Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 27-Βανίλια Μαδαγασκάρης για απαλό δέρμα

 Το πρώτο σοκ ήταν ότι ο Τρόι πράγματι είχε μια X6 και μια Lamborghini. Όταν άνοιξε η συρόμενη πόρτα του γκαράζ και είδε μέσα τα αστραφτερά αυτοκίνητα, κόντεψε να πάθει συγκοπή. Ώστε της έλεγε αλήθεια εκείνη τα η μέρα; Τι συνέβαινε με τα οικονομικά του Τρόι; Αυτός έδειχνε ταυτόχρονα και πάμφτωχος και πάμπλουτος. Όχι ότι την ένοιαζε δηλαδή. Από λεφτά είχε μπουχτίσει. Άλλα πράγματα μετρούσαν σε έναν άντρα. Όχι ότι την ενδιέφερε ο Τρόι κιόλας. Όχι. Προς Θεού. Απλώς…κουβέντα να γίνεται.
Το δεύτερο σοκ ήταν ότι η Ελίζαμπεθ ήθελε να κάτσει μπροστά στην X6. Ο Τρόι είπε στον Μάικ να κάτσει δίπλα του, για να τον βοηθάει με τη δύσκολη διαδρομή, αλλά η Ελίζαμπεθ ζήτησε να καθίσει μπροστά γιατί «την έπιανε ζαλάδα όταν καθόταν πίσω». Ο Τρόι δυσανασχέτησε και φάνηκε, αλλά δεν της είπε τίποτα. Τελικά η Ελίζαμπεθ έκατσε μπροστά και η Σάρλοτ με τον Μάικ πίσω. Και ευτυχώς δηλαδή γιατί μιλούσαν και άκουγαν μαζί μουσική από το iPod της και η διαδρομή ως το βουνό πέρασε πολύ γρήγορα.
Το τρίτο σοκ ήταν το σπίτι. ‘Η μάλλον σαλέ. Μα τι συνέβαινε με αυτούς τους ανθρώπους; Εκείνη κατηγορούσαν για μπλαζέ αλλά αυτοί ήταν οι πιο ψυχροί άνθρωποι στον κόσμο! Δεν μπορεί να έμπαιναν σε ένα τέτοιο σπίτι με τόση ηρεμία, λες και έμπαιναν στο…ταχυδρομείο. Η Σάρλοτ έμεινε ακίνητη, κρατώντας το σακ βουαγιάζ στο χέρι της. Ο Μάικ τής το πήρε και εκείνη δεν το πήρε καν χαμπάρι. Είχε μείνει στήλη άλατος. Το τοπίο ήταν μοναδικό. Όλα ήταν ολόλευκα και το σπίτι ήταν σαν…όνειρο. Πετρόκτιστο, με ξύλινα κουφώματα και μια μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στο εσωτερικό. Κι εκεί ήταν όλα υπέροχα διακοσμημένα. Και οι χώροι ήταν τεράστιοι, καλοφωτισμένοι και ζεστοί χάρη σε ένα γιγάντιο μαρμάρινο τζάκι που άναψε ο Τζόναθαν με το που έφτασαν. Ευτυχώς υπήρχαν και αρκετά δωμάτια και έτσι δε χρειάστηκε να κοιμηθεί με κάποιον. Όχι ότι υπήρχε και κάποιος να κοιμηθεί μαζί του. Μόνο η Ελίζαμπεθ ήταν γυναίκα και στην ηλικία της. Αλλά εκείνη θα κοιμόταν μόνη της. Παράξενο. Γιατί όχι με τον Τρόι; Μάλλον δεν ήθελαν να δώσουν δικαιώματα.

Ο πατέρας της εντωμεταξύ την είχε πάρει για να της πει ότι θα περάσει την αλλαγή του χρόνου με τον νονό της και την οικογένειά του. Νονός της ήταν ένας φίλος του πατέρα της από το πανεπιστήμιο και παρέμεναν πολύ στενοί φίλοι μέχρι σήμερα. Η Σάρλοτ μιλούσε συχνά μαζί του και με τη γυναίκα του και είχε πολύ καλές σχέσεις με τα παιδιά τους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τα παιδιά τους ήταν και οι δύο γιατροί και ταξίδευαν ανά τον κόσμο για εκπαίδευση. Μόνο εκείνη είχε κάνει τη βλακεία να γυρίσει. Και είδε μεγάλη προκοπή!

«Σάρλοτ, θα έρθεις μαζί μου να αγοράσουμε μερικά πράγματα;» της πρότεινε ο Τρόι, όταν την πέτυχε στο διάδρομο. Το δωμάτιό της βρισκόταν ανάμεσα σε αυτό του Τρόι και της Ελίζαμπεθ. Το σύμπαν είχε φοβερό χιούμορ τελικά.
«Τι μας λείπει; Αφού κουβαλήσαμε ένα πορτμπαγκάζ προμήθειες» του είπε προσπαθώντας να διατηρήσει τη σοβαρότητά της. Ο Τρόι φορούσε ένα φανελάκι με τον Ταζ.
«Μας λείπουν μερικά πράγματα και όλοι είναι απασχολημένοι. Αν θες να πας αμέσως για σκι, θα καταλάβω» είπε αλλά σταμάτησε όταν η Σάρλοτ άρχισε να γελάει. Ο Τρόι έδειχνε απορημένος.
«Τι είναι;» ρώτησε και άρχισε να ψάχνεται. «Έχω κάτι στο πρόσωπο;» επέμεινε και τότε η Σάρλοτ τού έδειξε το καρτούν στο φανελάκι του.
«Δεν σε είχα για άντρα που…» είπε αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Πνίγηκε στα γέλια. Ο Τρόι παρέμεινε στη θέση του, διατηρώντας την ψυχραιμία του. Αλλά τελικά έχασε τη μάχη και άρχισε να γελάει κι αυτός. Τα γέλια τους αντήχησαν σε όλο το σπίτι. Η Ελίζαμπεθ άνοιξε την πόρτα της και βγήκε κι αυτή στο διάδρομο.
«Τι έγινε; Γιατί γελάτε;» ρώτησε ψυχρά.
«Ε…τίποτα» είπε η Σάρλοτ και γύρισε προς το μέρος της άλλης γυναίκας. «Απλώς…»
«Ελίζαμπεθ, λέμε να πάμε στο παντοπωλείο για μερικά πράγματα» είπε ο Τρόι διακόπτοντάς την. «Θες κάτι;»
«Ναι, Τρόι. Αν μπορείς, επειδή ξέχασα το αφρόλουτρο μου…» ξεκίνησε να λέει γουργουρίζοντας.
«Θα σου δώσω εγώ!» είπε ενθουσιασμένη η Σάρλοτ, με κάθε ειλικρινή διάθεση να βοηθήσει.
«Σε ευχαριστώ, καλή μου» είπε η Ελίζαμπεθ «αλλά είμαι πολύ περίεργη με το αφρόλουτρο. Χρησιμοποιώ μόνο άρωμα βανίλια. Δε με νοιάζει τόσο η μάρκα, αλλά είμαι πολύ απόλυτη με το άρωμα» είπε και χαμογέλασε στον Τρόι αγνοώντας την.
Μπλιαχ.
«Θα σου το πάρουμε, Ελίζαμπεθ» είπε ο Τρόι ήρεμα και ακολούθησε την Σάρλοτ στον κάτω όροφο.

Πανζουρλισμός. Ο Πίτερ μιλούσε στο τηλέφωνο και έκλεινε εξοπλισμό. Η Ιλέιν ετοίμαζε μερικά σνακ για την πίστα. Ο Τζόναθαν έκοβε ξύλα μαζί με τον Μάικ και ο Μπομπ με τη Λουίζα έπαιζαν χαρτιά και καβγάδιζαν για το ποιος είχε σειρά να παίξει. Παρά τη βαβούρα που επικρατούσε, ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος στην ατμόσφαιρα. Ενθουσιασμός που ταίριαζε μόνο σε μια αγαπημένη οικογένεια. Η Σάρλοτ χαμογέλασε. Τελικά την οικογένεια δεν την όριζαν οι δεσμοί αίματος. Το αντίθετο ίσως. Την όριζαν οι κοινές μνήμες, οι κοινοί στόχοι και η αγνή, ανεπιτήδευτη αγάπη.
Και τούτοι εδώ οι άνθρωποι, παρά τις διαφορές τους, ήταν μια αγαπημένη οικογένεια.

Στο δρόμο ο Τρόι ήταν αμίλητος αλλά η Σάρλοτ είχε όρεξη για κουβέντα.
«Τρόι, πολύ ωραίο το σπίτι σου. Και φυσικά πολύ ευγενικό να μας καλέσεις εδώ όλους» του είπε.
«Σάρλοτ, αυτοί οι άνθρωποι είναι η μόνη οικογένεια που έχω» της είπε σοβαρά. «Και εφόσον δουλεύουν τόσο σκληρά για μένα και με αγαπούν και τους αγαπώ, δικαιούνται τα καλύτερα» της είπε. «Κι εσύ το ίδιο».
«Σε ευχαριστώ» του είπε.
«Κάνεις σκι ή πρέπει να σε προσέχω;» τη ρώτησε λίγο μετά.
«Κάνω, μην ανησυχείς. Έχω όλη την τυπική εκπαίδευση του πλουσιοκόριτσου. Σκι, ιστιοπλοΐα, γαλλικά, μπαλέτο και άλλα τέτοια» του είπε βαριεστημένα.
«Ακούγεσαι δυσαρεστημένη» γέλασε εκείνος.
«Ε ναι…» είπε η Σάρλοτ ενώ θαύμαζε το λευκό τοπίο. «Θα αντάλλαζα μερικά μαθήματα ιππασίας για την ικανότητα να αρμέγω αγελάδες. Τις έχω ταράξει» είπε και γέλασε. Ο Τρόι γέλασε μαζί της.
«Θα μάθεις, μη φοβάσαι. Για όλους είναι δύσκολο στην αρχή» της είπε και πάρκαρε το αμάξι έξω από το παντοπωλείο. Κατέβηκε και της άνοιξε την πόρτα.

Περπάτησαν μαζί μέχρι το μαγαζί και περιπλανήθηκαν στους διαδρόμους. Ψώνισαν διάφορα πράγματα που είχαν στη λίστα τους και διάφορα άσχετα. Και φυσικά, το αφρόλουτρο της Ελίζαμπεθ. Ο Τρόι πλήρωσε με την πιστωτική του, χαιρέτησε το προσωπικό του μαγαζιού ονομαστικά και φόρτωσε τα πράγματα στο αμάξι. Η Σάρλοτ τον ακολούθησε και αφού της άνοιξε την πόρτα βολεύτηκε δίπλα του.


Μπορεί να έφταιγε το αλπικό τοπίο, μπορεί να έφταιγε το μεθυστικό άρωμα του Τρόι. Μπορεί να έφταιγε ότι ένιωθε μετά από πολλά χρόνια ότι άνηκε κάπου. Αλλά ξαφνικά την κυρίευσε ένας πανικός. Γιατί ένιωσε μέσα της κάτι να αλλάζει. Κάτι που ήξερε ότι θα την οδηγούσε σε μια ατραπό, και θα αναγκαζόταν να τη διασχίσει χωρίς πυξίδα, χωρίς βοήθεια και χωρίς καμία ελπίδα να φτάσει στον προορισμό της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου