Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 41-όλα στη φόρα

Η Σάρλοτ ξύπνησε κατά τα μεσάνυχτα και ανακάθισε στο κρεβάτι. Είχε κάνει μπάνιο το απόγευμα και είχε φορέσει καθαρές πυτζάμες. Είχε φάει ένα τοστ και λίγη σαλάτα. Η Ιλέιν επέμεινε να φάει πιο πολύ αλλά η Σάρλοτ δεν είχε όρεξη. Είχε μάλιστα ζητήσει από τη μεγαλύτερη γυναίκα να πάει να κοιμηθεί στο σπίτι της απόψε. Δεν ένιωθε άνετα να τη βλέπει να περνάει δεύτερο βράδυ σε μια καρέκλα. Η Ιλέιν επέμεινε σθεναρά αλλά η Σάρλοτ δεν έκανε πίσω.

Τώρα όμως το μετάνιωνε. Το κεφάλι της πονούσε αφόρητα. Οι ημικρανίες είχαν επιστρέψει δριμύτερες. Καθόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και δεν ήξερε πώς να περάσει την ώρα της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκεφτεί. Και έτσι έκανε. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και σκέφτηκε μέχρι που το μυαλό και η καρδιά της μούδιασαν. Τι είχε γίνει και έπαθε κρίση; Ο Τρόι…Ο Τρόι τής είχε πει ότι είναι με την Ελίζαμπεθ. Είναι δυνατόν να είχε πυροδοτήσει αυτό μια τόσο ισχυρή σωματική αντίδραση; Είχε νιώσει την απογοήτευση να την πλημμυρίζει. Είχε νιώσει την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Αλλά αυτό της είχε ξανασυμβεί. Αν ίσχυε αυτό που φοβόταν, τότε όλες οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω της, όλο το μένος που έτρεφε για τον Τρόι είχαν όλα καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Αλλά τι έλεγε; Είχε να τον δει από χθες το πρωί και είχε αρχίσει να νιώθει συμπτώματα στέρησης. Τον έβλεπε κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο και με κάθε βήμα που άκουγε έξω από την πόρτα της νόμιζε ότι ήταν εκείνος. Αλλά δεν ερχόταν. Γιατί δεν ερχόταν; Η Ιλέιν τής είχε πει ότι την επισκεπτόταν όταν κοιμόταν, αλλά ήθελε να τον δει. Να τον ρωτήσει τι έγινε. Αν της είχε πει όλα όσα άκουσε ή αν τα ονειρεύτηκε. Τον είχε ανάγκη. Ο Τρόι κρατούσε αποστάσεις, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος.

Την είχε πνίξει η απελπισία και κουλουριάστηκε σαν έμβρυο στο πλάι. Καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια της. Πάντα το πάθαινε αυτό όταν είχε ημικρανία. Μια αδικαιολόγητη θλίψη, μια μελαγχολία την έπνιγε και την έκανε να νιώθει ότι η ζωή της ήταν άδεια. Κάτι, κάποιος της έλειπε πάντα. Σαν να περίμενε έναν άντρα σαν τον Τρόι όλη της τη ζωή. Μόνο που ο Τρόι δεν ήταν διαθέσιμος…

Είχε κρύψει το κεφάλι της μέσα στα σκεπάσματα και προσπαθούσε να συνέλθει από τους λυγμούς που τη συντάραζαν όταν άκουσε έναν ανεπαίσθητο ήχο έξω από την πόρτα της. Και μετά άκουσε το χερούλι να γυρίζει. Αργά και διακριτικά, αλλά και ο ελάχιστος θόρυβος έκανε κρότο στα αφτιά της. Θα ήταν η Ιλέιν. Θα ήθελε να την ελέγξει μια φορά πριν πάει να κοιμηθεί. Η Σάρλοτ δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν και έκανε ότι κοιμόταν. Αλλά τα βαριά, διστακτικά βήματα μέσα στο δωμάτιο και το άρωμα που έφτασε μέχρι τα ρουθούνια της την έκανε να καταλάβει ότι δεν ήταν η Ιλέιν. Το σώμα της σφίχτηκε ολόκληρο όταν ένιωσε τον Τρόι να σηκώνει τα σκεπάσματα και να ξαπλώνει δίπλα της. Γύρισε προσεκτικά προς το μέρος του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Εκείνος την έσφιξε λες και ήταν χρόνια εραστές. Ονειρευόταν ή ήταν πραγματικότητα όλο αυτό;
«Νόμιζα ότι θα σε έχανα. Τρόμαξα τόσο πολύ…» της ψιθύρισε εκείνος γλυκά ενώ τη χάιδευε. Η Σάρλοτ άρχισε ξανά να κλαίει. Αυτή τη φορά χωρίς λυγμούς. Αλλά με πολύ παράπονο. «Εγώ φταίω; Εγώ σου το έκανα;» τη ρωτούσε επίμονα αλλά εκείνη δεν μιλούσε. Συνέχισε να κλαίει, με το πρόσωπό της να αναπαύεται στο στέρνο του. «Μην κλαις, μωρό μου. Εγώ είμαι εδώ. Σσσσς…» της ψιθύρισε και τη χάιδεψε αργά μέχρι που η Σάρλοτ σταμάτησε να κλαίει. Μια αγαλλίαση απλώθηκε στο κορμί και την ψυχή της. Εκείνος ήταν που της είχε μιλήσει όταν έπαθε τον ίλιγγο. Εκείνος την είχε γεμίσει με λόγια τρυφερά, λόγια που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε εκτιμήσει τόσο. Λόγια που της ακούγονταν κούφια και ανόητα.
Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγη ώρα χωρίς να μιλάνε. Η Σάρλοτ ένιωθε ότι είχε βρει το κομμάτι που της έλειπε αλλά ήξερε ότι δε θα κρατούσε για πολύ.
«Σάρλοτ, δώσε μας μια ευκαιρία, μωρό μου» της ψιθύρισε εκείνος ξαφνικά και ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Τα χαρτιά τους ήταν πια ανοιχτά, αλλά εκείνη δεν ήξερε πώς να τελειώσει την παρτίδα.
«Δεν μπορώ…Τρόι…δε γίνεται» του είπε και άρχισε να τρέμει. Ο Τρόι την έσφιξε πιο δυνατά. Το άρωμά του την είχε μεθύσει. Δε θα μπορούσε να κοιμηθεί ξανά χωρίς εκείνον στο πλάι της. «Είναι τόσα πολλά…δεν μπορώ. Τα νιώθω όλα σαν βάρος, το παρελθόν μας…το παρόν, δεν μπορώ…».
«Δε βλέπεις τι μας κάνει όλο αυτό;» ρώτησε ο Τρόι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Θα τρελαθούμε κι εσύ κι εγώ».
«Θα τα καταφέρουμε» είπε η Σάρλοτ, όχι και πολύ πειστικά.
«Δεν αντέχω άλλη μέρα, άλλη νύχτα μακριά σου» είπε με σφιγμένα δόντια εκείνος. Ακουγόταν απελπισμένος, σαν εκείνη. Και απόλυτα ταπεινός, ειλικρινής, αποφασισμένος. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που την έσφιγγε τόσο τρυφερά, που τη διεκδικούσε τόσο λυσσαλέα; «Πες μου ότι νιώθεις κι εσύ το ίδιο» την προέτρεψε ενώ σκορπούσε απαλά φιλιά στο κεφάλι της.
«Τρόι, τι ζητάς; Τι μου ζητάς;» ρώτησε ξαφνικά η Σάρλοτ, σχεδόν θυμωμένη. «Ξέρεις ότι είμαστε καταδικασμένοι. Άσπρο μαύρο».
«Θα φτιάξουμε γκρι» επέμεινε εκείνος.
«Η ιστορία μας δε θα έχει χάπι εντ» είπε η Σάρλοτ.
«Δεν το ξέρεις αυτό» απάντησε ο Τρόι χωρίς αναπνοή.
«Το φοβάμαι» είπε ειλικρινά η Σάρλοτ.
«Δε μας δίνεις ούτε μία ευκαιρία».

«Σώπα τώρα, καρδιά μου» του είπε και βυθίστηκε, άθελά της, σε βαθύ ύπνο.

1 σχόλιο: