Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Κεφάλαιο 42-καλωσόρισες, Κάτια!

Η Σάρλοτ κατέβηκε την επόμενη μέρα στο σαλόνι, φορώντας τεράστια μαύρα γυαλιά και μια βελουτέ κεραμιδί φόρμα. Δεν είχε πολλή όρεξη να μιλήσει με κανέναν, αλλά έπρεπε επιτέλους να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ξεκινήσει την «επανένταξή» της.

‘Ηλπιζε ότι θα βρει την Ιλέιν μόνη της, να μιλήσουν λιγάκι και να φάει με την ησυχία της. Αλλά όχι. Στο σαλόνι βρήκε την Ελίζαμπεθ να μιλάει στο τηλέφωνο με κάποιον πελάτη. Ο Τρόι ήταν στην κουζίνα και έτρωγε. Είχε τελειώσει τη βάρδιά του μάλλον. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά όταν τον είδε. Είχαν κοιμηθεί μαζί. Το πρωί που ξύπνησε ένιωσε μια απέραντη αίσθηση εγκατάλειψης. Τι είχαν πει χθες το βράδυ; Είχαν καταλήξει κάπου άραγε; Τι αμηχανία, Θεέ μου.

«Σάρλοτ, χρυσό μου!» φώναξε η Ελίζαμπεθ μόλις έκλεισε το τηλέφωνο και έτρεξε προς το μέρος της. Λίγο το έντονο άρωμα, λίγο η τσιριχτή φωνή, και η Σάρλοτ έχασε  την ισορροπία της. «Ε πρόσεχε! Κάθισε, κάθισε!» την προέτρεψε η Ελίζαμπεθ. Η Ιλέιν και ο Τρόι έτρεξαν αμέσως κοντά της.
«Νιώθεις καλά; Να σου φέρω κάτι να φας; Πήρες τα φάρμακά σου;» τη ρώτησε η Τρόι με κομμένη την ανάσα, βοηθώντας τη να καθίσει. Η Σάρλοτ απόλαυσε το άγγιγμά του, αν και φευγαλέο.
«Τρόι, ηρέμησε λίγο» γέλασε η Σάρλοτ, νιώθοντας άβολα για την προσοχή που της έδειχνε μπροστά σε όλους.
«Σου φέρνω λίγο φαγητό και ένα χυμό» είπε η Ιλέιν και εξαφανίστηκε στην κουζίνα.
«Πώς νιώθεις σήμερα;» ρώτησε η Ελίζαμπεθ, με μια ζεστασιά στη φωνή που δεν έφτανε ως το βλέμμα της. «Φαίνεσαι καταπονημένη». Αουτς.
«Ε δεν είναι και λίγο αυτό που πέρασα» είπε ουδέτερα η Σάρλοτ. «Έμεινα σχεδόν τρεις μέρες στο κρεβάτι».
«Τι κρίμα, βρε παιδί μου πάντως» είπε δραματικά η Ελίζαμπεθ. «Τόσο νέα και όμορφη κοπέλα και να έχεις τόσο μεγάλο πρόβλημα υγείας…».
Η Σάρλοτ ένιωσε το αίμα της να βράζει «Εντάξει, Ελίζαμπεθ, δεν είμαι και ανάπηρη!» είπε γελώντας, για να ξορκίσει τα νεύρα της. Ο Τρόι είχε κοκαλώσει στη θέση του και παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς να επεμβαίνει.
«Όχι βέβαια, χρυσή μου! Δεν είσαι ανάπηρη. Αλλά να…πώς μπορείς να ξέρεις ότι δε θα το ξαναπάθεις σύντομα;».
«Ελίζαμπεθ, βούλωσ’ το» είπε κοφτά ο Τρόι. Η Σάρλοτ δε γύρισε καν προς το μέρος του. Είδε μόνο την Ελίζαμπεθ να ζαρώνει για λίγο. Για πολύ λίγο δυστυχώς.
«Δεν το λέω κακοπροαίρετα. Απλώς να…είναι και το ταξίδι στο Τέξας. Πώς θα πετάξει η Σάρλοτ; Και αν πάθει κάτι εκεί;» ρώτησε και η Σάρλοτ κατάπιε τη γλώσσα της. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Σε μερικές μέρες έφευγαν για Τέξας. Αλήθεια, ποιος μπορούσε να της εγγυηθεί ότι δε θα το ξαναπάθει; Θύμωσε. Έγινε έξαλλη. Όχι επειδή η Ελίζαμπεθ ήταν σκύλα. Αλλά επειδή είχε δίκιο.
«Ελίζαμπεθ, δε θα το ξαναπώ» είπε αργά ο Τρόι και η Σάρλοτ γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν τόσο θυμωμένος που τρόμαξε. Του χαμογέλασε για να τον ηρεμήσει, αλλά δεν την κοιτούσε. Κοιτούσε έξαλλος την Ελίζαμπεθ. Κι εκείνη απολάμβανε απόλυτα την προσοχή του.
«Οι δύο ίλιγγοί μου προήλθαν από ημικρανίες και από ψυχολογικό σοκ και πίεση» είπε ανάλαφρα η Σάρλοτ, αλλά μετάνιωνε που έπρεπε να μιλήσει για κάτι τόσο προσωπικό σε αυτό το φίδι. «Δεν έχω λαβύρινθο, δεν έχω κάποιο σύνδρομο. Αν είμαι καλά, δεν παθαίνω τίποτα» είπε ήρεμα.
«Ε μα τότε, να προσέχεις, να είσαι ήρεμη» είπε γλυκά η Ελίζαμπεθ αλλά δεν έπεισε κανέναν. «Να παίρνεις και κανα ηρεμιστικό πού και πού» πέταξε.
«Ό,τι πει ο γιατρός, Ελίζαμπεθ» είπε η Σάρλοτ.
«Έτοιμο και το φαγητό» έσπασε την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε η Ιλέιν με ένα φορητό δίσκο.
Τον ακούμπησε μπροστά στην Σάρλοτ κι εκείνη άρχισε να τρώει σιγά σιγά.
«Ωραίο το συνολάκι σου» είπε η Σάρλοτ στην Ελίζαμπεθ, μασουλώντας αργά το γεύμα της. «Το είδα πριν από δύο μήνες στη Νέα Υόρκη, στην Prada. Έκανε κάπου 2.000 δολάρια» συνέχισε.
«Ε ναι» ψέλλισε η Ελίζαμπεθ. Δε γινόταν να της πει ξανά ότι είναι παλιό.
«Χαίρομαι που ο Τρόι σε πληρώνει τόσο καλά» συνέχισε η Σάρλοτ, γνωρίζοντας ότι ο Τρόι είχε συντονίσει την προσοχή του στη συζήτηση. Κι ας μην το έδειχνε.
«Τα παπούτσια που φοράς κάνουν χίλια δολάρια και η τσάντα σου την περασμένη βδομάδα έκανε κάπου 3.000 δολάρια».
«Έχεις κοφτερό βλέμμα, Σάρλοτ» είπε στεγνά η Ελίζαμπεθ.
«Βέβαια, Ελίζαμπεθ. Ξέρω από ρούχα» είπε.
«Α ναι;» ρώτησε ειρωνικά η Ελίζαμπεθ. Προφανώς εννοούσε ότι συνήθως η Σάρλοτ δεν κυκλοφορούσε καλοντυμένη. Η έστω αυτό που όριζε η Ελίζαμπεθ ως καλοντυμένη.
«Ναι, φυσικά. Απλώς προτιμώ να ντύνομαι με τα λεφτά που βγάζω εγώ. Και όχι οι άλλοι» της είπε, κοιτώντας τη σταθερά στα μάτια. Η Ελίζαμπεθ έσπασε πρώτη και κατέβασε τα μάτια της στο πάτωμα.
«Αυτό είναι αξιέπαινο» είπε νευρικά. «Με συγχωρείτε τώρα γιατί έχω δουλειά».

Η Σάρλοτ έμεινε στο σαλόνι και έφαγε λίγο κρέας με σαλάτα αλλά δεν είχε όρεξη για χυμό.
Ο Τρόι δεν την πλησίασε ξανά, μέχρι που έφυγε.


Τον έβλεπε αλλαγμένο. Προσπάθησε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα του και να διαβάσει τις σκέψεις του αλλά δεν τα κατάφερε. Θα ερχόταν και απόψε να κοιμηθεί μαζί της; Μάλλον όχι. Αλλά μπορούσε πάντα να ελπίζει. 

5 σχόλια:

  1. εισαι απλως υπεροχη!!!!!!!!!!! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Περιμενω με αγωνία τη μέρα που το φίδι, η Ελιζαμπεθ, θα δαγκώσει τη γλώσσα της και θα δηλητηριαστει! Και το ροντεο! Κι αυτό το περιμενω με αγωνία ! :D!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολυυ καλες ιστοριες..εχω κολλησει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Kαι εγω περιμενω την στιγμη που η Σαρλοτ θα φιληθει με τον Τροι μπροστα της και το φιδι θα παθει καρδια και εγκεφαλικό παρεα!!!!! Συγγραφεα της Καρδιας Μας το ξερειςοτι περιμενω με αγωνια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ti fidi pou einai...anupomono na ginei kati me aftous tous duo....h sunexeia??:p exw kollhshhh

    ΑπάντησηΔιαγραφή