτι άστο να φύγει και μπλα μπλα μπλα;» κορόιδεψε εκείνος κάνοντας και τις αντίστοιχες χειρονομίες.
«Διαβάζεις ρομαντικές ιστορίες;» γέλασε η Σάρλοτ ξερά.
«Διαβάζω γενικά» είπε εκείνος αδιάφορα και της έδειξε την εφημερίδα.
«Έχεις διαβάσει την Χαμένη Ευκαιρία;» τον ρώτησε εκείνη. «Είναι πολύ ωραίο βιβλίο».
«Δεν το έχω διαβάσει» είπε εκείνος. «Δεν πιστεύω στις χαμένες ευκαιρίες».
«Σοβαρά; Κι εγώ που νόμιζα…» είπε η Σάρλοτ και πήρε ένα λεμόνι στα χέρια της και άρχισε να το στύβει.
«Αν κάτι δεν ευοδωθεί σημαίνει ότι δεν ήταν ευκαιρία» είπε εκείνος.

«Δίκιο θα έχεις. Με συγχωρείς λίγο…» του είπε και αφού ακούμπησε το λεμόνι κάτω, έτρεξε στο δωμάτιό της.

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 67-καλάθι τρίποντο

Η Ιλέιν και η Σάρλοτ ασχολήθηκαν όλο το απόγευμα με το να φτιάχνουν καλαθάκια με τα λουλούδια που είχαν μαζέψει την Πρωτομαγιά. Δεν είχαν δουλέψει σήμερα και έφαγαν όλοι μαζί ψητό κοτόπουλο με πατάτες. Οι άντρες έπαιζαν χαρτιά τώρα και η Σάρλοτ, που είχε καιρό να περάσει ποιοτικό χρόνο με την Ιλέιν, απολάμβανε τη συντροφιά της. Μόνο μια τόσο λεπτομερής δουλειά θα μπορούσε κάπως να την κάνει να ξεχάσει τον Τρόι και όσα είχαν γίνει τον τελευταίο καιρό μεταξύ τους. Έδειχνε συνεχώς θυμωμένος μαζί της και όταν έμεναν μόνοι την προκαλούσε. Ήταν σίγουρη ότι δεν την τέσταρε και ότι εννοούσε ότι την ήθελε, αλλά ήταν εξίσου σίγουρη ότι δε θα άφηνε τον εγωισμό του και να την διεκδικήσει. Και αυτή δε θα του το έκανε πιο εύκολο. Είχε και μια αξιοπρέπεια. Δε θα τον παρακαλούσε κιόλας!
«Δύο κόκκινα και τρία λευκά, Σάρλοτ!» την μάλωσε γλυκά η Ιλέιν. Θα έδιναν τα καλαθάκια στους εργάτες μαζί με σοκολατάκια και καραμέλες, αλλά η Σάρλοτ δεν ήταν και πολύ συγκεντρωμένη και έβαζε άλλα αντ’ άλλων.
«Έχεις δίκιο! Συγγνώμη» είπε η Σάρλοτ γελώντας.
«Αυτό είναι του Τρόι. Κάν’ το εσύ» της είπε η Ιλέιν και της έδωσε ένα όμορφο πλεκτό καλάθι.
«Είσαι σίγουρη; Εσύ τα κάνεις πολύ πιο καλά…αν θες…»είπε αδύναμα η Σάρλοτ και το τέντωσε προς το μέρος της άλλης γυναίκας. Είχε προσπαθήσει με νύχια και με δόντια να μην καταλάβει κανείς τίποτα, αλλά όλοι πρέπει να ήξεραν ότι είχαν χωρίσει πια.
«Εγώ του το κάνω κάθε χρόνο» είπε η Ιλέιν και ανασήκωσε τους ώμους. «Θα χαρεί αν το κάνεις εσύ».
«Δε νομίζω» είπε θλιμμένα η Σάρλοτ και η Ιλέιν την κοίταξε διερευνητικά.
«Σας βλέπω και τους δυο να βασανίζεστε, κόρη μου» της είπε τελικά. «Και δεν ξέρω αν πρέπει να πω κάτι και τι. Αλλά με αυτό που μου είπες μου έδωσες θάρρος να σου μιλήσω. Μπορώ;» τη ρώτησε ντροπαλά και η Σάρλοτ έγνεψε θετικά, παρόλο που δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να ακούσει.
Η Ιλέιν άφησε στην άκρη το καλαθάκι που έφτιαχνε για τον Καρίμ και σταύρωσε τα χέρια στην ποδιά της. «Δεν μπορώ να σας βλέπω έτσι. Λυπάμαι και για σένα, αλλά και για εκείνον. Τον αγαπώ πολύ τον Τρόι, Σάρλοτ» είπε η Ιλέιν.
«Δε χρειαζόταν να μου το πεις αυτό, Ιλέιν. Κάτι έχω καταλάβει» γέλασε η Σάρλοτ.
«Ναι, αλλά δεν έχεις καταλάβει ακόμα το πώς σκέφτεται» είπε δυναμικά η Ιλέιν. «Θαρρείς πως ο Τρόι σού φέρεται έτσι επειδή είναι σκληρός, επειδή δεν ενδιαφέρεται πραγματικά, αλλά δεν είναι έτσι. Απλώς δεν έχει λάβει αγάπη, και δεν ξέρει πώς να εκφράσει τη δική του. Όταν τον πρωτογνώρισα, έκανε δύο χρόνια για να με φιλήσει. Να με αγκαλιάσει» είπε και ένα δάκρυ έφυγε από τα μάτια της.
«Ναι, αλλά έχουν περάσει χρόνια από τότε» είπε η Σάρλοτ. «Τώρα θα πρέπει να έχει καταλάβει ότι είναι άξιος αγάπης και θα πρέπει να ξέρει πώς είναι να σε αγαπούν και να αγαπάς».
«Δεν ξέρω τι έκανε στην προσωπική του ζωή. Με την Ελίζαμπεθ δεν ξέρω αν κατάλαβε πώς είναι να σε αγαπούν. Εκείνη τον εκμεταλλευόταν μόνο. Το βλέπαμε όλοι, κι εκείνος, αλλά είχε βολευτεί γιατί την Ελίζαμπεθ την ήξερε καλά και ήταν πάντα διαθέσιμη».
«Ωραίο κριτήριο» είπε πικρά η Σάρλοτ.
«Σου το είπα, Σάρλοτ. Ο Τρόι είναι μπερδεμένος. Πρέπει να έχεις υπομονή και…»
«Πόση υπομονή πια;» φώναξε ξαφνικά η Σάρλοτ και αμέσως ζήτησε συγγνώμη για το ξέσπασμά της. «Με πληγώνει, με προσβάλει, με ραίνει κομπλιμέντα και μου κάνει έρωτα. Και μετά πάλι τα ίδια από την αρχή, ξανά και ξανά».
«Πρέπει να καταλάβεις ότι είναι δύσκολος άνθρωπος» είπε η Ιλέιν, προφανώς ακολουθώντας μια πιο παλιομοδίτικη τακτική γυναίκας.
«Ναι, Ιλέιν, αλλά έχω κι εγώ αξιοπρέπεια ξέρεις» της είπε. «Δε με μεγάλωσαν να παρακαλάω κανέναν».
«Άρα είσαι κι εσύ εγωίστρια» είπε η Ιλέιν.
«Όχι όσο εκείνος» σούφρωσε τα χείλη της η Σάρλοτ.
«Και τι είναι ο εγωισμός για να τον βάλουμε σε καντάρι; Τι σημασία έχει ποιος είναι πιο πολύ; Εκείνος είναι, σου το επιβεβαιώνω κι εγώ. Κι εσύ είσαι. Σημασία έχει να παλέψεις για εκείνον και για εσάς».
«Ο Τρόι δε θα κάνει τίποτα; Θα πέφτουν όλα στα χέρια του σαν μάννα εξ ουρανού;»
«Τίποτα δεν του δόθηκε τόσο απλά όσο νομίζεις» είπε αυστηρά η Ιλέιν. «Μην τον υποτιμάς».
«Ιλέιν, μου είναι πολύ δύσκολο να εκφράσω τα συναισθήματά μου σε έναν άνθρωπο τόσο αμείλικτο. Φοβάμαι. Δεν ξέρω τι θα πει…Με άδειασε την τελευταία φορά. Τα πήρε όλα όσα είχε πει πίσω. Σαν να ήμουν μια ξένη» είπε η Σάρλοτ και σκούπισε τα μάτια της.
«Τότε τι να πω; Μάλλον θα πρέπει να ζυγίσεις τι έχει σημασία για σένα» είπε η Ιλέιν και ξανάπιασε το καλαθάκι της.
«Ο Τρόι. Αλλά ο καλός Τρόι, όχι αυτό το…»
«Όλα ο Τρόι είναι. Και τα καλά και τα κακά. Μισός Τρόι δεν υπάρχει» γέλασε η Ιλέιν.
«Ιλέιν, ας πιάσουμε τα καλαθάκια γιατί δε θα μας βγει σε καλό η συζήτηση» είπε η Σάρλοτ γελώντας και δακρύζοντας μαζί.




κεφάλαιο 66-ένα μήλο την ημέρα...

«Αν είναι ποτέ δυνατόν! Εκατό φορές σού έχω δείξει τι πρέπει να κάνεις όταν τα άλογα δε θέλουν να φάνε! Αλλά εσύ τον χαβά σου!» φώναξε ο Τρόι στη Σάρλοτ. Ο Μπομπ και ο Καρίμ είχαν τρομάξει με την οργή του αφεντικού του, η οποία κατά γενική ομολογία ήταν δυσανάλογη του ερεθίσματος, και προσπαθούσαν μάταια να ηρεμήσουν τον Τρόι.
«Αφεντικό, δεν έκανε και τίποτα. Απλώς…» ψέλλισε ο Μπομπ αλλά ο Τρόι τον διέκοψε.
«Πήρε τον Νοέλ και έκανε ιππασία μισή ώρα εν ώρα εργασίας!» είπε ο Τρόι σηκώνοντας τα χέρια του προς τον Θεό σε μια σιωπηρή δέηση. «Και πήγε κρυφά και έφερε μήλα στα άλογα ενώ της έχουμε πει ρητά ότι πρέπει τα άλογα να συνηθίσουν στην αλλαγή τροφής. Δεν πρέπει να τα κακομαθαίνουμε!» είπε.
Η Σάρλοτ εντωμεταξύ καθόταν πάνω σε ένα δεμάτι σανό, με το κεφάλι γερμένο μπροστά. Ο Τρόι φώναζε εδώ και δέκα λεπτά και την είχε κάνει μπαρούτι. Είχε δίκιο βέβαια, αλλά δε χρειαζόταν να της μιλάει έτσι.
«Τρόι, κι εμείς καμιά φορά δίνουμε μήλα στα άλογα» είπε ο Καρίμ. Η Σάρλοτ χαμογέλασε με την προσπάθειά του να τη βοηθήσει.
«Ναι, αλλά σαν επιβράβευση. Όχι αντί φαγητού!» φώναξε εκείνος και ο Καρίμ συνοφρυώθηκε. Η Σάρλοτ ένιωθε απαίσια. Ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ντρεπόταν αφόρητα.
«Αλλά βέβαια!» φώναξε ξανά ο Τρόι, σπάζοντας την αμήχανη σιωπή που είχε απλωθεί μέσα στον στάβλο. «Αν η κυρία ξενυχτάει κάθε βράδυ και έρχεται να δουλέψει με ελάχιστο ύπνο, είναι λογικό να μην αποδίδει. Είναι λογικό να αναζητάει την εύκολη οδό!» είπε τελικά και οι εργάτες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Εμείς…έχουμε…δουλειά…εε…συγγνώμη» ψέλλισαν και εξαφανίστηκαν. Είχαν μυριστεί ότι η οργή του Τρόι είχε βαθύτερα αίτια. Και η Σάρλοτ το ένιωθε αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρη. Όταν έμειναν μόνοι, η Σάρλοτ σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Εκείνος έδειχνε ακόμα θυμωμένος μαζί της.
«Το τι κάνω στην προσωπική μου ζωή δε σε αφορά. Και δεν είμαι κουρασμένη. Κοιμάμαι κανονικά» του είπε αργά, προσπαθώντας να ελέγξει κι αυτή το θυμό της. Δεν ήταν σωστό να της μιλήσει έτσι μπροστά σε τρίτους.
«Γυρνάς κάθε μέρα δώδεκα την τελευταία βδομάδα και δουλεύεις στις εφτά και μισή. Θες να μου πεις ότι ξεκουράζεσαι αρκετά;» την ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Περισσότερο από όσο ξεκουραζόμουν όταν ήμασταν μαζί. Αν θυμάσαι τι κάναμε τα βράδια φυσικά…» τον προκάλεσε, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είχε δίκιο και το αποδείκνυε.
«Αυτό είναι αλλιώς…ήσουν στο κρεβάτι» είπε εκείνος αλλά ήξερε ότι το είχε χάσει το παιχνίδι.
«Και πού ξέρεις εσύ ότι δεν είμαι σε κρεβάτι μέχρι να γυρίσω;» τον ρώτησε χαμογελώντας σατανικά. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και την πλησίασε. Η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Τον τελευταίο καιρό δεν την πλησίαζε. Σχεδόν την αγνοούσε. Ήθελε σαν τρελή να τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, αλλά δε θα το έκανε. Τουλάχιστον όχι πριν το κάνει αυτός.
«Βλέπω τα σημάδια» της είπε εκείνος και η Σαρλοτ έσμιξε τα φρύδια απορημένη. Ο Τρόι δεν το άφησε να πέσει κάτω. Και άπλωσε το χέρι του. Με τον δείχτη του χάιδεψε το μάγουλό της. Η Σάρλοτ έκλεισε τα μάτια, μαγεμένη από το άγγιγμά του. Εκείνος συνέχισε να τη χαϊδεύει απαλά μέχρι που το χέρι του ακολούθησε το μονοπάτι ανάμεσα από τα στήθη της με κατεύθυνση προς τα κάτω.
«Ξέρω πότε μια γυναίκα έχει ανάγκες» της ψιθύρισε βραχνά στο αφτί και η Σάρλοτ έκανε να τραβηχτεί αλλά την άρπαξε δυνατά από τον καρπό. «Και ξέρω ότι θέλεις να συνεχίσω αυτό που κάνω, θες να κοιμηθούμε μαζί, να κάνουμε όλα αυτά που κάναμε και με παρακαλούσες κλαίγοντας να μη σταματήσω» της είπε και η παλάμη του βολεύτηκε στον γλουτό της. «Θυμάσαι;» την προκάλεσε, αλλά η Σάρλοτ δεν του έκανε το χατίρι να συμφωνήσει. «Γι’ αυτό λυπήσου τον κακομοίρη με τον οποίο βγαίνεις και άφησέ τον ήσυχο. Γιατί σε βλέπω να τρέμεις όταν σε πλησιάζω…» της είπε και εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά όχι με μεγάλη πειστικότητα «…και ξέρω ότι όποτε το θελήσω, θα πέσεις στο κρεβάτι μου» την αποτέλειωσε.
«Ευτυχώς που έχεις και σε έναν τομέα αυτοπεποίθηση» του πέταξε η Σάρλοτ και εκείνος γέλασε κοφτά.
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι με παράτησες πριν καλά καλά γνωριστούμε, μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να σε αφήσω. Τόση ανωριμότητα! Τόση έλλειψη αυτοπεποίθησης! Αλλά για τις ικανότητές σου στο κρεβάτι είσαι σίγουρος!» τον πείραξε.
«Δε θα έπρεπε;» τη ρώτησε εκείνος σοβαρά.
«Όχι, δε λέω…» του είπε η Σάρλοτ με πάσα ειλικρίνεια. «Καλός είσαι».
«Ανταποδίδω» είπε εκείνος.

Έμειναν μερικά δευτερόλεπτα να κοιτιούνται χωρίς να λένε τίποτα. Η Σάρλοτ ένιωθε ότι αν έγερνε λίγο μπροστά ακόμα, ο Τρόι θα τη φιλούσε, αλλά δεν ήθελε να κάνει εκείνη το πρώτο βήμα. Αρκετά την είχε ακυρώσει σαν γυναίκα.

«Λοιπόν, Τρόι, συγγνώμη για το λάθος μου» του είπε και τον προέτρεψε με μια χειρονομία να φύγει και να την αφήσει να δουλέψει.
«Θα τον ξαναδείς;» τη ρώτησε εκείνος.
«Δε βγαίνω με κανέναν. Ταινίες βλέπω με την Βίβι κάθε βράδυ» του είπε κουρασμένα. Δεν ήθελε να τσακώνονται άλλο. «Όλο αυτό…μεταξύ μας…δεν είναι κάτι που ξεπερνιέται εύκολα. Δεν μπορεί να περίμενες να αλλάζω τους άντρες σαν τα πουκάμισα» είπε μιλώντας μέσα από την καρδιά της χωρίς να φιλτράρει τα λόγια της.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος και της χάιδεψε τα μαλλιά χαμογελώντας σαν χαζός. Η Σάρλοτ ήξερε ότι του είχε δώσει ένα καλό όπλο για να τη σκοτώσει, αλλά δεν την ένοιαζε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να τον κάνει χαρούμενο.


Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Οταν η έμπνευση σε εγκαταλείπει...στρέφεσαι στους κλασικούς!χαχαχαχαχα


details




κεφάλαιο 65-Συγγνώμη, μανούλα, που κάθομαι στον υπολογιστή σου και γράφω κεεφάλαιο ενώ εσύ θέλεις να κάνεις τσατ με τις φίλες σου στο Facebook!

Η Σάρλοτ ντύθηκε γεμάτη ενθουσιασμό για το σαββατόβραδό της. Είχε διαλέξει μια μπορντό στενή ψηλόμεση φούστα και ένα κρεμ πουκάμισο το οποίο είχε χώσει μέσα στη φούστα. Είχε φορέσει χρυσά σκουλαρίκια και τσιγγάνικα βραχιόλια και τα πόδια της κοσμούσε ένα εντυπωσιακό ζευγάρι χαμηλοτάκουνες γόβες στο χρώμα του δέρματος. Κατέβηκε στο ισόγειο για να φάει κάτι. Η Ιλέιν τής είχε αφήσει ένα πιάτο στο ψυγείο αλλά δε ρίσκαρε να λερωθεί κι έτσι αποφάσισε να φάει κάτι πιο στεγνό, όπως ένα τοστ και μερικούς ξηρούς καρπούς.
Η Βίβι και ο Κρίστιαν την περίμεναν έξω από το σπίτι τους και μόλις μπήκε στο αμάξι του Κρίστιαν, άρχισαν να συζητάνε ζωηρά τα σχέδιά τους για το βράδυ. Η Βίβι πρότεινε ένα σούσι μπαρ, ο Κρίστιαν πρότεινε ένα καινούργιο μπαρ στο Μπέρλινγκτον όπου δούλευε ένας φίλος του και η Σάρλοτ δήλωσε ότι δεν είχε πρόβλημα με καμία από τις δύο επιλογές. Τελικά κατέληξαν στο μπαρ, το οποίο ήταν όντως πολύ εντυπωσιακό και ο φίλος του Κρίστιαν φρόντισε να έχουν την καλύτερη εξυπηρέτηση: από το καλύτερο τραπέζι μέχρι τα πιο δροσερά κοκτέιλ.
«Και πώς πάει η ζωή στο ράντζο;» την πείραξε η Βίβι. «Έχω καιρό να σε δω στο μαγαζί. Οι αφέλειές σου κρύβουν τα μάτια σου. Τόση δουλειά έχετε πια;» τη μάλωσε η φίλη της και η Σάρλοτ κοκκίνισε.
«Έχω χαθεί…συγγνώμη. Και τα νύχια μου! Δες!» είπε και τα τέντωσε προς τη φίλη της. «Είναι άβαφα! Και χρειάζονται λιμάρισμα!» σούφρωσε τα χείλη της.
«Μια χαρά είναι. Μια χαρά είσαι!» είπε η Βίβι. «Απλώς είχα καιρό να σε δω και γκρίνιαξα για λάθος λόγο!» γέλασε.
«Θα έρθω οπωσδήποτε την Τρίτη για περιποίηση» είπε η Σάρλοτ. «Αν και η επόμενη εβδομάδα στο ράντζο προβλέπεται επεισοδιακή. Ο Τρόι αποφάσισε να στείλει την Ελίζαμπεθ για εκπαίδευση σε μια κτηνοτροφική μονάδα που έχει στον Καναδά και μετά θα της προσφέρει είτε να μείνει εκεί είτε να γυρίσει σε άλλο πόστο και…»
«Τι;» διέκοψε ο Κρίστιαν, έντρομος. «Υπάρχει περίπτωση να μείνει εκεί η Ελίζαμπεθ;» ρώτησε. Είχε χάσει το χρώμα του και η Σάρλοτ τον λυπήθηκε.
«Δε νομίζω, Κρίστιαν. Η Ελίζαμπεθ είναι πολύ δεμένη με τους γονείς της. Θα μείνει εκεί δύο βδομάδες να εξειδικευτεί σε κάτι, και μετά θα γυρίσει. Εντωμεταξύ θα έρθει μια καινούργια κοπέλα, μια Μαριάντζελα κάτι» είπε η Σάρλοτ.
«Ναι, την ξέρω» είπε η Βίβι. «Μένει στο διπλανό χωριό. Είναι καλό κορίτσι και τα έχει ανάγκη τα χρήματα. Είναι ανύπαντρη μητέρα. Το κοριτσάκι της είναι τριών χρόνων και είναι πολύ χαριτωμένο…»
«Κι αν μείνει στον Καναδά;» ρώτησε ο Κρίστιαν, ο οποίος είχε κολλήσει στο προηγούμενο ζήτημα.
«Δε θα μείνει, Κρίστιαν! Ξεκόλλα!» του είπε αγανακτισμένη η αδερφή του. «Θα γυρίσει. Μόνο κάνε κι εσύ επιτέλους καμιά κίνηση, γιατί βαρέθηκα τόσα χρόνια τον ίδιο καημό».
«Νόμιζα ότι είναι με τον Τρόι» απολογήθηκε ο Κρίστιαν.
«Αφού η Σάρλοτ σε διαβεβαίωσε πως όχι» είπε η Βίβι και η Σάρλοτ αναρωτήθηκε αν ίσχυε ακόμα αυτό.
Ο Κρίστιαν δεν απάντησε. Ήπιε μια γεμάτη γουλιά από το πεπαλαιωμένο ουίσκι του.
«Πώς σου φαίνεται που σε λίγο καιρό θα φύγεις;» ρώτησε ξαφνικά η Βίβι και η Σάρλοτ χαμογέλασε πικρά.
«Έχει μείνει ένας μήνας…» μονολόγησε. «Κανονικά θα πρέπει να μείνω και λίγες μέρες παραπάνω, επειδή πήρα άδεια, αλλά ο Τρόι δε νομίζω να το δεχτεί. Θα θέλει να με ξεφορτωθεί» είπε παραπονιάρικα. Και αμέσως μετάνιωσε. Η Βίβι ήξερε, αλλά ο Κρίστιαν όχι ακριβώς. Δε φάνηκε να σοκάρεται όμως.
«Αποκλείεται να θέλει να σε ξεφορτωθεί. Εκτός αν είναι τυφλός!» είπε η Βίβι και γέλασε.
«Κι όμως. Είναι τόσο ψυχρός…δεν τον καταλαβαίνω» είπε η Σάρλοτ.
«Μπερδεμένος θα είναι» είπε ο Κρίστιαν κοφτά και δεν συμπλήρωσε κάτι, παρόλο που τα κορίτσια κρέμονταν από τα χείλη του.
«Ε…συγγνώμη. Θες να μας πεις κάτι παραπάνω ή παριστάνεις την Πυθία απόψε;» τον πείραξε η αδερφή του.
«Εννοώ ότι αν σε θέλει κι αυτός, μάλλον δε θα ξέρει τι να κάνει τώρα» είπε. «Δε μου έχετε πει και τίποτα για να ξέρω να βοηθήσω!» δικαιολογήθηκε.
«Να τα μας!» γέλασε η Βίβι. «Θέλει και ο Κρίστιαν να δώσει συμβουλές!»
«Αφησέ τον να μας πει!» τη μάλωσε η Σάρλοτ. «Άντρας είναι. Να μας πει τι σκέφτεται ένας άντρας. Αν σκέφτεται δηλαδή» χαμογέλασε πικρά. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο σίγουρη ήταν ότι ο Τρόι δεν είχε ούτε καρδιά ούτε μυαλό. Πρέπει να ήταν ρομπότ.
«Έχω καταλάβει μερικά πράγματα από μισόλογα αλλά δεν ξέρω όλα τα στοιχεία» είπε ο Κρίστιαν. «Αλλά είναι γενικός κανόνας ότι οι άντρες αργούν να καταλάβουν ότι θέλουν μια γυναίκα, αλλά κυρίως αργούν να καταλάβουν πόσο πολύ τη θέλουν» είπε και τα κορίτσια σώπασαν ξαφνικά. Ο Κρίστιαν εκμεταλλεύτηκε τη σιωπή τους και συνέχισε. «Άρα και ο Τρόι, αυτή τη στιγμή μάλλον βουρλίζεται. Αν έχω καταλάβει καλά, κάτι παίχτηκε μεταξύ σας. Ο Τρόι δεν είναι τύπος που παίζει. Ειδικά με την κόρη ενός φίλου του. Θα του άρεσες. Πολύ. Αλλά κάτι τον βασανίζει» είπε.
«Δε με νοιάζει καθόλου» είπε θυμωμένη η Σάρλοτ. Δεν ήθελε να το συζητούν άλλο. Ήθελε να ξεδώσει, να χορέψει και να τον ξεχάσει. «Η σχέση μας, όπως και η παραμονή μου εδώ, έχει ημερομηνία λήξης» συμπλήρωσε πικρά.
«Ελπίζω όχι και η φιλία μας» είπε η Βίβι και η Σάρλοτ τής χαμογέλασε.
«Στις φιλίες που ξεπερνούν τα εμπόδια της απόστασης» είπε και οι τρεις φίλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.


Η Σάρλοτ γύρισε μετά τις δύο στο ράντζο. Αύριο θα κοιμόταν με την ησυχία της, γιατί η επόμενη βδομάδα ήταν απαιτητική. Έπρεπε να κουρέψουν όλα τα ισλανδικά πρόβατα γιατί την Πέμπτη θα έρχονταν αγοραστές και έπρεπε να πετύχουν καλή προσφορά για το μαλλί.
Φορούσε ακόμα τα ρούχα της, όταν μπούκαρε ο Τρόι στο δωμάτιό της, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.
«Τρόι! Είσαι τρελός; Με τρόμαξες!» τσίριξε η Σάρλοτ με το ένα χέρι στην καρδιά της. Εκείνος έδειχνε πολύ άνετος όμως. Φορούσε μαύρη φόρμα και γκρι φανελάκι και είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Έμοιαζε με διευθυντή έτοιμο να δώσει πενθήμερη αποβολή.
«Είχες βγει με τον Νίλσεν;» τη ρώτησε αργά, χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από πάνω της. Η Σάρλοτ τού γύρισε την πλάτη και έβγαλε τα παπούτσια της. Τα έβαλε στην ντουλάπα της και φόρεσε τη ρόμπα της πάνω από τα ρούχα της.
«Τι έγινε; Δεν έχει στριπτίζ σήμερα;» την τσίγκλησε εκείνος.
«Δε θέλω να γίνω βαρετή» του είπε ψυχρά και πήρε ένα μαντιλάκι ντεμακιγιάζ και άρχισε να ξεβάφεται. Ο Τρόι την παρακολουθούσε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο και να βγάζει τα κοσμήματά της και τους φακούς της.
«Βγήκες με τον Νίλσεν;» τη ρώτησε ξανά, με μια φωνή βραχνή, σχεδόν απόκοσμη. Η Σάρλοτ γύρισε προς το μέρος του.
«Τι σε νοιάζει;» τον ρώτησε σχεδόν θυμωμένη.
«Βγήκες με τον Νίλσεν;» ρώτησε εκείνος ξανά. Σαν ρομπότ. Οι υποψίες της επιβεβαιώνονταν.
«Τι σε νοιάζει;» επέμεινε κι εκείνη με το χέρι στη μέση.
«Είσαι εδώ υπό την επίβλεψή μου και…» ξεκίνησε να της λέει αλλά τον διέκοψε με μια απότομη χειρονομία.
«Σου πήραν το παιχνιδάκι σου ε;» τον ρώτησε πικρά. «Με είχες και με έχασες!» ούρλιαξε ξαφνικά, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της. «Δεν έφυγα, βλάκα! Με έδιωξες! Και μετά άρχισες τις βλακείες περί φιλικών σχέσεων! Και τώρα με ρωτάς αν βγήκα με τον Νίλσεν! Πόσο παιδαριώδης συμπεριφορά! Γι’ αυτό σε ξαναρωτώ. Τι σε νοιάζει;» του είπε. Εκείνος δεν απάντησε. «Τι σε νοιάζει με ποιον βγήκα; Μπορεί να βγήκα με τον Νίλσεν, μπορεί να βρήκα κιόλας τον επόμενο. Μπορεί να βγήκα με τη Βίβι. Αλλά εσένα, τι σε νοιάζει; Τι σε νοιάζει, διάολε;» ούρλιαξε και όρμηξε κατά πάνω του, αλλά ο Τρόι άρπαξε τους καρπούς της και την ακινητοποίησε χωρίς ιδιαίτερο κόπο.
«Αν μάθω ότι βγήκες με τον Νίλσεν, θα τον στείλω στη Σιβηρία» της είπε.
«Μπα; Έχεις κι εκεί επιχειρήσεις;» τον ειρωνεύτηκε.
«Εδώ δεν ήρθες να κάνεις σχέσεις» της είπε εκείνος, αγνοώντας το αστειάκι της.
«Εσένα δε σε είδα να παραπονιέσαι όσο καιρό κάναμε σεξ» του είπε και τράβηξε απότομα τα χέρια της.
«Κάναμε σεξ; Αυτό ήταν για σένα; Νόμιζα ότι είχαμε σχέση» είπε ο Τρόι.
«Ναι, σιγά!» κάγχασε η Σάρλοτ.
«Έχω κουραστεί να τσακωνόμαστε. Αυτό το πράγμα πρέπει να σταματήσει εδώ» της είπε.
«Σε 30 μέρες φεύγω» του είπε. «Θέλοντας και μη, θα ησυχάσεις» του είπε και χώθηκε πίσω από το φύλλο της ντουλάπας για να βγάλει τα ρούχα της. Ήταν εξαντλημένη και ήθελε να βάλει πιτζάμες. Γιατί ξεπεράστηκαν τα παραβάν; Αναρωτήθηκε.
«Πες μου ότι δε βγήκες με τον Νίλσεν» είπε εκείνος ξανά. Σχεδόν παρακλητικά. Η Σάρλοτ έκλεισε την ντουλάπα και πλησίασε προς το μέρος του φορώντας μια απλή πιτζάμα.
«Δε βγήκα με τον Νίλσεν. Δε θα έβγαινα ποτέ με κάποιον που μόλις είχε χωρίσει. Δεν είμαι τόσο απεγνωσμένη» του είπε.
«Καλώς» είπε ο Τρόι και γύρισε να φύγει.
«Αλλά αύριο θα βγω με τον Πίτερ, τον φίλο του Κρίστιαν. Δουλεύει στο μπαρ όπου πήγαμε σήμερα και θέλει να μου δείξει πώς να φτιάχνω αυθεντική καϊπιρίνια και θα πάμε…»
«Τι;» ρώτησε έξαλλος εκείνος. «Πότε πρόλαβες, διάολε;» είπε και κοπάνησε τη γροθιά του μαλακά στο κάσωμα. «Ξέρεις κάτι; Δε θα κάθομαι να ασχολούμαι με το τι κάνεις στο κρεβάτι σου» είπε τελικά και η Σάρλοτ χαμογέλασε με το θυμό του. «Να είσαι στην ώρα σου τη Δευτέρα το πρωί. Αυτό με νοιάζει μόνο» της είπε και έκανε να φύγει.
«Εκτός αν κοιμηθώ σπίτι του. Τότε ίσως αργήσω λιγάκι» τον τσίγκλησε. Ο Τρόι ξαναγύρισε.

«Μην παίζεις άλλο μαζί μου» της είπε ήρεμα, αλλά η Σάρλοτ ανατρίχιασε. «Ξέρω ότι είσαι τρελή για μένα. Όπως είμαι κι εγώ τρελός για σένα. Αυτό δεν αλλάζει» συμπλήρωσε και έφυγε από το δωμάτιό της αθόρυβα. Έτσι απλά.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Κεφάλαιο 64-cookies με καραμελωμένα φυστίκια

«Μπαμπά, να με πάρεις όταν φτάσεις» είπε η Σάρλοτ για τρίτη φορά μέσα σε μισή ώρα. Ο Τρόι είχε προθυμοποιηθεί να πάει τον πατέρα της μέχρι το αεροδρόμιο και εκείνη καθόταν τώρα στο πίσω κάθισμα του πολυτελούς τζιπ του Τρόι και προσπαθούσε να αποσπάσει από τον πατέρα της κάτι πιο συγκεκριμένο από το «όλα καλά» που της επαναλάμβανε όσες μέρες έμεινε στο ράντσο. «Και αν μπορείς θέλω να μου στείλεις μερικά πράγματα» είπε αλλά ο πατέρας της δεν απάντησε.
«Λούκας, αν με χρειαστείς κάτι, μη διστάσεις να με πάρεις» είπε ο Τρόι και η Σάρλοτ απόρησε τι μπορεί να χρειαζόταν ο πατέρας από τον Τρόι. Η συμπεριφορά των δύο αντρών ήταν τουλάχιστον ύποπτη. Κάθε φορά που τους πλησίαζε, σταματούσαν απότομα τη συζήτησή τους και χαμογελούσαν αμήχανα. Και ο πατέρας της έδειχνε πολύ άβολα κάθε φορά που του ανέφερε οτιδήποτε για το σπίτι στο Σαν Φρανσίσκο. Να δεις που ο πατέρας μου δεν έχει σκοπό να με δεχτεί πίσω, είχε σκεφτεί πολλές φορές η Σάρλοτ, αλλά δεν τολμούσε να αντιμετωπίσει τον πατέρα της με μια ευθεία ερώτηση.
«Εντάξει, αγόρι μου. Μην ανησυχείς» είπε ο Λούκας γελώντας ζεστά στον Τρόι και η Σάρλοτ ένιωσε ξαφνικά πολύ ανεπιθύμητη μέσα στο τεράστιο αμάξι.
«Τρόι, στον γυρισμό μπορούμε να σταματήσουμε λίγο στο Μπέρλινγκτον να αγοράσω μερικά μπισκότα από ένα φανταστικό φούρνο που ανακάλυψα όσο ήμουν εκεί;» ρώτησε ξαφνικά η Σάρλοτ, και ο Τρόι έγνεψε θετικά.

Άφησαν τον πατέρα της στο αεροδρόμιο μία ώρα και κάτι πριν από την πτήση του και αφού ο Τρόι κουβάλησε τη βαλίτσα του ως τον γκισέ και η Σάρλοτ κανόνισε τα του τσεκ ιν, ήρθε η στιγμή που έτρεμε η Σάρλοτ από το προηγούμενο βράδυ. Είχαν αφήσει κάτι στη μέση. Ο Τρόι ήθελε να της μιλήσει και τώρα είχαν παραπάνω από μία ώρα δρόμο ως το ράντζο και το πιο πιθανό ήταν να μην το άφηνε να περάσει έτσι.
«Επιτέλους μόνοι» είπε ο Τρόι, με το που έβαλε πρώτη και ξεκίνησε να οδηγεί. Η Σάρλοτ αναδεύτηκε νευρικά στο κάθισμά της. Ώστε δεν είχε ξεχάσει. Ουφ…είχε μπλέξει για τα καλά.
«Ναι, επιτέλους» είπε η Σάρλοτ με μια ανεπαίσθητη νότα ειρωνείας.
Ο Τρόι απάντησε μια κλήση στο κινητό του και αμέσως μετά έστρεψε την προσοχή του πάνω της. Για κακή της τύχη.
«Πέρασες καλά με τον πατέρα σου;» τη ρώτησε και εκείνη έγνεψε θετικά.
«Εσύ;» τον ρώτησε. «Πέρασες καλά με τον πατέρα μου;».
Ο Τρόι γύρισε και την κοίταξε φευγαλέα, προσπαθώντας να καταλάβει αν η ερώτησή της περιείχε κάποια συγκεκαλυμμένη μομφή.
«Ναι, μια χαρά. Πάντα χαίρομαι να βλέπω τον Λούκας» είπε εκείνος ουδέτερα και ακολούθησε την έξοδο για Μπέρλινγκτον. «Πες μου πού θες να σε πάω» ρώτησε τελικά.
«Στα γραφεία σου δίπλα είναι ο φούρνος. Είναι ευκαιρία αν έχεις και καμιά δουλειά να κάνεις, αν θες να πεταχτείς πάνω» είπε η Σάρλοτ.
«Όχι, όχι. Βιάζομαι να γυρίσω στο ράντσο γιατί έχω ένα ραντεβού με την Ελίζαμπεθ για να μιλήσουμε» είπε εκείνος.
«Μάλιστα» είπε η Σάρλοτ και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Προλειαίνω το έδαφος για να τη στείλω να δουλέψει κάπου αλλού. Μην κάνεις τέτοια μούτρα» της είπε εκείνος.
«Ναι, σιγά μην κάνω μούτρα!» είπε η Σάρλοτ σθεναρά αλλά δεν έπεισε ούτε τον εαυτό της.
«Νόμιζα ότι είχαν ηρεμήσει λιγάκι τα πράγματα μεταξύ μας αλλά εσύ δεν χάνεις ευκαιρία να με τσιγκλάς» είπε εκείνος χαμογελώντας.
«Ναι, Τρόι. Είναι που είσαι και όλη μου η ζωή και δεν έχω με τι άλλο να ασχοληθώ» είπε ειρωνικά η Σάρλοτ.
«Όλη σου η ζωή το ξέρω ότι δεν είμαι. Το απέδειξες εις διπλούν» είπε εκείνος και η Σάρλοτ προσπάθησε να μην εκνευριστεί.
«Αν για σένα η αγάπη συνεπάγεται με στέρηση ελευθερίας, με συγχωρείς, αλλά θα πρέπει να ψάξεις αλλού».
«Ω μην ανησυχείς. Αυτό θα κάνω».

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, Σάρλοτ μην απαντήσεις, πέντε, έξι, δεν μπορεί να το εννοούσε, εφτά, οκτώ…

«Χαίρομαι για σένα, Τρόι. Είσαι αξιόλογος άνθρωπος. Σου αξίζει μια καλή σύντροφος» του είπε τελικά. Και το εννοούσε. Αυτή μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη για εκείνον. Αυτό βέβαια δεν ήταν δικαιολογία για τον τρόπο που της μίλησε, αλλά έτσι ήταν ο Τρόι. Δε μασούσε τα λόγια του.
«Γι’ αυτό λοιπόν  πιστεύω ότι πρέπει να σταματήσουμε να τσακωνόμαστε. Θέλω να ηρεμήσουμε λιγάκι. Να σταματήσουν τα σχόλια να πηγαίνουν και να έρχονται. Μένουν μερικές βδομάδες και μετά φεύγεις. Ας μην τις περάσουμε μέσα στην κακία» της είπε.
«Συμφωνώ, Τρόι, αλλά πρέπει κι εσύ να σταματήσεις από μέρους σου τα προκλητικά σχόλια» του είπε. «Και κάνε ό,τι θες με την προσωπική σου ζωή αλλά μην το διαλαλείς κιόλας. Αυτό από μόνο του δείχνει την επιθυμία σου να με πληγώσεις».
«Δε θέλω να σε πληγώσω, Σάρλοτ. Αλλά κουράστηκα με τις υπόνοιες, τα υπονοούμενα, τα διφορούμενα σχόλια και τις ειρωνείες».
«Από τη μεριά μου δεν ξαναλέω τίποτα. Μπορώ και να σε αποφεύγω αν θες» είπε η Σάρλοτ και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Δεν άντεχε άλλη πίεση.
«Όχι, όχι, φυσικά. Απλώς να είμαστε λίγο πιο…φιλικοί μεταξύ μας».
«Μα είμαι φιλική. Σου ζήτησα να με πας για μπισκότα. Δεν είναι αυτό «άνετη» συμπεριφορά;»
«Χαίρομαι που υπάρχει κατανόηση από μέρους σου. Εκτιμώ ότι δεν κάνεις υστερίες».
«Υστερίες γιατί;» τον ρώτησε εκνευρισμένη. «Επειδή χωρίσαμε; Σιγά τη σχέση ζωής» είπε και δαγκώθηκε. Δεν τον εννοούσε, δεν έπρεπε και να το πει.
Ο Τρόι γύρισε και την κοίταξε αγριεμένος.
«Ακόμα δεν συμφωνήσαμε και την πέταξες την κακία σου» τη μάλωσε.
«Ω συγγνώμη!» του είπε και έβαλε το χέρι στο στόμα. Ο Τρόι δεν μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Σάρλοτ άλλαξε σταθμό στο ραδιόφωνο και βολεύτηκε στο κάθισμά της.
«Τρόι, να σου πω…» του είπε ξαφνικά, όταν εκείνος πάρκαρε και κατέβηκε από το αμάξι για να πάνε στο φούρνο.
«Τι είναι;» τη ρώτησε εκείνος κοιτώντας το κινητό του.
«Αυτός ο Νίλσεν από το μάρκετινγκ είναι καλό παιδί; Μου ζήτησε να βγούμε και θέλω καμιά γνώμη» του είπε. Τον είδε να σφίγγεται και γέλασε. «Τι είναι; Δεν είμαστε φίλοι;» τον ρώτησε και τον πήρε αγκαζέ. Ακούμπησε το μάγουλό της στο μπράτσο του.
«Είπα να είμαστε πιο φιλικοί. Όχι να ανταλλάζουμε κιλότες» είπε εκείνος ξινίζοντας τα μούτρα του.
«Καλά. Εγώ μια γνώμη ήθελα» του είπε και έδειξε στην κοπέλα ποια μπισκότα ήθελε. Ο Τρόι πλήρωσε με κάρτα και κατευθύνθηκαν ξανά στο αμάξι.
«Καλός είναι ο Νίλσεν» της είπε απρόθυμα όταν μπήκαν στο αμάξι. «Βέβαια μόλις χώρισε με την Λούσι, την κοπέλα από το αρχείο».
«Και πού το ξέρεις;» τον κεραυνοβόλησε η Σάρλοτ.
«Η Λούσι ζήτησε μία βδομάδα άδεια και έφτασε στα αφτιά μου ο λόγος» της είπε.
«Α…καλώς» του είπε. Είχε αρχίσει να μασουλάει τα μπισκότα της. «Θες ένα;» τον ρώτησε αλλά εκείνος αρνήθηκε.
«Εσύ φεύγεις σε λίγο καιρό. Τι τα θες τα ραντεβού τώρα; Μπορείς να μου πεις;» τη ρώτησε εκείνος ενώ επιτάχυνε στη λωρίδα τραχείας κυκλοφορίας.
«Με μια βαλίτσα στο χέρι είμαι από μικρή. Αν σκεφτόμουν έτσι, δε θα είχα κάνει ακόμα σχέση» του είπε και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Ναι, αλλά αν τα βρείτε με τον Νίλσεν…τι θα κάνεις;» επέμεινε εκείνος.
«Δεν ξέρω, Τρόι» είπε η Σάρλοτ αδιάφορα αλλά σκεφτόταν πώς να τον πικάρει. «Θα μείνω στο Μπέρλινγκτον».
«Μα εσύ δεν κρατιόσουν να γυρίσεις στο Σαν Φρανσίσκο» της είπε απορημένος.
«Ποιος σου το είπε αυτό;» αντέδρασε εκείνη. «Θα ήθελα να ξεκινήσω κάτι δικό μου, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να το κάνω στο Σαν Φρανσίσκο. Φυσικά και θέλω να επισκεφτώ τον πατέρα μου και τους φίλους μου, αλλά δε θα με πείραζε να μείνω λίγο περισσότερο εδώ».
«Αλήθεια;» τη ρώτησε κοφτά. «Για τον Νίλσεν θα έμενες;»
Ηλίθιε, σκέφτηκε η Σάρλοτ. Πανηλίθιε, στραβέ άντρα.
«Ακόμα δε βγήκα ραντεβού μαζί του» γέλασε η Σάρλοτ αλλά ο Τρόι δεν ανταπέδωσε.
«Χαίρομαι που είσαι τόσο κοινωνική» απάντησε εκείνος μετά από μερικά δευτερόλεπτα.
«Εγώ πάλι χαίρομαι που πήραμε αυτά τα μπισκότα» είπε η Σάρλοτ, θέλοντας να αλλάξει θέμα.


Ο Τρόι γρύλισε και άλλαξε λωρίδα.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 63- μοιυ φέρνετε ένα μαχαιρι για την μπριζόλα μου;

«Λούκας, σε ευχαριστώ πολύ που με κάλεσες κι εμένα» είπε ο Τρόι, την ώρα που καθόταν στο τραπέζι.
«Τρόι, το ξέρεις πόσο σε εκτιμώ και πόσο σε θεωρώ μέλος της οικογένειάς μου» είπε ο πατέρας της και η Σάρλοτ σκέφτηκε πόσο λίγο την επηρέαζαν πια τέτοιες δηλώσεις. Ο πατέρας της έφευγε αύριο και είχε την ιδέα να δειπνήσουν μαζί σε ένα εστιατόριο που τους είχε συστήσει ο Τρόι. Φυσικά ο πατέρας της κάλεσε και τον Τρόι και τώρα βρίσκονταν και οι τρεις καθισμένοι γύρω από ένα μικρό τραπέζι δίπλα σε ένα μαρμάρινο τζάκι και κοιτούσαν τον κατάλογο ενός πραγματικά πολύ όμορφου εστιατορίου περίπου μισή ώρα από το ράντζο.
«Εγώ θα πάρω φιλέτο πέρκας με βραστά λαχανικά» είπε η Σάρλοτ και οι άντρες έγνεψαν επιδοκιμαστικά.
«Εγώ λέω να φάω παϊδάκια με ρύζι» είπε ο πατέρας της.
«Κι εγώ μπιφτέκια με ρύζι» είπε ο Τρόι. Η Σάρλοτ τον κοίταξε απορημένη.
«Τρόι, το ρύζι σε πειράζει. Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε. Ο πατέρας της τους κοίταξε σαστισμένος. Η Σάρλοτ κοκκίνισε. Όταν ήταν με τον Τρόι, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Ούτε καν της πέρασε από το μυαλό να συγκρατήσει το σχόλιό της για να μην καταλάβει τίποτα ο πατέρας της.
«Όχι, όχι, Σάρλοτ, μην ανησυχείς» είπε ο Τρόι καθησυχαστικά. «Τρώω συχνά εδώ και το ρύζι τους είναι πολύ καλά βρασμένο. Δε με ενοχλεί».

Αφού έδωσαν την παραγγελία σε μια σερβιτόρα που ήξερε τον Τρόι με το μικρό του όνομα και μάλιστα αυτός την ρώτησε δυο τρία πράγματα για τη ζωή της.. Η Σάρλοτ χαμογέλασε στην κοπέλα αλλά ένιωσε την επιθυμία να της βγάλει το μαλλί τούφα τούφα. Είχαν χωρίσει μερικές βδομάδες με τον Τρόι, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να συγκρατήσει το θυμό της όταν τον έβλεπε ή σκεφτόταν με άλλες γυναίκες. Δεν έμπαινε στον κόπο να αρνηθεί στον εαυτό της ότι έτρεφε ακόμα συναισθήματα. Άλλωστε ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να ξεχάσει τα πάντα. Αλλά η ψυχρή συμπεριφορά του Τρόι τη βοηθούσε να μη σκέφτεται ρομαντικά.

«Λοιπόν, φεύγω αύριο» είπε ο πατέρας της ξαφνικά και η Σάρλοτ σούφρωσε τα χείλη της.
«Κρίμα» είπε και του χάιδεψε το χέρι.
«Φεύγω αλλά δε φοβάμαι για σένα, Σάρλοτ» της είπε ο πατέρας της ενώ έπινε λίγο από το νερό του μέχρι να έρθει το κόκκινο κρασί που είχαν παραγγείλει. «Σε αφήνω στον πιο έμπιστο φίλο μου. Κι από αυτά που βλέπω και ακούω, εσείς οι δύο έχετε γίνει καλοί φίλοι» είπε ζεστά, χωρίς καμία νύξη ευτυχώς.
«Ναι, μπορώ να πω ότι είμαστε καλοί φίλοι» είπε η Σάρλοτ κοιτώντας τον Τρόι διερευνητικά αλλά εκείνος δεν σήκωσε το γάντι.
«Χαίρομαι πολύ για εσάς, παιδιά μου» είπε ο πατέρας της, πραγματικά ενθουσιασμένος. «Πάντα ήλπιζα ότι εσείς οι δύο θα τα βρείτε. Δε νιώθω πια την ανάγκη να απολογούμαι στη Σάρλοτ για την προσοχή που σου δείχνω» είπε στον Τρόι και γέλασε.
«Δεν ήξερα ότι είχα προκαλέσει τόσο μεγάλο πρόβλημα στη Σάρλοτ» απολογήθηκε ο Τρόι. «Ίσως έπρεπε να το καταλάβω. Μια έφηβη, σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία να βλέπει τον πατέρα της να επαινεί τόσο έναν ξένο άντρα» μονολόγησε ο Τρόι. «Λυπάμαι, ειλικρινά» είπε, κοιτώντας τη Σάρλοτ. Της είχε ζητήσει και ιδιωτικά συγγνώμη και η Σάρλοτ είχε καταλάβει ότι το εννοούσε.
«Δεν πειράζει, Τρόι. Ίσως εγώ υπερέβαλα» είπε εκείνη ανάλαφρα, ανίκανη να πιστέψει πόσο πολύ είχαν αλλάξει τα συναισθήματά της μέσα σε λίγους μήνες.
«Ελάτε τώρα, περασμένα ξεχασμένα» είπε ο πατέρας της και εκείνη την ώρα ήρθαν μερικά ορεκτικά και το κρασί τους. Άρχισαν να τρώνε την τρυφερή σαλάτα και κομμάτια μοτσαρέλας τυλιγμένα σε μελιτζάνα, ενώ συζητούσαν ανάλαφρα για τη ζωή στο ράντσο και τις επενδύσεις του Τρόι στην Ευρώπη. Η Σάρλοτ άκουγε για πρώτη φορά ότι ο Σάρλοτ είχε μια μικρή επιχείρηση οινοποιίας στα νότια της Ιταλίας. Της έκανε εντύπωση που δεν είχε βρει κάτι τέτοιο στα λογιστικά βιβλία του αλλά ο Τρόι της είπε ότι την εκεί επιχείρηση την έχει αναλάβει άλλη ομάδα λογιστών.
«Τώρα κατάλαβα γιατί έχεις τόσο ενημερωμένο κελάρι!» γέλασε η Σάρλοτ και κοπάνησε το μέτωπό της.
«Ο Τρόι είναι πολύ πετυχημένος» είπε ο πατέρας της. «Και έχει κάνει μεγάλη περιουσία. Οποία γυναίκα σταθεί στο πλάι του θα είναι τυχερή».
Ο Τρόι και η Σάρλοτ κοιτάχτηκαν φευγαλέα σαν να τους χτύπησε και τους δύο το ρεύμα. Μια εκκωφαντική σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι ενώ ο πατέρας της απολάμβανε το φαγητό του.
«Και πολύ υπομονετική» είπε η Σάρλοτ και μετά συνειδητοποίησε ότι μίλησε δυνατά. Ο Τρόι ήταν έτοιμος να δαγκώσει λίγο τυρί αλλά άφησε το πιρούνι του μετέωρο όταν την άκουσε. Η Σάρλοτ χαμογέλασε αμήχανα.
«Εε…είναι πολύ απαιτητική η ζωή στο ράντσο. Η γυναίκα του Τρόι θα πρέπει να…ξέρετε…να αντέχει αυτόν τον τρόπο ζωής» προσπάθησε να τα μπαλώσει. Ο Τρόι συνέχιζε να την κοιτάει με ένα μείγμα θυμού και ευθυμίας.
«Ναι, ναι, φυσικά» είπε ο πατέρας της. «Αλλά να…η Ελίζαμπεθ…είναι καλή επιλογή, γιε μου. Γιατί τη βασανίζεις τόσα χρόνια;» ρώτησε. Η Σάρλοτ χαμογέλασε.
«Ναι, Τρόι, γιατί; Γιατί δεν το παίρνεις το κορίτσι; Τι θα πει η κοινωνία;» τον ρώτησε χιουμοριστικά, αλλά ο τόνος της έσταζε ειρωνεία.
«Η Ελίζαμπεθ δεν είναι για μένα» είπε ο Τρόι σοβαρός. «Όταν θα βρω τη γυναίκα που θα σκεφτώ να κάνω γυναίκα μου, τη γυναίκα που θα απαρνηθεί τα πάντα για να είναι κοντά μου, τη γυναίκα που θα αποδεχτεί τον τρόπο ζωής μου» είπε δανειζόμενος λόγια δικά της «θα σου το πω, Λούκας. Μέχρι στιγμής δεν την έχω βρει» είπε και η Σάρλοτ πετάχτηκε απότομα πάνω.
«Εμένα με συγχωρείτε. Πάω να πουδράρω τη μύτη μου» είπε και εξαφανίστηκε. Κατευθύνθηκε στην τουαλέτα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Στήριξε λίγο τα χέρια της στον νιπτήρα και πήρε βαθιές ανάσες. Τι είχε πει το κάθαρμα; Τι αισχρότητα είχε ξεστομίσει; Πώς συγκρατήθηκε να μην τον χτυπήσει; Τι έκανε μαζί της; Έπαιζε; Όσο καιρό ήταν μαζί αλλά και τώρα έπαιζε; Διάολε, πώς θα έβγαινε έξω και θα τον αντιμετώπιζε;

Βγήκε μετά από μερικά δευτερόλεπτα έξω και κατευθύνθηκε στο τραπέζι. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει αχνιστά και τα πιάτα τους, αλλά οι άντρες την περίμεναν για να φάνε. Η συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών ήταν ζωηρή. Ευτυχώς είχαν ξεπεράσει το προηγούμενο θέμα. Τώρα συζητούσαν για μπάλα. Έφαγε ήσυχη και περίμενε καρτερικά να τελειώσει η βραδιά. Κατά τις εννιά και μισή έφυγαν από το εστιατόριο και αφού πλήρωσε ο πατέρας της, μπήκαν στο αμάξι και κατευθύνθηκαν προς το ράντσο.


Την ώρα που καληνύχτιζε τον πατέρα της, ο Τρόι τής είπε ότι θέλει να της μιλήσει, αλλά η Σάρλοτ του είπε ότι είναι κουρασμένη. «Μπορεί να περιμένει;» τον ρώτησε αλλά δεν περίμενε να ακούσει την απάντησή του και έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου πίσω της. 

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

κεφάλαιο 62-daddy cool

 «Καλωσόρισες, μπαμπά» είπε η Σάρλοτ στον πατέρα της, ο οποίος επισκέφτηκε το ράντσο δύο βδομάδες μετά, στα πλαίσια ενός προγραμματισμένου ταξιδίου που είχε προγραμματίσει στη Νέα Υόρκη. Τη σόκαρε το πόσο γερασμένος ήταν αυτή τη φορά. Είχε περάσει ελάχιστος χρόνος από την τελευταία φορά που τον είχε δει, αλλά τώρα παρατηρούσε για πρώτη φορά τις βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το μέτωπό του.
«Τσάρλι, αδυνάτισες!» της είπε εκείνος και τη φίλησε ζεστά. Ο Τρόι περίμενε ξοπίσω της και μόλις κόρη και πατέρας απαγκιστρώθηκαν τέντωσε το χέρι του αλλά τον περίμενε κι αυτόν μια ζεστή αγκαλιά.
«Αγόρι μου!» είπε ο πατέρας της εξίσου ζεστά στον Τρόι, αλλά η Σάρλοτ δεν ένιωσε τη ζήλια που θα περίμενε να νιώσει πριν από μερικούς μήνες. Τώρα πια καταλάβαινε πόσο εύκολο ήταν να αγαπήσεις τον Τρόι.
«Καλωσόρισες, Λούκας» είπε ο Τρόι και άρπαξε τις βαλίτσες του ηλικιωμένου άντρα. «Θα κοιμηθείς στο δωμάτιο δίπλα από το Σάρλοτ» είπε και ανέβηκε πάνω.

Η Σάρλοτ έμεινε μόνη της με τον πατέρα της μετά από πολύ καιρό και ένιωθε τόσο χαρά όσο και αμηχανία. Η ένταση μεταξύ τους δεν είχε εξανεμιστεί. Ήταν προφανές ότι ο πατέρας της δεν είχε ξεπεράσει ακόμα τα νεανικά της παραστρατήματα και συνέχιζε να αμφισβητεί την επιθυμία της να αλλάξει. Ωστόσο και αυτή, από τη μεριά της, ήταν κουμπωμένη. Τον αγαπούσε, και ήταν ο πατέρας της, αλλά δυσκολευόταν να δεχτεί την απόφασή του να τη στείλει στο ράντσο ως τελετή ενηλικίωσης.

«Πώς περνάς εδώ;» τη ρώτησε αφού κάθισε στον καναπέ απέναντί της και σερβιρίστηκε από το καλό ουίσκι που ο Τρόι φυλούσε σε ένα κρυστάλλινο μπουκάλι. Εντωμεταξύ ο Τρόι είχε κατέβει και κατευθύνθηκε στο τζάκι για να το ανάψει. Ο Απρίλιος τέλειωνε, αλλά το κρύο δεν έλεγε να κοπάσει.
«Ω μια χαρά, μπαμπά» είπε εκείνη ανάλαφρα. Δεν σκόπευε φυσικά να του πει πόσο δύσκολα πέρασε μετά τον χωρισμό της με τον Τρόι και πόσο δύσκολο ήταν να τον βλέπει μόνο ως αφεντικό.
«Συνήθισες εδώ;» τη ρώτησε ο πατέρας της σοβαρός. Η Σάρλοτ απόρησε με την ερώτησή του.
«Συνήθισα, μπαμπά, ναι. Δεν είναι δα και η Κόλαση του Δάντη» του είπε ήρεμα και παρακολούθησε τον Τρόι να επιβραδύνει τις κινήσεις του, εστιάζοντας στη συζήτσή τους. «Η σωματική εργασία είναι κοπιαστική, αλλά έχω χρόνο να ξεκουράζομαι και έχω πρόσβαση σε ό,τι χρειάζομαι» του είπε και σήκωσε τους ώμους της.
«Δε σου λείπει δηλαδή το Σαν Φρανσίσκο;» την πίεσε ο πατέρας της και η Σάρλοτ δίστασε λιγάκι. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Μήπως είχε σκοπό να την παρατήσει εκεί; Μήπως τον είχε βάλει ο Τρόι να την ψαρέψει;
Διάλεξε τα λόγια της με προσοχή.
«Ζω πολλά χρόνια μακριά από το Σαν Φρανσίσκο, πατέρα. Εσύ μου λείπεις. Το σπίτι ως κτίριο, όχι» του είπε και το βλέμμα του πατέρα της διασταυρώθηκε με του Τρόι. Η Σάρλοτ απόρησε. Τι στο καλό συνέβαινε; Τι είχε πει; Κάτι ένιωθε ότι της έκρυβαν.
«Η Σάρλοτ είναι πολύ ικανή σε ό,τι έχει αναλάβει, Λούκας» είπε ξαφνικά ο Τρόι. Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι η παρέμβασή του ήταν λίγο ξεκάρφωτη, αλλά χαμογέλασε σεμνά.
«Όλοι εδώ έχουν δείξει φοβερή υπομονή μαζί μου» γέλασε ξαφνικά. «Μπαμπά, αυτές οι αγελάδες είναι έτοιμες να μιλήσουν!».
«Σώπα τώρα!» τη μάλωσε ο Τρόι. «Όλοι μας από κάπου ξεκινήσαμε. Εγώ τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα δουλειές ράντσου είχα φάει δυο κλωτσιές από δαύτες. Εσύ καμία!» της είπε.
Ο πατέρας της παρέμενε σιωπηρός και τους παρακολουθούσε να αστειεύονται άνετα, σαν δύο φίλοι από τα παλιά.
«Ελπίζω να σε προσέχει ο Τρόι» είπε ξαφνικά, εκφράζοντας άμεσα τη σκέψη του για την εξέλιξη της σχέσης τους.
«Ναι, ναι» είπε εκείνη διπλωματικά. «Ο Τρόι είναι σκληρός αλλά δίκαιος εργοδότης» του είπε. Τι άλλο να του έλεγε; «Και γενικά είναι πολύ ευγενής με όλους τους υπαλλήλους, άρα και με εμένα» τον αποτέλειωσε. Είδε με την άκρη του ματιού της τον Τρόι να σφίγγεται. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αυτή η συζήτηση έμοιαζε όλο και περισσότερο με σκάκι για τρεις. Μηνύματα καλά κρυμμένα πίσω από ουδέτερα λόγια.
«Χαίρομαι, χαίρομαι» είπε ο πατέρας της και έτριψε τα χέρια του. «Ξέρεις πόσο αγαπώ τον Τρόι, αλλά δε θα ήθελα να κακοπεράσεις» είπε τελικά.
Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι αυτό θα έπρεπε να το ελέγξει πριν περάσουν τέσσερις μήνες αλλά δεν απάντησε τίποτα.
«Πες μου, αγόρι μου» είπε ο πατέρας της απευθυνόμενος στον Τρόι. «Πώς πάνε οι δουλειές σου;».

Οι δύο άντρες μίλησαν για πάνω από μισή ώρα σχετικά με τις επιχειρήσεις του Τρόι. Η Σάρλοτ παρενέβη πολλές φορές στη συζήτηση και ο πατέρας της εντυπωσιάστηκε από τη συμμετοχή της στον έλεγχο. Δεν είχε βέβαια μάθει ότι είχε ανακαλύψει τις δύο πηγές του ελλείμματος. Αυτό το ήξερε μόνο ο Τρόι και κανείς άλλος. Ούτε καν οι ίδιοι οι καταχραστές. Στη μία περίπτωση, ένας υπάλληλος στην εταιρεία του Τρόι χρησιμοποιούσε εταιρικά χρήματα για να κάνει επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Τελικά τα έβαζε πίσω, αλλά για μεγάλα διαστήματα έλειπαν εξαψήφια ποσά. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση, ο Τρόι έμεινε εμβρόντητος όταν του είπε ότι οι υποψίες της για την Ελίζαμπεθ είχαν επιβεβαιωθεί. Στην αρχή δεν την πίστεψε. Όταν του εξήγησε ότι καθένα από τα σύνολά της κόστιζαν χιλιάδες ευρώ και ότι το αυτοκίνητό της ήταν αγορασμένο μετρητοίς και όχι με δόσεις, της είπε ότι δεν ήξερε τι έλεγε και ότι ήταν σίγουρος για την αξιοπιστία της Ελίζαμπεθ. Χρειάστηκε να του δείξει έγγραφα όπου η Ελίζαμπεθ υπέγραφε παραλαβές για ζωοτροφές που δεν αντιστοιχούσαν ούτε στις ποσότητες που είχε ζητήσει ο Τρόι, ούτε στις τιμές που είχε συμφωνήσει. Ο Τρόι κοίταξε τα έγγραφα ξανά και ξανά και η Σάρλοτ εκνευρίστηκε τόσο που ακόμα και με τις αποδείξεις δεν τον έπειθε που άρχισε να τον κατηγορεί ότι δεν έβλεπε μπροστά του και ότι άφηνε την Ελίζαμπεθ να τον κοροϊδεύει επειδή ήταν τυφλωμένος από τα κάλλη της. Ο Τρόι γέλασε με αυτό και η Σάρλοτ έγινε ακόμα πιο έξαλλη. Όχι τόσο έξαλλη βέβαια όταν της είπε ότι δε σκόπευε να την απολύσει για να μην την εκθέσει στους γονείς της και στην πόλη. Θα φρόντιζε να της βρει μια άλλη δουλειά ίσως και μετά, διακριτικά, θα της έδειχνε το δρόμο της αποχώρησης. Η Σάρλοτ είχε δυσανασχετήσει και του είπε ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι φύρα για κάθε επιχείρηση αλλά εκείνος της είπε ότι είναι διαλλακτικός με τους ανθρώπους. Η Σάρλοτ είχε ξεκαρδιστεί στο γέλιο.

Έφαγαν ένα λουκούλλειο γεύμα που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν και το είχε αφήσει στο τραπέζι. Ο πατέρας της είχε φτάσει κατά τις οκτώ στο ράντσο και η Ιλέιν είχε φύγει πριν από μισή ώρα για να τους αφήσει μόνους. Είχε προλάβει όμως να ψήσει μπριζόλες με πουρέ γλυκοπατάτας και να φτιάξει σαλάτα με μαρούλι και κόκκινα φασόλια. Ο Τρόι άνοιξε ένα κόκκινο κρασί από το κελάρι του. Η Σάρλοτ δεν ήξερε καν ότι είχε κελάρι το σπίτι.
«Μπαμπά, πάω να σου στρώσω να κοιμηθείς» είπε η Σάρλοτ λίγη ώρα μετά το πλύσιμο των  πιάτων και ο πατέρας της την κοίταξε σοκαρισμένος.
«Ε…εσύ;» ρώτησε.
«Ε ποιος;» γέλασε η Σάρλοτ αλλά παρενέβη ο Τρόι.
«Σάρλοτ, μη με κάνεις ρεζίλι!» είπε γελώντας. «Το δωμάτιο του πατέρα σου είναι έτοιμο από το πρωί. Δεν περίμενα να το φτιάξεις εσύ! Για όνομα!» είπε αγανακτισμένος.
«Εντάξει, τότε!» είπε εκείνη χαμογελαστή! «Πάω να φορέσω πιτζάμες και μετά θα έρθω να σου δώσω ένα φιλάκι πριν κοιμηθώ» είπε η Σάρλοτ. Το κεφάλι του Τρόι γύρισε απότομα. Κόντεψε να ξεκολλήσει από το λαιμό του. Η Σάρλοτ το είχε κάνει επίτηδες. Τον άφησε να νομίζει ότι είχε απευθυνθεί σε εκείνον. Όμως το βλέμμα της ήταν κολλημένο στο πρόσωπο του πατέρα της.

«Λοιπόν, παιδιά μου, να σας αφήσω εγώ» είπε ο Λούκας και αφού όλοι αντάλλαξαν μερικές αβρότητες, αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.