Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 36-Τρελαίνομαι...μια παγώνω μια ζεσταίνομαι....

«Τρόι, γιατί το κάνεις τώρα αυτό;» φώναξε την επόμενη μέρα η Σάρλοτ. Είχε γυρίσει στις τέσσερις το μεσημέρι του Σαββάτου και πράγματι είχε αρχίσει να χιονίζει κατά τις έξι. Το πρωί της Κυριακής όλα ήταν κατάλευκα και η πόρτα του σπιτιού άνοιγε με το ζόρι για να βγει κάποιος έξω.
«Τι κάνω, Σάρλοτ; Τι θες; Να σκάψω με τα χέρια για να βγεις εσύ ραντεβού;» της είπε ήρεμος.
«Πάρε τα εκχιονιστικά να έρθουν! Θα μείνουμε αποκλεισμένοι! Έλεος πια!» του είπε αγανακτισμένη.
«Τα εκχιονιστικά έχουν ως προτεραιότητα το χωριό και τα σπίτια που έχουν παιδιά. Συνήθως έρχονται τη δεύτερη μέρα σε εμάς» της είπε.
«Μα έχω ραντεβού σήμερα! Και το ξέρεις!» διαμαρτυρήθηκε η Σάρλοτ.
«Με κατηγορείς για κάτι;» τη ρώτησε χαμογελαστός. Ίδιος ο σατανάς. «Με κατηγορείς ότι εγώ φταίω που χάλασε ο καιρός και δεν έρχονται τα εκχιονιστικά;»
«Δεν είναι ανάγκη να χαίρεσαι τόσο που μου χάλασαν τα σχέδια» του είπε εκείνη με μια έκφραση αποδοκιμασίας.
«Πάρε το παλικάρι έγκαιρα. Να μη σε περιμένει τζάμπα» είπε εκείνος και πήγε να βάλει καφέ. Η ώρα ήταν έξι. Αποκλείεται να προλάβαινε να ήταν στις εφτά στο Μπέρλινγτον.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και κάλεσε τον Φρανκ. Ευτυχώς έδειξε κατανόηση αλλά την έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα έτρωγαν μεσοβδόμαδα. Η Σάρλοτ συμφώνησε. Ήθελε να του δώσει και το δώρο του. Ένα λευκό πουκάμισο με λεπτή καφέ ρίγα. Θα του πήγαινε πολύ και θα το έβαζε στη δουλειά του.
Κατέβηκε σαν βολίδα κάτω για να τσακωθεί άλλο λίγο με τον Τρόι. Ήταν σίγουρη ότι αν ήθελε θα μπορούσε να κινήσει λίγο τα νήματα. Όχι ότι είχε σημασία πια αλλά δεν της άρεσε που είχε το πάνω χέρι.

«Τρόι, πού είσαι;» φώναξε και εκείνος της απάντησε από ένα δωμάτιο στο ράντσο που ήταν πάντα κλειδωμένο. Χτύπησε διακριτικά και με την προτροπή του μπήκε μέσα. ‘Ήταν ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με βιβλιοθήκες γύρω γύρω, πνιγμένες στα βιβλία και στα περιοδικά.

«Τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;» τον ρώτησε κοιτώντας γύρω γύρω σαν χαμένη.
«Όχι» απάντησε εκείνος, ενώ ξεφύλλιζε ένα δερματόδετο βιβλίο. «Απλώς μου είπαν ότι είναι της μόδας οι βιβλιοθήκες» είπε ειρωνικά. Η Σάρλοτ μόρφασε.
«Τελικά θα μείνω μέσα επειδή με ανάγκασες εσύ» του πέταξε.
Ο Τρόι έκλεισε με δύναμη το βιβλίο. «Εγώ γιατί φταίω πάλι;» τη ρώτησε.
«Κάνε κάτι να ανοίξουν οι δρόμοι. Αν χρειαστούμε κάτι;» του είπε, συνεχίζοντας να περιεργάζεται τα βιβλία και να ακουμπάει με τα ακροδάχτυλά της τις ξύλινες επιφάνειες. Εκεί μέσα υπήρχαν όλα. Από σύγχρονα βιβλία μάρκετινγκ και διοίκησης μέχρι κλασικά έργα.
«Τι να χρειαστούμε; Μήπως είσαι άρρωστη;» τη ρώτησε ανήσυχος.
«Όχι, αλλά αν πάθω κάτι; Ή εσύ;».
«Δεν παθαίνω τίποτα εγώ» τη διαβεβαίωσε.
«Ωραία, Τρόι. Άσε μας να πεθάνουμε από τη μοναξιά εδώ μέσα».
«Ποια μοναξιά; Έχουμε ίντερνετ, βιβλία, τηλεόραση και ο ένας τον άλλον» γέλασε ο Τρόι αλλά η Σάρλοτ ανατρίχιασε. Από το κρύο; Μακάρι να ήταν αυτό. «Και αν θες, πάρε την Ιλέιν να έρθει να μαγειρέψετε κάτι. Να κάνετε λίγη παρέα. Μέσα στο ράντσο μπορείς να κυκλοφορήσεις χωρίς κίνδυνο» της είπε. Η Σάρλοτ ήταν σίγουρη ότι ήθελε να την εκνευρίσει.

«Τέλεια» ειρωνεύτηκε εκείνη. «Έχασα το ραντεβού μου αλλά μπορώ να ανοίξω φύλλο» του είπε.
«Λυπάμαι» της είπε ανέκφραστος και η Σάρλοτ ήξερε ότι δεν το εννοούσε.
«Και δεν θα δουλέψουμε αύριο; Ποιος θα σηκώνει τα τηλέφωνα; Η Ελίζαμπεθ δε θα μπορέσει να έρθει» του είπε.
«Θα τα σηκώνω εγώ» της είπε και η Σάρλοτ εκτίμησε ότι δεν της είπε να το κάνει εκείνη. «Άλλωστε η Ελίζαμπεθ θα έρθει τη Δευτέρα με το εκχιονιστικό. Το έχει ο θείος της» της είπε.
«Έχει ο θείος της εκχιονιστικό και δεν τσακίστηκε να έρθει να σε σώσει;» ξεκαρδίστηκε η Σάρλοτ αλλά ο Τρόι δε γέλασε. «Πώς και σε άφησε μόνο σου; Μαζί μου;» τον προκάλεσε. Τα μάτια του Τρόι άστραψαν μετά την πρόκλησή της.
«Με την Ελίζαμπεθ έχουμε φιλελεύθερη σχέση» της είπε αργά και η Σάρλοτ πάγωσε. Το γέλιο της έμεινε στη μέση και μια ομίχλη θυμού θόλωσε τη λογική της. Δεν περίμενε να το ακούσει αυτό. Το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να το ακούσει. Τον είχε προκαλέσει, αλλά δεν ήταν έτοιμη για την απάντησή του. Τον μισούσε αυτή τη στιγμή. Ήθελε να του ορμήσει και να του βγάλει τα μάτια. Να μην την ξανακοιτάξει ποτέ. Να του γδάρει το δέρμα, να σβήσει τα σημάδια της από πάνω του. Τι λύσσα ήταν αυτή που την είχε πιάσει; Δεν έλεγχε τις σκέψεις της.  Ώστε ήταν αλήθεια. Είχαν σχέση. Ακόμα και οι λίγες ελπίδες που είχε ότι έκαναν απλώς σεξ πού και πού είχαν εξανεμιστεί. Είχαν σχέση, διάολε! Σχέση! Κοιμόταν μαζί της, τη χάιδευε, τη φιλούσε. Θεέ μου, πόσο ντρεπόταν. Πόσο ντρεπόταν για τις σκέψεις της. Για όλα τα όνειρα που είχαν τρυπώσει στην καρδιά της παρά την ατσάλινη θέληση του μυαλού της.
Τι στο καλό έκανε εκεί μέσα, μόνη της μαζί του; Όλη τη βδομάδα φλέρταραν και νόμιζε…κακώς…Είχε αφήσει τον εαυτό της να νομίζει ότι κάτι θα άλλαζε. Ότι κάτι είχε ήδη αλλάξει. Ότι βάδιζαν αργά και σταθερά προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η σεξουαλική ένταση ήταν φοβερή ανάμεσά τους. Όταν ήταν μόνοι, ένιωθε ότι ήταν σαν ένα μπαλόνι έτοιμο να σκάσει. Αλλά ο Τρόι είχε άλλη άποψη μάλλον. Και η αντίδρασή του στο ραντεβού της με τον Φρανκ δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ξέσπασμα αντρικού εγωισμού.

Η Σάρλοτ άφησε κάτω το βιβλίο που κρατούσε μηχανικά και κοίταξε τον τίτλο. «Ερωτευμένες Γυναίκες, Ντ. Χ. Λώρενς» διάβασε στο εξώφυλλο. Και αφού χαμογέλασε πικρά, σίγουρη ότι κάποιος εκεί πάνω της έκανε πλάκα, χαιρέτισε τον Τρόι και βγήκε από το δωμάτιο.


1 σχόλιο: