Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 40-σκέψεις ΧΨ

Η Ιλέιν ξύπνησε τη Σάρλοτ κατά τις 10 το πρωί της Παρασκευής και της έδωσε δύο χαπάκια. Η Σάρλοτ ένιωθε ελάχιστα καλύτερα. Σηκώθηκε και έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Το απόγευμα θα έκανε και μπάνιο. Η Ιλέιν τής είπε ότι είχε παραγγείλει ένα ειδικό καθισματάκι για το μπάνιο. Δεν ήταν ακόμα ασφαλές να στέκεται για πολύ όρθια. Το κάθισμα θα ερχόταν το απόγευμα και μετά θα μπορούσε να απολαύσει ένα ντους. Η Σάρλοτ ανυπομονούσε να νιώσει τις ευεργετικές ιδιότητες του νερού στο κορμί της.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τσίμπησε μια φρουτοσαλάτα που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν, καθώς και ένα κρουασάν βουτύρου. Η Ιλέιν πήρε το δίσκο και τον κατέβασε κάτω για να πλύνει τα πιάτα και να μαγειρέψει για το μεσημέρι. Η Σάρλοτ έμεινε μόνη της και αναρωτήθηκε πώς θα περνούσε η ώρα της. Δε νύσταζε αλλά δεν είχε και τι να κάνει. Οι κουρτίνες παρέμεναν τραβηγμένες. Ακόμα και το ελάχιστο φως τής έφερνε ζαλάδα. Και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να βγει έξω, αλλά ούτε να ανοίξει το τάμπλετ της και να χαζέψει.

Το μόνο που μπορούσε άνετα να κάνει είναι να μιλήσει στο τηλέφωνο. Τηλεφώνησε λοιπόν στον πατέρα της και τον διαβεβαίωσε ότι είναι καλά. Εκείνος πείστηκε εύκολα. Μάλλον ο Τρόι είχε κάνει καλή δουλειά. Μετά πήρε τη Βίβι και της είπε ότι είχε μια μικρή ημικρανία και ότι δε θα την έβλεπε το Σάββατο όπως είχαν κανονίσει. Η Βίβι υποσχέθηκε να περάσει μέσα στο Σαββατοκύριακο να την επισκεφτεί και η Σάρλοτ ενθουσιάστηκε με την ιδέα να δει τη φίλη της. Χρειαζόταν λίγη παρέα. Η Ιλέιν έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά έπρεπε να την αποδεσμεύσει λιγάκι, γιατί οι δουλειές μέσα στο σπίτι ήταν πολλές.

Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε πόσα πολλά είχαν αλλάξει τις τελευταίες μέρες. Τις τελευταίες εβδομάδες. Είχε έρθει σε αυτό το ράντσο άλλος άνθρωπος. Γεμάτη θυμό, γεμάτη έπαρση και αλαζονεία. Και τώρα; Τώρα βρισκόταν κουκουλωμένη με ένα αφράτο πάπλωμα σε ένα κρεβάτι που, περιέργως, της έμοιαζε πιο άνετο από κάθε άλλο κρεβάτι που είχε κοιμηθεί. Τώρα βρισκόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έβλεπε πεντακάθαρα. Ζούσε τη ζωή της σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Είχε γίνει αυτοσκοπός της να περνάει καλά. Είχε σπουδάσει, είχε ταξιδέψει, είχε καταφέρει μερικά πράγματα, αλλά κυρίως είχε διασκεδάσει. Είχε πιει, είχε μεθύσει, είχε χορέψει, είχε φλερτάρει, είχε φορέσει πανάκριβα ρούχα και κοσμήματα, είχε δειπνήσει σε πολυτελή εστιατόρια με καλούς φίλους. Αλλά ξαφνικά, μέσα σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, όλα αυτά έμοιαζαν γελοία. Τόσο γελοία. Πώς ήταν τόσο κενή τόσα χρόνια; Η πληρότητα που είχε νιώσει τις τελευταίες μέρες γυρίζοντας από μια κοπιαστική μέρα δουλειάς στο ράντσο δε συγκρινόταν με τίποτα. Είχε βάλει όλη της τη ζωή στο ζύγι. Πού ήταν οι φίλοι που νόμιζε ότι είχε; Γιατί ο πατέρας της την έστειλε εδώ; Στην αρχή ήταν έξαλλη μαζί του αλλά μέσα στους δύο μήνες που ήταν εδώ είχε συντελεστεί ένα μικρό θαύμα. Είχε αρχίσει να τον καταλαβαίνει. Διάλεξε ένα σκληρό τρόπο, αλλά μάλλον είχε δίκιο. Έπρεπε να σκληραγωγηθεί. Απέφευγε τις δυσκολίες. Ακόμα και τις δύσκολες σχέσεις. Διάλεγε πάντα ανθρώπους που την έκαναν να περνάει καλά. Δεν την ένοιαζε να έχει επιπόλαιες, επιφανειακές σχέσεις, αρκεί να μη χρειαζόταν να προσπαθήσει πολύ να καταλάβει τον άλλον.

Το τίμημα ήταν σκληρό όμως. Γιατί τώρα ένιωθε μόνη. Πολύ μόνη. Αυτή τη στιγμή θα έκανε τα πάντα για λίγη παρέα. Είχαν περάσει 24 ώρες από την κρίση της και μέσα σε αυτές είχε μιλήσει μόνο με την Ιλέιν. Η μεγαλύτερη γυναίκα τής είχε πει ότι οι εργάτες ήθελαν πολύ να την επισκεφτούν αλλά δεν τους είχε αφήσει να την ενοχλήσουν. Και ο Τρόι; Πού ήταν ο Τρόι; Εντάξει, πίστευε την Ιλέιν ότι είχε ανησυχήσει. Αλλά πού ήταν; Εκτός και αν περίμενε να κοιμηθεί για να την επισκεφτεί. Η αλήθεια ήταν ότι της έλειπε. Ήταν αστείο, αλλά ήταν αληθινό. Είχε ολόκληρες 24 ώρες να τον δει. Της είχε κάνει την καρδιά κομμάτια. Αλλά της έλειπε. Πόσο παράλογη ήταν; Πολύ. Αλλά δεν την ένοιαζε. Προσπαθούσε να αντισταθεί σε όλο αυτό που είχε κατακλύσει την καρδιά της αλλά δεν ήταν ικανή. Τον σκεφτόταν συνέχεια. Παρόλο που όσα της είχε πει έπρεπε να την αποθαρρύνουν, εκείνη τον ήθελε. Απεγνωσμένα. Σαν τον τυφλό που διψάει για το φως του.

Δεν κατάφερε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και ο ύπνος την παρέσυρε ξανά σε ένα σκοτεινό ταξίδι. Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας. ‘Ισως όταν ξυπνούσε, έβλεπε τον Τρόι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου