Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις-μπορείτε να ησυχάσετε λιγάκι να κάνω κι εγώ Κούλουμα;

Μπορεί να το παράκανα, δε λέω, αλλά έπρεπε να γίνει. Έτσι λύνονται αυτά τα προβλήματα. Χτυπώντας τα στη ρίζα. Και στην τελική, όντως θέλω να πάει στο Μπέρλινγκτον. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Σε θέματα επαγγελματικά τη σέβομαι και την εμπιστεύομαι πλήρως. Είμαι σίγουρος ότι θα κάνει άψογη δουλειά. Και αν δεν είχαμε τσακωθεί, και πάλι θα την έστελνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι θα πήγαινα μαζί της. Δε θα μπορούσα να κοιμηθώ μακριά της. Και τώρα δεν μπορώ. Υποφέρω. Ειδικά επειδή είναι στο διπλανό δωμάτιο. Πόσες φορές έχω πάει μέχρι την πόρτα της και πόσες φορές επέστρεψα στο δωμάτιό μου άπραγος;  Γιατί αυτό έπρεπε να γίνει. Τη θέλω και με θέλει, αλλά πήραμε μια απόφαση και πρέπει να την ακολουθήσουμε. Τι σόι άντρας χρησιμοποιεί μια γυναίκα μόνο για σεξ; Και ειδικά μια γυναίκα που αξίζει πολύ περισσότερο από αυτό.

Ο τρόμος που με κυρίευσε…ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το συναίσθημα. Προσεύχομαι μόνο στον Θεό να μην το ξανανιώσω ποτέ. Ο φόβος πώς θα νιώσω αν με αφήσει μια μέρα για κάποιον άλλον. Αυτός φταίει. Ο τρόμος.  Αυτός με έκανε να τη χωρίσω. Αν με έκανε να νιώθω έτσι μέσα σε δύο μήνες, πώς θα ένιωθα μετά από ένα χρόνο; Όχι ότι έχουμε τόσο διάστημα στη διάθεσή μας δηλαδή. Αλλά στην ιδέα ότι θα φύγει και θα με αφήσει…Αυτό το ταξίδι της στη Νέα Υόρκη ήταν μια πρόγευση. Πόσο άσχημα ένιωθα τις μέρες που έλειπε. Δεν θέλω να το ξαναπεράσω. Έτσι είναι ο έρωτας; Και γιατί όλοι λένε ότι είναι ευτυχισμένοι; Ο έρωτας είναι η πιο τρομακτική εμπειρία. Μαζί με τις ελπίδες και τα όνειρα έρχεται και ο φόβος, οι ανασφάλειες, η δυσπιστία.

Οι άλλοι άραγε πώς τα καταφέρνουν; Δε φοβούνται οι άλλοι; Και πώς να το θίξω αυτό το θέμα; Να πιάσω τον Μπομπ και να τον ρωτήσω πώς καταφέρνει και έχει σχέση και δεν τυραννιέται όπως εγώ; Τι να πω και σε ποιον; Να μιλήσω μήπως σε κάποιον ειδικό; Μήπως έχω πρόβλημα;

Η Σάρλοτ δείχνει ειλικρινά εκνευρισμένη. Δεν το κάνει για να σκεπάσει τις ενοχές της. Και αυτά που λέει…δεν είναι τελείως λάθος. Απλώς δεν μπορεί να καταλάβει πώς ένιωσα. Ξέρω ότι είναι άδικο όλο αυτό. Και για εκείνη και για εμένα. Εκείνη προσπάθησε και για τους δυο μας. Αλλά κι εγώ έχω τα θέματά μου και προς το παρόν δεν μπορώ να τα λύσω. Δεν μπορεί να νιώθω έτσι. Σαν να μη μου αξίζει αγάπη. Αυτά τα φαντάσματα τα έχω θάψει. Αυτούς τους δαίμονες τους έχω καταπολεμήσει. Πώς αφήνω να βγαίνουν όλα στην επιφάνεια και να μου χαλάνε ακόμα και σήμερα τη ζωή;


Είμαι μαζοχίστρια. Αυτό είναι. Μόνο έτσι εξηγείται αυτό που νιώθω όταν τον βλέπω. Εγώ! Που στήριζα τις φίλες μου, που έβγαζα πύρινους λόγους εναντίον των συντρόφων τους όταν εκείνοι τις εκμεταλλεύονταν, εγώ η υπερασπίστρια της γυναικείας αξιοπρέπειας. Εγώ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, κοιτάω στα μάτια έναν άντρα που μου λέει να «ορίσουμε εκ νέου τους όρους της συνεργασίας μας» και αντί να του δώσω μια κουτουλιά μήπως και συνέλθει, κάθομαι απέναντί του, υπνωτισμένη από τα λόγια του, ακόμα πιο ερωτευμένη μαζί του. Εκτός βέβαια αν αυτός ο άνθρωπος είναι ο σατανάς. Ίσως γι’ αυτό ασκεί τόση γοητεία πάνω μου. Μου μιλάει σαν ρομπότ και ενώ με τα λόγια του κάνει την καρδιά μου κομμάτια εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι το πόσο θέλω να χωθώ στην αγκαλιά του, να τρέξω τα ακροδάχτυλά μου σε όλο το κορμί του, να νιώσω τη ζεστασιά του μέσα μου... Άραγε θα τα ξαναζήσω όλα αυτά;


Τώρα πια τις καταλαβαίνω τις γυναίκες που μένουν με άντρες που τις θέλουν μόνο για το σεξ. Βλέπεις ότι δεν υπάρχει συναίσθημα από την άλλη πλευρά αλλά δεν μπορείς να απομακρυνθείς. Κάποτε το κατέκρινα, αλλά τώρα το καταλαβαίνω. Αν με καλούσε στο κρεβάτι του, θα πήγαινα. Ντροπή μου, αλλά θα πήγαινα. Παρόλο που με έχει πληγώσει τόσο η σκληρή του συμπεριφορά. Αλλά τον αγαπάω. Θεέ μου, πόσο τον αγαπάω! Και πόσο θα ήθελα να μου δώσει μια ευκαιρία να παλέψω για να τον κερδίσω. Να τον βοηθήσω να ξεπεράσει τους φόβους του και να είμαστε και πάλι μαζί. Και όχι για λίγους μήνες. Αν είναι δυνατόν, για πάντα…

Κεφάλαιο 59-Έι, Ελίζα! Μ' ακούς εκεί στη Γηραιά Αλβιώνα; Θέλω πατατάκια...

«Κοριτσάκι μου, ακόμα δεν ήρθες και θα ξαναφύγεις;» ρώτησε η Ιλέιν την Κυριακή το πρωί την ώρα που έβαζε ένα φίλτρο στην καφετιέρα. Η Ιλέιν είναι το μόνο άτομο εδώ μέσα, σκέφτηκε η Σάρλοτ, που εκφράζει ανοιχτά τα συναισθήματά της.
«Ναι, χθες μου το είπε ο Τρόι» είπε ήρεμα η Σάρλοτ, γιατί ο Τρόι βρισκόταν μερικά βήματα μακριά της. Δεν ήθελε να φανεί ότι είχε θυμώσει με την απόφασή του.
«Μα καλά, Τρόι, είναι ανάγκη να φύγει αύριο;» είπε η Ιλέιν. Ο Τρόι τής χαμογέλασε φευγαλέα και έκανε μια γκριμάτσα που έδειχνε ότι κι αυτός δεν ήταν σίγουρος για την απόφαση. Ναι, σιγά.
«Ναι, Ιλέιν, πρέπει. Το θέμα με το έλλειμμα έχει πάει πολύ πίσω. Όσο πιο σύντομα πάει…»
«Καλά, παιδί μου, εσύ ξέρεις καλύτερα» είπε γρήγορα η Ιλέιν. Δεν ήθελε να του δώσει την εντύπωση ότι αμφισβητούσε τις αποφάσεις του αλλά έδειχνε ειλικρινά λυπημένη που η Σάρλοτ θα έφευγε τόσο σύντομα.
«Ιλέιν, την Παρασκευή θα είμαι πίσω» της είπε η Σάρλοτ γελαστή, προσπαθώντας να φτιάξει το κέφι της μεγαλύτερης γυναίκας αλλά και το δικό της.
«Ναι, ναι, την Παρασκευή. Το πολύ την Κυριακή» είπε ο Τρόι και η Σάρλοτ έγινε έξαλλη. Μα πώς αποφάσιζε έτσι για το πρόγραμμά της και της το πετούσε τόσο ανάλαφρα;
«Πότε προέκυψε το Σαββατοκύριακο; Νόμιζα μόνο μέχρι την Παρασκευή!» αντέδρασε η Σάρλοτ.
«Δεν ξέρω τι θα βρεις εκεί» είπε ο Τρόι ήρεμα και έκατσε στον καναπέ για να δει τηλεόραση. Η Σάρλοτ πήρε τον καφέ της και έκατσε δίπλα του. Η συζήτηση αυτή ήταν προσωπική. Και δεν ήθελε να αναστατώσει την Ιλέιν.
«Δε χρειάζεται να είμαι μακριά για να βρω την πηγή του κακού» του είπε εκνευρισμένη.
«Τι εννοείς;»
«Ότι δε χρειάζεται να με στείλεις εξορία για να σου βρω από πού προέρχεται το έλλειμμα».
«Δε σε στέλνω εξορία. Μην είσαι τόσο μελοδραματική!» είπε ειρωνικά ο Τρόι.
«Άλλωστε νόμιζα ότι σου άρεσαν τα ταξίδια».
«Δεν μπορώ να το χωνέψω» του είπε εκείνη ξαφνικά. «Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι είσαι τόσο εγωιστής. Μου το είχες πει. Τουλάχιστον ήσουν ειλικρινής. Αλλά πίστευα ότι αυτό που είχαμε…αυτά που μου είχες πει…» είπε και κόμπιασε. Η φωνή της έσπασε και κατέβασε τα μάτια της στα χέρια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να μην κλάψει.
«Σάρλοτ, αντιδράς υπερβολικά» είπε ο Τρόι, με πιο μαλακωμένη διάθεση.
«Σοβαρολογείς;» του είπε μέσα από τα δόντια της. «Παίζεις μαζί μου, Τρόι!» του είπε.
«Δεν παίζω καθόλου» είπε εκείνος κοφτά. «Απλώς ορίζω εκ νέου τους όρους της συνεργασίας μας».
«Σιγά μην υπογράψουμε και συμβόλαια» ειρωνεύτηκε η Σάρλοτ. «Πώς μιλάς έτσι; Ο υπουργός ανάπτυξης είμαι; Η Σάρλοτ είμαι, διάολε» γέλασε νευρικά. «Πώς γίνεται να ξεχνάς τόσο γρήγορα; Από αυτά που μου είπες πίστευες τίποτα;»
«Εσύ;» την κάρφωσε με το βλέμμα του εκείνος. Μια θύελλα συναισθημάτων αντικατοπτριζόταν στα γαλάζια μάτια του. «Εσύ πίστευες τίποτα;» την προκάλεσε ξανά.
«Δεν παίρνω τίποτα πίσω» του είπε και σηκώθηκε όρθια. Άρχισε να βηματίζει μπροστά του. Η Ιλέιν εντωμεταξύ είχε αποσυρθεί στη βιβλιοθήκη για να ξεσκονίσει. Μάλλον γιατί μυριζόταν την καταιγίδα που ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. «Δε λυπάμαι που έφυγα. Δεν έχω κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπομαι, Τρόι. Θέλω να αποδώσω το θυμό σου στο γεγονός ότι πρώτη φορά…υποθέτω…θέλω να ελπίζω…ότι κάτι ένιωσες» του είπε αργά και διστακτικά. «Αλλά δεν είναι τρόπος αυτός να με τιμωρήσεις. Να το συζητήσουμε, Τρόι. Γιατί δεν το συζητάμε;»
«Τι να πούμε;» ρώτησε εκείνος.
«Δεν ξέρω. Αυτά που νιώθουμε ίσως; Τώρα είναι η στιγμή να παλέψουμε, Τρόι. Τώρα!» φώναξε η Σάρλοτ. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Εσύ μου είχες πει ότι πρέπει να παλέψουμε για τη σχέση μας. Να της δώσουμε μία ευκαιρία. Τα λόγια σου χρησιμοποιώ. Εκτός αν τα είπες μόνο για να με ρίξεις στο κρεβάτι!» του πέταξε.
«Σάρλοτ, όπως ίσως έχεις καταλάβει» είπε εκείνος βραχνά «δεν χρειάζεται να καταφύγω σε λόγια και υποσχέσεις για να ρίξω μια γυναίκα στο κρεβάτι».
«Εννοείς ότι είμαι εύκολη;» είπε ήρεμα η Σάρλοτ.
«Εννοώ ότι έχω επιλογές».
«Αυτό το ξέρω» είπε η Σάρλοτ γελώντας. «Στο βουνό είδα την Ελίζαμπεθ να βγαίνει ξεβράκωτη από το δωμάτιό σου! Ξέρω πολύ καλά τι εννοείς!».
«Λες σαχλαμάρες» είπε εκείνος. «Εγώ και η Ελίζαμπεθ…δεν…έχουμε χωρίσει εδώ και μήνες».
«Συνεχίζεις να λες ψέματα ενώ δε χρειάζεται».
«Σου λέω την αλήθεια».
«Την είδα με ένα δαντελωτό κομπινεζόν. Μου λες ότι δεν περάσατε το βράδυ μαζί; Δε σε πιστεύω» είπε η Σάρλοτ.
«Μπορεί να μη με πιστεύεις, αλλά αυτή είναι η αλήθεια».
«Καλά» είπε η Σάρλοτ και έκανε μια κίνηση με το χέρι «αυτά έχουν μικρή σημασία πια. Εδώ μιλάμε για πλήρη ασυνεννοησία».
«Σάρλοτ, μην κάνεις έτσι, σε παρακαλώ. Εμείς οι δύο…δεν είναι καλή ιδέα. Το βλέπεις ότι τσακωνόμαστε τόσο πολύ…»
«Τσακωνόμαστε γιατί με χώρισες χωρίς να φταίω και χωρίς να μου εξηγήσεις» είπε εκείνη.
«Σε χώρισα επειδή κατάλαβες ότι δεν ήθελα να πας και πήγες».
«Πώς να καταλάβω; Νόμιζα ότι έκανες μούτρα, διάολε!».
«Κι αν σου το ζητούσα; Αν σου έλεγα να μη φύγεις;»
«Και πάλι θα έφευγα. Θα σου εξηγούσα λίγο καλύτερα, αλλά θα έφευγα. Είναι προφανές ότι δεν έχεις ξανακάνει ουσιαστική σχέση. Εκδηλώνεις το ενδιαφέρον σου με κτητικότητα αλλά δεν είναι αυτός τρόπος…».
«Αν ήθελα ψυχολόγο θα πήγαινα σε ψυχολόγο» είπε ήρεμα εκείνος, διακόπτοντας τον ειρμό της. «Αλλά δε θέλω ψυχολόγο. Θέλω μόνο την ηρεμία μου».
«Τι ορίζεις ως ηρεμία, Τρόι; Το να μην είμαι εδώ; Εγώ μπορώ να σου την προσφέρω αυτή την ηρεμία. Αλλά η ταραχή μέσα σου θα συνεχιστεί. Γιατί πολύ απλά δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς όλο αυτό που νιώθεις και αντί να βαδίσουμε μαζί, με κάνεις πέρα».
«Σάρλοτ, δεν καταλαβαίνω τι λες. Μπορεί πολύ απλά και να άλλαξα γνώμη» είπε εκείνος και τότε η Σάρλοτ έχασε τελείως τον έλεγχο.
«Να άλλαξες γνώμη; Άλλαξες γνώμη δηλαδή;» τον ρώτησε αλλά εκείνος δεν απάντησε. «Είναι η τρίτη φορά που προσπάθησα να βγάλω μια άκρη μαζί σου και δε θα σε ξαναενοχλήσω μετά από αυτή. Πες μου τι θες».
«Σου είπα. Θέλω να πας στο Μπέρλινγκτον μία βδομάδα. Η σχέση μας έχει διαρραγεί και δεν θέλω να κουραστώ άλλο. Ίσως δεν ήταν γραφτό να γίνει» της είπε γρήγορα, σχεδόν με μια αναπνοή.

«Καλώς, Τρόι» είπε η Σάρλοτ και πήγε να χύσει τον καφέ της στον νεροχύτη. Και μετά ανέβηκε πάνω να φτιάξει βαλίτσα. Ξανά. 

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 58 - είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του...

Τρεις μέρες μετά, η Σάρλοτ είχε πάρει πια απόφαση ότι η κατάσταση με τον Τρόι δεν είχε γυρισμό. Την πρώτη μέρα δούλεψε γεμάτη ενέργεια και όταν γύρισε σπίτι για να φάει, δεν τον βρήκε εκεί. Το βράδυ τον άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιό του και αφού περίμενε και περίμενε και περίμενε να της χτυπήσει την πόρτα, αποκοιμήθηκε απογοητευμένη. Τη δεύτερη μέρα δεν τον είδε καθόλου. Είδε μόνο την Ελίζαμπεθ, η οποία την ενημέρωσε ότι ο Τρόι θα δούλευε στη βιβλιοθήκη και είχε ζητήσει να μην τον ενοχλήσει κανείς. Το χαιρέκακο βλέμμα της Ελίζαμπεθ όταν μετέφερε το μήνυμα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μπούκαρε στη βιβλιοθήκη και τον ρώτησε μέχρι πότε θα κρατήσει η παιδιάστικη αυτή συμπεριφορά. Εκείνος δεν σήκωσε το κεφάλι του από τα βιβλία του, λογιστικά έδειχναν, αλλά της μουρμούρισε ένα «είμαι απασχολημένος». Τον κατηγόρησε ότι την αγνοεί αλλά εκείνος της είπε ξερά ότι δεν έχει χρόνο για «τέτοια». Το δεύτερο βράδυ έφτασε ως την πόρτα του. Μετά γύρισε στο δωμάτιό της. Μετά ξαναπήγε ως την πόρτα του. Σήκωσε τη μπουνιά της έτοιμη να χτυπήσει αλλά δεν το έκανε. Τι σόι γυναίκα θα ήταν αν πήγαινε στο δωμάτιό του, αν του πρόσφερε το κορμί της προσπαθώντας να κερδίσει την καρδιά του; Τον ήθελε. Της είχε λείψει η φροντίδα του, η προσοχή του, αλλά και οι πιο τρυφερές στιγμές τους. Είχαν πολύ καλή χημεία και οι μέρες που είχαν να κοιμηθούν μαζί την είχαν κάνει να αναστατώνεται κάθε φορά που τον έβλεπε.

Την τρίτη μέρα τον βρήκε στο σαλόνι την ώρα που κατέβαινε για πρωινό. Τη χαιρέτισε με ένα νεύμα, σηκώνοντας ελαφρά το στέτσον του, χωρίς να την κοιτάει. Και μετά έφυγε. Η Σάρλοτ σκέφτηκε να τρέξει πίσω του, να τον προλάβει, να του πει όσα σκεφτόταν αλλά και πάλι δεν το έκανε. Θα επιχειρούσε να συζητήσει μαζί του την επόμενη μέρα, που ήταν και Σάββατο και θα ήταν πιο χαλαρός.

Όμως και πάλι δε στάθηκε τυχερή. Το Σάββατο το πρωί πήγε να πάρει το κλειδί για το βαν για να επισκεφτεί τη Βίβι. Είχε να τη δει δύο μέρες και ήθελε να μιλήσει με κάποιον για το θέμα του Τρόι. Βρήκε τον Τρόι στην αυλή, να ποτίζει νωχελικά μερικά φυτά που δε χρειάζονταν πότισμα. Φαινόταν πολύ σκεπτικός. Χρειάστηκε να πει το όνομά του δύο φορές για να την προσέξει.
«Τρόι, θα πάω στη Βίβι για τα μαλλιά μου» του είπε.
«Θέλω να μιλήσουμε» της είπε εκείνος τελικά και η Σάρλοτ χαμογέλασε. Επιτέλους! Θα μιλούσαν. Αυτό ήταν υπέροχο. Ο διάλογος είναι σημαντικός για κάθε ζευγάρι, σκέφτηκε. Μόνο έτσι θα ξεπερνούσαν τα προβλήματα. Όχι με μούτρα.
«Φυσικά, φυσικά, Τρόι» του είπε και κάθισε στα σκαλάκια της εισόδου. Εκείνος δεν έκατσε δίπλα της και συνέχισε να ποτίζει έχοντας την πλάτη του γυρισμένη στο μέρος της.
«Πες μου» τον προέτρεψε.
Εκείνος δε μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα και η Σάρλοτ άρχισε να νιώθει άβολα. Μήπως δεν είχε καταλάβει καλά; Μήπως είχε σκοπό να της πει ότι θέλει να τη διώξει;
«Σάρλοτ, θέλω να πας στα γραφεία μας στο Βερμόντ για μία βδομάδα» της είπε τελικά και η Σάρλοτ δε μίλησε. Έμεινε να κοιτάει απορημένη την πλάτη του.
«Θέλω έναν αξιόπιστο άνθρωπο να συντονίζει την έρευνα για το έλλειμμα. Φυσικά θα μείνεις εκεί για να μην πηγαινοέρχεσαι όταν τελειώνεις αργά» συμπλήρωσε ο Τρόι, φανερά σφιγμένος.
«Α μπα; Με θεωρείς αξιόπιστη; Είναι κι αυτό μια αναγνώριση!» κάγχασε η Σάρλοτ. Ο Τρόι γύρισε και την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. Πήγε να πει κάτι αλλά η Σάρλοτ τον διέκοψε. «Με διώχνεις; Ωραίο τρόπο βρήκες!».
«Μην κάνεις έτσι, δε σε διώχνω» είπε εκείνος και έκλεισε τη βρύση. «Απλώς θέλω να κάνεις δουλειά γραφείου για μία βδομάδα. Πιστεύω ότι έχεις κλίση σε αυτό. Σε είδα στο Τέξας. Είσαι καλή…»
«Ω σταμάτα, Τρόι! Σταμάτα τις άχρηστες κολακείες!» του είπε η Σάρλοτ σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.
«Δεν είναι κολακείες. Δεν συνηθίζω τα κομπλιμέντα» είπε εκείνος συγκρατημένα νευριασμένος.
«Πού θα κοιμάμαι;» τον ρώτησε απότομα η Σάρλοτ και τον αιφνιδίασε. Μάλλον περίμενε περισσότερη αντίσταση.
«Εεεεε…έχουμε ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα στα γραφεία για όταν χρειάζεται να περάσουμε πολλές μέρες εκεί. Να μην κουράζεσαι με τα πέρα δώθε».
«Ναι, μην κουραστώ! Σε ένοιαξε» είπε ειρωνικά η Σάρλοτ. Ο Τρόι πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει.
«Με ένοιαξε, Σάρλοτ. Θα με εξυπηρετήσεις πολύ και δε θέλω να ταλαιπωρηθείς περαιτέρω».
«Εντάξει, με θες κάτι άλλο;» τον ρώτησε και σηκώθηκε για να φύγει αλλά ο Τρόι στάθηκε μπροστά της.
«Γιατί φωνάζεις;» τη ρώτησε παγερά. «Θα βγεις κι από πάνω;» φώναξε και η Σάρλοτ έκανε ένα βήμα πίσω.
«Γιατί;» τον ρώτησε με τα χέρια στη μέση. «Πότε ήμουν από κάτω;».
Ο Τρόι γέλασε αλλά το γέλιο του ήταν πικρό. Δεν έβγαινε από την καρδιά του.
«Σκέφτηκα ότι έφυγες μία φορά, άρα μπορείς να το ξανακάνεις!» την κατηγόρησε και η Σάρλοτ κοκάλωσε με την αντίδρασή του. Δεν περίμενε να της ανοιχτεί τόσο εύκολα.
«Δεν έφυγα για διασκέδαση. Πήγα να δω ένα φίλο. Τι έπρεπε να κάνω; Να σε βάλω στο μάρσιπο και να σε πάρω μαζί μου;» ειρωνεύτηκε η Σάρλοτ, ανίκανη να ελέγξει τα νεύρα της.
«Πρόσεξε πώς μου μιλάς» είπε εκείνος τεντώνοντας τον δείχτη του απειλητικά. «Εγώ δεν είμαι κανα παιδάκι να παίζεις μαζί μου».
«Κι εγώ δεν είμαι σκυλάκι να κάθομαι σούζα όταν με διατάζεις. Δε με μεγάλωσαν έτσι. Αν θες κάτι τέτοιο, τράβα μέσα. Υπάρχει μια ξανθιά επιλογή» του είπε δεικτικά.
«Άσε την Ελίζαμπεθ έξω από αυτό» είπε εκείνος πιο χαμηλόφωνα.
«Τρόι, πες μου αυτή τη στιγμή τι θα γίνει!» φώναξε η Σάρλοτ. Δεν άντεχε άλλο. Είχε αρχίσει να τρέμει. «Πες μου, δεν αντέχω άλλο! Παίζεις μαζί μου! Πες μου τι θα γίνει με εμάς!» έχασε την υπομονή της.
«Μη φωνάζεις. Η απόφασή μου νομίζω ότι είναι φανερή» είπε εκείνος.
«Πες το μου!» απαίτησε η Σάρλοτ.
«Θέλω τους επόμενους δύο μήνες να μείνεις εδώ μόνο ως υπάλληλός μου» είπε εκείνος. Ούτε καν «χωρίζουμε», σκέφτηκε η Σάρλοτ. Ούτε καν αναγνωρίζει τη σχέση. Να μείνω ως υπάλληλος. Θεέ μου, πόσος εξευτελισμός…
«Επειδή έφυγα;» ούρλιαξε η Σάρλοτ. Η κραυγή της αντήχησε σε όλο το ράντσο, Μερικά πουλιά πετάρισαν μακριά.
«Επειδή δεν έμεινες» της είπε εκείνος.


Η Σάρλοτ σηκώθηκε και έτρεξε προς το βαν. Έβαλε τα κλειδιά στη μίζα, έβαλε μπρος και χάθηκε από μπροστά του. Όταν βγήκε στον χωματόδρομο, έκανε δεξιά, και έβαλε τα κλάματα. Έκλαψε για πολλή ώρα. Αλλά όταν σταμάτησε, ένιωθε ξαφνικά λίγο πιο ανάλαφρη. Δεν άξιζε. Δεν άξιζε να κλαίει. Ήταν τυχερή. Αν δε γινόταν τώρα, θα γινόταν σε ένα ή δύο μήνες. Έψαχνε να βρει μια δικαιολογία και τη βρήκε. Κι όσα της είχε πει…ήταν όλα λόγια λίγο πριν και λίγο μετά από το σεξ. 

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Κεφάλαιο 57-εμπνευσμένο από τα λόγια της Mimi

Η Σάρλοτ ακούμπησε το σακ βουαγιάζ της στη σάλα του σπιτιού και έτρεξε προς τους στάβλους. Ο Μπομπ, ο οποίος την είχε φέρει από το αεροδρόμιο, της είχε πει ότι ο Τρόι θα δούλευε εκεί σήμερα γιατί είχε έρθει ο κτηνίατρος να ελέγξει όλα τα άλογα και να συστήσει αλλαγή στη διατροφή τους. Μόλις τον είδε από μακριά, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά στο στήθος της. Πόσο της είχε λείψει! Και όλες αυτές τις μέρες υπέφερε που τον άκουγε τόσο ψυχρό και απόμακρο. Αλλά τώρα, από κοντά, θα φρόντιζε να τον μαλακώσει!
«Τρόι» του είπε και εκείνος γύρισε τόσο απότομα προς το μέρος της που ζαλίστηκε. Τον πλησίασε γρήγορα και τον αγκάλιασε, στηρίζοντας το πρόσωπό της στο σκληρό στέρνο του. Μύρισε το άρωμά του και το αίμα της κύλισε καυτό στις φλέβες της. Εκείνος τύλιξε τα χέρια του άψυχα γύρω από το κορμί της.
«Καλωσόρισες» της είπε, όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε.
«Το ταξίδι ήταν πολύ βαρετό» είπε η Σάρλοτ, προσπαθώντας να μετριάσει την αμηχανία στην ατμόσφαιρα. «Χαίρομαι που γύρισα. Έχω πολλή όρεξη για δουλειά» του είπε και κοίταξε τριγύρω της. «Ο Νοέλ είναι καλά;»
«Ναι, μια χαρά είναι» είπε εκείνος ουδέτερα.
«Τρόι, μου έλειψες πολύ» του είπε και τον αγκάλιασε ξανά. Ο Τρόι έμεινε ακίνητος.
«Σάρλοτ, έχουμε πολλή δουλειά σήμερα. Ο κτηνίατρος έχει πάει στα μοσχάρια αλλά θα επιστρέψει. Καλύτερα να μη μας βρει έτσι» της είπε και αφού την έπιασε από τα μπράτσα την απομάκρυνε από κοντά του.
«Καλώς…συγγνώμη…» ψέλλισε ντροπιασμένη η Σάρλοτ και κοίταξε το έδαφος. Ένιωσε μια απέραντη επιθυμία να τρέξει και να κρυφτεί αλλά ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν παιδιάστικο.
«Δεν πειράζει» είπε εκείνος και πήγε να γεμίσει έναν κουβά με νερό. «Αν δεν είσαι κουρασμένη, πήγαινε να αλλάξεις και να μας βοηθήσεις. Αν νιώθεις κόπωση από το ταξίδι, φυσικά και μπορείς να ξεκουραστείς» της είπε ευγενικά και αυτό την σκότωσε. Το θυμό του μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Αυτή την ψυχρή ευγένεια, αυτή την αδιαφορία δεν την άντεχε.
 «Θα πάω να αλλάξω» του είπε σχεδόν ψιθυριστά και κίνησε προς την πόρτα του στάβλου. Λίγο πριν περάσει το κατώφλι γύρισε και τον κοίταξε ξανά. Της είχε γυρισμένη την πλάτη και φτυάριζε το σανό για τα άλογα. Λες και δεν την είχε δει ποτέ. Σαν να ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Οι κινήσεις του όμως δεν ήταν ζωηρές όπως συνήθως. Έδειχνε κουρασμένος, σχεδόν εξαντλημένος.
«Τρόι» του είπε και εκείνος γύρισε αμέσως. Τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να του μιλάει, απολαμβάνοντας το υπέροχο κορμί του και το γαλήνιο πρόσωπό του. Ήθελε να τρέξει, να τον αγκαλιάσει ξανά, να τον φιλήσει. Γιατί αντιδρούσε έτσι;
«Τι είναι;» μίλησε εκείνος πρώτος, φανερά νευρικός. Ακόμα και από μακριά έβλεπε τους μυς στο σαγόνι του να σφίγγονται.
«Τρόι…» ξεκίνησε να λέει αλλά δεν ήξερε πώς να συνεχίσει και σταμάτησε για λίγο. «Δε χρειάζεται να είσαι έτσι…» του είπε τελικά.
«Πώς είμαι, Σάρλοτ;» τη ρώτησε εκείνος ανασηκώνοντας το φρύδι του. «Όπως με άφησες είμαι».
«Δεν είσαι, Τρόι» του είπε η Σάρλοτ. «Είσαι θυμωμένος και δεν ξέρω αν είναι κάτι προσωρινό».
«Δεν είμαι θυμωμένος» είπε εκείνος με έναν τόνο που αποδείκνυε ακριβώς το αντίθετο.
«Είσαι θυμωμένος και ίσως έχεις δίκιο. Αλλά δεν έκανα κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπομαι. Επισκέφτηκα ένα φίλο. Φίλο, Τρόι! Και όσες μέρες και ώρες πέρασα στη Νέα Υόρκη σκεφτόμουν εσένα. Μην το κάνεις αυτό τώρα. Νόμιζα ότι εμείς οι δύο…»
«Μην ανησυχείς, Σάρλοτ» τη διέκοψε. «Δεν είμαι θυμωμένος. Απλώς είχα το χρόνο να σκεφτώ όσο έλειπες».
«Μπα!» αντέδρασε η Σάρλοτ λες και την είχε χτυπήσει το ρεύμα. «Σκέφτηκες μόνος σου και αποφάσισες μόνος σου;» τον ρώτησε. «Μήπως είναι λίγο εγωιστικό όλο αυτό;»
«Μπορεί» την αιφνιδίασε με την απάντησή του εκείνος. «Αλλά ο εγωισμός μου είναι αυτός που με έχει κάνει αυτό που είμαι».
«Και τι είσαι, Τρόι;» θύμωσε η Σάρλοτ. «Ένας πλούσιος, πετυχημένος άντρας χωρίς στάλα συναίσθημα; Συγχαρητήρια».
Ο Τρόι την πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές και άρπαξε τον καρπό της δυνατά.
«Είδαμε τι κάνουν τα συναισθήματα, Σάρλοτ!» είπε ειρωνικά.
«Τρόι, καταλαβαίνεις τι κάνεις; Αποφάσισες και για τους δυο μας, με τη στάση σου μας απομακρύνεις. Ξεπεράσαμε πολλά εμπόδια και τώρα εσύ μόνος σου θέτεις το μεγαλύτερο!» του είπε ενώ απαγκιστρωνόταν από το κράτημά του.
«Αυτή η σχέση» είπε και κάγχασε πικρά «δεν έχει μέλλον».
«Τρόι, γιατί; Επειδή έλειψα 5 μέρες;»
«Όχι, σου είπα. Απλώς σκέφτηκα για πρώτη φορά ξεκάθαρα, μακριά από…τα θέλγητρά σου» είπε εκείνος γνέφοντας προς το κορμί της.
Η Σάρλοτ ρίγησε από το σαρωτικό βλέμμα του. «Ώστε έτσι; Τα θέλγητρά μου σε τύφλωσαν και τώρα σκέφτεσαι καθαρά;» τον ειρωνεύτηκε.
«Σάρλοτ, σε παρακαλώ μην το κάνεις πιο δύσκολο. Είναι καλύτερα εμείς οι δύο να είμαστε χώρια» είπε εκείνος με απόλυτη σιγουριά.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε και προσευχήθηκε να μην κυλήσουν τα δάκρυα που την έκαιγαν. Το ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν περίμενε να τη χωρίσει κιόλας. Πίστευε ότι θα του περνούσε.
«Ναι» είπε εκείνος κοιτώντας σταθερά ένα σημείο από πίσω της.
«Να με κοιτάς στα μάτια όταν μου λες κάτι τέτοιο!» ούρλιαξε η Σάρλοτ και ο Τρόι την κοίταξε για δύο τρία δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με αιώνες. Η Σάρλοτ κράτησε την ανάσα της και προσευχήθηκε να της πει κάτι διαφορετικό.

«Είμαι σίγουρος» της είπε αργά και μετά της γύρισε ξανά την πλάτη του. 

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

a train of thoughts

«Σ΄ αγαπάω, Τρόι». Η πανάκεια. Η θεραπεία, το φάρμακο για όλα. Σ’ αγαπώ. Σχεδόν κάθε γυναίκα με την οποία είχα σχέση, σύντομη ή και όχι, χρησιμοποίησε αυτή την καραμέλα. «Σ αγαπώ, Τρόι». Βλακείες. Πόσο κακή επιλογή χρόνου. Σαν να με κορόιδευε ένιωσα. Από το τηλέφωνο διάλεξε να μου το πει; Αυτά δεν λέγονται από το τηλέφωνο, ήθελα να της πω, αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκα. Άλλωστε τις αποφάσεις μου τις πήρα. Εγώ την αγαπώ, μάρτυς μου ο Θεός, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Νιώθω εκτεθειμένος. Ευάλωτος. Αν θέλει να συνεχίσουμε σε πιο…ανάλαφρο στιλ τη σχέση μας, καλώς. Αλλιώς, εγώ τέλειωσα με τις αγάπες και τα λουλούδια.



Τι έπαθε, διάολε; Γιατί είναι τόσο ψυχρός; Δύο μέρες παραπάνω είπα ότι θα μείνω, όχι για πάντα! Και είναι θέμα υγείας. Γιατί δεν καταλαβαίνει; Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα θα χαιρόμουν. Δείχνει συντετριμμένος που έφυγα. Αυτό μου δείχνει πόσο πολύ με θέλει. Με βοηθάει να πιστέψω ότι όλο αυτό που ζούμε δεν είναι κάτι επιπόλαιο. Αλλά είναι τόσο θλιμμένος, τόσο ψυχρός… Δεν θέλω να είναι έτσι. Κι αυτό το «σ΄ αγαπώ» τι το ήθελα; Θα νόμιζε ότι τον κορόιδευα. Αλλά το ένιωσα. Βγήκε από μέσα μου πριν προλάβω να ελέγξω τις σκέψεις μου. Τον αγαπάω. Δεν μπορεί να μην το βλέπει. Δεν μπορεί να πιστεύει ότι κινδυνεύει. Κανείς, ΚΑΝΕΙΣ, δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνον. Του το δείχνω με κάθε τρόπο. Τον συγκρίνω αναπόφευκτα με κάθε άντρα και όλοι μου φαίνονται αδιάφοροι, άχρωμοι. Μόνο εκείνος δίνει νόημα στη ζωή μου. Πριν από αυτόν δεν ήξερα ποια ήμουν. Τώρα ξέρω. Και αυτό που είμαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, ανήκει δίπλα του. Θα σταθώ στο φίλο μου και μεθαύριο, που θα γυρίσω στο ράντσο, θα φροντίσω να του δείξω πόσο μου έλειψε και πόσο τον αγαπώ. Θα μαλακώσει…Δεν μπορεί. Θα μαλακώσει. 

πριν τελειώσουμε τελειώνει η τηλεκάρτα...

«Τρόι, εσύ είσαι;»
«Στο κινητό δεν με πήρες; Εγώ είμαι».
«Τι κάνεις; Πώς είναι το ράντσο;»
«Καλά είμαι. Και το ράντσο το ίδιο».
«Τρόι, ξέρω ότι θα θυμώσεις αλλά μάλλον θα μείνω καναδυο μέρες παραπάνω. Η μετεγχειρητική πορεία είναι πολύ δύσκολη και οι δικοί του μου ζήτησαν να μείνω λίγο ακόμα».
«Φυσικά και να μείνεις. Δεν έπρεπε καν να με πάρεις να μου το πεις».
«Πώς είναι δυνατόν να μη σε πάρω; Λυπάμαι πολύ που πρέπει να μείνω κι άλλο. Ειλικρινά ανυπομονούσα να γυρίσω. Μου έχεις λείψ…»
«Καλώς, Σάρλοτ. Μην ανησυχείς. Όλα εδώ είναι υπό έλεγχο. Μόνο να μου πεις πότε θα γυρίσεις να στείλω κάποιον να σε πάρει από το αεροδρόμιο».
«Γιατί είσαι τόσο ψυχρός. Τρόι…»
«Δεν είμαι ψυχρός, Σάρλοτ. Απλώς έχω δουλειές. Με θες κάτι άλλο;»
«…»
«Σάρλοτ;»
«Νιώθω ότι είσαι θυμωμένος και δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό. Απλώς θέλω να ξέρεις ότι θα προτιμούσα να είμαι μαζί σου».
«Ευχαριστώ»
«Τρόι…»
«Τι είναι πάλι;»

«Σ’ αγαπάω πολύ».

Σκέψεις δικές μου

Κορίτσια μου, εσείς οι "ανώνυμες" έχετε γίνει πολλές. Αν δε θέλετε να γραφτείτε μέλη (πράγμα το οποίο επιθυμώ/συνιστώ) τουλάχιστον μετά τα σχόλιά σας, γράφετε ένα ονοματάκι! Να έχω και εγώ μια ιδέα για το πόσες διαφορετικές είστε...!

Φιλάκιαααααα

Σκέψεις ενός πλούσιου και μόνου καουμπόι

Έφυγε. Όχι, τι θα έκανε; Θα έμενε εδώ; Να αρμέγει αγελάδες και να επιδιορθώνει φράκτες; Εγώ φταίω, εγώ είμαι ο ηλίθιος. Μα πώς είναι δυνατόν να πίστευα ότι θα μείνει; Ακόμα και την τελευταία στιγμή, που την αποχαιρετούσα στο αεροδρόμιο, γιατί την πήγα ο ηλίθιος, προσπάθησα να την κάνω να καταλάβει ότι ήθελα να μείνει.

«Είσαι ψυχρός, Τρόι», «κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι νιώθεις και τι σκέφτεσαι, Τρόι», «είσαι κλειστό βιβλίο, Τρόι». Αυτά ακούω από τα 18 μου που άρχισα να κάνω σχέσεις με γυναίκες. Γυναίκες που ήρθαν και έφυγαν. Μα όλες είχαν το ίδιο παράπονο. Ότι είμαι συγκρατημένος, ότι δεν δείχνω τα συναισθήματά μου. Και είπα πρώτη φορά, με τη Σάρλοτ, να δοκιμάσω κάτι άλλο. Ήθελα αυτή τη φορά, αυτή η σχέση, να είναι κάτι διαφορετικό. Δεν της είπα βέβαια «μην πας» αλλά το έδειξα. Πρέπει να είδε πόσο πολύ απογοητεύτηκα. Δεν είναι ότι ζηλεύω. Δε ζηλεύω. Ούτε φοβάμαι ότι θα πάει εκεί και θα με κερατώσει με τον άλλον. Άλλωστε αυτός είναι σε κώμα. Ακόμα και να ήθελε…δε θα μπορούσε. Αλλά είναι που είναι και πρίγκιπας. Πρίγκιπας, διάολε! Αν είναι δυνατόν να ερωτεύτηκα μια γυναίκα με τέτοιο παρελθόν. Πώς να συγκριθώ με έναν πρίγκιπα; Τι μπορώ να της προσφέρω που δεν μπορεί εκείνος;

Και δεν είναι ότι την είχα κλεισμένη μέσα εδώ και δύο μήνες. Και στη Νέα Υόρκη την πήγα να ξεσκάσει, να ψωνίσει ό,τι θέλει, και άλλο ταξίδι κανόνιζα. Αλλά τι να συγκριθεί με μια τιάρα; Με μια δεξίωση με γαλαζοαίματους; Με ένα παλάτι και ένα κράτος να υποκλίνεται στα πόδια σου; Ποια γυναίκα δε θα τα λαχταρούσε όλα αυτά; Την πιστεύω ότι δεν τον θέλει. Τουλάχιστον προς το παρόν. Αλλά ποιος μου λέει ότι δε θα θυμηθεί όσα είχε; Ποιος μου λέει ότι δε θα θυμηθεί πώς είναι να ζεις μέσα στη χλιδή; Ποιος μου λέει ότι δε θα δει τον κύκλο του φίλου της, βασιλιάδες και βασίλισσες και δούκες και δεν ξέρω κι εγώ τι. Πώς γυρνάς μετά στο ράντσο; Πώς φοράς μετά τζιν και λερώνεις τα χέρια σου με λάσπες;

Δεν της είπα να μην πάει. Δεν είχα δικαίωμα να το κάνω. Αλλά κάτι έσπασε μέσα μου όταν την είδα να μου γνέφει στο αεροδρόμιο. Με έσφιξε στην αγκαλιά της, με φίλησε πεταχτά, με ευχαρίστησε που την πήγα. Αλλά έφυγε. Μου γύρισε την πλάτη και έφυγε. Και ένιωσα κάτι μέσα μου που θύμιζε πολύ αυτό το αίσθημα εγκατάλειψης που με συντρόφευε χρόνια, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι εγώ δεν είμαι φτιαγμένος για να ζω μέσα σε οικογένεια ή με σύντροφο. Ότι είμαι καλύτερα μόνος. Και τώρα, που προσπάθησα μαζί της, γιατί πραγματικά προσπάθησα, πάλι μόνος έμεινα.

Έφυγε. Γιατί έφυγε; Δεν μπορεί να μην κατάλαβε πόσο πολύ ήθελα να μην πάει. Μου είπε χίλιες φορές ότι είχαμε συμφωνήσει να έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Βλακείες. Φυσικά και της έχω εμπιστοσύνη. Αλλά οι συνήθειες δεν κόβονται. Είναι συνηθισμένη σε μια άνετη ζωή. Και όταν εννοώ άνετη ζωή δεν εννοώ πλούσια. Πλούσια μπορώ να της προσφέρω κι εγώ. Εννοώ άνετη με την έννοια να είναι κοντά σε μαγαζιά, να ταξιδεύει όποτε θέλει, να έχει έναν σύντροφο διαθέσιμο και χωρίς συναισθηματικό φορτίο.

Και αυτό το «θα μείνω λίγο παραπάνω μετά τους έξι μήνες για να αναπληρώσω τις μέρες άδειας» ήταν φοβερή ατάκα. Πώς συγκρατήθηκα και δεν της είπα να φύγει αμέσως αν είναι να σκέφτεται έτσι… Εντάξει, το έχω καταλάβει ότι μόλις τελειώσουν οι έξι μήνες θα φύγει. Δεν περιμένω να μείνει. Αλλά φρόντιζα αυτοί οι μήνες που έχουμε μαζί να είναι γεμάτοι. Να μη χάσουμε ούτε μέρα. Να της κάνω όλα τα χατίρια. Να την κάνω όσο γίνεται ευτυχισμένη. Και τι κατάφερα; Έβηξε ο πρίγκιπας; Τρέχουμε στον πρίγκιπα.

Και αν πάθω κι εγώ κάτι εντωμεταξύ; Κι εγώ μπορεί να πάθω κάτι. Στην φύση δουλεύω. Μπορεί να πέσω από το άλογο, να με ποδοπατήσει κανένας ταύρος. Αλλά όχι. Δε θα είναι εδώ. Θα είναι στη Νέα Υόρκη, με τους πλούσιους φίλους της, να ψωνίζει φορέματα και να γελάει ανέμελη. Αυτή τη ζωή ξέρει και σε αυτή θα γυρνάει πάντα. Δεν την αδικώ. Κι εγώ στη γη μου γυρνάω πάντα.


Πρέπει να προστατεύσω τον εαυτό μου. Πρέπει να το κάνω. Θα τα καταφέρω γιατί ξέρω πώς γίνεται να μην επενδύεις συναισθηματικά. ‘Ο,τι είχα νιώσει θα το ξεχάσω, θα το θάψω βαθιά μέσα μου. Έτσι είναι το καλύτερο. Όταν θα γυρίσει, θα είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Θα την προστατεύσω. Από εμένα. Από εμάς. 

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 56-Εβενία...θυμάστε;

«Είσαι απίστευτη! Απλά, είσαι απίστευτη!» είπε ο Τρόι και σήκωσε τα χέρια του στον αέρα σε μια κίνηση απόγνωσης.
«Εγώ είμαι απίστευτη;» τον ρώτησε η Σάρλοτ με τα χέρια στη μέση. Μάλωναν εδώ και δέκα περίπου λεπτά, μέσα στη μέση του σαλονιού. Στην αρχή κρατούσαν τα προσχήματα αλλά όταν άρχισαν να ανεβαίνουν οι τόνοι, η Ιλέιν, η οποία μαγείρευε εκείνη την ώρα, αποσύρθηκε διακριτικά στον πάνω όροφο με τη δικαιολογία ότι έχει να στρώσει τα κρεβάτια.
«Ναι, εσύ!» την κατηγόρησε εκείνος. «Από πού κι ως πού να πας να μείνεις τόσες μέρες στη Νέα Υόρκη; Είναι μέσα Απριλίου! Έχουμε ένα σωρό δουλειές αυτή την εποχή».
«Το τόσες μέρες είναι ο ορισμός σου για τις τέσσερις μέρες; Σιγά το πράγμα!» κάγχασε η Σάρλοτ. «Το Σαββατοκύριακο και δύο εργάσιμες. Δεν μπορώ να πάρω δύο μέρες άδεια;»
«Να πάρεις άδεια μπορείς! Αλλά όχι γι’ αυτόν τον λόγο!»
«Και ποιος είναι καλός λόγος για σένα;»
«Ε να…θα έρθει ο πατέρας σου στο τέλος του μήνα. Να πάρεις άδεια να πάτε λίγο στο βουνό να ξεσκάσετε. Αυτό είναι λογικό!»
«Και θα κρίνεις εσύ τι είναι λογικό και τι όχι;»
«Μπορώ να κρίνω τότε τι είναι πρέπον και τι όχι για μια σχέση;»
«Από ποιον αιώνα ήρθες, Τρόι; Από τον 17ο
«Με ειρωνεύεσαι;»
«Δεν έχω χρόνο να σε ειρωνεύομαι. Βιάζομαι να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω. Η πτήση μου φεύγει σε πέντε ώρες».
«Έκλεισες ήδη εισιτήρια; Διάολε!»
«Ελεύθερος άνθρωπος είμαι!»
«Ελεύθερος;» φώναξε ο Τρόι.
«Γιατί; Είμαι φυλακισμένη; Επειδή έχουμε σχέση σημαίνει ότι δεν μπορώ να παίρνω αποφάσεις για τη ζωή μου;»
«Σκέψου μόνο πώς θα ένιωθες εσύ!» είπε ο Τρόι τεντώνοντας το δείχτη του προς το μέρος της.
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Σάρλοτ, πιο πολύ για να κερδίσει χρόνο.
«Τι εννοώ; Έρχεσαι και μου λες έτσι απλά ότι ένας φίλος σου έπαθε ένα ατύχημα και είναι σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη και θες να πας να μείνεις εκεί τέσσερις μέρες. Εσύ πώς θα ένιωθες σε μια αντίστοιχη κατάσταση;»
Η Σάρλοτ κατάλαβε τι εννοούσε ο Τρόι, αλλά προσπάθησε να του εξηγήσει. «Δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις!».
«Δε ζηλεύω!» είπε ο Τρόι πεισματικά.
«Ε τότε τι πρόβλημα έχεις να πάω να δω τον φίλο μου;»
«Όχι φίλο! Πρώην! Ας είμαστε συγκεκριμένοι».
«Άρα ζηλεύεις»
«Δε ζηλεύω».
«Με τον Φίτζροϊ έχουμε χωρίσει τρία χρόνια τώρα!»
«Φίτζροϊ;» ξεκαρδίστηκε ο Τρόι. «Τι όνομα είναι αυτό;».
«Αριστοκρατικό».
«Ναι, σιγά τον γαλαζοαίματο».
«…»
«Τι;» ρώτησε ο Τρόι με τα φρύδια του τεντωμένα προς τα πάνω. «Μη μου πεις…»
«…»
«Πες μου ότι δεν είναι πρίγκιπας. Πες μου ότι ο πρώην σου δεν είναι πρίγκιπας».
«Τον γνώρισα στην Ελβετία, λίγο μετά το σχολείο. Ήμασταν μαζί ένα χρόνο, και μετά άλλον έναν με ένα χρόνο ανάμεσα» είπε ξερά η Σάρλοτ.
«Και είναι πρίγκιπας;»
«Ναι. Είναι δεύτερος στη σειρά διαδοχής για το θρόνο της Εβενίας, στην Ευρώπη».
«Ωραία…» είπε σκεπτικός ο Τρόι.
«Τρόι, ένας άνθρωπος είναι κι αυτός. Με τον Φιτζ χωρίσαμε πριν από τρία χρόνια και έκτοτε διατηρούμε πολύ καλές επαφές. Μιλάμε πολύ συχνά στο τηλέφωνο και επισκέπτεται συχνά ο ένας τον άλλον. Τώρα έχει άλλη σχέση νομίζω. Δε βλέπω το λόγο να μην πάω».
«Κάνε ό,τι θες» είπε παραιτημένος ο Τρόι.
«Μα είχε ένα φοβερό ατύχημα στο σκι! Τον μετέφεραν με το βασιλικό αεροσκάφος στο Presbyterian. Δεν είναι καλά. Υποβάλλεται σε συνεχείς επεμβάσεις για να μπορέσει να ξαναπερπατήσει. Είμαστε πολύ καλοί φίλοι. Ξέρω και τους δικούς του!» είπε σθεναρά η Σάρλοτ.
«Κάνε ό,τι θες» επανέλαβε σαν ρομπότ ο Τρόι.
«Είμαστε φίλοι, Τρόι. Δεν μπορεί να αμφιβάλλεις γι’ αυτό!» διαμαρτυρήθηκε η Σάρλοτ. «Είχαμε πει μια κουβέντα πριν από δύο μήνες. Πλήρη εμπιστοσύνη. Το θυμάσαι αυτό;» τον προκάλεσε.
«Ναι, θυμάμαι» είπε μηχανικά ο Τρόι.
«Τρόι, θύμωσες;»

«Όχι».

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 55-ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε...

Ο Φεβρουάριος και ο Μάρτιος πέρασαν σαν όνειρο. Όταν η Σάρλοτ ξύπνησε και είδε το ημερολόγιό της να δείχνει Απρίλιο, την πλημμύρισε ένα μείγμα χαράς και απελπισίας. Χαράς επειδή η φύση όλη γιόρταζε έξω από το παράθυρό της, επειδή ήταν ερωτευμένη με τον πιο υπέροχο άντρα στον κόσμο, αλλά και απελπισίας  όταν συνειδητοποίησε ότι σε δύο μήνες τέλειωνε η υποχρεωτική παραμονή της στο ράντσο.

Δεν είναι ότι δεν περνούσαν τέλεια. Η σχέση της με τον Τρόι ωρίμαζε μέρα με τη μέρα. Όλοι στο ράντσο γνώριζαν ότι είχαν σχέση αλλά κανείς δεν τους έκανε να νιώθουν άβολα.  Μάλλον το περίμεναν όλοι. Ακόμα και η Ελίζαμπεθ είχε διαλέξει μια αξιοπρεπή οδό, που έκανε την Σάρλοτ να ανησυχεί. Αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ, εφόσον τα πήγαινε τέλεια με τον Τρόι. Κοιμόταν κάθε βράδυ μαζί του, στην αγκαλιά του, και έκαναν έρωτα με πάθος και όρεξη σαν να ήταν κάθε βράδυ το πρώτο βράδυ. Και δεν ήταν να πεις ότι δεν ήταν κουρασμένος. Αυτοί οι δύο μήνες ήταν πυρετώδεις για το ράντσο. Είχαν γεννηθεί εξήντα μικρά αρνάκια και μοσχαράκια, τα μεγάλα ζώα χρειάζονταν κούρεμα, ο φράκτης είχε παραβιαστεί και τον επισκεύασαν με όση μεγαλύτερη προσοχή μπορούσαν για να μην επαναληφθεί το περιστατικό. Εντωμεταξύ η άνοιξη είχε κάνει τη φύση να οργιάζει. Όλο το κτήμα είχε γεμίσει καταπράσινη χλόη και διάσπαρτα λουλούδια. Όλα έδειχναν πέντε φορές πιο όμορφα. Κοίταξε από το παράθυρό της και παρόλο που ήταν πολύ νωρίς, είδε όλο το ράντσο σε πλήρη λειτουργία. Ο Τρόι είχε σηκωθεί πιο νωρίς από εκείνη. Ντύθηκε πρόχειρα και χτένισε τα μαλλιά της. Κατέβηκε στην κουζίνα, ήπιε λίγο καφέ, χαιρέτισε εγκάρδια την Σάρλοτ και βγήκε στον καθαρό αέρα. Αυτόν τον καιρό έκανε μια δεύτερη απόπειρα στο άρμεγμα και ευτυχώς πήγαινε καλύτερα. Την είχαν βοηθήσει πολύ βέβαια  οι οδηγίες του Μπομπ, αλλά και η ίδια είχε πια μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ο Τρόι την επισκέφτηκε κατά τις 11 για το καθιερωμένο τους διάλειμμα. Περνούσαν περίπου μισή ώρα μαζί, μιλώντας για τις δουλειές του ράντσου και ανταλλάζοντας αγκαλιές και ανάλαφρα φιλιά. Η Σάρλοτ είχε χάσει το μέτρημα για τις φορές που είχε περάσει από το μυαλό της η σκέψη του πόσο τον αγαπάει. Κάθε μέρα ανακάλυπτε ένα κομμάτι του που την έκανε να τον θαυμάζει, να τον εκτιμά, να τον λατρεύει όλο και πιο πολύ.  Κι εκείνος, βέβαια, της έδειχνε με κάθε τρόπο ότι ήταν σημαντική για εκείνον. Λόγια τρυφερά, δώρα και φροντίδα. Ατελείωτη φροντίδα. Δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι στη ζωή της. Ο Τρόι προλάβαινε κάθε σκέψη της. Είχε βάλει την καλοπέρασή της ως προτεραιότητά του. Δύο Σαββατοκύριακα στη Νέα Υόρκη για να ψωνίσει ρούχα και να δει τις φίλες της, μια μέρα σε σπα για να ξεκουραστεί, δώρα και άπειρες φιλοφρονήσεις ήταν λίγα από τα παραδείγματα που την έκαναν να νιώθει η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στο κόσμο.

Καμιά φορά ένιωθε ενοχές. Σκεφτόταν ότι εκεί έξω υπήρχαν εκατομμύρια γυναίκες με ανύπαρκτες ή κακές σχέσεις.  Αν μπορούσε να κάνει τον Τρόι μικρά κομματάκια και να τον μοιράσει εκεί έξω…Να κάνει γυναίκες ευτυχισμένες…Ακόμα και το ένα δέκατο του Τρόι τής έφτανε για να είναι πολύ ευτυχισμένη. Ένιωθε ενοχές που είχε έναν άντρα τόσο υπέροχα τέλειο από κάθε άποψη.

Με τον πατέρα της είχε μιλήσει αρκετές φορές αλλά καμία συζήτησή τους δεν ήταν ουσιαστική. Τον ρωτούσε για τις επιχειρήσεις του αλλά δεν της απαντούσε κάτι συγκεκριμένο. Ήταν προφανές ότι δεν τη θεωρούσε άξια για συζητήσεις επί επαγγελματικών και επιχειρηματικών σχεδίων.  Το μόνο που την είχε χαροποιήσει ήταν ότι σκόπευε να επισκεφτεί το ράντσο στα τέλη Απριλίου. Μπορεί να είχαν τα θέματά τους αλλά της είχε λείψει. Αυτό που την απασχολούσε όμως ήταν αν έπρεπε να μιλήσει στον πατέρα της για τον Τρόι. Δεν είχε μιλήσει ακόμα στον Τρόι για τις σκέψεις της αλλά ήθελε να είναι πρώτα απόλυτα σίγουρη για το τι θα του έλεγε.

Πρώτη Απριλίου, σκέφτηκε. Σαν ψέμα της φαινόταν. Ήταν ενάμισι μήνα με τον Τροι και ήταν απόλυτα ευτυχισμένη. Του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και το ίδιο και αυτός. ‘Ο,τι του έλεγε εκείνος το πίστευε και εκείνη το ίδιο. Δεν τσακώνονταν σχεδόν ποτέ.   Και αν κάτι τη δυσαρεστούσε ο Τρόι φρόντιζε να το διορθώσει αμέσως.


Εντάξει, δεν της είχε πει ότι την αγαπάει. Δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ για το μέλλον. Αυτό ήταν φυσικό για μία σχέση τόσο καινούργια, αλλά αν λάβεις υπόψη ότι σε δύο μήνες έφευγε, ίσως τα πράγματα χρειάζονταν μια άλλη ορμή. Αλλά δεν άφηνε αυτές τις μαύρες σκέψεις να την πλακώνουν. Εστίαζε στο πόσο ευτυχισμένη ήταν. Και ήλπιζε αυτό να μην της βγεις σε κακό. 

κεφάλαιο 54-τα ξεκαθαρίσματα

«Τρόι, χαλάρωσε και απόλαυσε το ταξίδι!» είπε πνιχτά η Σάρλοτ. «Και σταμάτα επιτέλους να λες ό,τι σου έρχεται στο κεφάλι!».
«Να χαλαρώσω και να απολαύσω το ταξίδι! Χα!» κάγχασε ο Τρόι. «Πες μας τώρα ότι είμαστε και νευρικοί».
«Ε ναι! Δεν είσαι; Με την παιδιάστικη συμπεριφορά σου χαλάς ένα υπέροχο ταξίδι. Περάσαμε τόσο ωραία. Και χθες…το δείπνο που με πήγες!» ονειροπόλησε η Σάρλοτ. «Όλα ήταν υπέροχα! Και η μικρή ορχιδέα για τον καρπό μου! Είσαι υπέροχος!» είπε ενθουσιασμένη και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Εκείνος όμως έσφιξε τους μυς στο σαγόνι του.
«Ναι, είμαι υπέροχος. Τόσο υπέροχος, που λύσσαξες στα γελάκια με τον Ισπανό» είπε για τρίτη φορά από τη στιγμή που είχαν επιβιβαστεί. «Είπαμε πως τελείωσε το ταξίδι μας αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τέλειωσαν…και όλα!» της είπε και η Σάρλοτ έπνιξε ένα γέλιο. Εκείνος το κατάλαβε και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Γελάς ε; Μάλλον θα έχεις μάθει με φλώρους που ανέχονται να σε βλέπουν να χασκογελάς με κάθε βλάκα» της είπε μουτρωμένος.
«Τρόι! Για πολλοστή φορά, δεν χασκογελούσα. Σου κανόνισα μια καταπληκτική τιμή για τα πρόβατά του μόνο και μόνο επειδή χάρηκε που είμαι ισπανόφωνη!» του είπε. «Για όνομα του Θεού! Εκατό ετών ήταν!».
«Ε όχι και εκατό! Ο Ροντρίγκο είναι 40! Λίγα χρόνια πιο μεγάλος από μένα αν το σκεφτείς».
«Ναι αλλά εγώ εσένα θέλω» του είπε δυνατά. Εκείνος τινάχτηκε από τη θέση του και γύρισε προς το μέρος της. «Εσένα, βλάκα!» επανέλαβε δυναμικά η Σάρλοτ. «Εσένα που έχεις μούτρα και ζηλεύεις ενώ εγώ από τη μέρα που πάτησα στο ράντσο έχω βαρεθεί να νιώθω ότι σε χωρίζω από την Ελίζαμπεθ!».
«Μα ποια Ελίζαμπεθ; Τι λες; Αυτό έχει τελειώσει…»
«Είσαι σίγουρος;» τον προκάλεσε. Δεν ήθελε να του πει για τη σκηνή που την είδε να βγαίνει από το δωμάτιό του. Δεν ήθελε να φανεί ότι ζηλεύει.
«Ναι, είμαι σίγουρος» της είπε με σφιγμένα δόντια. «Τι θα γίνει τώρα; Καλύπτεις τα λάθη σου με κατηγορίες;» τη ρώτησε.
«Ποια λάθη; Μιλούσα με τον άνθρωπο!» του είπε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Λοιπόν άκουσέ με. Αν θες να συνεχίσουμε αυτό το οποίο έχουμε, θα βάλεις τέλος κι εσύ κι εγώ στη ζήλια».
«Μα δε ζηλεύω».
«Α καλά…» είπε η Σάρλοτ και ανέμισε το χέρι της σε μια κίνηση απόγνωσης.
«Δε ζηλεύω» είπε συλλαβιστά ο Τρόι.
«Εντάξει. Δε ζηλεύεις» είπε η Σάρλοτ χωρίς να το πιστεύει. «Μπορούμε να βάλουμε έναν όρο τώρα που είναι ακόμα αρχή; Να πιστεύουμε ο ένας τον άλλον; Να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη;» τον ρώτησε φοβισμένη για την απάντησή του. Ο Τρόι δεν απάντησε αμέσως. Φαινόταν να σκέφτεται όσα του είχε πει.
«Αυτό είναι δύσκολο» της είπε τελικά.
«Δεν είναι. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι η βάση κάθε επιτυχημένης σχέσης, Τρόι» του είπε.
Σιωπή.
«Θα με εμπιστεύεσαι κι εγώ το ίδιο. Όχι ζήλιες, όχι καχυποψίες, όχι ανασφάλειες. Σύμφωνοι;» επέμεινε η Σάρλοτ.
«Καλά» είπε εκείνος όχι και πολύ πειστικά. «Αν και είναι δύσκολο αυτό που ζητάς».
«Το ξέρω, Τρόι. Αλλά ήδη ξεκινάμε κάτι πολύ δύσκολο. Είμαστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι, από δύο διαφορετικούς κόσμους. Είμαι εδώ προσωρινά. Το μέλλον…δε θέλω καν να σκέφτομαι. Ο καθένας έχει το παρελθόν του. Αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε. Θα γίνουμε μύλος πολύ σύντομα».
«Σε εμένα δεν έχεις μιλήσει ποτέ ισπανικά» της είπε παραπονιάριακα. Η Σάρλοτ γέλασε και ο Τρόι την αγριοκοίταξε.
«Ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια δε θα πίστευα ότι είσαι τόσο παραπονιάρης».
«Δεν είμαι».
«Εντάξει, δεν είσαι» του είπε. Ο Τρόι κάθισε για λίγο αμίλητος.

Η Σάρλοτ τον πλησίαζε και του ψιθύρισε στο αφτί τρυφερά λόγια στα ισπανικά. Του μίλησε και του μίλησε και του τα είπε όλα. Ότι τον αγαπάει, ότι τον ερωτεύτηκε σχεδόν από τη στιγμή που τον είδε, ότι θέλει να μείνει μαζί του, ότι με ένα χαμόγελό του φτιάχνει η μέρα της και άλλα πολλά χωρίς να παίρνει ανάσα. Όταν τελείωσε, ήλπιζε μόνο ένα πράγμα: να μην ήξερε λέξη ισπανικά ο Τρόι.
«Ωραία τα λες…» της χαμογέλασε.
«Σου άρεσαν όλα;» τον ρώτησε διερευνητικά.
«Ναι, όλα!» είπε εκείνος με ένα σατανικό χαμόγελο. «Έχεις φοβερή προφορά» συμπλήρωσε. Η Σάρλοτ κάπως ηρέμησε. Ποιος άνθρωπος σχολιάζει την προφορά μετά από μια ερωτική εξομολόγηση; Μόνο ένας άνθρωπος που δεν ξέρει γρι ισπανικά.
Ουφ, ξεφύσησε διακριτικά. Της είχε φύγει ένα μεγάλο βάρος. Του τα είχε πει όλα και τώρα ένιωθε υπέροχα. Δεν πειράζει που δεν την είχε καταλάβει. Εκείνη πάντως τα είχε πει!

Όταν έφτασαν στο ράντσο, ο Τρόι τη βοήθησε με τις βαλίτσες της και της χαμογέλασε όταν τον ρώτησε πού θα κοιμόταν το βράδυ.
«Μαζί μου» της είπε ήρεμα.
«Και…»
«Ας πούνε ό,τι θέλουν» την πρόλαβε.
«Μα πού…»
«Ξέρω πώς σκέφτεσαι» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
Η Σάρλοτ φόρεσε πιτζάμες και κατέβηκε να φάει βραδινό. Η Ιλέιν τούς είχε αφήσει ένα υπέροχο ψητό κατσαρόλας και μια σαλάτα με πράσινα λαχανικά. Και ένα σημείωμα.

Ελπίζω να είχατε ένα ευχάριστο ταξίδι.
Θα σας δω αύριο το πρωί.
Καλώς ήρθατε


«Σας αρέσουν τα σημειωματάκια εδώ στο ράντσο ε;» γέλασε η Σάρλοτ ενώ καθόταν απέναντι από τον Τρόι για να φάει.
«Είμαστε ρομαντικοί εμείς οι άνθρωποι της υπαίθρου» είπε εκείνος καυστικά.
«Α τότε να μείνω εφτά μήνες εδώ, αντί για έξι» είπε η Σάρλοτ γελώντας αλλά ο Τρόι δεν ανταπέδωσε. Φαινόταν σκεπτικός. Τι είχε γίνει; Μήπως τον είχε ενοχλήσει αυτό που του είπε; Εντάξει, ένα μήνα παραπάνω πρότεινε. Δεν του είπε να μείνει εκεί μια ζωή. Όχι ότι αν της το ζητούσε θα του έλεγε αμέσως όχι.
«Λοιπόν» της είπε και καθάρισε το λαιμό του «αν θες ξεκουράσου αύριο και πιάνεις δουλειά μεθαύριο» της πρότεινε.
«Εσύ τι θα κάνεις;» τον ρώτησε η Σάρλοτ, προσπαθώντας να μη δείξει πόσο την απογοήτευσε η απότομη αλλαγή θέματος.
«Θα δουλέψω φυσικά!» της είπε.
«Ε τότε θα δουλέψω κι εγώ» του είπε και δοκίμασε λίγο από το κρασί της.


Ξάπλωσαν μαζί κάπου μετά τις έντεκα. Ήταν και οι δύο κουρασμένοι και κοιμήθηκαν αμέσως. Η Σάρλοτ λίγα δευτερόλεπτα μετά τον Τρόι. Ισα ίσα για να προλάβει να σκεφτεί ότι μέσα στην αγκαλιά του ένιωθε σαν να ήταν απόλυτα προστατευμένη. Απόλυτα ασφαλής. Απόλυτα ευτυχισμένη. 

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 53-Cartier

Η Σάρλοτ ξύπνησε αλλά ο Τρόι έλειπε από το πλάι της. Μια απίστευτη αίσθηση εγκατάλειψης την πλημμύρισε. Τι ώρα ήταν; Κοίταξε το ρολόι της. Έδειχνε έντεκα και μισή. Θεέ μου, είχε παρακοιμηθεί. Σηκώθηκε έντρομη και έτρεξε στην τουαλέτα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της, αλλά ένα γλυκό μούδιασμα σε όλο της το σώμα της θύμισε τι έκανε ολόκληρο το προηγούμενο βράδυ.

Πλύθηκε και βγήκε από το μπάνιο ψάχνοντας το κινητό της αλλά αντί γι αυτό βρήκε ένα σημείωμα του Τρόι που κάπως εξηγούσε την κατάσταση.

Ακυρώθηκε η πρωινή συνάντηση. Ξεκουράσου.
Θα μαζευτούμε κατά τις 12 για τη συνάντηση με τους κτηνοτρόφους.
Εγώ θα είμαι σε μια ιδιωτική συνάντηση σε ένα ράντσο περίπου 50 χλμ από το ξενοδοχείο μέχρι τότε.

Η Σάρλοτ ξεφύσησε με ανακούφιση. Την είχε αφήσει να κοιμηθεί. Είχε απενεργοποιήσει και το ξυπνητήρι της για να την αφήσει να ξεκουραστεί. Ντύθηκε στα γρήγορα και φόρεσε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια σε σχήμα καρδιάς. Ήθελε να φορέσει και κόκκινο κραγιόν αλλά δεν ήταν κατάλληλη ώρα. Άραγε τι θα έκαναν σήμερα; Θα γιόρταζαν; Μάλλον ήταν πολύ νωρίς για να μιλήσουν για έρωτες. Εκείνη δηλαδή το ένιωθε, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν ήταν έτοιμη να το πει. Όσο για εκείνον…Η Σάρλοτ είχε μάθει να μην περιμένει πολλά από τους άντρες. Κάθε κίνηση που έκανε ο Τρόι, την εξέπληττε ευχάριστα. Αλλά δεν περίμενε πολλά από εκείνον. Άλλωστε οι άντρες δεν είναι πολύ ρομαντικοί. Δεν πιστεύουν στον Άγιο Βαλεντίνο. Ένα δείπνο ίσως είναι αρκετό.

Όταν ήταν έτοιμη τηλεφώνησε στη ρεσεψιόν για να κανονίσει ένα ταξί. Έπρεπε να πάει στη συνάντηση με τους κτηνοτρόφους γιατί ο Τρόι ήθελε να του κρατήσει τα πρακτικά και να σημειώνει ποιοι έδειξαν ενδιαφέρον και για ποια ζώα.

Αγίου Βαλεντίνου. Χαμογέλασε. Στο λόμπι του ξενοδοχείου κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα. Οι γκρουμ φορούσαν ένα κόκκινο μαντίλι στο λαιμό και οι ρεσεψιονίστ είχαν κόκκινα μπαλόνια στον γκισέ τους.
«Έχει έρθει το ταξί μου;» ρώτησε η Σάρλοτ αφού τις καλημέρισε. «Σάρλοτ Χάρινγκτον από το...714».
«Φυσικά, δεσποινίς Χάρινγκτον» της είπε μια μελαχρινή κοπέλα. «Όμως…ένα λεπτό» της είπε και τη σταμάτησε ενώ η Σάρλοτ είχε ήδη γυρίσει προς την πόρτα.
«Παρακαλώ» είπε η Σάρλοτ απορημένη. Είχε δώσει την κάρτα της. Τι άλλο μπορεί να τη ήθελαν; Μήπως ήθελαν να τη ρωτήσουν γιατί δεν κοιμάται στο δωμάτιό της; Μπα, αποκλείεται. Τα μεγάλα ξενοδοχεία ήταν γνωστά για τη διακριτικότητά τους.
«Ο κύριος Οουενς άφησε αυτό» της είπε και αφού έσκυψε ακούμπησε πάνω στον γκισέ ένα μικρό κουτάκι, τυλιγμένο με κρεμ χαρτί περιτυλίγματος και με μια παχιά κόκκινη κορδέλα.

Η Σάρλοτ ευχαρίστησε τη γυναίκα και προχώρησε προς την έξοδο. Το ταξί την περίμενε. Βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα και ξετύλιξε αργά το υπέροχο κουτί. Μόνο και μόνο το περιτύλιγμα ήταν υπέροχο. Ποιος ξέρει τι θα είχε μέσα. Άνοιξε το κουτάκι με μεγάλη αγωνία. Τι θα έβρισκε μέσα; Και κυρίως, τι συμβόλιζε ένα δώρο μια τέτοια μέρα;

Μέσα στο βελούδινο κουτί βρισκόταν μια λεπτή χρυσή αλυσίδα με μια τριπλή καρδιά. Έβλεπε καλά; Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε δει στη ζωή της. Της ξέφυγε μια κοφτή ανάσα. Προσπάθησε με τρεμάμενα χέρια να το φορέσει αλλά δεν τα κατάφερε. Το κούμπωμα δεν της έκανε τη χάρη.

Έφτασε στο χώρο όπου γινόταν η συνάντηση των κτηνοτρόφων έγκαιρα. Είχαν ήδη αρχίσει να κάθονται στις καρέκλες τους όλοι όταν είδε τον Τρόι. Λες και την αισθάνθηκε, γύρισε κι εκείνος προς το μέρος της και της χαμογέλασε μέσα στο πλήθος. Τον είδε να ζητάει στα γρήγορα συγγνώμη από την παρέα του και με μεγάλα βήματα να την πλησιάζει χωρίς να την αφήνει από τα μάτια του.

«Καλημέρα» της είπε και τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. Μπροστά σε όλο τον κόσμο. Η καρδιά της έκανε μια τούμπα μέσα στο στήθος της.
«Καλημέρα. Γιατί δε με ξύπνησες;» τον ρώτησε παραπονιάρικα η Σάρλοτ, με κατεβασμένα τα μάτια. Για κάποιον λόγο, ντρεπόταν λιγάκι σήμερα.
«Κοιμόσουν τόσο γαλήνια…» της είπε και στερέωσε μια τούφα πίσω από το αφτί της.
«Τρόι…» ψέλλισε η Σάρλοτ. Όλοι κάθονταν στη θέση τους και ήταν οι μόνοι όρθιοι.
«Δε φοράς το δώρο μου» της είπε ανήσυχος. «Δε σου άρεσε; Να το πάμε πίσω. Να πάρεις κάτι άλλο…» ξεκίνησε να λέει φοβερά αμήχανος αλλά η Σάρλοτ τον διέκοψε. Ακούμπησε το δάχτυλό της στο στόμα του και τον προέτρεψε να σωπάσει.
«Εδώ είναι» του είπε και το έβγαλε από την τσέπη της. «Δεν μπορούσα να το κουμπώσω».

Ο Τρόι της το φόρεσε και χάιδεψε λιγάκι τον καρπό της.
«Σου αρέσει;» τη ρώτησε.
«Πολύ. Πάρα πολύ» του είπε και σηκώθηκε στις μύτες για να συναντήσει τα χείλη του. «Αλλά…γιατί;» τον ρώτησε τελικά.
«Μα…για…την ημέρα» της είπε και την αγκάλιασε. «Πάμε να κάτσουμε;» τη ρώτησε.
«Εγώ δε σου πήρα τίποτα» είπε η Σάρλοτ ντροπαλά.
«Μου φτάνει να το φοράς» της είπε σοβαρά ενώ βολεύονταν στις θέσεις τους. Η συνάντηση είχε αρχίσει με μερικές αδιάφορες ομιλίες και χαιρετισμούς.
«Τρόι…χρόνια πολλά» του είπε δειλά. Εκείνος πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο. Τον είχε να παίρνει μια βαθιά ανάσα. Σαν να μετρούσε τα λόγια και τις σκέψεις του. Τελικά γύρισε προς το μέρος της, της χαμογέλασε και έσκυψε κοντά στο αφτί της.
«Χρόνια πολλά, καρδιά μου» της ψιθύρισε.


 http://www.cartier.us/collections/gifts/for-her/valentines-gifts-for-her/b6034500-trinity-heart-bracelet



Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 52-τα ξεκαθαρίσματα...

«Τώρα τι σε έπιασε και θες να κοιμηθούμε χώρια;» τη ρώτησε  Τρόι αλλά η Σάρλοτ είχε μαζέψει τα πράγματά της με σκοπό να κοιμηθεί στο δωμάτιό της.
«Απλώς νομίζω ότι παρατράβηξε το αστείο!» του είπε θυμωμένη και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Παρεξηγείς ό,τι λέω και καταλήγουμε πάντα στο ίδιο σημείο. Ότι είμαι κακομαθημένη!» τσίριξε.
«Αφού δεν είσαι κάτσε να το συζήσουμε» είπε εκείνος με μια δόση ειρωνείας και η Σάρλοτ εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ. Δυστυχώς ο Τρόι είχε κάποιο δίκιο. Δεν ήταν σωστό να αποφεύγει έτσι τη συζήτηση. Αλλά τι να του έλεγε; Πώς να του εξηγούσε γιατί λυπόταν τόσο που γυρνούσαν; Διάολε, σε λίγη ώρα το ρολόι θα έδειχνε μεσάνυχτα. 14 Φεβρουαρίου. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Και αυτή διαπραγματευόταν το πού θα κοιμόταν. Ουφ, πόσο μπερδεμένη ένιωθε!
«Σιγά μη χάσω το χρόνο μου! Άλλωστε ένα πράγμα δεν αλλάζει και αυτό είναι το ξεροκέφαλό σου» του είπε και πήρε την τσάντα της για να φύγει όταν άκουσε το βαθύ γέλιο του να γεμίζει την ατμόσφαιρα. Γύρισε και τον κοίταξε στην αρχή θυμωμένη, αλλά αμέσως μετά τα νεύρα της εξανεμίστηκαν. Είχε καιρό να τον δει τόσο χαλαρό και τόσο ανέμελο. Μπορεί να γελούσε μαζί της αλλά ήταν τόσο μεταδοτικό το κέφι του που χαμογέλασε άθελά της. «Γιατί γελάς;» τον ρώτησε και άρχισε να κουνάει ανυπόμονα το πόδι της πάνω κάτω. Ο Τρόι σταμάτησε να γελάει με δυσκολία ενώ εκείνη τον περίμενε υπομονετικά να πάρει ανάσα.
«Γελάω…γελάω γιατί συμπυκνώσαμε μια σχέση σε 48 ώρες» είπε εκείνος και η Σάρλοτ τον κοίταξε απορημένη. «Κάναμε έρωτα, βγήκαμε ραντεβού, τσακωθήκαμε και κατά κάποιον τρόπο…χωρίσαμε» είπε και άρχισε να γελάει ξανά. Η Σάρλοτ έχασε την υπομονή της.
«Πολύ αστείο. Φαντάσου πόσο πολύ το εκτιμάς όλο αυτό που η ιδέα ότι χωρίσαμε» του είπε κάνοντας με τα δάχτυλα της εισαγωγικά στον αέρα, «σου φέρνει τόσο γέλιο». Έκανε να σηκώσει ξανά την τσάντα της αλλά ο Τρόι τη σταμάτησε. Της άρπαξε το χέρι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.
«Μα τι έχεις πάθει; Μου λες; Πλάκα κάνω» είπε ξαφνικά σοβαρά.
«Γελάσαμε» τον ειρωνεύτηκε με το χέρι στη μέση.
«Άσε κάτω τα πράγματά σου και φόρα μια φανέλα μου να κοιμηθούμε» της είπε ανυπόμονα λες και μιλούσε σε παιδάκι με υστερία.
«Όχι» του είπε, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Τον προκαλούσε με την άρνησή της, το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να περάσει το δικό του.
«Κοίτα να δεις, Σάρλοτ» της είπε και άρχισε να ξεντύνεται με την ησυχία του. «Εγώ δε σε αφήνω να φύγεις από δω μέσα απόψε» είπε απειλητικά. «Μπορείς να δοκιμάσεις να πλησιάσεις την πόρτα, αλλά δε θα προλάβεις να την ανοίξεις» της είπε ενώ έβγαζε την μπλούζα του και φορούσε ένα μαύρο φανελάκι για τον ύπνο. Δεν είναι δίκαιο να είναι τόσο σέξι, σκέφτηκε η Σάρλοτ. Δεν είναι δίκαιο. Δε γίνεται να τσακώνεσαι με έναν άνθρωπο ο οποίος είναι τόσο κούκλος!
«Τρόμαξα» του είπε αλλά όχι και πολύ πειστικά.
«Δοκίμασε» είπε εκείνος ήρεμα, αλλά η Σάρλοτ δεν πείστηκε. Ο θυμός του ήταν έκδηλος στις κινήσεις του. Κοφτές και νευρικές. «Εγώ δε θα σε αφήσω να φύγεις τόσο εύκολα. Από το δωμάτιό μου. ‘Η τη ζωή μου. Το κατάλαβες;» είπε και την κοίταξε σταθερά στα μάτια.

Η Σάρλοτ πήρε μια βαθιά ανάσα και ζύγισε τις επιλογές της. Δεν ήταν όρκος αιώνιας αγάπης, δεν ήταν καν λόγια αγάπης. Αλλά ήταν ό,τι πιο αντρίκιο και πιο ειλικρινές είχε ακούσει τόσα χρόνια. Τη διεκδικούσε και προς το παρόν αυτό της έφτανε. Άφησε κάτω την τσάντα της και πήρε ένα φανελάκι του για να φορέσει για τον ύπνο. Εκείνος της χαμογέλασε για μερικά δευτερόλεπτα και πήγε στο μπάνιο να βουρτσίσει τα δόντια του. Οι κινήσεις του έγιναν και πάλι ανάλαφρες. Μάλιστα σιγομουρμούριζε και ένα σαχλοτράγουδο στο μπάνιο.

Μετά από μερικές ώρες, αφού είχαν απολαύσει ο ένας το κορμί του άλλου με ακόρεστη πείνα, η Σάρλοτ βρισκόταν για άλλη μια φορά κουρνιασμένη στην αγκαλιά του Τρόι και αφουγκραζόταν την καρδιά του. Δεν ήξερε αν εκείνος κοιμόταν αλλά υποπτευόταν πως όχι. Η αναπνοή του δεν ήταν ρυθμική.
«Τι έπαθες απόψε;» της ψιθύρισε ξαφνικά εκείνος. Η Σάρλοτ αναδεύτηκε στην αγκαλιά του.
«Ξέχνα το, Τρόι» του είπε ήρεμα.
«Δε θέλω να μένουν αγκάθια ανάμεσά μας» της είπε και παρόλο που το επιχείρημά του ήταν ισχυρό και την ανάγκαζε να απαντήσει μια άβολη ερώτηση, αναγνώριζε ότι η επιθυμία του να ξεκαθαρίσει αυτή την γκρίζα ζώνη ήταν καλή ένδειξη για τη «σχέση» τους.
«Θέλω πολύ να γυρίσω στο ράντσο, με παρεξήγησες» του είπε τελικά. Εκείνος δεν απάντησε. «Απλώς δεν ξέρω τι θα γίνει…με εμάς…καταλαβαίνεις…» ψέλλισε εκείνη και περίμενε. Περίμενε να ακούσει την απάντησή του. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά και τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε και η Σάρλοτ κατάλαβε ότι είχε θυμώσει πάλι. Ωχ, Θεέ μου. Ένιωθε ότι έτρεχε πάνω σε πάγο. Ήταν θέμα χρόνου να φάει τα μούτρα της.
«Εννοώ ότι δεν ξέρω αν θα συνεχίσουμε…» του είπε.
«Δε θες;» ρώτησε εκείνος έξαλλος. Άναψε το πορτατίφ και τη ρώτησε κοιτώντας τη στα μάτια. Η Σάρλοτ ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές μέχρι οι κόρες της να συνηθίσουν στο ξαφνικό φως.
«Εγώ…ναι…» είπε τελικά και πήρε μια κοφτή ανάσα. Δεν της άρεσε να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της.
«Κι εγώ ναι» είπε εκείνος αποφασιστικά. «Άρα…»
«Άρα τι;» ρώτησε η Σάρλοτ τρομαγμένη και ο Τρόι έκλεισε το φως. Την τράβηξε ξανά στην αγκαλιά του.
«Άρα είμαι τρελός για σένα και ελπίζω κι εσύ για μένα και θέλω να δώσουμε μια ευκαιρία στη σχέση μας. Νομίζω ότι σου το έχει ξαναπεί αυτό» της είπε  ενώ τη φιλούσε απαλά στα χείλη. Η Σάρλοτ ένιωσε το λαιμό της να καίει. Από στιγμή σε στιγμή θα έβαζε τα κλάματα.
«Κρυφά ή φανερά;» τον προκάλεσε.
«Διακριτικά» είπε εκείνος. «Δεν το κρύβουμε, αλλά δε δίνουμε και δικαιώματα» της είπε. «Τι λες, καρδιά μου;» τη ρώτησε με την ανασφάλεια εμφανή στη φωνή του.
«Λέω ναι» του είπε και τον έσφιξε κι αυτή.
«Κοιμήσου τώρα γιατί αύριο έχουμε μεγάλη μέρα!» είπε ο Τρόι και αναστέναξε βαθιά. Μάλλον από ανακούφιση.


Η Σάρλοτ αποκοιμήθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ευτυχισμένη. Πολύ ευτυχισμένη. 

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Χρόνια πολλά! Να είστε γερές και πάντα ερωτευμένες...


κεφάλαιο 51-αγάπη χωρίς πείσματα δεν έχει νοστιμάδα.

«Αύριο είναι η τελευταία μέρα!» είπε ενθουσιασμένος ο Τρόι το βράδυ. Είχαν βγει ξανά για φαγητό. Σήμερα είχαν διαλέξει ένα μικρό εστιατόριο στο Χιούστον, με χαμηλό φωτισμό και λίγα τραπέζια. Κάθονταν απέναντι αλλά ο Τρόι δεν είχε αφήσει το χέρι της ούτε λεπτό.
«Ναι, όντως» είπε η Σάρλοτ προσπαθώντας να φανεί πιο ενθουσιασμένη απ ό,τι ένιωθε. Η αυριανή δεν ήταν μόνο η τελευταία μέρα της διοργάνωσης. Ήταν και η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Και δεν ήξερε πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί. Ένιωθε πολύ άβολα. Τι έπρεπε να κάνει; Να αγνοήσει τη μέρα; Ακόμα και αν το ήθελε και το μπορούσε, θα ήταν αδύνατο. Μια τέτοια μέρα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, σκέφτηκε.
Και δεν ήταν μόνο αυτό! Αλλά στις 15 του μηνός, δηλαδή μεθαύριο, έφευγαν! Γυρνούσαν πίσω. Στο ράντσο. Τι θα συνέβαινε εκεί; Θα συνέχιζαν τη σχέση τους; Κρυφά; Φανερά; ‘Η αυτό που έζησαν ήταν ένα σύντομο ειδύλλιο που είχε ημερομηνία λήξης. Μήπως ήταν άλλο ένα παράδειγμα του τύπου «ό,τι συμβαίνει στο Τέξας, μένει στο Τέξας»;
«Καταφέραμε να μιλήσουμε με όλους όσους ήθελα να προσεγγίσω. Η βοήθειά σου με τον Τζέικ Ρας ήταν πολύτιμη! Για να μην αναφερθώ στην παρέμβασή σου στις συνομιλίες με το σύλλογο κτηνοτρόφων της Νεμπράσκα. Ήταν απλά καταπληκτικό το ότι πρόσεξες το λάθος στα έγγραφα. Θα είχαμε υπογράψει λάθος τιμές!» της είπε και ήπιε λίγη από την κρυστάλλινη σαμπάνια που είχαν παραγγείλει για να συνοδεύσει το σολομό τους.
«Σου έχω ξαναπεί ότι είμαι καλή με τα νούμερα» είπε η Σάρλοτ χαμογελώντας. Όχι και πολύ πειστικά μάλλον.
«Τι έχεις εσύ; Είσαι πολύ ήσυχη απόψε. Κουράστηκες; Έχουμε και μεγάλη μέρα αύριο. Μήπως έπρεπε να μείνουμε στο ξενοδοχείο;» τη ρώτησε πραγματικά ανήσυχος.
«Όχι, όχι, Τρόι!» διαμαρτυρήθηκε η Σάρλοτ. «Ήθελα να πάρω λίγο αέρα» του είπε, ελπίζοντας αυτή τη φορά να ακουστεί πιο πειστική. Οι σκέψεις συνέχιζαν να τριβελίζουν το μυαλό της. Τι έκαναν μαζί; Ήταν κάτι επιπόλαιο για το τετραήμερο; Για να το βγάλουν από τον οργανισμό τους; ‘Η μήπως ήταν η αρχή για κάτι πιο σταθερό; Κάτι της έλεγε ότι ο Τρόι δεν είχε ιδέα. Ήταν σίγουρη ότι δεν τη θεωρούσε μια «περιπέτεια» αλλά δεν είχε κιόλας κάποια ξεκάθαρη άποψη για το τι ήθελε από εκείνη.
«Αύριο το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να κλείσουμε, έστω στα λόγια, μια συμφωνία για τα ισλανδικά πρόβατα. Χάσαμε μερικά δικά μας από εκείνον τον ιό και θέλω γύρω στα 100 κεφάλια. Αλλά αυτός ο κτηνοτρόφος που θέλω είναι πολύ περιζήτητος. Κάθε φορά που πάω να του μιλήσω, με προλαβαίνει κάποιος» είπε ο Τρόι.
«Θα τα καταφέρουμε» του είπε η Σάρλοτ. Είχαν επαναλάβει το αυριανό πρόγραμμα, ποιον θα συναντούσαν και γιατί, τρεις ολόκληρες φορές. Ο Τρόι ήταν πολύ αγχωμένος. Δεν ήθελε να γυρίσουν πίσω αν δεν έφερνε εις πέρας κάθε στόχο του.
«Σε ευχαριστώ πολύ για την υποστήριξή σου» της είπε και φίλησε την παλάμη της. «Κάθε χρόνο έρχομαι μόνος μου και δεν τα προλαβαίνω όλα. Με βοήθησες πολύ φέτος» είπε.
«Μα, Τρόι» είπε εκείνη και του έβγαλε παιχνιδιάρικα τη γλώσσα «…αφού με πληρώνεις καλά!».
«Νομίζω ότι δικαιούσαι μια αύξηση» είπε εκείνος σοβαρά και η Σάρλοτ γέλασε.
«Πλάκα κάνω, Τρόι. Αχ, ας μη συζητάμε τέτοια θέματα απόψε! Είναι η προτελευταία μας βραδιά εδώ και μετά…» είπε και αμέσως μαζεύτηκε. Σαν να την τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα. Τι είχε πει;. Και κυρίως γιατί έβγαλε τόση μελαγχολία; Η Τρόι δεν ήταν χαζός. Θεέ μου, ήταν πολλά πράγματα αλλά δεν ήταν χαζός. Τα έπιανε στον αέρα αυτά. Όπως και έγινε.
«Μετά τι, Σάρλοτ;» ρώτησε ξαφνικά και έσμιξε τα φρύδια του. Έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι της και η Σάρλοτ μόρφασε. Εκείνος το ελευθέρωσε αμέσως. «Μετά τι;» επανέλαβε θυμωμένος. Η Σάρλοτ μαζεύτηκε. Τι στο καλό την έπιασε και έθιξε τέτοιο θέμα; Και μάλιστα απόψε;
«Μετά θα γυρίσουμε στο ράντσο και θα επιστρέψουμε στους ρυθμούς μας» είπε η Σάρλοτ ουδέτερα. Αυτό ήταν! Αυτό πρέπει να ακούστηκε αληθοφανές.
«Και τι; Δε σου αρέσει η ζωή στο ράντσο;» είπε εκείνος και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τον είχε εκνευρίσει. Τι παρεξήγηση, Θεέ μου.
«Ισα ίσα, Τρόι» του είπε με ζέση αλλά εκείνος δεν έδειξε να πείθεται. «Αυτό που εννοούσα ήταν ότι…»
«Ξέρω τι εννοούσες» τη διέκοψε ανυπόμονα. «Για σένα αυτό το ταξίδι ήταν μια ευκαιρία να ξεσκάσεις. Και πιστεύεις ότι όταν θα γυρίσεις θα συνεχίσεις να υποφέρεις» είπε και ήπιε ακόμα λίγη σαμπάνια. «Νόμιζα ότι σου άρεσε κάπως αυτή η ζωή αλλά τελικά δεν είσαι φτιαγμένη για δυσκολίες. Είσαι μαθημένη στα πούπουλα και έτσι σου αξίζει να ζεις» είπε σκεπτικός.
Ο Τρόι άγγιξε κάποια ευαίσθητη χορδή της και η Σάρλοτ δεν συγκρατήθηκε.
«Είσαι τελείως άδικος και δεν εννοούσα ότι φοβάμαι να γυρίσω πίσω γιατί θέλω να αποφύγω τη δουλειά. Είσαι ηλίθιος αν δεν το βλέπεις» του είπε και άρχισε να ντύνεται. Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και ο Τρόι είχε ήδη πληρώσει, οπότε έτσι κι αλλιώς ήταν ώρα να φύγουν.
Μπήκαν στο αμάξι και η Σάρλοτ συνέχισε να είναι εκνευρισμένη. Εκείνος έδειχνε ήρεμος. «Και δεν κατάλαβα δηλαδή!» του είπε δυνατά, μερικά μέτρα μετά. «Είναι κακό να έχεις μεγαλώσει άνετα; Δηλαδή εσύ αν κάνεις παιδί θα θες να ζήσει αυτά που έζησες;» τον προκάλεσε. Ο Τρόι δεν απάντησε. «Όχι!» κάγχασε εκείνη. «Θα του προσφέρεις ό,τι καλύτερο!» του είπε.
«Δε θα το κακομάθω» είπε εκείνος ξερά.
«Με λες κακομαθημένη. Ο,τι και να κάνω εκεί καταλήγουμε. Μου αρέσει που νόμιζα…Είμαι τόσο ηλίθια!» είπε και άρχισε να κλαίει χωρίς να το θέλει. «Πώς να σου αλλάξω τη γνώμη; Αφού προφανώς με θεωρείς…δεν ξέρω…» συνέχισε να μιλάει ενώ έκλαιγε με λυγμούς. Δεν καταλάβαινε τι της είχε συμβεί αλλά την είχε πιάσει το παράπονο. Πώς είχαν περάσει σε μερικά δευτερόλεπτα από μια ανάλαφρη συζήτηση σε όλο αυτό; Πόσο μακριά ήταν από το να συζητήσουν την εξέλιξη της σχέσης τους εφόσον ο Τρόι της έλεγε καθαρά ότι τη θεωρούσε κακομαθημένη;

Ο Τρόι έκανε στην άκρη του αυτοκίνητο και έκλεισε τη μηχανή. Την πήρε στην αγκαλιά του. Η Σάρλοτ αντιστάθηκε ελάχιστα και συνέχισε να κλαίει στο στέρνο του.
«Συγγνώμη» της είπε απαλά και η Σάρλοτ σιγά σιγά σταμάτησε να κλαίει.

Πότε είχε γίνει τόσο συναισθηματική; Αυτός ο άντρας την είχε αλλοτριώσει τελείως, σκέφτηκε.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 50-σκέψεις αλλόφρονες

Η Σάρλοτ προσπάθησε να σφυρίξει με τα δάχτυλα αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Μπομπ είχε προσπαθήσει πολύ να της δείξει πώς να το κάνει αλλά η Σάρλοτ δεν έλεγε να το μάθει. Κοίτα να δεις που τελικά θα της φαινόταν χρήσιμο! Βρισκόταν ανάμεσα στον κόσμο που ζητωκραύγαζε τους νικητές του ροντέο. Ο Τρόι ήταν στη δεύτερη θέση και τώρα του έδιναν ένα μικρό βραβείο και δεκάδες φωτογράφοι τον απαθανάτιζαν σε φιλμ. Η Σάρλοτ τον κοιτούσε σαν μαγεμένη! Δεύτερος! Τα είχε καταφέρει!

Τον καμάρωνε τόσο πολύ…Αν σκεφτείς ότι είχε προπονηθεί ελάχιστα και τα τελευταία δύο βράδια κουραζόταν πολύ μαζί της, η επιτυχία του ήταν τεράστια! Ο πρώτος νικητής, που έδειχνε να ξέρει πολύ καλά τον Τρόι, ήταν επαγγελματίας αναβάτης, οπότε η νίκη του ήταν αναμενόμενη. Η Σάρλοτ συνέχισε να χειροκροτάει με ενθουσιασμό και ο Τρόι τής χαμογέλασε από τη σκηνή. Την είχε εντοπίσει μέσα στο πλήθος! Αυτό της είχε δώσει μεγάλη χαρά. Μεγάλη αυτοπεποίθηση. Τις δύο μέρες που «ήταν μαζί», ο Τρόι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να της δείξει πόσο πολύτιμη ήταν για εκείνον. Τα λόγια που της έλεγε για το πόσο όμορφη ήταν, ο τρόπος που της έκανε έρωτα, με φαντασία και υπομονή, το κέφι του από τη στιγμή που ήρθαν εδώ, την έκαναν να νιώθει πολύ επιθυμητή.

Αλλά αυτό που της είπε για το τι θα κάνει μόλις τελειώσουν οι έξι μήνες δεν της άρεσε. Φυσικά δεν περίμενε να της ζητήσει να μείνει, να της δώσει όρκους αιώνιας αγάπης, αλλά εκείνος έδειξε πολύ αδιάφορος, σχεδόν ψυχρός με το θέμα, ενώ εκείνη είχε αρχίσει να σκέφτεται το τι θα έκανε όταν θα έπρεπε να φύγει από το ράντσο από τη μέρα που κατάλαβε πόσο πολύ αγαπούσε τον Τρόι.

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στο ράντσο κάπου πριν από τρεις βδομάδες. Είχε γυρίσει από τις δουλειές της και είχε φάει. Καθόταν στον καναπέ και χάζευε τηλεόραση όταν μπήκε μέσα ο Τρόι κα τη χαιρέτησε ακουμπώντας το γείσο του στέτσον του. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά όπως κάθε φορά που τον έβλεπε. Δεν είχε αλλάξει τίποτα από αυτή την άποψη. Αν και υποπτευόταν ότι ο πόνος που της προκάλεσε η Ελίζαμπεθ όταν την είδε να βγαίνει από το δωμάτιό του με τα εσώρουχα ήταν ένδειξη ότι κάτι είχε αλλάξει μέσα της. Αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Πώς ήταν δυνατόν; Είχε έρθει στο ράντσο του χωρίς να το θέλει. Νόμιζε ότι θα ζούσε την κόλασή της. Νόμιζε ότι ο Τρόι ήταν ένας τυχοδιώκτης, ένας καιροσκόπος. Αλλά όχι. Ήταν ένας σκληρά εργαζόμενος άντρας, που άξιζε κάθε βοήθεια. Ένας άντρας άξιος να αγαπηθεί.

Εκείνο το μεσημέρι ο Τρόι έβγαλε το καπέλο του και κάθισε στο τραπέζι για να φάει μόνος του. Η Σάρλοτ είχε ήδη φάει. Έβλεπε ακόμα τηλεόραση όταν με την άκρη του ματιού της τον είδε να τρώει με σκυμμένο το κεφάλι χαζεύοντας την εφημερίδα του. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Αυτός ο σπουδαίος άντρας, έτρωγε μόνος του. Από παιδί. Είχε μεγαλώσει χωρίς αγάπη και ως ενήλικας είχε στήσει τη ζωή του έτσι ώστε να έχει μερικούς αγαπημένους ανθρώπους στη ζωή του αλλά και πάλι μόνος του έτρωγε. Σαν να μην είχε κανέναν στον κόσμο. Μόνος, πόσο μόνος…

Σηκώθηκε και πήγε στο τραπέζι. Κάθισε απέναντί του και πήρε μερικά φρούτα να καθαρίσει. Εκείνος την κοίταξε απορημένος, και μετά συνέχισε να τρώει ήσυχα. Χωρίς να μιλάει καθόλου. Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Ήθελε να σηκωθεί, να τον αγκαλιάσει, να του πει ότι εκείνη θα έμενε μαζί του για μια ζωή αν χρειαζόταν, πλάι του, αν την ήθελε κι εκείνος. Αλλά ήξερε ότι θα του φαινόταν τρελή και δεν είπε τίποτα.

Κράτησε για τον εαυτό της τις σκέψεις της και κατάπιε τα συναισθήματά της. Τον κοιτούσε τώρα να κρατάει το βραβείο και να χαμογελάει στο φακό και δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ότι ήταν ο πιο ωραίος άντρας στον κόσμο. Είχε καταφέρει μέσα σε μερικές βδομάδες να την κάνει να αναθεωρήσει την άποψή της για εκείνον, αλλά και για όλους τους άντρες. Έπρεπε να του το πει. Θα έσκαγε. Έπρεπε να του το πει. Ότι τον αγαπούσε. Θα του έκανε καλό να το ακούσει αυτό. Έδειχνε να τυραννιέται από τις ανασφάλειες. Με την αγάπη της θα του γιάτρευε τις πληγές του. Θα έφτιαχνε μαζί της το σπιτικό που στερήθηκε.

Αύριο, σκέφτηκε η Σάρλοτ. Ποια καλύτερη μέρα από του Αγίου Βαλεντίνου για μια…ερωτική νύξη;




Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

our gal


Κεφάλαιο 49- όλο σεξ, σεξ...ας πούμε και μια κουβέντα!!

«Πες μου πού θες να σε πάω» είπε ο Τρόι ενώ την αγκάλιαζε σφικτά. Είχαν γυρίσει κατά τις έξι στο ξενοδοχείο, κατάκοποι και οι δύο, και μετά από ένα διάλειμμα για ντους και μεταφορά των πραγμάτων της Σάρλοτ στο δωμάτιο του Τρόι, είχαν περάσει δύο ολόκληρες ώρες στο κρεβάτι. Ο Τρόι έδειχνε να μην τη χορταίνει. Αλλά έπρεπε να πάνε και για φαγητό κάποια στιγμή.
«Ας παραγγείλουμε να μας φέρουν κάτι εδώ ή πάμε κάτω στο εστιατόριο του ξενοδοχείου» είπε η Σάρλοτ χαμογελώντας πονηρά. «Γιατί να χάνουμε χρόνο;».
«Όσο και αν αυτό μου ακούγεται θελκτικό, πρέπει να βγούμε και λίγο. Θα σε ρωτάνε τι είδες στο Τέξας και δε θα ξέρεις τίποτα!» γέλασε ο Τρόι. «Άλλωστε σου χρωστάω τουλάχιστον ένα δείπνο για αυτό που κατάφερες σήμερα!» τη φίλησε ο Τρόι.  
«Ναι σιγά!» σήκωσε τους ώμους αδιάφορα η Σάρλοτ. Την είχε ευχαριστήσει πάνω από δέκα φορές και της είχε δείξει την ευγνωμοσύνη του με ένα σωρό…ευφάνταστους τρόπους.
«Τι σιγά; Κατάφερες να λιώσεις την καρδιά του Τζέικ Ρας! Όλος ο κόσμος της κτηνοτροφίας μιλάει για εσένα!» της είπε.
«Με πλησίασαν δύο κτηνοτρόφοι και μου έδωσαν την κάρτα τους. Μου είπαν ότι μου δίνουν τα διπλά από αυτά που μου δίνεις αν πάω να δουλέψω στο ράντσο τους!» γέλασε η Σάρλοτ, αλλά ο Τρόι σκοτείνιασε.
«Τι; Ποιος; Ποιος τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο; Είσαι δική μου βοηθός. Το κατάλαβες αυτό;» της είπε σοβαρά, ενώ ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στους αγκώνες του.
«Μα τι λες,  Τρόι;» ρώτησε η Σάρλοτ απορημένη. «Δεν πάω πουθενά. Άλλωστε σε τέσσερις μήνες λήγει…το συμβόλαιό μας» του είπε με μια διάθεση να ελέγξει λίγο τα νερά.
«Έτσι μπράβο. Μετά τους τέσσερις μήνες κάνε ό,τι θες. Αν και αμφιβάλλω ότι θα θες να πας στο Τέξας» είπε εκείνος αδιάφορα και η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει στο στήθος της. Η ερευνητική αποστολή της είχε στεφθεί με…αποτυχία.
«Μάλλον δίκιο έχεις» του είπε κι αυτή με ψεύτικη ευγένεια.
«Λέγε τώρα τι περίπου θες να φάμε» της είπε εκείνος λίγο πιο μαλακά. «Πρέπει να φάμε και να ξαπλώσω λίγο πιο νωρίς σήμερα. Είναι οι τελικοί αύριο».
«Πάμε για κινέζικο; Έχω να φάω από τη μέρα που πήγα στο ράντσο και μου λείπει» είπε η Σάρλοτ και ο Τρόι συμφώνησε.
«Ο,τι θες εσύ! Κινέζικο; Κινέζικο» της είπε και σηκώθηκε να ντυθεί. Η Σάρλοτ τον ακολούθησε. Φόρεσε ένα τζιν και ένα λίγο πιο βραδινό μπλουζάκι με καστόρινες μπότες και ένα παλτό με στενή μέση. Ο Τρόι φόρεσε ένα μαύρο τζιν και ένα γκρι πουλόβερ με ένα φερμουάρ από τον ώμο ως το λαιμό του. Ήταν υπέροχος. Η Σάρλοτ τον χάζεψε για λίγο και του χαμογέλασε. Τον αγκάλιασε από πίσω, ενώ εκείνος έστρωνε τα μαλλιά του στον καθρέπτη.
«Είσαι πολύ όμορφος» του είπε απλά και ανεπιτήδευτα. Δεν σκόπευε να του το πει αλλά μίλησε χωρίς να σκεφτεί ότι μάλλον έπρεπε να συγκρατηθεί.
«Εγώ; Εγώ είμαι όμορφος;» της είπε κοιτώντας την στον καθρέπτη. «Όλοι» είπε δυναμικά «όλοι συζητάνε για την ομορφιά σου. Όλοι σε κοιτάνε όταν εσύ δεν προσέχεις, άντρες, γυναίκες, παιδιά» είπε και γύρισε προς το μέρος της. «Έχεις ιδέα πόσο όμορφη είσαι; Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν το ξέρεις. Φέρεσαι λες και είσαι μια συνηθισμένη γυναίκα. Αλλά δεν είσαι» είπε και έκλεισε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα σε αυτόν τον κόσμο. Το ξέρεις;» επέμεινε.
Η Σάρλοτ χαμογέλασε και κατέβασε το βλέμμα της στα πόδια της. «Μα τι λες τώρα;» τον ρώτησε. Αλλά ο Τρόι δεν απάντησε. Ακούμπησε το δείκτη του στο σαγόνι της και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. Να του απαντήσει.
«Εντάξει, καταλαβαίνω ότι με κοιτάνε, αλλά τα βαριέμαι αυτά» του είπε με ειλικρίνεια. «Μια γυναίκα είμαι κι εγώ, όπως όλες οι άλλες, που νιώθει ανασφάλεια όταν είναι κοντά της αυτός που την ενδιαφέρει».

«Μη μου πεις ότι δυσκολεύεσαι με τους άντρες!» γέλασε εκείνος.
 «Δεν έχω καλοπεράσει στις σχέσεις μου, Τρόι» του είπε με κάθε ειλικρίνεια. «Με έλουζαν όλοι κομπλιμέντα. Τους άρεσε να με κυκλοφορούν. Να με επιδεικνύουν. Κανείς όμως δεν έκανε το κάτι παραπάνω» του είπε και τον κοίταξε στα μάτια.
«Μπορεί να τους φόβιζες! Είσαι όμορφη και έξυπνη και πλούσια. Δεν τους αδικώ» γέλασε εκείνος χωρίς να σχολιάσει κάτι άλλο.
«Μπα, μη νομίζεις!» γέλασε κι εκείνη. «Δύο τρεις σχέσεις έχω κάνει όλες κι όλες, αλλά μόνο με όμορφους, έξυπνους και πλούσιους άντρες!» συνέχισε να γελάει. «Και κανείς δε μου μίλησε όπως εσύ πριν από μερικά λεπτά» του είπε και του έδωσε ένα φιλί στη μύτη. «Φύγαμε;» τον ρώτησε άνετα, βάζοντας το κλειδί του δωματίου και το πορτοφόλι της στην τσάντα της.
«Φύγαμε» είπε εκείνος σκεπτικός.


Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 48-IT'S NOT ALL ABOUT SEX, PEOPLE!

Ο Τρόι μπήκε στην τεράστια τέντα που στέγαζε τα τραπέζια και τους πάγκους με τα εκλεκτά εδέσματα. Οι διοργανωτές είχαν ξεπεράσει τον εαυτό τους φέτος. Η τέντα κάλυπτε πάνω από 500 τετραγωνικά μέτρα και  ατελείωτες σειρές με τραπέζια γέμιζαν το χώρο. Τα μάτια του δεν άρχισαν να εντοπίσουν μέσα στην κατάμεστη αίθουσα τη Σάρλοτ. Αυτό που του έκανε εντύπωση, όμως, ήταν η παρέα της. Έβλεπε καλά; Ναι, σίγουρα. Είχε απέναντί της ένα μεγαλύτερο άντρα, αλλά δεν μπορεί να ήταν αυτός που νόμιζε. Πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές, όχι για βεβαιωθεί ποιος ήταν ο άντρας αλλά επειδή ήθελε να τη δει από κοντά. Είχε μόλις τελειώσει τους αγώνες του και ανυπομονούσε να μοιραστεί τα νέα του μαζί της.

Τους χώριζαν μόνο είκοσι βήματα όταν βεβαιώθηκε ότι ο άντρας  που έτρωγε μαζί της και, αν είναι ποτέ δυνατόν, της χαμογελούσε κιόλας, ήταν ο Τζέικ Ρας. Ο Τζέικ Ρας! Γι αυτό τους κοιτούσαν όλοι καλά καλά! Όχι μόνο γιατί η Σάρλοτ έλαμπε με αυτό το στενό τζιν και το κατακόκκινο πουκάμισο που φορούσε, αλλά επειδή ο Τζέικ Ρας ήταν ένας ζωντανός θρύλος.

Ο Τζέικ Ρας πρέπει να ήταν γύρω στα εξήντα και ήταν ένας ψηλός ασπρομάλλης άντρας με μεγάλο όνομα στο κόσμο των ραντσέρηδων. Είχε ένα τεράστιο ράντσο στο Κάνσας και ειδικευόταν στην εκτροφή ταύρων. Ο θρύλος του είχε ξεκινήσει για ένα θλιβερό λόγο. Πριν από δεκαπέντε χρόνια έχασε τη γυναίκα του και το γιο του σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Από τότε κλείστηκε στον εαυτό του και αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Δούλευε κάθε ώρα και στιγμή της μέρας για να μη σκέφτεται, διασταυρώνοντας διάφορα είδη βοοειδών, με αποτέλεσμα να έχει σήμερα μερικούς από τους πιο ακριβούς ταύρους σε όλο τον κόσμο. Είτε χρειαζόσουν έναν επιβήτορα για τις αγελάδες σου, είτε έναν ταύρο για ροντέο, ο Τζέικ Ρας ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος. Μόνο που υπήρχε ένα…μικρό εμπόδιο. Ο Τζέικ Ρας ήταν σχεδόν μισάνθρωπος. Δεν άνοιγε συζητήσεις και πολύ σπάνια εμφανιζόταν σε εκδηλώσεις. Ακόμα και αν τον πλήρωνες μια περιουσία για ένα φιαλίδιο ικανό να  γονιμοποιήσει τις αγελάδες σου και να παράγει κόρες ικανές να βγάζουν διπλάσιο γάλα από μια απλή αγελάδα , αυτός αδιαφορούσε. Πολλές ιστορίες κυκλοφορούσαν στον κόσμο των ραντσέρηδων για περιπτώσεις όπου ο Τζέικ Ρας είχε διώξει κάποιον κακήν κακώς από το ράντσο του για κάποιον ασήμαντο λόγο. Ο Τρόι τον είχε ξαναδεί μόνο μία φορά μέσα στα δεκαπέντε χρόνια που ασχολείτο με την κτηνοτροφία. Εκείνη τη φορά τον είχε πλησιάσει να τον χαιρετήσει, να του υποβάλει τα σέβη του και να του ζητήσει συμβουλές, αλλά ο μεγαλύτερος άντρας τον αγνόησε.

Και τώρα! Και τώρα στεκόταν μπροστά του και έτρωγε από ένα πλαστικό πιατάκι λίγο λουκάνικο και πατατοσαλάτα, χαμογελώντας ολόκληρος στη Σάρλοτ.
«Σάρλοτ…» ξεκίνησε να λέει ο Τρόι και εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Σηκώθηκε απότομα και τον αγκάλιασε, μπροστά στον κόσμο. Ο Τρόι έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω, δεν ήταν συνηθισμένος σε δημόσιες οικειότητες, ειδικά στον επαγγελματικό του χώρο, αλλά η ζεστασιά της αγκαλιάς της και ο αυθορμητισμός της τον έκαναν να λιώσει σαν παγάκι.
«Τι έγινε; Είσαι καλά; Πώς πήγες;» τον βομβάρδισε με ερωτήσεις η Σάρλοτ ενώ τον επιθεωρούσε από πάνω μέχρι κάτω. Εντωμεταξύ ο Τζέικ Ρας τον πλησίασε αργά και τον χτύπησε στην πλάτη μερικές φορές φιλικά. Ο Τρόι ανοιγόκλεισε με απορία τα μάτια του.
«Μια χαρά, είμαι» είπε μηχανικά. Ζούσε κάποιο όνειρο; Του μιλούσε ο Τζέικ Ρας; Χρόνια προσπαθούσε να τον προσεγγίσει για να αγοράσει ταύρους του αλλά ο μεγαλύτερος άντρας δεν απαντούσε στα μέιλ του. «Πέρασα στους τελικούς» είπε στη Σάρλοτ και της χαμογέλασε πλατιά. «Σε ευχαριστώ που δεν ήρθες» της είπε και τη χάιδεψε φευγαλέα στο κεφάλι.
«Οουενς, συγχαρητήρια» είπε ξαφνικά ο Τζέικ και έτεινε το χέρι του. Ο Τρόι άπλωσε το δικό του σε μια σφικτή χειραψία.
«Ευχαριστώ, κύριε Ρας».
«Τζέικ. Και το συγχαρητήρια δεν το είπα για το ροντέο» είπε ξερά. «Αλλά για τη βοηθό σου. Είναι ένα μαγευτικό πλάσμα» του είπε και γύρισαν αυτόματα προς το μέρος της Σάρλοτ, η οποία είχε κοκκινίσει.
«Πώς γνωριστήκατε;» ρώτησε ο Τρόι χαμογελώντας δειλά
«Καθόμουν μόνος και έτρωγα. Με πλησίασαν μερικοί αντιπαθητικοί, μάλλον για να κλείσουν δουλειά μαζί μου. Νόμιζα ότι τόσα χρόνια έχει καταλάβει ο κόσμος ότι δε γουστάρω να συζητάω τόσο επιπόλαια τα επαγγελματικά μου» είπε ο Τζέικ αποδοκιμαστικά και ο Τρόι έγνεψε με κατανόηση. «Μου αρέσει να γνωρίζω, να συμπαθώ τους συνεργάτες μου» είπε και ο Τρόι επιτέλους κατάλαβε.
«Πολύ σωστά, Τζέικ» είπε ουδέτερα. Ντρεπόταν να παραδεχτεί ότι και η δική του προσεγγίσει ήταν αδέξια.
«Αυτό εδώ το κορίτσι έκατσε απέναντί μου κι άρχισε να φλυαρεί περί ανέμων και υδάτων λες και μιλούσε σε κάποια φίλη της» γέλασε ο Τζέικ. «Δε μου πήρε πάνω από πέντε δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι δεν είχε ιδέα με ποιον μιλούσε και πάνω από δέκα να καταλάβω ότι πρέπει να είχε φοβερό άγχος για να μιλάει τόσο γρήγορα και ακατάπαυστα». Η Σάρλοτ είχε γίνει κατακόκκινη από την τροπή της. Ο Τρόι πέρασε το χέρι του πίσω από τους ώμους της και την έσφιξε κοντά του.
«Χαίρομαι που ήταν καλή παρέα» είπε και την κοίταξε. Μετά κάθισαν και οι τρεις στο τραπέζι και συνέχισαν να τρώνε. Η Σάρλοτ πήγε να φέρει φαγητό για το Τρόι και ο Τζέικ είχε την ευκαιρία να τον ρωτήσει μερικά πράγματα για το ράντσο του. Ο Τρόι απαντούσε με καμάρι για τα ζώα του και ο Τζέικ φάνηκε να το εκτιμάει.
«Να σου πω κάτι;» τον ρώτησε τελικά, μία ώρα μετά, αφού είχαν φάει και είχαν συζητήσει για ένα σωρό πράγματα. Επαγγελματικά και μη. «Στα μέσα Μαρτίου που θα έχουν τελειώσει οι χειμερινές δουλειές, θα χαρώ να έρθεις να μείνεις μερικές μέρες στο ράντσο μου. Να τα πούμε και να μιλήσουμε για κάποια πιθανή συνεργασία» είπε ο Τζέικ και ο Τρόι τον ευχαρίστησε θερμά.
«Και να την προσέχεις» του είπε ξαφνικά σοβαρά, δείχνοντας τη Σάρλοτ, η οποία στεκόταν ήρεμα στο πλάι. «Είναι μοναδικό πλάσμα» είπε και έφυγε.


Ο Τρόι γύρισε προς το μέρος της Σάρλοτ, την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και τη ρώτησε χαμογελαστός. «Να σου πω εσένα. Μήπως είσαι μάγισσα;»

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

κεφάλαιο 47-ροντέο ξανά και ξανά....

Η Σάρλοτ αφουγκράστηκε τον Τρόι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Το ρολόι της έδειχνε τρεις και είκοσι. Είχαν κοιμηθεί ελάχιστα από την ώρα που ξάπλωσαν.  Είχαν κάνει έρωτα ξανά και ξανά, μέχρι που δεν είχαν δύναμη ούτε να σηκωθούν από το κρεβάτι. Είχαν μείνει αγκαλιασμένοι σφιχτά, γυμνοί τελείως μέσα στο σκοτάδι και μιλούσαν μέχρι που ο Τρόι αποκοιμήθηκε.

Η Σάρλοτ απολάμβανε την αγκαλιά του. Εκείνος κοιμόταν γαλήνια και πού και πού την έσφιγγε. Έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε. Ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένη. Ασφαλής. Πλήρης. Ο Τρόι κατάφερε να την κάνει να νιώσει με έναν τρόπο που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ με άντρα. Η ηδονή τόσο η σωματική όσο και η ψυχική, αυτά που της έκανε και αυτά που της έλεγε, την γέμιζαν πέρα από κάθε φαντασία.

«Γιατί δεν κοιμάσαι;» άκουσε τον Τρόι να της ψιθυρίζει ξαφνικά.
«Σε ξύπνησα; Συγγνώμη» του είπε με κάθε ειλικρίνεια. Ωστόσο, κάπου μέσα της, χαιρόταν που θα απολάμβανε κι άλλο την παρέα του.
«Μάλλον ανοιγόκλεινες τα μάτια σου γρήγορα. Με γαργαλούσαν οι βλεφαρίδες σου» της είπε και γέλασε εκείνος.   Είχε χώσει το πρόσωπό της στο κενό μεταξύ του χεριού και του πλευρού του.
«Τρόι, πρέπει να κοιμηθείς» του γουργούρισε εκείνη. «Σε λίγες ώρες αγωνίζεσαι».
«Να σου πω…» είπε εκείνος, με φωνή που πρόδιδε ότι κάτι τον απασχολούσε. Η Σάρλοτ άφησε την αγκαλιά του και άναψε το φως στο κομοδίνο της. Για να τον βλέπει. Δεν χόρταινε να τον κοιτάει.
«Πες μου» του είπε ενθαρρυντικά και ξάπλωσε πάνω του. Ακούμπησε τις παλάμες τις πάνω στο στήθος του, έμπλεξε τα δάχτυλά της και ακούμπησε πάνω τους το σαγόνι της. Ο Τρόι την αγκάλιασε σφιχτά και εκείνη έκλεισε τα μάτια της. «’Ήταν ένα λάθος; Δεν έπρεπε να γίνει;» του είπε σε μια απόπειρα να αστειευτεί, αλλά ο Τρόι δεν την πάτησε.
«Με απασχολεί κάτι εδώ και μέρες» της είπε σοβαρά και η Σάρλοτ ανατρίχιασε. Ξαφνικά έχασε την αισιοδοξία της. Τι είχε γίνει;
«Πες μου! Με έσκασες!» τον παρότρυνε κι εκείνος της χαμογέλασε σατανικά.
«Και στο ράντσο…τέτοια εσώρουχα φοράς; Και στη δουλειά;» τη ρώτησε και η Σάρλοτ άρχισε να γελάει.
«Βασικά...ναι. Η λογική μου είναι ότι μπορεί να ντύνομαι πολύ πρόχειρα στη δουλειά, με τζιν και φούτερ, αλλά από μέσα είμαι κομψή!» του είπε. «Όσο και χάλια να είμαι, φοράω πάντα ωραία εσώρουχα, και πάντα σετ» του είπε και γέλασε ξανά. «Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε και ακούμπησε ένα απαλό φιλί στο στήθος του.
«Σκέφτομαι ότι ήρθες πριν από δύο μήνες, άρα εξήντα περίπου μέρες. Εξήντα μέρες μείον δέκα μέρες περίοδος ίσον πενήντα μέρες» της είπε αλλά η Σάρλοτ παρέμενε μπερδεμένη. Εκείνος συνέχισε. «Πενήντα μέρες επί δύο φορές τη μέρα…ίσον εκατό. Κάναμε ήδη τρεις φορές έρωτα, άρα θέλουμε άλλες 97 φορές για να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο» κατέληξε απόλυτα σοβαρός. Η Σάρλοτ τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα ανίκανη να καταλάβει τι έλεγε. Και μετά ξέσπασε ξανά σε γέλια.
«Μα τι λες; Έχουμε και δουλειές» του είπε, ενώ τον χάιδευε απαλά.
«Δεν υπάρχουν πιο σημαντικές δουλειές από αυτή» της είπε και το άγγιγμά του έγινε πιο ερωτικό. Της έδωσε ένα βαθύ φιλί και την έσφιξε ξανά πάνω του. «Σε στερήθηκα τόσες μέρες…»
«Τρόι, αύριο έχεις ροντέο! Πρέπει να ξεκουραστείς. Φοβάμαι πολύ…» τον μάλωσε αδύναμα εκείνη.
«Να μη φοβάσαι. Απλώς δε θέλω να είσαι στην κερκίδα. Θα τρομάξεις και σίγουρα αν ξέρω ότι είσαι εκεί θα έχω την προσοχή μου σε σένα και όχι στον ταύρο» της είπε σοβαρά.
«Μου το ξανάπες αυτό, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Εσύ θα αγωνίζεσαι κι εγώ θα τρώω μεσημεριανό;» του είπε παραπονιάρικα. «Κι αν κάτι δεν πάει καλά;»
«Όλα καλά θα πάνε» της είπε καθησυχαστικά. «Έχω καλή τεχνική» είπε και τη φίλησε.
«Πάντως…» είπε η Σάρλοτ ανάμεσα στα φιλιά του «αν θες να σε βοηθήσω λιγάκι…» χαμογέλασε «έχω μερικές καλές κινήσεις στο ροντέο» του είπε και στηρίχτηκε πάλι στα γόνατά της.

«Α ναι…» είπε εκείνος και τέντωσε το χέρι του για να χαϊδέψει τη διαδρομή από το λαιμό ως την κοιλιά της. «Δείξε μου, δείξε μου».

κεφάλαιο 46-rodeo drive, baby

Η Σάρλοτ ακολουθούσε τον Τρόι, ο οποίος περπατούσε με μεγάλες δρασκελιές λόγω ύψους. Τους χώριζαν μερικά βήματα μέχρι το ασανσέρ όταν εκείνος σταμάτησε και την άφησε να περάσει πρώτη. Το ασανσέρ περίμεναν και άλλα τέσσερα άτομα Τρεις ηλικιωμένες κυρίες που φλυαρούσαν αδιάκοπα και ένας κύριος γύρω στα 40, που έδειχνε πολύ ανυπόμονος. Το ασανσέρ άνοιξε την πόρτα του μετά το χαρακτηριστικό ήχο. Πρώτες μπήκαν οι κυρίες, μετά ο κύριος, μετά η Σάρλοτ, με το χέρι του Τρόι να ακουμπάει στην πλάτη της ευγενικά και τέλος, ο Τρόι. Οι κυρίες πάτησαν το τρία, ο κύριος το έξι, η Σάρλοτ ο εφτά και ο Τρόι το 14. Η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει στο στήθος της. Αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία. Αν δεν πατούσε το 14 ίσως είχε ελπίδες. Αλλά… Φλερτ. Αθώο φλερτ. Και όταν τα πράγματα περνούσαν τα όρια, ο Τρόι τραβούσε τα χαλινάρια. Μόνο που δεν μπορούσε να το συνηθίσει αυτό. Η απογοήτευση ήταν τεράστια. Είχε ελπίσει πολλές φορές και την είχε απορρίψει άλλες τόσες. Μάλλον η Ελίζαμπεθ τον κρατούσε καλά.

Μετά από ένα εκκωφαντικό «ντιν» η πόρτα άνοιξε και κατέβηκαν οι τρεις κυρίες, οι οποίες δεν είχαν σταματήσει να μιλάνε. Η Σάρλοτ τις χάζευε και άθελά της χαμογέλασε. Έδειχναν να μην έχουν έγνοιες. Ήταν σε αυτή την ηλικία που απολάμβαναν τη ζωή τους χωρίς να τις βασανίζει το αν της θέλει κάποιος άντρας. Άραγε ο Τρόι τι σκεφτόταν; Αναρωτήθηκε. Καθόταν ακριβώς πίσω της και δεν τον έβλεπε. Τον ένιωθε, αλλά δεν τον έβλεπε.

Ο σαραντάρης κύριος κατέβηκε στον έκτο λίγα δευτερόλεπτα μετά και έμειναν μόνοι. Στον επόμενο όροφο θα άνοιγε η πόρτα και θα έπρεπε να βγει. Να γυρίσει μόνη, στο δωμάτιό της. Θα κοιμόταν με τον Τρόι στο μυαλό της αλλά όχι στο κρεβάτι της.
«Ντιν» ακούστηκε το αδυσώπητο καμπανάκι και οι πόρτες άνοιξαν. Η σιωπή μέσα στο ασανσέρ ήταν βαριά και τα δευτερόλεπτα μεταξύ των ορόφων έμοιαζαν ώρες ολάκερες. Η Σάρλοτ δίστασε μισό δευτερόλεπτο και έκανε ένα βήμα μπροστά. Είχε βγει ήδη η μισή από το ασανσέρ όταν ένιωσε το χέρι του Τρόι να αρπάζει το δικό της και να το σφίγγει, τραβώντας τη προς το μέρος του. Η έκπληξή της ήταν μεγάλη και δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Οι πόρτες έκλεισαν πίσω της και ο Τρόι την αγκάλιασε σφιχτά. Έχωσε το δεξί του χέρι στις ρίζες των μαλλιών της στον αυχένα και την ανάγκασε να γείρει το κεφάλι της πίσω. Η Σάρλοτ έμεινε εκεί, ακίνητη, σαν μεθυσμένη, ζαλισμένη από το άγγισμά του, και τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε να την πλησιάζει αργά, χαμογελώντας με την αυτοπεποίθηση που έχει ένας άντρας που απέναντί του έχει μια γυναίκα που λιώνει γι αυτόν.

Και μετά τη φίλησε.

Η Σάρλοτ έκλεισε τα μάτια, ανίκανη να αντέξει τόση απόλαυση. Έπρεπε να κλειδώσει κάποια αίσθηση. Και διάλεξε την όραση. Ο Τρόι είχε τα πιο μαλακά χείλη στον κόσμο. Τη φιλούσε και τη φιλούσε, αγκαλιάζοντάς την σφιχτά, αφήνοντας μερικούς αναστεναγμούς να βγαίνουν από το στόμα του, μεταξύ των φιλιών του. Η Σάρλοτ τον φιλούσε κι αυτή με όση πείνα είχε για εκείνον, από τις πρώτες σχεδόν μέρες της γνωριμίας τους. ‘Όταν η γλώσσα του εισέβαλλε στο στόμα της και άρχισε ένα ερωτικό παιχνίδι μεταξύ τους, η Σάρλοτ ένιωσε να γίνεται σκόνη. Τα πόδια της λύγισαν, και ο Τρόι το κατάλαβε, γιατί πέρασε τα χέρια του επιδέξια κάτω από τα γόνατά της και την πήρε αγκαλιά. Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν και βγήκαν στον 14ο όροφο. Ο Τρόι έκανε μερικά βήματα και στάθηκε έξω από την πόρτα του.
«Η κάρτα είναι στην πίσω δεξιά τσέπη» της είπε και εκείνη χαμογέλασε. Τέντωσε το χέρι της και την έβγαλε πίσω από την πλάτη του. Άνοιξε με την κάρτα την πόρτα και ο Τρόι την έκλεισε με το πόδι του. Έκανε μερικά βήματα ακόμα και την ακούμπησε με προσοχή στο κρεβάτι, λες και ήταν πορσελάνινη κούκλα.
«Με προκάλεσες» της είπε προειδοποιητικά και κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα της. Έδειχνε να θέλει την έγκρισή της για να συνεχίσει.
«Και;» τον ρώτησε εκείνη, ανασηκώνοντας το φρύδι της προκλητικά.
«Ένας άντρας δεν αφήνει κάτω μια τέτοια πρόκληση» της είπε, ενώ με τον δείχτη του χάιδευε το πόδι της.
«Ώστε έτσι, Τρόι;» έκανε εκείνη μια θεατρινίστικη γκριμάτσα. «Δηλαδή όποια γυναίκα σε προκαλεί, την ρίχνεις στο κρεβάτι;» τον ρώτησε, κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια, ενώ εκείνος κατέβαζε το φερμουάρ και την απελευθέρωνε από τις μπότες της.
«Όχι, όχι όλες» της είπε σουφρώνοντας αποδοκιμαστικά τα χείλη του. Μετά άρχισε να της βγάζει το καλσόν. Αργά. Επίπονα αργά. «Μόνο αυτές που μου κόβουν την ανάσα» της είπε. Η Σάρλοτ τον κοιτούσε σαν μαγεμένη να τη γδύνει. Δεν τον σταματούσε. Καθόταν εκεί ήρεμη και απολάμβανε το χάδι του. Όταν την ανασήκωσε ώστε να της τραβήξει το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της, δε φοβήθηκε. Ένιωθε τόσο άνετα, που της πέρασε η σκέψη ότι είχε γεννηθεί για αυτή ακριβώς τη στιγμή. «Αυτές που γεμίζουν τη ζωή μου με χαρά» της είπε και τη φίλησε απαλά. Το βλέμμα του τώρα κοιτούσε αχόρταγα το μωβ δαντελένιο κομπινεζόν που φορούσε μέσα από το φόρεμά της. «Αυτές που με κατηγορούν ακόμα και για την τρύπα του όζοντος» της χαμογέλασε ξαφνικά «αλλά εμένα δε με νοιάζει καθόλου. Γιατί όταν θυμώνουν είναι διπλάσια όμορφες» της είπε τελικά και η Σάρλοτ προσπάθησε να συγκρατηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. ¨Ένα γελάκι ξέφυγε από το στόμα της την ίδια ώρα που ένα δάκρυ κυλούσε στο πρόσωπό της. Πόσο ευτυχισμένη ήταν αυτή τη στιγμή… Θεέ μου, ας κρατούσε αυτό που ζούσε.

Τέντωσε το χέρι της στη ζώνη του και τον ξέντυσε σε χρόνο ρεκόρ. Πολύ πιο ανυπόμονα απ’ ό,τι εκείνος εκείνη. Άφησε τα δάχτυλά της να διατρέξουν την πλάτη του, το στέρνο του, το σφιχτό στομάχι του. Ο Τρόι ξάπλωσε δίπλα της. Έμειναν αγκαλιασμένοι για μερικά λεπτά, αγγίζοντας ο ένας τον άλλον και απολαμβάνοντας αμέτρητα φιλιά. Άλλα πιο αθώα, πιο ανάλαφρα, και άλλα γεμάτα πάθος και ανυπομονησία.

Η Σάρλοτ δεν μπορούσε να κρατηθεί. Ο Τρόι έδειχνε διατεθειμένος να περάσει όλο το βράδυ χαϊδεύοντάς την. Το περίμενε ότι θα έδειχνε υπομονή και θα αφιέρωνε χρόνο στην ικανοποίησή της. Αλλά αυτά μπορούσαν να περιμένουν. Είχαν όλο το βράδυ μπροστά τους. Και αν ήταν τυχερή, και άλλα πολλά βράδια ακόμα.

Ξαφνικά στηρίχτηκε στα γόνατα και αφού σήκωσε το κομπινεζόν της μέχρι τη μέση, πέρασε το αριστερό της πόδι από πάνω του και βρέθηκε με τους γλουτούς της ακουμπισμένους στους μηρούς του. Ο Τρόι έδειχνε πολύ χαρούμενος με αυτή την εξέλιξη.

«Χαίρομαι που κι εσύ δεν κρατιέσαι» της είπε και η Σάρλοτ δε χρειάστηκε άλλη ενθάρρυνση. Του έβγαλε το μαύρο μποξεράκι που φορούσε και άφησε το κορμί της να δεχτεί το μεγαλείο του Τρόι…