Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Σκέψεις ΧΧ-Τι πάθατε και σιωπήσατε ξαφνικά όλες;

Ποτέ δε θα ξεχάσω την ώρα που άκουσα τον Πίτερ να ουρλιάζει το όνομά της. Ο τρόμος που με κατέκλυσε, τα συναισθήματα που βρήκαν το δρόμο τους από τα πιο σκοτεινά σημεία του μυαλού μου προς την καρδιά μου ήταν κάτι που δεν το περίμενα.
Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, σαν τρελός, σαν μάνα που χάνει το παιδί της. Και όταν την είδα πεσμένη κάτω, γονατισμένη, τρελές ιδέες πέρασαν από το μυαλό μου. Ανεύρυσμα, επιληψία, καρδιακό. Νόμιζα ότι την έχανα. Μάρτυς μου ο Θεός, αυτό νόμιζα. Την έσφιξα και άρχισα να τη φιλάω, να της λέω ό,τι νιώθω, αδιαφορώντας πλήρως για τους εργάτες μου, που με κοιτούσαν σοκαρισμένοι.  Όταν άκουσα κάποιον, δεν ξέρω ποιος ήταν, να λέει ότι είναι ίλιγγος, ήξερα ότι είμαι ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο. Εκείνη τη στιγμή ορκίστηκα στον εαυτό μου να της μιλήσω. Να ανοίξω τα χαρτιά μου.

Θεέ μου πόσο τρόμαξα. Ποτέ δεν θα μπορέσω να το εξηγήσω επαρκώς. Νόμιζα ότι είχα θωρακίσει καλά για την καρδιά μου. Ότι ο εγωισμός μου, το σήμα-κατατεθέν μου, αυτός που έχει κάνει τόσες γυναίκες να μετανιώνουν που ήταν μαζί μου, θα έκανε πάλι το θαύμα του. Νόμιζα ότι ήταν άλλη μια γυναίκα, όπως οι άλλες. Και μάλιστα μια γυναίκα που μου την είχαν φορτώσει. Αλλά έκανα λάθος. Τι ηλίθιος που είμαι.

Έχω διαβάσει για αυτά τα συναισθήματα. Έχω ακούσει να μιλάνε για έρωτα. Ήμουν σίγουρος ότι εγώ θα τη γλύτωνα. Αλλά μόνο όταν φοβήθηκα ότι θα τη χάσω συνειδητοποίησα πόσο σημαντική είναι για μένα. Πόσο πολύ ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι, σε εκείνη. Πόσο πολύ θέλω να την κάνω να χαμογελάει συνέχεια. Πόσο λυπάμαι που δεν είμαι αυτός που της αξίζει. Τι είναι όλο αυτό που νιώθω; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι όταν ξάπλωσα δίπλα της, ένιωσα για πρώτη φορά ολοκληρωμένος. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, κάτι λείπει. Νόμιζα ότι ήταν η επιτυχία, το χρήμα. Όταν τα απέκτησα όλα αυτά, κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτά που μου έλειπαν. Νόμιζα ότι ήθελα ένα σπίτι. Το αγόρασα. Χάρηκα περίπου μία βδομάδα. Και μου πέρασε. Νόμιζα ότι ήθελα πολλές γυναίκες. Πάθος. Ούτε αυτό με γέμισε. Μια βραδιά μαζί της. Με το ζεστό κορμί της κουρνιασμένο στην αγκαλιά μου. Αυτό με έκανε να νιώσω πιο ζωντανός από ποτέ. Σαν να είχε βρει η βάρκα μου το πιο φιλόξενο λιμάνι.

Με απέρριψε. Δεν είμαι μόνο εγώ μπερδεμένος. Είναι και εκείνη. Μου είπε ότι είναι πολλά ανάμεσά μας. Της πρότεινα να τα ξεπεράσουμε. Αλλά φοβάται. Αν δεν με κρατούσε ο εγωισμός μου θα την παρακαλούσα, θα της έλεγα ότι…

Αλίμονό μου, είμαι χαμένος.


Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 41-όλα στη φόρα

Η Σάρλοτ ξύπνησε κατά τα μεσάνυχτα και ανακάθισε στο κρεβάτι. Είχε κάνει μπάνιο το απόγευμα και είχε φορέσει καθαρές πυτζάμες. Είχε φάει ένα τοστ και λίγη σαλάτα. Η Ιλέιν επέμεινε να φάει πιο πολύ αλλά η Σάρλοτ δεν είχε όρεξη. Είχε μάλιστα ζητήσει από τη μεγαλύτερη γυναίκα να πάει να κοιμηθεί στο σπίτι της απόψε. Δεν ένιωθε άνετα να τη βλέπει να περνάει δεύτερο βράδυ σε μια καρέκλα. Η Ιλέιν επέμεινε σθεναρά αλλά η Σάρλοτ δεν έκανε πίσω.

Τώρα όμως το μετάνιωνε. Το κεφάλι της πονούσε αφόρητα. Οι ημικρανίες είχαν επιστρέψει δριμύτερες. Καθόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και δεν ήξερε πώς να περάσει την ώρα της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκεφτεί. Και έτσι έκανε. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και σκέφτηκε μέχρι που το μυαλό και η καρδιά της μούδιασαν. Τι είχε γίνει και έπαθε κρίση; Ο Τρόι…Ο Τρόι τής είχε πει ότι είναι με την Ελίζαμπεθ. Είναι δυνατόν να είχε πυροδοτήσει αυτό μια τόσο ισχυρή σωματική αντίδραση; Είχε νιώσει την απογοήτευση να την πλημμυρίζει. Είχε νιώσει την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Αλλά αυτό της είχε ξανασυμβεί. Αν ίσχυε αυτό που φοβόταν, τότε όλες οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω της, όλο το μένος που έτρεφε για τον Τρόι είχαν όλα καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Αλλά τι έλεγε; Είχε να τον δει από χθες το πρωί και είχε αρχίσει να νιώθει συμπτώματα στέρησης. Τον έβλεπε κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο και με κάθε βήμα που άκουγε έξω από την πόρτα της νόμιζε ότι ήταν εκείνος. Αλλά δεν ερχόταν. Γιατί δεν ερχόταν; Η Ιλέιν τής είχε πει ότι την επισκεπτόταν όταν κοιμόταν, αλλά ήθελε να τον δει. Να τον ρωτήσει τι έγινε. Αν της είχε πει όλα όσα άκουσε ή αν τα ονειρεύτηκε. Τον είχε ανάγκη. Ο Τρόι κρατούσε αποστάσεις, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος.

Την είχε πνίξει η απελπισία και κουλουριάστηκε σαν έμβρυο στο πλάι. Καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια της. Πάντα το πάθαινε αυτό όταν είχε ημικρανία. Μια αδικαιολόγητη θλίψη, μια μελαγχολία την έπνιγε και την έκανε να νιώθει ότι η ζωή της ήταν άδεια. Κάτι, κάποιος της έλειπε πάντα. Σαν να περίμενε έναν άντρα σαν τον Τρόι όλη της τη ζωή. Μόνο που ο Τρόι δεν ήταν διαθέσιμος…

Είχε κρύψει το κεφάλι της μέσα στα σκεπάσματα και προσπαθούσε να συνέλθει από τους λυγμούς που τη συντάραζαν όταν άκουσε έναν ανεπαίσθητο ήχο έξω από την πόρτα της. Και μετά άκουσε το χερούλι να γυρίζει. Αργά και διακριτικά, αλλά και ο ελάχιστος θόρυβος έκανε κρότο στα αφτιά της. Θα ήταν η Ιλέιν. Θα ήθελε να την ελέγξει μια φορά πριν πάει να κοιμηθεί. Η Σάρλοτ δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν και έκανε ότι κοιμόταν. Αλλά τα βαριά, διστακτικά βήματα μέσα στο δωμάτιο και το άρωμα που έφτασε μέχρι τα ρουθούνια της την έκανε να καταλάβει ότι δεν ήταν η Ιλέιν. Το σώμα της σφίχτηκε ολόκληρο όταν ένιωσε τον Τρόι να σηκώνει τα σκεπάσματα και να ξαπλώνει δίπλα της. Γύρισε προσεκτικά προς το μέρος του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Εκείνος την έσφιξε λες και ήταν χρόνια εραστές. Ονειρευόταν ή ήταν πραγματικότητα όλο αυτό;
«Νόμιζα ότι θα σε έχανα. Τρόμαξα τόσο πολύ…» της ψιθύρισε εκείνος γλυκά ενώ τη χάιδευε. Η Σάρλοτ άρχισε ξανά να κλαίει. Αυτή τη φορά χωρίς λυγμούς. Αλλά με πολύ παράπονο. «Εγώ φταίω; Εγώ σου το έκανα;» τη ρωτούσε επίμονα αλλά εκείνη δεν μιλούσε. Συνέχισε να κλαίει, με το πρόσωπό της να αναπαύεται στο στέρνο του. «Μην κλαις, μωρό μου. Εγώ είμαι εδώ. Σσσσς…» της ψιθύρισε και τη χάιδεψε αργά μέχρι που η Σάρλοτ σταμάτησε να κλαίει. Μια αγαλλίαση απλώθηκε στο κορμί και την ψυχή της. Εκείνος ήταν που της είχε μιλήσει όταν έπαθε τον ίλιγγο. Εκείνος την είχε γεμίσει με λόγια τρυφερά, λόγια που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε εκτιμήσει τόσο. Λόγια που της ακούγονταν κούφια και ανόητα.
Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγη ώρα χωρίς να μιλάνε. Η Σάρλοτ ένιωθε ότι είχε βρει το κομμάτι που της έλειπε αλλά ήξερε ότι δε θα κρατούσε για πολύ.
«Σάρλοτ, δώσε μας μια ευκαιρία, μωρό μου» της ψιθύρισε εκείνος ξαφνικά και ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Τα χαρτιά τους ήταν πια ανοιχτά, αλλά εκείνη δεν ήξερε πώς να τελειώσει την παρτίδα.
«Δεν μπορώ…Τρόι…δε γίνεται» του είπε και άρχισε να τρέμει. Ο Τρόι την έσφιξε πιο δυνατά. Το άρωμά του την είχε μεθύσει. Δε θα μπορούσε να κοιμηθεί ξανά χωρίς εκείνον στο πλάι της. «Είναι τόσα πολλά…δεν μπορώ. Τα νιώθω όλα σαν βάρος, το παρελθόν μας…το παρόν, δεν μπορώ…».
«Δε βλέπεις τι μας κάνει όλο αυτό;» ρώτησε ο Τρόι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Θα τρελαθούμε κι εσύ κι εγώ».
«Θα τα καταφέρουμε» είπε η Σάρλοτ, όχι και πολύ πειστικά.
«Δεν αντέχω άλλη μέρα, άλλη νύχτα μακριά σου» είπε με σφιγμένα δόντια εκείνος. Ακουγόταν απελπισμένος, σαν εκείνη. Και απόλυτα ταπεινός, ειλικρινής, αποφασισμένος. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που την έσφιγγε τόσο τρυφερά, που τη διεκδικούσε τόσο λυσσαλέα; «Πες μου ότι νιώθεις κι εσύ το ίδιο» την προέτρεψε ενώ σκορπούσε απαλά φιλιά στο κεφάλι της.
«Τρόι, τι ζητάς; Τι μου ζητάς;» ρώτησε ξαφνικά η Σάρλοτ, σχεδόν θυμωμένη. «Ξέρεις ότι είμαστε καταδικασμένοι. Άσπρο μαύρο».
«Θα φτιάξουμε γκρι» επέμεινε εκείνος.
«Η ιστορία μας δε θα έχει χάπι εντ» είπε η Σάρλοτ.
«Δεν το ξέρεις αυτό» απάντησε ο Τρόι χωρίς αναπνοή.
«Το φοβάμαι» είπε ειλικρινά η Σάρλοτ.
«Δε μας δίνεις ούτε μία ευκαιρία».

«Σώπα τώρα, καρδιά μου» του είπε και βυθίστηκε, άθελά της, σε βαθύ ύπνο.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

συζητήσεις στα ψιθυριστά

«Πώς είναι; Πονάει ακόμα το κεφάλι της;»
«Καλά είναι. Ξύπνησε και έφαγε λιγάκι. Πήρε και τα χάπια της και θα κοιμάται ως το βράδυ. Από αύριο μάς είπε ο γιατρός ότι μπορεί να σταματήσει τα υπνωτικά. Πρέπει να μάθει να κοιμάται μόνη της πάλι».
«Και το κεφάλι της; Δε μου είπες. Πονάει;»
«Λιγάκι, ναι. Αλλά είναι λίγο πιο ήρεμη. Μίλησε και με τον πατέρα της»
«Ωραία, ωραία. Να πάω να τη δω…»
«Τι είπαμε; Ο γιατρός είπε ότι δεν πρέπει να αναστατωθεί καθόλου. Ήταν κάθετος».
«Μα δε γίνεται…Θέλω να τη δω. Έστω για λίγο. Δε θα την αναστατώσω».
«Θα τη αναστατώσεις. Και χωρίς να μιλήσεις καθόλου. Τα έχετε κάνει μαντάρα οι δυο σας».
«Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Υπάρχουν εμπόδια, προβλήματα, άνθρωποι ανάμεσά μας. Δε φταίμε απαραίτητα εμείς».
«Η κοπέλα είναι μικρή. Δεν ξέρω τι έχετε στο μυαλό σας, αλλά αυτή τη στιγμή εκεί μέσα είναι μια ασθενής που δεν πρέπει να αναστατωθεί. Κάνε υπομονή λίγες ώρες. Ως αύριο θα είναι καλύτερα. Και μετά μπες, και…πείτε τα».
«Είσαι απόλυτη».
«Εγώ είμαι απόλυτη; Σε ξέρω δέκα χρόνια τώρα και δε σε έχω ξαναδεί έτσι. Δεν ελέγχεσαι. Πρέπει να σε συγκρατήσει κάποιος».
«Θα περιμένω ως αύριο»
«Έτσι μπράβο».
«….»
«Εσύ…πώς είσαι;»
«Ας μην το συζητήσουμε αυτό καλύτερα».
«Εγώ πάντως είμαι εδώ αν θες να μιλήσεις σε κάποιον».
«Δεν ξέρω τι να πω. Σε ευχαριστώ πάντως».
«Και φάε κάτι. Για ποιον μαγειρεύω εγώ;».
«Δεν πεινάω».
«Είσαι τρελός».

«Ναι…μάλλον είμαι…»

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 40-σκέψεις ΧΨ

Η Ιλέιν ξύπνησε τη Σάρλοτ κατά τις 10 το πρωί της Παρασκευής και της έδωσε δύο χαπάκια. Η Σάρλοτ ένιωθε ελάχιστα καλύτερα. Σηκώθηκε και έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Το απόγευμα θα έκανε και μπάνιο. Η Ιλέιν τής είπε ότι είχε παραγγείλει ένα ειδικό καθισματάκι για το μπάνιο. Δεν ήταν ακόμα ασφαλές να στέκεται για πολύ όρθια. Το κάθισμα θα ερχόταν το απόγευμα και μετά θα μπορούσε να απολαύσει ένα ντους. Η Σάρλοτ ανυπομονούσε να νιώσει τις ευεργετικές ιδιότητες του νερού στο κορμί της.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τσίμπησε μια φρουτοσαλάτα που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν, καθώς και ένα κρουασάν βουτύρου. Η Ιλέιν πήρε το δίσκο και τον κατέβασε κάτω για να πλύνει τα πιάτα και να μαγειρέψει για το μεσημέρι. Η Σάρλοτ έμεινε μόνη της και αναρωτήθηκε πώς θα περνούσε η ώρα της. Δε νύσταζε αλλά δεν είχε και τι να κάνει. Οι κουρτίνες παρέμεναν τραβηγμένες. Ακόμα και το ελάχιστο φως τής έφερνε ζαλάδα. Και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να βγει έξω, αλλά ούτε να ανοίξει το τάμπλετ της και να χαζέψει.

Το μόνο που μπορούσε άνετα να κάνει είναι να μιλήσει στο τηλέφωνο. Τηλεφώνησε λοιπόν στον πατέρα της και τον διαβεβαίωσε ότι είναι καλά. Εκείνος πείστηκε εύκολα. Μάλλον ο Τρόι είχε κάνει καλή δουλειά. Μετά πήρε τη Βίβι και της είπε ότι είχε μια μικρή ημικρανία και ότι δε θα την έβλεπε το Σάββατο όπως είχαν κανονίσει. Η Βίβι υποσχέθηκε να περάσει μέσα στο Σαββατοκύριακο να την επισκεφτεί και η Σάρλοτ ενθουσιάστηκε με την ιδέα να δει τη φίλη της. Χρειαζόταν λίγη παρέα. Η Ιλέιν έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά έπρεπε να την αποδεσμεύσει λιγάκι, γιατί οι δουλειές μέσα στο σπίτι ήταν πολλές.

Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε πόσα πολλά είχαν αλλάξει τις τελευταίες μέρες. Τις τελευταίες εβδομάδες. Είχε έρθει σε αυτό το ράντσο άλλος άνθρωπος. Γεμάτη θυμό, γεμάτη έπαρση και αλαζονεία. Και τώρα; Τώρα βρισκόταν κουκουλωμένη με ένα αφράτο πάπλωμα σε ένα κρεβάτι που, περιέργως, της έμοιαζε πιο άνετο από κάθε άλλο κρεβάτι που είχε κοιμηθεί. Τώρα βρισκόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έβλεπε πεντακάθαρα. Ζούσε τη ζωή της σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Είχε γίνει αυτοσκοπός της να περνάει καλά. Είχε σπουδάσει, είχε ταξιδέψει, είχε καταφέρει μερικά πράγματα, αλλά κυρίως είχε διασκεδάσει. Είχε πιει, είχε μεθύσει, είχε χορέψει, είχε φλερτάρει, είχε φορέσει πανάκριβα ρούχα και κοσμήματα, είχε δειπνήσει σε πολυτελή εστιατόρια με καλούς φίλους. Αλλά ξαφνικά, μέσα σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, όλα αυτά έμοιαζαν γελοία. Τόσο γελοία. Πώς ήταν τόσο κενή τόσα χρόνια; Η πληρότητα που είχε νιώσει τις τελευταίες μέρες γυρίζοντας από μια κοπιαστική μέρα δουλειάς στο ράντσο δε συγκρινόταν με τίποτα. Είχε βάλει όλη της τη ζωή στο ζύγι. Πού ήταν οι φίλοι που νόμιζε ότι είχε; Γιατί ο πατέρας της την έστειλε εδώ; Στην αρχή ήταν έξαλλη μαζί του αλλά μέσα στους δύο μήνες που ήταν εδώ είχε συντελεστεί ένα μικρό θαύμα. Είχε αρχίσει να τον καταλαβαίνει. Διάλεξε ένα σκληρό τρόπο, αλλά μάλλον είχε δίκιο. Έπρεπε να σκληραγωγηθεί. Απέφευγε τις δυσκολίες. Ακόμα και τις δύσκολες σχέσεις. Διάλεγε πάντα ανθρώπους που την έκαναν να περνάει καλά. Δεν την ένοιαζε να έχει επιπόλαιες, επιφανειακές σχέσεις, αρκεί να μη χρειαζόταν να προσπαθήσει πολύ να καταλάβει τον άλλον.

Το τίμημα ήταν σκληρό όμως. Γιατί τώρα ένιωθε μόνη. Πολύ μόνη. Αυτή τη στιγμή θα έκανε τα πάντα για λίγη παρέα. Είχαν περάσει 24 ώρες από την κρίση της και μέσα σε αυτές είχε μιλήσει μόνο με την Ιλέιν. Η μεγαλύτερη γυναίκα τής είχε πει ότι οι εργάτες ήθελαν πολύ να την επισκεφτούν αλλά δεν τους είχε αφήσει να την ενοχλήσουν. Και ο Τρόι; Πού ήταν ο Τρόι; Εντάξει, πίστευε την Ιλέιν ότι είχε ανησυχήσει. Αλλά πού ήταν; Εκτός και αν περίμενε να κοιμηθεί για να την επισκεφτεί. Η αλήθεια ήταν ότι της έλειπε. Ήταν αστείο, αλλά ήταν αληθινό. Είχε ολόκληρες 24 ώρες να τον δει. Της είχε κάνει την καρδιά κομμάτια. Αλλά της έλειπε. Πόσο παράλογη ήταν; Πολύ. Αλλά δεν την ένοιαζε. Προσπαθούσε να αντισταθεί σε όλο αυτό που είχε κατακλύσει την καρδιά της αλλά δεν ήταν ικανή. Τον σκεφτόταν συνέχεια. Παρόλο που όσα της είχε πει έπρεπε να την αποθαρρύνουν, εκείνη τον ήθελε. Απεγνωσμένα. Σαν τον τυφλό που διψάει για το φως του.

Δεν κατάφερε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και ο ύπνος την παρέσυρε ξανά σε ένα σκοτεινό ταξίδι. Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας. ‘Ισως όταν ξυπνούσε, έβλεπε τον Τρόι.


Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 39-καληνυχτούδια...

Η Σάρλοτ ξύπνησε και χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβει πού ήταν και να θυμηθεί τι είχε συμβεί. Το δωμάτιό της ήταν σκοτεινό και ήταν σκεπασμένη με το πάπλωμά της. Φορούσε τις πιτζάμες της αλλά δε θυμόταν να έχει ξεντυθεί.
 «Ξύπνησες, Σάρλοτ;» άκουσε μια γυναίκα να ψιθυρίζει. Μόνο τότε παρατήρησε την Ιλέιν, καθισμένη σε μια γωνιά με ένα μικρό λαμπατέρ αναμμένο. Διάβαζε ένα περιοδικό.
«Ναι, ναι…τι έγινε;» ψέλλισε η Σάρλοτ ενώ κοιτούσε το ρολόι της. Η ώρα ήταν 12:30 και έξω ήταν βράδυ. Είχε κοιμηθεί 13 συνεχόμενες ώρες; Και αν ναι, γιατί νύσταζε ακόμα;
Η Ιλέιν σηκώθηκε αργά και πλησίαζε το κρεβάτι της. «Είχες μια κρίση, κορίτσι μου» είπε ψιθυριστά. Ευτυχώς. Γιατί οι ήχοι την έκαναν να νιώθει χειρότερα. «Παθαίνεις συχνά ιλίγγους;».
Η Σάρλοτ προσπάθησε να ανασηκωθεί αλλά δυσκολεύτηκε. Η Ιλέιν έτρεξε αμέσως κοντά της και τη βοήθησε.
«Άλλη μια φορά έχω πάθει. Τι έγινε;» ρώτησε ντροπαλά. Θεέ μου, είχε γίνει ρεζίλι;
«Τίποτα, απλώς έκανες μια κρίση και μετά λιποθύμησες. Δυστυχώς δεν ήμουν εκεί και οι άντρες έσπειραν τον πανικό» είπε χαμογελαστή η Ιλέιν. Η Σάρλοτ εκτίμησε την ήρεμη στάση της Ιλέιν. Την ανακούφιζε τόσο πολύ αυτή η γυναίκα…
«Διψάω» είπε η Σάρλοτ και η Ιλέιν της έδωσε λίγο νερό. «Είσαι εδώ ώρα;» τη ρώτησε αλλά η γυναίκα δεν απάντησε. Απλώς χαμογέλασε. Μάλλον ήταν μαζί της όσες ώρες κοιμόταν. Ο Τρόι; Πού ήταν ο Τρόι; Μάλωσε τον εαυτό της. Γιατί σκεφτόταν αυτό τώρα;
«Πρέπει να φας κάτι και να κοιμηθείς ξανά» είπε η Ιλέιν και της χάιδεψε λίγο τα μαλλιά.. «Ο γιατρός είπε να πάρεις ένα υπνωτικό. Θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς πολλές ώρες και να αποφύγεις τον πονοκέφαλο».
«Ποιος γιατρός; Δεν έχω υπνωτικά χάπια» είπε η Σάρλοτ μπερδεμένη.
«Δε θυμάσαι;» ρώτησε η Ιλέιν. «Πριν από λίγες ώρες ξύπνησες και σε εξέτασε ένας γιατρός. Έστειλε ο Τρόι το ελικόπτερο και τον έφερε από Νέα Υόρκη».
Η Σάρλοτ κοκάλωσε. «Ποιο ελικόπτερο;»
«Ο Τρόι έχει ένα ελικόπτερο σε ένα ελικοδρόμιο λίγο πιο έξω από το Λιλ Χέβεν. Δεν είναι τίποτα…Το έχει δωρίσει στην κοινότητα. Σε περίπτωση που κάποιος, κάποιο παιδί, χρειαστεί κάτι».
«Μα δε χρειαζόταν όλο αυτό. Την προηγούμενη φορά έμεινα τρεις μέρες στο κρεβάτι και μετά ήμουν μια χαρά» διαμαρτυρήθηκε. Σε πόσο κόπο τούς είχε υποβάλει όλους;
«Σάρλοτ» κόμπιασε η Ιλέιν, φανερά συγκινημένη «είσαι πολύ αγαπητή σε όλους μας εδώ μέσα. Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι θα περιμέναμε απλώς να γίνεις καλά».
«Ευχαριστώ, Ιλέιν» ψέλλισε η Σάρλοτ και πήρε μια βαθιά ανάσα για να συγκρατήσει τα συναισθήματα που την είχαν κατακλύσει.
«Θα πάω κάτω να σου φέρω λίγη σούπα και μετά θα πάρεις τα χάπια σου» είπε η Ιλέιν. «Ο γιατρός μάς έδωσε μια συνταγή και τα αγοράσαμε από ένα φαρμακείο στο Μπέρλινγκτον».
«Ναι, αλλά…» ξεκίνησε η Σάρλοτ αλλά σταμάτησε. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε σειρά αλλά δεν ήταν εύκολο. Το μυαλό της δε συνεργαζόταν. «Αύριο έχουμε δουλειές…».
«Σάρλοτ» είπε έντονα η Ιλέιν «το ράντσο λειτουργούσε και πριν από σένα. Εσύ ξεκουράσου και μόλις είσαι και πάλι καλά, θα επιστρέψεις στη δουλειά σου».

Η Σάρλοτ έγνεψε και όταν έμεινε μόνη της κοίταξε το κινητό της. Το φως στην οθόνη την τύφλωσε. Είδε φευγαλέα ότι είχε μερικές αναπάντητες. Ο πατέρας της. Αυτό θα ήταν. Άραγε είχε μιλήσει με τον Τρόι; Ήξερε τι είχε γίνει; Μακάρι όχι. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει.
Η Ιλέιν δεν άργησε να έρθει. Έφερε μαζί της ένα δίσκο με σούπα και ένα πιάτο με βραστά λαχανικά. Κάθισε στο προσκεφάλι της Σάρλοτ και άρχισε να την ταΐζει, παρά τις διαμαρτυρίες της νεότερης ότι μπορούσε και μόνη της.

«Ιλέιν, είστε…είστε…» ψέλλισε η Σάρλοτ, αλλά δεν έπαιρνε την απόφαση να το ξεστομίσει. «Είστε όλοι καλά;» είπε τελικά και ανασκουμπώθηκε λίγο. Δεν μπορούσε να φάει άλλο και η Ιλέιν μάζευε τα πιάτα και τη βοηθούσε να πιει λίγο νερό.
Η Ιλέιν χαμογέλασε αλλά δε μίλησε αμέσως. Η Σάρλοτ ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε από την ντροπή. Η Ιλέιν μάλλον είχε καταλάβει τι εννοούσε. Η μεγαλύτερη γυναίκα ακούμπησε το δίσκο σε ένα τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι και κάθισε ξανά δίπλα στη Σάρλοτ, με τα χέρια διπλωμένα στα πόδια της. Την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα και μετά μίλησε.
«Ο Τρόι είναι συνεχώς κάπου εδώ γύρω, αν όχι απέξω» χαμογέλασε.
«Και γιατί δεν μπαίνει;» τόλμησε η Σάρλοτ.
«Κοιμάσαι 13 ώρες. Έχει μπει πάνω από πέντε φορές!» γέλασε η Ιλέιν.
«Μίλησε με τον πατέρα μου;».
«Νομίζω ναι. Σε έπαιρνε και δεν απαντούσες και μετά πήρε τον Τρόι. Του είπε ότι έχεις πονοκέφαλο. Προσπάθησε να κερδίσει χρόνο. Καλά δεν έκανε;».
«Ναι, πολύ καλά». Η Σάρλοτ ανακουφίστηκε. Δεν ήθελε να ανησυχήσει τον πατέρα της και δεν ήθελε να μάθει ο Τρόι ότι είχε ξαναπάθει ίλιγγο. Και πότε. Και κυρίως, γιατί.
«Ο Τρόι τρόμαξε πολύ χθες. Θυμάσαι τίποτα; Μου είπε ο Τζόναθαν ότι σε έφερε εκείνος σπίτι, στα χέρια, και σε τακτοποίησε στο κρεβάτι μέχρι να έρθω» είπε η Ιλέιν.
«Θεέ μου, τι ντροπή!» είπε η Σάρλοτ και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της.
«Για ποιο πράγμα ντρέπεσαι;» ρώτησε η Ιλέιν αυστηρά.
«Δεν ξέρεις πώς είναι…» είπε η Σάρλοτ ενώ έπινε λίγο νερό. Διψούσε πολύ. «Νιώθεις ευάλωτη. Αβοήθητη. Δε μου αρέσει αυτό. Το μισώ. Το να είμαι έρμαιο. Το να βασίζομαι στην καλοσύνη των άλλων…».
«Σάρλοτ, για τον Τρόι μιλάς. Το κάνεις να ακούγεται λες και σε λυπήθηκε. Κόντεψε να σπάσει η καρδιά του. Δεν τον έχουμε ξαναδεί ποτέ έτσι»
«Είναι η ευθύνη που έχει για μένα…» είπε η Σάρλοτ.
«Ναι, αυτό θα είναι» είπε η Ιλέιν με τη σειρά της και χαμογέλασε.

Η Σάρλοτ βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να περπατήσει λιγάκι μέσα στο υπνοδωμάτιό της όσο η Ιλέιν είχε κατέβει κάτω για να αφήσει το δίσκο στην κουζίνα. Μετά ξάπλωσε.
«Λοιπόν, πάρε τα φάρμακά σου και ύπνο πάλι» είπε η Ιλέιν όταν επέστρεψε. «Κι εγώ θα είμαι εδώ όταν ξυπνήσεις» της είπε και τη σκέπασε.
«Δε χρειάζεται…» ξεκίνησε να λέει η Σάρλοτ αλλά η Ιλέιν τη διέκοψε.
«Κουβέντα» της είπε αυστηρά η άλλη γυναίκα.

Η Σάρλοτ έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε αμέσως. Στον ύπνο της είδε ότι περπατούσε στον ήλιο με τον Τρόι.



Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 38-βέρτιγκο

Η Σάρλοτ αναγνώρισε τα σημάδια. Το είχε ξαναδεί το έργο δυστυχώς. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να απαλύνει, ακόμα και να αποφύγει τα συμπτώματα αλλά δεν στάθηκε τυχερή. Ο ίλιγγος χτύπησε το μεσημέρι της Πέμπτης.

Ένιωσε πάλι όπως τότε, όταν ήταν 17 ετών. Τη χειρότερη μέρα της ζωής της. Μια τεράστια ζάλη κυρίευσε το μυαλό της και άρχισε να νιώθει ότι πέφτει. Τα πόδια της δεν ήταν ικανά να την κρατήσουν. Γονάτισε βαριά στο χώμα και έσκυψε το κεφάλι με τα μάτια κλειστά περιμένοντας να περάσει η μπόρα. Αλλά αυτή η κατάρα, που την έκανε να φοβάται κάθε βήμα της, δεν έδειχνε έλεος. Η αίσθηση ότι δεν μπορούσε να σταθεί σταθερή και ότι την κατάπινε η άβυσσος δεν έδειχνε να σταματάει. Μέσα στην παραζάλη θυμήθηκε τις οδηγίες που είχε διαβάσει τόσες πολλές φορές στο ίντερνετ. Βαθιές ανάσες και κλειστά τα μάτια. Αλλά δεν μπορούσε. Άκουγε φωνές κάπου μακριά από αυτήν. Φασαρία και ποδοβολητά. Τι στο καλό συνέβαινε; Πότε θα περνούσε αυτός ο αδίστακτος πόνος και η τάση για εμετό; ‘Ηταν έξαλλη με τον εαυτό της. Γιατί δεν είχε ζητήσει μια άδεια να ξεκουραστεί; Αφού το έβλεπε να έρχεται κατά πάνω της σαν τρένο που έχει ξεφύγει από την τροχιά του και δεν ελέγχεται από κανέναν και τίποτα.

Κάπου μέσα στην ομίχλη του μυαλού της άκουσε τη φωνή του Τρόι να ουρλιάζει από μακριά το όνομά της αλλά δεν τον ήθελε εκεί. Αυτός…αυτός έφταιγε. Για την πρώτη και τη δεύτερη κρίση. Αυτός…Σήκωσε το χέρι της για να τον διώξει αλλά έπεσε άψυχα στο πλάι της. Ούτε αυτό δεν είχε δύναμη να κάνει. Και τα κύματα ζάλης συνέχιζαν να χτυπάνε το κορμί της χωρίς λύπηση. Έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε όλο πιο βαθιά.

Είχαν περάσει μερικά δευτερόλεπτα, λεπτά ή ώρες; Δεν είχε ιδέα, αλλά συνέχιζε να είναι γονατισμένη στο χώμα με το κεφάλι γερμένο μπροστά όταν ένιωσε κάποιον να την αρπάζει και να στη σφίγγει δυνατά. Πρέπει να ήταν ο Τρόι. Δεν καταλάβαινε εκείνη την ώρα. Δεν αναγνώριζε φωνές. Πονούσε το κεφάλι της λες και είχε το χειρότερο μεθύσι της ζωής της. Δεν άντεχε τους ήχους και το φως. Και τα μάτια της πονούσαν γιατί τα έσφιγγε πολύ.
«Τι είναι, καρδιά μου, τι έχεις, μίλα μου! Μωρό μου, ζωή μου, πες μου τι έχεις» άκουσε κάποιον να λέει. Κάποιον που η φωνή του την έκανε να νιώθει λίγο καλύτερα. Κάποιον με μια φωνή που την έκανε να νιώθει ότι όλα θα πάνε καλά τελικά. Ο άντρας είχε γονατίσει δίπλα της και την έσφιγγε δυνατά στο στήθος του. Της έκανε καλό αυτό. Έκανε καλό αυτό. Να σε κρατάνε σταθερή όταν νιώθεις ότι η γη ανοίγει κάτω από τα πόδια σου.
«Τα μάτια της, είναι ίλιγγος» άκουσε κάποιον να λέει. Ο Πίτερ; Ο Τζόναθαν;
Ο κατακλυσμός έδειχνε τώρα το πιο σκληρό του πρόσωπο. Μικρές φωνές απελπισίας ξέφυγαν από το στόμα της χωρίς να το θέλει. Τι θα έλεγαν οι τριγύρω της; Και αυτός που την κρατούσε; Έβλεπε όνειρο; Γιατί αυτός ο άντρας την έσφιγγε και τη χάιδευε στην πλάτη και στα μαλλιά και της μιλούσε ήρεμα και γλυκά σαν να ήταν πάλι παιδί;
«Σώπα, μωρό μου, εγώ είμαι εδώ» της ψιθύριζε στο αυτί και τη φιλούσε στο πρόσωπο, στα μάγουλα, στα μάτια στα μαλλιά. «Κορίτσι μου, ψυχή μου…»


Αμέσως μετά όλα σκοτείνιασαν λες και τέλειωσε κάποια ταινία στο σινεμά. Η Σάρλοτ βυθίστηκε σε έναν γαλήνιο ύπνο και το μόνο που ένιωσε ήταν κάποιον να την ξαπλώνει στο κρεβάτι. Και μετά ομιλίες, και μετά πάλι σκοτάδι.









Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

εξομολογήσεις ΧΧ

Όταν στην ανάδοχη οικογένεια νούμερο δύο με άφησαν να κοιμηθώ ένα βράδυ έξω από το σπίτι επειδή είχα αργήσει να γυρίσω από το σχολείο, ο εγωισμός μου με έκανε και δεν παρακάλεσα κλαίγοντας  να με βάλουν μέσα. Όταν στην ανάδοχη οικογένεια νούμερο τρία, ο θετός αδερφός μου μου έσκισε τα βιβλία γιατί ήμουν καλός μαθητής και ζήλευε, ο εγωισμός μου με έκανε να σταθώ απέναντί του και να τον ακούσω να λέει ψέματα ότι δεν το είχε κάνει εκείνος αλλά εγώ, γιατί βαριόμουν να διαβάσω. Ο εγωισμός μου έπνιξε τα δάκρυα που ένιωθα έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου και ο εγωισμός μου με έκανε να μην τον αρπάξω και τον κάνω μαύρο στο ξύλο.

Αυτός ο εγωισμός μου που με συντροφεύει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είναι ο καλύτερος φίλος και ο χειρότερος εχθρός. Φίλος όταν με σώζει από τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Φίλος όταν με αποτρέπει από το να θυμώσω για να μην δώσω στον άλλο την ευχαρίστηση. Φίλος όταν με κάνει να δείχνω πιο δυνατός απ’ ό,τι είμαι στην πραγματικότητα. Αλλά ταυτόχρονα είναι και μεγάλος εχθρός. Γιατί πολύ συχνά αναλαμβάνει τα ηνία ακόμα κι όταν εγώ δεν θέλω. Κι ενώ νιώθω ότι ο εγωισμός μου με ξεπερνάει, δεν μπορώ να τον ελέγξω και καταλήγω να πληγώνω ανθρώπους.

Το κατάλαβα ότι την πλήγωσα. Τα μάτια της είναι παράθυρο στην ψυχή της. Σκοτείνιασαν, φευγαλέα όμως, γιατί αμέσως μετά, φόρεσε το καλύτερο χαμόγελό της και συμπεριφέρθηκε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Με προκάλεσε με όσα έλεγε για τον Φρανκ. Έκανε το αίμα μου να τρέχει καυτό μέσα στις φλέβες μου. Αλλά το έκανε επίτηδες. Παίζαμε. Άκακα. Όσο άκακα δηλαδή μπορείς να παίζεις με τη φωτιά. Δεν το περίμενα αυτό που ξεστόμισα. Μου την έδωσε που υπονόησε ότι η Ελίζαμπεθ με ελέγχει και βρήκα τρόπο για να την εκδικηθώ. Ωραίο τρόπο…Ωραίος άντρας είμαι. Κι από εκείνη τη μέρα την είδα πάλι σήμερα και αυτό για ένα δευτερόλεπτο. Μπήκε στο σπίτι, πέταξε ένα «γεια» στον αέρα, χωρίς να με κοιτάξει και εξαφανίστηκε πάνω. Δε θέλω να τη στενοχωρώ. Αλλά μου βγαίνει από μέσα μου. Δε θέλω να δίνω στον άλλον την πολυτέλεια να με λυπηθεί, να με χλευάσει, να με εξαπατήσει. Είδε τα δύο ποτήρια. Είδα το βλέμμα της να στέκεται σε αυτά. Ποιος ξέρει τι θα έβαλε το μυαλό της. Ποιος ξέρει. Αλλά δε με νοιάζει αυτό το σκέλος και δεν πρέπει και να  με νοιάζει. Ας νομίζει ότι έχω σχέση με την Ελίζαμπεθ. Ίσως αυτό είναι για καλό και των δυο μας. Η ατμόσφαιρα είναι πολύ ηλεκτρισμένη μεταξύ μας. Αν δεν υπάρχει και το εμπόδιο της Ελίζαμπεθ, το πιο πιθανό είναι να γίνει κάποιο…μοιραίο λάθος. Εγώ δηλαδή δεν πρόκειται να την πλησιάσω. Πάντα αφήνω τις γυναίκες να έρχονται σε μένα. Δεν έχει χρειαστεί ποτέ να κυνηγήσω κάποια, να την παρακαλέσω.

Δεν πρέπει να έρθουμε κοντά. Πάει και τέλειωσε.  Δεν είναι σωστό για χιλιάδες διαφορετικούς λόγους. Τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν, αλλά σίγουρα υπάρχουν.  

  

κάτι απλό για μια μέρα στη δουλειά


κεφάλαιο 37- toffee popcorn

Το εκχιονιστικό ήρθε τη Δευτέρα το βράδυ και την Τρίτη το πρωί όλο το ράντσο ήταν σε πλήρη λειτουργία. Η Ελίζαμπεθ ήταν στη θέση της, απαστράπτουσα όπως πάντα, και η Ιλέιν μαγείρευε σούπα με χορταρικά όταν η Σάρλοτ μπήκε στο σπίτι μετά το τέλος της βάρδιάς της. Αυτή τη βδομάδα είχε αναλάβει να βοηθήσει τον Μπομπ με το μάντρωμα των προβάτων. Λόγω του κρύου δεν τα άφηναν για πολύ έξω από το στάβλο και τα τάιζαν περισσότερο για να μην αδυνατίσουν. Το μάντρωμα δεν ήταν το φόρτε της, αλλά τουλάχιστον είχε γίνει εξπέρ στο να γεμίζει τις ταΐστρες και τις ποτίστρες.

Δεν είχε πολύ κέφι από τη μέρα που ο Τρόι τής είχε πετάξει το ηρωικό «με την Ελίζαμπεθ έχουμε φιλελεύθερη σχέση». Το είχε σκεφτεί και το είχε ξανασκεφτεί τόσο πολύ που είχε αρχίσει να έχει ημικρανίες σαν κι αυτές που είχε όταν ήταν μικρότερη.  Είχε χρόνια να νιώσει έτσι και φοβόταν το χειρότερο.

Δεν μπορούσε να βρει κάτι θετικό σε όλο αυτό, μια αχτίδα φωτός. Μόνο μαύρο σκοτάδι. Η κατάσταση είχε ως εξής. Νόμιζε ότι εκείνη και ο Τρόι μοιράζονταν κάτι, που δεν περιγραφόταν με λόγια, δεν περιοριζόταν σε ορισμούς και ταμπέλες, αλλά ήταν κάτι που το ένιωθαν μόνο εκείνοι οι δύο. Σαν μια ηχητική συχνότητα την οποία μόνο οι δυο τους αντιλαμβάνονταν. Αλλά όχι. Ο Τρόι είχε σχέση με την Ελίζαμπεθ κι εκείνη ήταν το ευχάριστο διάλειμμα. Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό της στιγμές της με τον Τρόι, αλλά όλα αυτά που πριν από λίγες μέρες την έκαναν να κοιμάται γλυκά και να νιώθει πεταλούδες στο στομάχι της, τώρα την έκαναν να γελάει πικρά εις βάρους του ηλίθιου μυαλού της. Εντάξει, της είχε πάρει το άλογο. Για να μην τον πρήζει. Εντάξει, την είχε αφήσει να στολίσει και την πήρε αγκαλιά. Για να την εξυπηρετήσει. Εντάξει, έδειχνε να ζηλεύει που έβγαινε. Από αντρική υπερπροστατευτικότητα και εγωισμό. Τίποτα, μα τίποτα, δεν ήταν όπως νόμιζε. Όλα τα είχε παρερμηνεύσει σαν έφηβη που οι ορμόνες της είχαν κάνει κατάληψη στο κέντρο λήψης αποφάσεων.

Δεν είχε όρεξη και παρόλο που η Ιλέιν τής πρότεινε να της φέρει ένα δίσκο στο δωμάτιο, αρνήθηκε ευγενικά. Ξάπλωσε για λίγο και την πήρε αμέσως ο ύπνος. Ήταν πολύ κουρασμένη αλλά είχε προνοήσει και είχε βάλει ξυπνητήρι. Το απόγευμα είχε ραντεβού με την Βίβι. Θα έβλεπαν ταινία στο σπίτι της. Είχε αγοράσει πρόσφατα ένα home cinema και ανυπομονούσε να το εγκαινιάσει.

Πήρε το βαν κατά τις έξι και κάτι και κατευθύνθηκε στο σπίτι της Βίβι αφού σταμάτησε στο Λιλ Χέβεν για να αγοράσει ποπ κορν και αναψυκτικά. Αν δεν ήταν τόσο κακόκεφη θα γελούσε. Είχαν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τη μέρα που πρωτοπάτησε εκεί. Δύο μήνες από τη μέρα που πρωτοοδήγησε το βαν και πίστεψε ότι δε θα το μάθει ποτέ. Σήμερα, πάρκαρε με άνεση και δεν της έσβησε ούτε μία φορά. Αυτή η μικρή κατάκτηση δεν της έδωσε καθόλου χαρά. Τη γέμισε θλίψη. Τα είχε καταφέρει σχεδόν όλα. Είχε προσαρμοστεί στο βάρβαρο ωράριο, βοηθούσε στο ράντσο περισσότερο απ’ ό,τι ενοχλούσε με τις απορίες της, είχε κάνει φιλίες με ανθρώπους από την τοπική κοινωνία και όλοι την εκτιμούσαν. Δεν της έφτανε αυτό όμως. Υπήρχε ένα  κενό στην ψυχή της και δεν μπορούσε να το γεμίσει με τίποτα. Ακόμα και ένα μανικιούρ, ένα σπα, ένα καταναλωτικό όργιο δεν της έκαναν πια εντύπωση.

Αν και έφτασε μελαγχολική στο σπίτι της Βίβι, σύντομα το κέφι της έφτιαξε λιγάκι. Η Βίβι είχε φτιάξει ένα νόστιμο κέικ λεμόνι και ο Κρίστιαν είχε φτιάξει ένα κοκτέιλ με σαμπάνια και λικέρ βύσσινο. Είδαν όλοι μαζί το «Πράσινο Μίλι» και ένιωσε απόλυτα ανακουφισμένη όταν άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν. Ακόμα και η πάντα κεφάτη Βίβι έκλαψε. Ο Κρίστιαν τούς έκανε λίγη πλάκα αλλά κι εκείνος έδειχνε να έχει επηρεαστεί από την ταινία. Κουτσομπόλεψαν λιγάκι τους σταρ του Χόλιγουντ και όταν η ώρα πήγε δέκα, η Σάρλοτ πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Μόλις πάρκαρε το βαν, είδε την Ελίζαμπεθ να βγαίνει από το σπίτι και να κατευθύνεται προς το αμάξι της.
«Σάρλοτ, τι κάνεις;» τη ρώτησε ευγενικά ενώ παιδευόταν να περπατήσει με ασφάλεια πάνω στα τακούνια της. Μα ποια γυναίκα φοράει δεκάποντες γόβες για να δουλέψει σε ένα ράντσο σχεδόν αποκλεισμένο από το χιόνι; Αναρωτήθηκε η Σάρλοτ.
«Μια χαρά. Ελίζαμπεθ. Είχα πάει στη Βίβι και είδαμε μια ταινία μαζί» απάντησε η Σάρλοτ. «Ήταν και ο Κρίστιαν μαζί μας».
Η Ελίζαμπεθ έμεινε ανέκφραστη στο άκουσμα του ονόματος του θαυμαστή της. «Πολύ καλά έκανες. Είναι ευεργετικό να κάνεις πράγματα που σου αρέσουν» είπε, με το γνωστό υπεροπτικό ύφος της.
«Όντως είναι» είπε η Σάρλοτ αδιάφορα. «Καληνύχτα, Ελίζαμπεθ» συμπλήρωσε και κατευθύνθηκε στο σπίτι.

Βρήκε τον Τρόι στο σαλόνι να βλέπει τηλεόραση. Στο τραπέζι μπροστά του ήταν δύο κολωνάτα ποτήρια με ελάχιστο κόκκινο κρασί. Μάλιστα, σκέφτηκε. Αυτό εννοούσε η Ελίζαμπεθ όταν έλεγε ότι είναι ευεργετικό να κάνεις πράγματα που σου αρέσουν. Αυτή η κοπέλα ήξερε να σφάζει με το βαμβάκι.
«Καληνύχτα, Τρόι» του είπε πριν προλάβει να της πει καν «γεια».

«Έχεις κάτι;» τη ρώτησε πίσω από την πλάτη της αλλά δεν του απάντησε ποτέ. 

Κεφάλαιο 36-Τρελαίνομαι...μια παγώνω μια ζεσταίνομαι....

«Τρόι, γιατί το κάνεις τώρα αυτό;» φώναξε την επόμενη μέρα η Σάρλοτ. Είχε γυρίσει στις τέσσερις το μεσημέρι του Σαββάτου και πράγματι είχε αρχίσει να χιονίζει κατά τις έξι. Το πρωί της Κυριακής όλα ήταν κατάλευκα και η πόρτα του σπιτιού άνοιγε με το ζόρι για να βγει κάποιος έξω.
«Τι κάνω, Σάρλοτ; Τι θες; Να σκάψω με τα χέρια για να βγεις εσύ ραντεβού;» της είπε ήρεμος.
«Πάρε τα εκχιονιστικά να έρθουν! Θα μείνουμε αποκλεισμένοι! Έλεος πια!» του είπε αγανακτισμένη.
«Τα εκχιονιστικά έχουν ως προτεραιότητα το χωριό και τα σπίτια που έχουν παιδιά. Συνήθως έρχονται τη δεύτερη μέρα σε εμάς» της είπε.
«Μα έχω ραντεβού σήμερα! Και το ξέρεις!» διαμαρτυρήθηκε η Σάρλοτ.
«Με κατηγορείς για κάτι;» τη ρώτησε χαμογελαστός. Ίδιος ο σατανάς. «Με κατηγορείς ότι εγώ φταίω που χάλασε ο καιρός και δεν έρχονται τα εκχιονιστικά;»
«Δεν είναι ανάγκη να χαίρεσαι τόσο που μου χάλασαν τα σχέδια» του είπε εκείνη με μια έκφραση αποδοκιμασίας.
«Πάρε το παλικάρι έγκαιρα. Να μη σε περιμένει τζάμπα» είπε εκείνος και πήγε να βάλει καφέ. Η ώρα ήταν έξι. Αποκλείεται να προλάβαινε να ήταν στις εφτά στο Μπέρλινγτον.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και κάλεσε τον Φρανκ. Ευτυχώς έδειξε κατανόηση αλλά την έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα έτρωγαν μεσοβδόμαδα. Η Σάρλοτ συμφώνησε. Ήθελε να του δώσει και το δώρο του. Ένα λευκό πουκάμισο με λεπτή καφέ ρίγα. Θα του πήγαινε πολύ και θα το έβαζε στη δουλειά του.
Κατέβηκε σαν βολίδα κάτω για να τσακωθεί άλλο λίγο με τον Τρόι. Ήταν σίγουρη ότι αν ήθελε θα μπορούσε να κινήσει λίγο τα νήματα. Όχι ότι είχε σημασία πια αλλά δεν της άρεσε που είχε το πάνω χέρι.

«Τρόι, πού είσαι;» φώναξε και εκείνος της απάντησε από ένα δωμάτιο στο ράντσο που ήταν πάντα κλειδωμένο. Χτύπησε διακριτικά και με την προτροπή του μπήκε μέσα. ‘Ήταν ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με βιβλιοθήκες γύρω γύρω, πνιγμένες στα βιβλία και στα περιοδικά.

«Τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;» τον ρώτησε κοιτώντας γύρω γύρω σαν χαμένη.
«Όχι» απάντησε εκείνος, ενώ ξεφύλλιζε ένα δερματόδετο βιβλίο. «Απλώς μου είπαν ότι είναι της μόδας οι βιβλιοθήκες» είπε ειρωνικά. Η Σάρλοτ μόρφασε.
«Τελικά θα μείνω μέσα επειδή με ανάγκασες εσύ» του πέταξε.
Ο Τρόι έκλεισε με δύναμη το βιβλίο. «Εγώ γιατί φταίω πάλι;» τη ρώτησε.
«Κάνε κάτι να ανοίξουν οι δρόμοι. Αν χρειαστούμε κάτι;» του είπε, συνεχίζοντας να περιεργάζεται τα βιβλία και να ακουμπάει με τα ακροδάχτυλά της τις ξύλινες επιφάνειες. Εκεί μέσα υπήρχαν όλα. Από σύγχρονα βιβλία μάρκετινγκ και διοίκησης μέχρι κλασικά έργα.
«Τι να χρειαστούμε; Μήπως είσαι άρρωστη;» τη ρώτησε ανήσυχος.
«Όχι, αλλά αν πάθω κάτι; Ή εσύ;».
«Δεν παθαίνω τίποτα εγώ» τη διαβεβαίωσε.
«Ωραία, Τρόι. Άσε μας να πεθάνουμε από τη μοναξιά εδώ μέσα».
«Ποια μοναξιά; Έχουμε ίντερνετ, βιβλία, τηλεόραση και ο ένας τον άλλον» γέλασε ο Τρόι αλλά η Σάρλοτ ανατρίχιασε. Από το κρύο; Μακάρι να ήταν αυτό. «Και αν θες, πάρε την Ιλέιν να έρθει να μαγειρέψετε κάτι. Να κάνετε λίγη παρέα. Μέσα στο ράντσο μπορείς να κυκλοφορήσεις χωρίς κίνδυνο» της είπε. Η Σάρλοτ ήταν σίγουρη ότι ήθελε να την εκνευρίσει.

«Τέλεια» ειρωνεύτηκε εκείνη. «Έχασα το ραντεβού μου αλλά μπορώ να ανοίξω φύλλο» του είπε.
«Λυπάμαι» της είπε ανέκφραστος και η Σάρλοτ ήξερε ότι δεν το εννοούσε.
«Και δεν θα δουλέψουμε αύριο; Ποιος θα σηκώνει τα τηλέφωνα; Η Ελίζαμπεθ δε θα μπορέσει να έρθει» του είπε.
«Θα τα σηκώνω εγώ» της είπε και η Σάρλοτ εκτίμησε ότι δεν της είπε να το κάνει εκείνη. «Άλλωστε η Ελίζαμπεθ θα έρθει τη Δευτέρα με το εκχιονιστικό. Το έχει ο θείος της» της είπε.
«Έχει ο θείος της εκχιονιστικό και δεν τσακίστηκε να έρθει να σε σώσει;» ξεκαρδίστηκε η Σάρλοτ αλλά ο Τρόι δε γέλασε. «Πώς και σε άφησε μόνο σου; Μαζί μου;» τον προκάλεσε. Τα μάτια του Τρόι άστραψαν μετά την πρόκλησή της.
«Με την Ελίζαμπεθ έχουμε φιλελεύθερη σχέση» της είπε αργά και η Σάρλοτ πάγωσε. Το γέλιο της έμεινε στη μέση και μια ομίχλη θυμού θόλωσε τη λογική της. Δεν περίμενε να το ακούσει αυτό. Το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να το ακούσει. Τον είχε προκαλέσει, αλλά δεν ήταν έτοιμη για την απάντησή του. Τον μισούσε αυτή τη στιγμή. Ήθελε να του ορμήσει και να του βγάλει τα μάτια. Να μην την ξανακοιτάξει ποτέ. Να του γδάρει το δέρμα, να σβήσει τα σημάδια της από πάνω του. Τι λύσσα ήταν αυτή που την είχε πιάσει; Δεν έλεγχε τις σκέψεις της.  Ώστε ήταν αλήθεια. Είχαν σχέση. Ακόμα και οι λίγες ελπίδες που είχε ότι έκαναν απλώς σεξ πού και πού είχαν εξανεμιστεί. Είχαν σχέση, διάολε! Σχέση! Κοιμόταν μαζί της, τη χάιδευε, τη φιλούσε. Θεέ μου, πόσο ντρεπόταν. Πόσο ντρεπόταν για τις σκέψεις της. Για όλα τα όνειρα που είχαν τρυπώσει στην καρδιά της παρά την ατσάλινη θέληση του μυαλού της.
Τι στο καλό έκανε εκεί μέσα, μόνη της μαζί του; Όλη τη βδομάδα φλέρταραν και νόμιζε…κακώς…Είχε αφήσει τον εαυτό της να νομίζει ότι κάτι θα άλλαζε. Ότι κάτι είχε ήδη αλλάξει. Ότι βάδιζαν αργά και σταθερά προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η σεξουαλική ένταση ήταν φοβερή ανάμεσά τους. Όταν ήταν μόνοι, ένιωθε ότι ήταν σαν ένα μπαλόνι έτοιμο να σκάσει. Αλλά ο Τρόι είχε άλλη άποψη μάλλον. Και η αντίδρασή του στο ραντεβού της με τον Φρανκ δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ξέσπασμα αντρικού εγωισμού.

Η Σάρλοτ άφησε κάτω το βιβλίο που κρατούσε μηχανικά και κοίταξε τον τίτλο. «Ερωτευμένες Γυναίκες, Ντ. Χ. Λώρενς» διάβασε στο εξώφυλλο. Και αφού χαμογέλασε πικρά, σίγουρη ότι κάποιος εκεί πάνω της έκανε πλάκα, χαιρέτισε τον Τρόι και βγήκε από το δωμάτιο.


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 35- slim fit έχετε;

«Πού πας πάλι;» γκρίνιαξε ο Τρόι όταν είδε τη Σάρλοτ να κατεβαίνει σχεδόν πηδώντας τις σκάλες, ντυμένη με ένα χοντρό παλτό, γιατί έξω χιόνιζε. Είχε διαλέξει ένα μπορντό πουλόβερ με χοντρό λαιμό, που ξεχώριζε από το παλτό, και είχε πλέξει τα μαλλιά της σε μια κοτσίδα στο πλάι.
«Ψώνιααααα!» είπε ενθουσιασμένη και πήγε στην κουζίνα να βάλει λίγο καφέ να πιει. Σήμερα ήταν Σάββατο και είχε κάθε δικαίωμα να κάνει κάτι διασκεδαστικό και να ξεχαστεί. Την Τρίτη το βράδυ είχε περάσει καλά με τον Φρανκ, όσο δηλαδή μπορούσε δεδομένου αυτού που της είχε ο Τρόι πριν φύγει, και είχαν πει να ξαναβγούν για φαγητό την Κυριακή το μεσημέρι. Αλλά από την Τετάρτη ως την Παρασκευή το απόγευμα οι δουλειές στο ράντσο είχαν πολλαπλασιαστεί λόγω του άσχημου καιρού. Το χιόνι είχε φτάσει τους 40 πόντους και όλα έπαιρναν διπλάσιο χρόνο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Αστερόεσσα είχε χτυπήσει το πόδι της και έπρεπε να ακινητοποιηθεί για τρεις βδομάδες. Ο Τρόι ήταν μέσα στα νεύρα και εκτόξευε παντού εντολές. Χωρίς απαραίτητα να θέλει να εκτελεστούν. Απλά φώναζε. Σήμερα, ωστόσο, έδειχνε λίγο πιο ευδιάθετος.
«Τι θα αγοράσεις;» τη ρώτησε ενώ χάζευε την εφημερίδα του. Η Ιλέιν ήταν έξω και σκούπιζε την αυλή.
«Έλεγα να πάρω ένα δώρο για τον Φρανκ γιατί έχει γενέθλια την Κυριακή και θα βγούμε» του είπε ουδέτερα αλλά ο Τρόι δεν το άφησε να πέσει κάτω.
«Συνεχίζετε να βγαίνετε;» τη ρώτησε αδιάφορα. Τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
«Ναι. Περάσαμε πολύ ωραία την Τρίτη και μου ζήτησε να ξαναβγούμε την Κυριακή. Έχει και γενέθλια και…»
«Μάλιστα» τη διέκοψε και ξανάνοιξε την εφημερίδα του.
«Λέω να αγοράσω και μερικά ρούχα για το ταξίδι» του είπε σε έναν ανάλαφρο τόνο.
«Να πάρεις» είπε εκείνος, χωρίς να σηκώνει τα μάτια του από την εφημερίδα του.
«Ίσως ένα καλό παντελόνι, μερικά πουκάμισα και κάτι πιο…Τεξανό. Ένα στέτσον ίσως» είπε ενθουσιασμένη. Ο Τρόι δεν απάντησε. «Στο Σαν Φρανσίσκο έχω ένα σωρό ταγέρ και κοστούμια, αλλά δεν περίμενα να χρειαστεί να φορέσω ταγέρ και δεν έφερα!» γέλασε. Ο Τρόι παρέμενε αμίλητος. «Εσύ τι λες να αγοράσω; Τι θα χρειαστεί;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω» είπε εκείνος, σχεδόν θυμωμένος. Ήξερε γιατί και της άρεσε να τον βασανίζει. Αποκλείεται να ένιωθε όπως ένιωσε εκείνη όταν είδε την βασίλισσα Ελίζαμπεθ να βγαίνει από το δωμάτιό του. Το ήξερε ότι φερόταν σαν κατίνα, αλλά δεν την ένοιαζε.
«Τι έχεις εσύ;» τον πλησίασε κρατώντας την κούπα της και μυρίζοντας το υπέροχο άρωμα φουντούκι.
«Τίποτα» απάντησε εκείνος μονολεκτικά.
«Θες κι εσύ κάτι από το Μπέρλινγκτον; Θα πάμε με το αμάξι της Βίβι και δεν έχουμε πολύ χώρο, αλλά κάτι θα κάνουμε».
«Να γυρίσεις πριν από τις πέντε» είπε αδιάφορα και η Σάρλοτ κόντεψε να πνιγεί με τη γουλιά της.
«Τι σημαίνει αυτό;» γέλασε.
Ο Τρόι έκλεισε την εφημερίδα και την κοίταξε για λίγο επίμονα. «Αναμένουν βαριά χιονόπτωση μετά τις πέντε. Ίσως αποκλειστούμε μέχρι τη Δευτέρα που θα έρθουν τα εκχιονιστικά» της είπε.
«Ε εντάξει» είπε εκείνη γελώντας. «Θα έχω προλάβει να ψωνίσω ως τις πέντε!»

Ο Τρόι σηκώθηκε και πήγε ως το γραφείο της Ελίζαμπεθ. Άνοιξε ένα συρτάρι και πήρε κάτι από μέσα.
«Σου φτάνουν δύο χιλιάδες;» τη ρώτησε και η Σάρλοτ έκανε μια γκριμάτσα απορίας.
«Τι εννοείς;» ρώτησε. Ο Τρόι έγραφε μια επιταγή.
«Για τα ρούχα» είπε εκείνος ανυπόμονα.
«Γιατί να μου δώσεις λεφτά;» ρώτησε η Σάρλοτ συνεχίζοντας να απορεί.
«Γιατί θα ψωνίσεις για ένα επαγγελματικό ταξίδι στο οποίο σε κάλεσα εγώ» είπε αποφασιστικά ο Τρόι. «Φτάνουν δύο χιλιάδες; Πες μου».
«Δε θέλω λεφτά, Τρόι. Έχω λεφτά. Με πληρώνεις κάθε βδομάδα και δεν ξοδεύω τίποτα» του είπε. «Άλλωστε θα τα κρατήσω τα ρούχα…μετά» του είπε.
«Επιμένω. Πόσο έχουν δύο τρία καλά γυναικεία ρούχα; Δύο χιλιάδες, τρεις, πέντε;» ρώτησε εκείνος με το χέρι μετέωρο.
«Τρόι» καθάρισε η Σάρλοτ η φωνή της «εγώ έλεγα να δώσω κάπου 300 με 400 δολάρια. Με τι γυναίκες έχεις συνηθίσει να συναναστρέφεσαι;» τον ρώτησε νευρικά.
«Τι σημαίνει αυτό;» θύμωσε ο Τρόι.
«Τα ποσά τα οποία αναφέρεις είναι αστρονομικά. Τουλάχιστον για επαγγελματικά ρούχα για ένα ταξίδι στο Τέξας. Μάλλον κάποια σε έχει εξαπατήσει» του είπε γελώντας. Ο Τρόι δεν έδειχνε να είχε καταλάβει το υπονοούμενό της.
«Κάνε ό,τι θέλεις λοιπόν» είπε εκείνος και έβαλε το καρνέ στο συρτάρι. «Εγώ ήθελα…να αγοράσεις κάτι όμορφο» είπε.
«Θα αγοράσω κάτι όμορφο» του είπε ενθουσιασμένη. «Και μη μου ξαναμιλήσεις για χρήματα σε παρακαλώ. Αυτό το θέμα συζήτησης μόνο προβλήματα μάς προκαλεί» συμπλήρωσε.
«Συμφωνώ» είπε εκείνος και ξανακάθισε στον καναπέ.
«Α! Και Τρόι…» είπε η Σάρλοτ ενώ ετοιμαζόταν να βγει από το σπίτι. Ο Τρόι σήκωσε το βλέμμα του και συνάντησε το δικό της. Κάθε φορά που την κοιτούσε, η καρδιά της έχανε ένα χτύπο. Ματιά ματιά, πρέπει να είχε χάσει χίλιους χτύπους από τη μέρα που ήρθε. «Τι νούμερο πουκάμισο φοράς; Ο Φρανκ είναι λίγο πιο κοντός και λίγο πιο λεπτός από σένα» του είπε με ενθουσιασμό.

Ο Τρόι τής πέταξε την εφημερίδα. Η Σάρλοτ πρόλαβε και έκλεισε την πόρτα πριν την πετύχει.


Γελούσε μέχρι τη στιγμή που μπήκε στο αμάξι της φίλης της. 

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 34-weekend present

«Τρόι» φώναξε η Σάρλοτ από την κουζίνα το απόγευμα της Τρίτης όταν τον άκουσε να μπαίνει στο σπίτι. Η Ιλέιν είχε πάει για μερικές μέρες στη μητέρα της σε ένα κοντινό χωριό και η Σάρλοτ είχε επωμιστεί και το μαγείρεμα. «Έλα λίγο!».
«Πάω να κάνω ένα ντους και έρχομαι αμέσως» της είπε. «Είναι απολύτως επείγον;» τη ρώτησε ενώ ανέβαινε τα σκαλιά δύο δύο.
«Δε μου άφησες περιθώριο επιλογής» γέλασε εκείνη και τον άκουσε να γελάει και αυτός από τον πάνω όροφο.

Μετά από δέκα περίπου λεπτάκια, μύρισε τον Τρόι να πλησιάζει προς το μέρος της. Γύρισε και τον είδε να στέκεται από πάνω της. Πολύ κοντά της για να μπορεί να αναπνεύσει κανονικά.
«Τι καλό μαγειρεύεις σήμερα;» τη ρώτησε γλυκά, στηριγμένος στο πάσο.
«Κρεατόσουπα» του είπε χωρίς να τον κοιτάει. Δεν το ρίσκαρε.
«Τι με ήθελες;» τη ρώτησε και άνοιξε το ντουλάπι από πάνω της για να πάρει ένα ποτήρι. Δεν γίνεται. Επίτηδες το έκανε. Τεντώθηκε και γέμισε όλο της το οπτικό πεδίο μυς.
«Ε…ήθελα να συζητήσουμε κάτι» του είπε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ειλικρινά, σκέφτηκε, αν αυτός ο άντρας ήταν δικός της, δε θα σηκωνόταν από το κρεβάτι.
«Πες μου» είπε εκείνος άνετα, ενώ μασουλούσε λίγο από το ψωμί που είχε κόψει η Σάρλοτ για το τραπέζι. Τον χτύπησε φιλικά στο χέρι.
«Θα κόψεις την όρεξή σου» τον μάλωσε, αλλά εκείνος δεν συμμορφώθηκε. Απλώς χαμογέλασε. Με αυτά τα χαμόγελα θα ρίχνει και την Ελίζαμπεθ, σκέφτηκε η Σάρλοτ και ξαφνικά πάγωσε κάτι μέσα της.
«Α μπα…μην ανησυχείς» της είπε πονηρά. Η Σάρλοτ έκανε ότι δεν πρόσεξε το υπονοούμενο, αλλά ο πάγος άρχισε να λιώνει.
«Λοιπόν» του είπε ενώ έστρωνε το τραπέζι κι εκείνος σέρβιρε τη σούπα στα πιάτα. «Συνέβη κάτι παράξενο σήμερα» ξεκίνησε η Σάρλοτ αλλά ο Τρόι τη διέκοψε.
«Να φάμε πρώτα;»
«Όχι, Τρόι» του είπε αποφασιστικά και εκείνος έκανε μια παραπονιάρικη γκριμάτσα. Η Σάρλοτ χαμογέλασε. Πόσο οικείο ήταν όλο αυτό. Απλώς δεν έπρεπε να ξεχνάει ότι ο Τρόι…δεν ήταν διαθέσιμος. Τουλάχιστον όχι 100%.
«Ήρθε ένας προμηθευτής σήμερα. Ζήτησε να του υπογράψει η Ελίζαμπεθ. Η Ελίζαμπεθ έλειπε αλλά εκείνος δε δέχτηκε να υπογράψω εγώ. Σε παρακαλώ, ενημέρωσε τους συνεργάτες σου ότι δεν είμαι καμιά ηλίθια και ότι ξέρω να υπογράφω» είπε χιουμοριστικά.
«Καλά, και γιατί δε με φώναξες;» ρώτησε εκείνος ενώ δοκίμαζε τη σούπα. Έκλεισε τα μάτια. Του άρεσε. Η Σάρλοτ χάρηκε. Δεν το ήθελε, αλλά τη χαροποιούσε να του μαγειρεύει. Και να του αρέσει το φαγητό της.
«Τι να σου πω; Βιαζόταν. Πολύ αγενής πάντως» είπε η Σάρλοτ και ο Τρόι ανασήκωσε τα φρύδια.
«Θα ρωτήσω την Ελίζαμπεθ και θα ενημερώσω ότι είσαι κι εσύ υπεύθυνη για τις παραλαβές» είπε ήρεμα και η Σάρλοτ χάρηκε. «Και παρεμπιπτόντως, μπορείς να μου αφιερώσεις λίγη ώρα απόψε να σου πω μερικά πράγματα για το ταξίδι μας;» ρώτησε εκείνος ενώ τσιμπούσε λίγη από τη σαλάτα. «Ένα σωρό πράγματα έφτιαξες και πάλι» την επαίνεσε.
«Εντάξει, αλλά μετά τις έξι δεν μπορώ» είπε εκείνη ντροπαλά. Το βλέμμα του Τρόι την έκανε να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. «Έχω…ραντεβού. Θυμάσαι; Με τον Φρανκ».
«Μάλιστα» είπε ο Τρόι και άφησε κάτω το πιρούνι του. «Δεύτερο ραντεβού τόσο σύντομα;» ρώτησε.
«Ε ναι…» είπε εκείνη συγκρατημένα. «Είναι πολύ γοητευτικός και έδειξε να ενδιαφέρεται. Και δεν ήταν καθόλου…πιεστικός» του είπε με χαμηλωμένα τα μάτια. Ντρεπόταν να συζητάει τα προσωπικά της μαζί του. Κανονικά δεν έπρεπε. Δεν είχαν κάτι οι δυο τους. Δεν υπήρχε λόγος να μην συζητάνε τέτοια θέματα.
«Μάλιστα» επέμεινε ο Τρόι. Την κοιτούσε με ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει.
«Και θα περάσει κατά τις 6.30. Θέλω ένα μισάωρο να ντυθώ και να βαφτώ. Έχω κάνει μπάνιο ευτυχώς και έχω φτιάξει τα μαλλιά μου» άρχισε να μονολογεί χωρίς να ελέγχει τι έλεγε.
«Μάλιστα» είπε ο Τρόι μηχανικά.
«Έχεις να πεις κάτι άλλο εκτός από μάλιστα;» ρώτησε η Σάρλοτ με μια δόση χιούμορ.
«Πού θα πάτε;» ρώτησε στεγνά.
«Σε ένα εστιατόριο στο Μπέρλινγτον» είπε αδιάφορα η Σάρλοτ.
«Θα κάνει μία ώρα δρόμο για να σε πάρει, θα σε πάει στο Μπέρλινγκτον και μετά θα σε γυρίσει; Μάλλον σε γουστάρει πολύ» είπε εκείνος καυστικά.
«Γιατί όχι;» ρώτησε η Σάρλοτ υπεροπτικά. «Δε μου αξίζει;» τον προκάλεσε.
«Φυσικά, φυσικά» είπε ο Τρόι βιαστικά. «Απλώς ελπίζω να θυμάσαι ότι οι άντρες έχουν μόνο ένα πράγμα στο μυαλό τους όταν δειπνούν με μια όμορφη γυναίκα» της είπε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.
«Κι εσύ;» ρώτησε η Σάρλοτ πριν το σκεφτεί. Ούτε ο Τρόι πρέπει να είχε συνειδητοποιήσει τι είχε ξεστομίσει, γιατί ξαφνικά σταμάτησαν και οι δύο να μιλάνε, να αναπνέουν, με τα πιρούνια και τα ποτήρια μετέωρα.
 Η Σάρλοτ κατέβασε τα μάτια και όταν τα ξανανέβασε, το βλέμμα του Τρόι ήταν ακόμα εκεί, καρφωμένο πάνω της, καυτό και διαπεραστικό. Της μιλούσε με κάθε τρόπο εκτός από λόγια. Και αυτό που της έλεγε ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει.
Τα μάγουλά της είχαν πάρει φωτιά αλλά εκείνος δεν τη λυπόταν. Ανηλεής, αμείλικτος, αδυσώπητος. Το βλέμμα του δεν την άφησε δευτερόλεπτο ήρεμη. Να ανασυνταχθεί. Να μαζέψει αυτό που είχε πει. Τώρα κοιτούσε το στόμα της. Ένιωθε γυμνή μπροστά του. Ανατρίχιασε στην ιδέα του πόσο αδύναμη ήταν. Ο Τρόι έπαιζε με το μυαλό της αυτή τη στιγμή. Την μαγνήτιζε, της έκανε έρωτα. Κι εκείνη καθόταν εκεί, αμέτοχη, και απολάμβανε το…χάδι του. Της έκανε επίδειξη δύναμης κι εκείνη ήταν η πιο πρόθυμη παλλακίδα.
«Κι εγώ» ψιθύρισε εκείνος και η Σάρλοτ νόμισε ότι το φαντάστηκε. Αλλά το είχε πει.
«Ε…» ψέλλισε εκείνη προσπαθώντας να αλλάξει κλίμα. Είχε πέσει στην ίδια την παγίδα της. «Έφαγες να μαζέψω;» τον ρώτησε και σηκώθηκε και πήρε το πιάτο της για να το πάει στον νεροχύτη. Ο Τρόι τής έπιασε τον καρπό και την ανάγκασε να μείνει ακίνητη. Έπειτα σηκώθηκε και αυτός. Χωρίς να αφήνει το χέρι της. Η Σάρλοτ τον κοίταξε προσεκτικά. Ήταν πολύ γοητευτικός παρόλο που φορούσε ένα φούτερ και τζιν. Και τα μάτια του απόψε είχαν μια παράξενη λάμψη…Κάθε μέρα της έμοιαζε και πιο όμορφος. Τι ήταν αυτό που της συνέβαινε; Την είχε μαγέψει;

Την είχε πλησιάσει τόσο, που ήταν σίγουρη ότι θα τη φιλούσε. Είχε αρχίσει να περνάει ενστικτωδώς τη γλώσσα της πάνω από τα χείλη της όταν το στόμα του πλησίασε το αυτί της.
«Όση ώρα είσαι με αυτόν τον γελοίο απόψε» της είπε βραχνά «θέλω να σκέφτεσαι τι θα κάναμε μαζί, απόψε, στο δωμάτιό μου».

Η Σάρλοτ έμεινε ακίνητη, ακόμα και όταν έφυγε. Μόνο μετά από μερικά δευτερόλεπτα, άρχισε να αναπνέει και να κινείται.

Δεν πρόλαβε να του απαντήσει. Όχι ότι θα του έλεγε και κάτι έξυπνο δηλαδή.

Γιατί αυτό που της είπε, είχε ήδη καρφωθεί στο μυαλό της. 

refined male thoughts

Μου φωνάζει; Μου αρέσει. Με προσβάλλει; Μου αρέσει. Μου χαμογελάει; Μου αρέσει. ‘Ο,τι και να κάνει μου αρέσει. Το μόνο που δεν μου αρέσει είναι αυτός ο Φρανκ. Ποιος είναι αυτός ο γελοίος και τι θέλει από εκείνη; Σίγουρα να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Όχι ότι τον αδικώ κιόλας. Δεν είναι στραβός ο άνθρωπος. Αλλά μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να την αγγίξει, φλερτάρω με την ιδέα να τον διαμελίσω.

Τη σκέφτομαι συνεχώς σχεδόν από την πρώτη μέρα που την είδα. Αλλά αυτή η κουβέντα που μου είπε…Μου τριβελίζει το μυαλό. Ήταν εκείνες τις μέρες που ήταν νευριασμένη.  Μου είπε ότι δεν είμαι ικανός να την κρατήσω. Είμαι ικανός. Αλλά ξέρω ότι θα την κάνω δυστυχισμένη. Αν της αρέσω, που πρέπει λιγάκι να της αρέσω, μπορώ να την κάνω να μας δώσει μια ευκαιρία. Ξέρω τον τρόπο. Δύσκολα οι γυναίκες μού λένε όχι. Αλλά το θέμα είναι το μετά. Τι θα την έκανα μετά; Δεν μπορώ να υποχρεώσω μια γυναίκα σαν και τη Σάρλοτ να μείνει ούτε ένα μήνα μετά το πέρας του εξαμήνου σε αυτό το ράντσο. Αυτή αξίζει κάτι καλύτερο. Ένα κοσμοπολίτικο μέρος, με πρόσβαση σε κάθε περιποίηση, σε κάθε υπηρεσία και ευκολία που βάζει το μυαλό της. Δεν μπορώ να της τα προσφέρω όλα αυτά. Οπότε δεν υπήρχε καν λόγος να προσπαθήσω.

Γιατί ήταν θυμωμένη μαζί μου; Αυτό το ερώτημα κοντεύει να με τρελάνει. Είναι εμφανές ότι κάτι έφταιγε. Δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που είναι απλώς παράλογη.  Δεν είναι υστερική και κυκλοθυμική. Κάτι είχε συμβεί. Μήπως της είχε πει κανείς τίποτα; Μήπως την είχε προσβάλει κανείς; Αλλά και πάλι, γιατί ήταν θυμωμένη μαζί μου; Δεν θέλω να είναι θυμωμένη μαζί μου. Παρόλο που είναι θεσπέσια όταν θυμώνει και εκτοξεύει προσβολές, δε θέλω να νιώθει έτσι. Και κυρίως, δε θέλω να ακούω τη γνώμη της για μένα. Γιατί δεν είναι και πολύ καλή. Και τι δε μου έσυρε.
Με χαρακτήρισε από αμόρφωτο ως αγενή, από άξεστο ως σατράπη, από φτωχαδάκι ως ασόβαρο. Άραγε εννοούσε κάποιο από αυτά; Δεν είχαν έρεισμα. Έχω κάποια μειονεκτήματα και τα γνωρίζω αλλά δεν είμαι αμόρφωτος. Δεν είμαι άξεστος. Δεν είμαι αγενής και σατράπης. Και λεφτά έχω τόσα όσα για να ζήσω άνετα κι εγώ και τρεις γενιές μετά από εμένα. Καλά είμαι. Γιατί χρειάζομαι την επιβεβαίωσή της;

Γιατί αν περάσει μια μέρα και δεν την δω, τη θεωρώ χαμένη. Γιατί μπαίνει στο σπίτι και νιώθω τη θερμοκρασία να ανεβαίνει. Γιατί έχει κάνει το σπίτι μου σπιτικό και ανυπομονώ κάθε απόγευμα να γυρίσω και να τη βρω στον καναπέ να βάφει τα νύχια της ενώ χαζεύει τηλεόραση.

Έχω μπερδευτεί τελείως. Ο,τι αποφάσεις είχα πάρει, ό,τι αρχές είχα ως άντρας, τις έχω ξεχάσει όλες. Και αυτό με το Τέξας...Τι φωτοβολίδα ήταν αυτή; Η Ελίζαμπεθ έπρεπε να έρθει. Και είναι πολύ άσχημο εκ μέρους της που δεν έρχεται ποτέ. Τι σόι βοηθός είναι αυτή, ποτέ δεν κατάλαβα. Κακή επιλογή που την προσέλαβα για να μη χαλάσω χατίρι στους γονείς της, ακόμα χειρότερη επιλογή να κάνουμε σχέση και ακόμα τρισχειρότερη να την κρατάω παρόλο που είναι λίγο πλημμελής με τα καθήκοντά της.

Τι πήγα κι έκανα και την κάλεσα στο Τέξας; Τέσσερις ατελείωτες μέρες μαζί…
Τέσσερις μέρες μόνοι σε έναν ξένον τόπο. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς θα ήταν μια ευκαιρία να την ξεμοναχιάσω. Μια ευκαιρία να ξεχάσει τις άμυνές της, αν έχει, και να ζήσουμε ένα μίνι ειδύλλιο.

Μα τι σκέφτομαι; Είναι η κόρη του Λούκας. Πόσες φορές πρέπει να το επαναλάβω από μέσα μου σαν μάντρα; Δεν είναι για μένα. Και κυρίως δεν είμαι εγώ για εκείνη. Το μόνο που θα κερδίζαμε από μια πιθανή σχέση θα ήταν φοβερό σεξ. Γιατί αυτό είναι εγγυημένο. Είναι παθιασμένη γυναίκα, ενθουσιώδης και ακομπλεξάριστη. Είμαι σίγουρος ότι στο κρεβάτι θα είναι αυτό που δείχνει. Μια παθιασμένη τίγρης.


Άντε πάλι στο ντους. Λέπια θα βγάλω. 

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 33-ετοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη σου

Η Σάρλοτ παρακολουθούσε μια συζήτηση μεταξύ του Τρόι και της Ελίζαμπεθ που είχε εξελιχθεί σε ένα συγκρατημένο καβγά. Τους είχε βρει τη Δευτέρα το απόγευμα να συζητούν στην κουζίνα και όταν προσπάθησε να πάει πάνω για να τους αφήσει μόνους ο Τρόι τη σταμάτησε. «Κάτσε εδώ μαζί μας να μας πεις κι εσύ μια γνώμη» της είχε πει αλλά εδώ και δέκα λεπτά απλώς τους άκουγε να συζητάνε και δεν συμμετείχε καθόλου.

Είχε περάσει καλά στο ραντεβού με τον Φρανκ και είχαν ξανακανονίσει να βρεθούν την Τρίτη. Ο Τρόι έδειχνε λίγο πιο νευρικός από το Σάββατο, αλλά εκείνη, αντίθετα, είχε αρχίσει να μαλακώνει. Του είχε φερθεί πολύ άδικα τόσες μέρες. Την είχε πληγώσει, ναι, αλλά δεν το ήξερε. Τι έφταιγε αυτός που εκείνη είχε αρχίσει να σχηματίζει στο μυαλό της ρομαντικές ιδέες; Είχε προσπαθήσει να μείνει μόνη της μαζί του για να του ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά της αλλά δεν τα κατάφερε. Και τώρα, ενώπιον αυτής της θερμής συζήτησης, δεν μπορούσε να του εκφράσει τη λύπη της. Όχι ότι της είχε περάσει η απογοήτευση που ένιωθε, απλώς είχε μετουσιωθεί σε κάτι πιο ήπιο. Ο Τρόι δεν έφταιγε. Ούτε η Ελίζαμπεθ. Ο εαυτός της έφταιγε. Μόνο αυτός.

«Ελίζαμπεθ, καταλαβαίνεις ότι χρειάζομαι βοήθεια. Δεν μπορώ να πάω μόνος μου» τον άκουσε να λέει. Για δεύτερη φορά.
«Πάντα μόνος σου πας, Τρόι» απάντησε ήρεμα η Ελίζαμπεθ.
«Μα φέτος θα έχω και συναντήσεις. Δεν είναι μόνο το ροντέο!» φώναξε εκείνος. «Και διάολε, είσαι η βοηθός μου!».
«Τρόι, αν επιμένεις, θα έρθω. Απλώς έχω πολλές δουλειές εδώ στο ράντσο. Με τα λογιστικά, ξέρεις. Είναι αυτό το έλλειμμα…» είπε η Ελίζαμπεθ εμφανώς λυπημένη με το θέμα.
«Τρόι, εγώ μπορώ να…βοηθήσω αν χρειαστεί να λείψει η Ελίζαμπεθ. Ξέρω από λογιστική» είπε ξαφνικά η Σάρλοτ και ο Τρόι και η Ελίζαμπεθ γύρισαν προς το μέρος της. Και την κοίταξαν. Και για μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα δεν είπε κανείς τίποτα.
«Όχι, όχι, δε θα χρειαστεί» είπε η Ελίζαμπεθ. «Θα τα ετοιμάσω όλα και θα πάρω μαζί μου τα αρχεία» συμπλήρωσε βιαστικά αλλά ο Τρόι δεν την άκουγε.
«Σάρλοτ» είπε εκείνος και την κοίταξε ξανά. Η Σάρλοτ ένιωσε παράξενα. Δεν της άρεσε που ήταν παρούσα σε μια τέτοια άβολη συζήτηση. Ήθελε να φύγει. Να τους αφήσει να τα βρουν μόνοι τους.  «Έχω μια ιδέα» της είπε.
«Τι είναι, Τρόι; Μας έχει φάει η αγωνία» του είπε η Σάρλοτ μεταξύ σοβαρού κι αστείου.
«Θα έρθεις εσύ» της είπε και η Σάρλοτ γούρλωσε τα μάτια της.
«Πού; Δεν ξέρω καν τι συζητάτε» του είπε απορημένη. Η Ελίζαμπεθ ξεκίνησε να λέει κάτι αλλά ο Τρόι τη σταμάτησε με ένα νεύμα.
«Από 12 μέχρι 15 Φεβρουαρίου είναι στο Τέξας η ετήσια συνάντηση ροντέο. Πάμε εκεί, κάνουμε ροντέο και γενικά κάνουμε λόμπι» της εξήγησε.
«Λόμπι;» είπε η Σάρλοτ και ξεκαρδίστηκε. Ο Τρόι γέλασε και αυτός λιγάκι.
«Θα εκπλαγείς αν έρθεις. Γίνονται φοβερές γνωριμίες και συζητήσεις σε αυτό το γεγονός. Πάω πάντα μόνος γιατί η Ελίζαμπεθ δε θέλει να πάει στο Τέξας».
«Μα είναι βαρετά» διαμαρτυρήθηκε δραματικά η Ελίζαμπεθ και η Σάρλοτ σκέφτηκε πώς είναι δυνατόν να είναι οπουδήποτε βαρετά όταν ήταν και ο Τρόι εκεί. Και αμέσως μετά ντράπηκε για τη σκέψη της.
«Χρειάζομαι κάποια να με συνοδεύει στις επαγγελματικές συζητήσεις. Εσύ, αν δεν κάνω λάθος, ξέρεις από τέτοια. Σωστά;» τη ρώτησε. Η Σάρλοτ έγνεψε θετικά.
«Θα μείνουμε τέσσερις μέρες εκεί, θα διαγωνιστώ, θα κάνουμε γνωριμίες, θα παραγγείλουμε ζώα αν μας ενδιαφέρει κάτι και θα γυρίσουμε. Τι λες;» τη ρώτησε. «Μπορείς να ζήσεις τέσσερις μέρες μακριά από το ράντσο;».
«Μπορώ να το σκεφτώ;» ρώτησε δειλά.
«Τι να σκεφτείς, Σάρλοτ;» ρώτησε εκείνος απρόθυμα.
«Δε μου πάει το καρώ» του είπε και του έβγαλε τη γλώσσα. Ο Τρόι ξεκαρδίστηκε στα γέλια και η Σάρλοτ βρήκε ευκαιρία να ξεγλιστρήσει.

Άκουσε από το δωμάτιό της τη συζήτηση μεταξύ Τρόι και Ελίζαμπεθ να συνεχίζεται σε πιο έντονους τόνους αλλά  δεν έδωσε σημασία. Της άρεσε η ιδέα να ταξιδέψει σε ένα μέρος όπου δεν είχε ξαναπάει και μάλιστα να το ζήσει όσο πιο…παραδοσιακά γινόταν. Και επιτέλους θα είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι λίγο πιο κοντά σε αυτό που ήξερε να κάνει.

Άκουσε την πόρτα της να χτυπάει και βρήκε τον Τρόι απ’ έξω. Στεκόταν, ως συνήθως, στηριγμένος με το ένα μπράτσο στο κάσωμα.
«Σε ευχαριστώ πολύ» της είπε απλά κι εκείνη του χαμογέλασε.
«Παρακαλώ, Τρόι» είπε.
«Βλέπω ότι έχει φτιάξει το κέφι σου» είπε εκείνος ουδέτερα.
«Αναθεώρησα μερικά πράγματα» απάντησε η Σάρλοτ.
«Φταίει…ο φίλος σου;» ρώτησε ο Τρόι αργά.
«Όχι μόνος αυτός, αλλά και αυτός» τον προκάλεσε εκείνη. «Είναι ωραίο να απολαμβάνεις την προσοχή ενός άντρα».
«Δηλαδή σου έλειπε η προσοχή τόσο καιρό;» ξίνισε τη μούρη του εκείνος.
«Ας πούμε ναι».
«Καλώς» απάντησε εκείνος και έσφιξε τη γροθιά του.

Η Σάρλοτ τού χαμογέλασε πλατιά και αφού τον αποχαιρέτησε ευγενικά έκλεισε την πόρτα πίσω της. Τι συναισθηματικό τρενάκι του τρόμου ήταν αυτό;


Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι και τεντώθηκε σαν γάτα. Δεν μπορούσε να του χαλάσει χατίρι. Απλά δεν μπορούσε. 

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 32-Pride and Stubbornness

Αυτοί οι πονοκέφαλοι με έχουν καταβάλει τελείως, σκέφτηκε η Σάρλοτ καναδυο μέρες μετά. Είχε συχνά πονοκεφάλους, αλλά τον τελευταίο καιρό είχαν επιδεινωθεί. Ξυπνούσε σχεδόν καθημερινά με ένα κεφάλι βαρύ σαν πέτρα και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Αλλά το βάρος στο κεφάλι της δε συγκρινόταν με το βάρος που είχε στην καρδιά. Το μόνο που της έδινε πια χαρά ήταν να καλπάζει για ώρες με τον Νοέλ, ο οποίος εντωμεταξύ είχε γίνει πιο συνεργάσιμος, και το να τσακώνεται με τον Τρόι. Και τι δεν του είχε πει εδώ και μερικές μέρες. Τον είχε προσβάλει με κάθε τρόπο. Άμεσα ή έμμεσα. Για τη μόρφωσή του. Για την περιουσία του. Για…τα προσόντα του. Για την εμφάνισή του.

Η συμπεριφορά της ήταν παιδαριώδης. Το ήξερε. Αλλά δεν είχε άλλον τρόπο να το αντιμετωπίσει. Κάθε φορά που τον έβλεπε, θυμόταν το αυτάρεσκο βλέμμα της Ελίζαμπεθ εκείνο το πρωί. Το δέρμα της έλαμπε μέσα στο μαύρο σατέν. Κάθε βράδυ την έβλεπε στον ύπνο της μαζί με τον Τρόι να κάνουν έρωτα και να γελάνε αγκαλιασμένοι εις βάρος της. Αλλά δεν μπορούσε να ζει άλλο μέσα σε αυτήν την παράνοια. Η Βίβι την είχε συμβουλεύσει να αλλάξει ρότα. Της τα είχε πει όλα. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε πράξει σωστά γιατί η Βίβι ήξερε τον Τρόι και η κοινωνία στο Λιλ Χέβεν ήταν πολύ κλειστή. Η παραμικρή κουβέντα της φίλης της σε κάποιον θα είχε ως αποτέλεσμα να μαθευτεί το μυστικό της σε όλο το χωριό. Αλλά εμπιστεύτηκε το ένστικτό της ότι η Βίβι είναι ακέραιος και ντόμπρος άνθρωπος. Κάπου έπρεπε να μιλήσει. Να βγάλει από μέσα της τα όσα ένιωθε. Η Βίβι γέλασε όταν άκουσε την αλήθεια. Της είπε ότι ο Τρόι ήταν πολύ γοητευτικός και δεν την αδικούσε που είχε μπερδέψει τόσο τα συναισθήματά της. Της πρότεινε όμως να σταματήσει να ασχολείται μαζί του εφόσον είχε σχέση και να αρχίσει να βγαίνει ώστε να ξεχάσει και αυτό το ελάχιστο τσιμπηματάκι που ένιωθε. Η Σάρλοτ είχε συμφωνήσει χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό και η Βίβι είχε κανονίσει να βγουν μαζί με τον Κρίστιαν και ένα φίλο του από το Μπέρλινγκτον. Την είχε διαβεβαιώσει ότι ο Φρανκ, ο φίλος του Κρίστιαν, ήταν πολύ ενδιαφέρων και γοητευτικός άντρας. Η Σάρλοτ τα άκουσε όλα αυτά με παγερή αδιαφορία αλλά προσπάθησε να μην απογοητεύσει τη φίλη της με την μελαγχολία της.

Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν έξι. Σήμερα ήταν Σάββατο και δεν είχε δουλειά. Είχε πάει στον στάβλο εθελοντικά για να ταΐσει τα άλογα, είχε μαγειρέψει και είχε αφήσει φαγητό για τον Τρόι στο φούρνο. Μετά είχε κλειστεί στο δωμάτιό της για να μην δει κανέναν και…τίποτα. Δε θα άντεχε άλλο τρυφερό ενσταντανέ. Οι φίλοι της θα περνούσαν να την πάρουν κατά τις εφτά κι εκείνη δεν είχε ετοιμαστεί ακόμα. Δεν είχε ιδέα πού θα πήγαιναν και τι έπρεπε να βάλει. Ίσως κάποιο τζιν με ένα ωραίο τοπ, για να είναι σίγουρα καλοντυμένη για κάθε περίσταση. Εκτός και αν πήγαιναν στην όπερα φυσικά!

Άκουσε ομιλίες έξω από την πόρτα της. Ο Τρόι περπατούσε στο διάδρομο και μιλούσε στο κινητό του. Είχε τρεις μέρες να τον ακούσει. Και να τον δει. Από την τελευταία μέρα που τον είχε λούσει με προσβολές, τον απέφευγε και την απέφευγε κι εκείνος. Τον είχε ξαναπετύχει άλλη μια φορά στο σπίτι αλλά τον αγνόησε όταν τη ρώτησε αν έχει φάει.

Βούρτσισε με μανία τα μαλλιά της και φόρεσε ένα στενό τζιν. Δηλαδή ένα πρώην στενό τζιν. Γιατί μάλλον είχε χάσει δύο τρία κιλάκια. Έβγαλε το τζιν και φόρεσε ένα μίνι φόρεμα με μαύρο οπάκ καλσόν. Καλύτερα, σκέφτηκε. Ψεκάστηκε με το άρωμά της και πέρασε ένα παχύ στρώμα μάσκαρα στις βλεφαρίδες της και με ένα μπορντό κραγιόν τα γεμάτα χείλη της. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τι έλειπε; Α ναι! Ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια , ψηλές γόβες και ήταν έτοιμη.

Βγήκε από το δωμάτιό της νυχοπατώντας για να μην την ακούσει εκείνος. Ήταν μόνοι στο σπίτι. Κατέβηκε σιγά σιγά στον κάτω όροφο και εκεί περίμενε την παρέα της. Έξω χιόνιζε πολύ. Πάρα πολύ.

«Δεν έχεις κάτι πιο ζεστό να φορέσεις;» άκουσε την βραχνή φωνή του Τρόι πίσω της. Διάολε, την είχε μυριστεί.
«Θα βάλω ένα μακρύ παλτό» του είπε, κοιτώντας έξω από το παράθυρο.
«Πού θα πας;» τη ρώτησε και την πλησίασε. Η Σάρλοτ δεν κουνήθηκε. Δε γύρισε προς το μέρος του.
«Θα βγω με τη Βίβι, τον Κρίστιαν και ένα φίλο του» είπε αδιάφορα.
«Ραντεβού;» είπε εκείνος απότομα και τη γύρισε προς το μέρος του.

«Τρόι, άσε με ήσυχη» του είπε και τράβηξε τον αγκώνα της. «Άντε να αρμέξεις καμιά αγελάδα σε παρακαλώ» ειρωνεύτηκε.
«Έχω την ευθύνη σου!» της είπε αυστηρά. «Ποιος είναι αυτός που θα βγεις;» επέμεινε.
«Σου είπα, Τρόι» του είπε και τον κοίταξε για πρώτη φορά προσεκτικά. Φορούσε το ζιβάγκο της. Πόσο του πήγαινε, Θεέ μου…Η καρδιά της έλιωσε στο στήθος της. «Ο Φρανκ είναι χρηματιστής και δουλεύει στο Μπέρλινγκτον. Είναι 29 χρονών και είναι Ταύρος. Τι άλλο θες να μάθεις;».
«Δεν…δεν ξέρω. Είσαι λίγο ακατάλληλα ντυμένη για πρώτο ραντεβού» της είπε και έδειξε με το χέρι του το κοντό φόρεμά της.
«Τρόι» είπε εκείνη με τα χέρια στη μέση «σκοπός είναι να του αρέσω». Από μέσα της γέλασε. Σε ποιον;  Της φώναξε η συνείδησή της.
«Και με ένα παντελόνι δεν θα του άρεσες;» ρώτησε εκείνος.
«Ωχ όρεξη έχεις; Αυτό θέλω να βάλω και αυτό θα βάλω. Άλλωστε με τον Φρανκ θα βγω. Όχι μαζί σου» του είπε. Ο Τρόι δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταξε λιγάκι με τα χέρια στις τσέπες του τζιν του. Η Σάρλοτ δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Αναπόφευκτα τον κοίταξε κι αυτή στα μάτια.
«Εγώ δε βγαίνω με γυναίκες που φοράνε τόσο προκλητικά ρούχα» της είπε ήρεμα.
«Ναι, βέβαια. Εσύ βγαίνεις μόνο με γυναίκες που φοράνε σεμνές φούστες Michael Kors αγορασμένες με τον τίμιο ιδρώτα τους» του πέταξε πριν προλάβει να το καλοσκεφτεί.
«Τι στο διάολο σημαίνει αυτό;»
«Τίποτα» είπε η Σάρλοτ παγερά.
«Αν δε μου πεις, δε θα σε αφήσω να φύγεις» της είπε εκείνος και την έπιασε από τους ώμους σφικτά.
«Θα με αφήσεις να φύγω» του είπε θλιμμένη, κοιτώντας τον σταθερά. «Θα με αφήσεις να φύγω».
«Πού το ξέρεις;» τη ρώτησε βραχνά, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Το κεφάλι του έγειρε προς το δικό της. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. ‘Ήθελε να απλώσει το χέρι της και να τον χαϊδέψει, αλλά δεν το έκανε. Δεν ήταν δικός της. Ήταν κάποιας άλλης.

«Θα με αφήσεις να φύγω» του είπε πικρά «γιατί πολύ απλά δεν είσαι ικανός να με κρατήσεις» ψέλλισε και του γύρισε ξανά την πλάτη.  

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

κεφάλαιο 31-Περί φτυαρίσματος κοπριάς και άλλων δαιμονίων

«Δε με νοιάζει καθόλου» ούρλιαξε για τρίτη φορά η Σάρλοτ. «Εγώ κοπριά δε φτυαρίζω» είπε αποφασιστικά και σήκωσε τη μύτη της.
«Και γιατί παρακαλώ;» την ειρωνεύτηκε ο Τρόι; Τον είχε ενημερώσει ο Πίτερ για την απροθυμία της να συνεργαστεί και εκείνος είχε σπεύσει καβάλα στο άλογο σαν ιππότης σε παράκρουση να λύσει το πρόβλημα.
«Γιατί δε γουστάρω!» είπε εκείνη δυναμικά. «Κοπριά δε φτυαρίζω».
«Μα είναι δουλειά σου» είπε εκείνος ήρεμα.
«Κανείς άλλος δεν την κάνει. Έχουμε έκτακτους γι’ αυτό. Ας φτυαρίσει κάποιος άλλος. Γιατί εγώ;»
«Γιατί οι άλλοι το έχουν κάνει χρόνια πριν τους δώσω συγκεκριμένο τομέα απασχόλησης. Γιατί εσύ δεν το έχεις κάνει ποτέ. Και γιατί σου το είπα εγώ» είπε τελικά και πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να προσπαθούσε να συγκρατηθεί και να μη συνεχίσει.
«Και ποιος είσαι εσύ, Τρόι;» γέλασε η Σάρλοτ ενώ επιθεωρούσε τα νύχια της με περίσσιο ενδιαφέρον. «Δηλαδή τι περισσότερο από ένας πετυχημένος ευεργετηθείς του πατέρα μου».

Ο Τρόι έκανε ένα βήμα πίσω και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος του. Άρχισε να περπατάει νευρικά πάνω κάτω μπροστά της. Βρίσκονταν έξω από το στάβλο και παρόλο που χιόνιζε και η Σάρλοτ είχε παγώσει από την ακινησία δεν του έδειχνε πόσο άβολα ένιωθε.
«Τι στο καλό έχεις πάθει; Μου λες;» τη ρώτησε ξαφνικά και την κοίταξε με τις αγριοματάρες του. «Εδώ και τρεις βδομάδες, από εκείνη τη ρημάδα την εκδρομή στο βουνό, έχεις γίνει άλλος άνθρωπος!» της φώναξε αλλά η Σάρλοτ ούτε που βλεφάρισε.
«Δε συνεργάζεσαι μαζί μου καθόλου. Είσαι απόμακρη. Αργείς στη δουλειά και λείπεις συνεχώς από το σπίτι τα απογεύματα. Τι στο καλό συμβαίνει; Είσαι άρρωστη;» ρώτησε με ανησυχία. Ειλικρινή ή όχι, η Σάρλοτ δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Ποτέ με αυτόν τον άντρα.
«Δε με ενδιαφέρει να συνεργαστώ μαζί σου, δεν είμαι απόμακρη, δεν αργώ στη δουλειά και όντως λείπω από το σπίτι τα απογεύματα. Σου αντιστοιχούν οκτώ ώρες από τη μέρα μου. Ούτε λεπτό παραπάνω».
«Δε θέλω τα…λεπτά σου» της είπε απόλυτα ήρεμα.  Η Σάρλοτ όμως ένιωσε σαν να της έριχνε οινόπνευμα στις πληγές της. Και φυσικά δεν ήθελε το χρόνο της. Είχε την αφοσίωση της Barbie. «Θέλω να είσαι τυπική και συνεργάσιμη».
«Είμαι»
«Δεν είσαι».
«Δεν ξέρω τι θες από μένα» είπε η Σάρλοτ και του γύρισε την πλάτη. Ο Τρόι την άρπαξε από το αγκώνα και τη γύρισε προς το μέρος του. Η Σάρλοτ τον κοίταξε με ένα ψεύτικο βλέμμα βαρεμάρας και αδιαφορίας. «Τι είναι πάλι;»
«Πες μου τι έχεις» επέμεινε εκείνος.
«Ραντεβού για μανικιούρ σήμερα. Και το φτυάρισμα δε θα κάνει καλό στα χέρια μου» του είπε ήρεμα.
«Σάρλοτ, δε θα ανεχτώ τη συμπεριφορά σου για καιρό. Δε σε αναγνωρίζω. Εσύ ήσουν πιο…μειλίχια. Τι έπαθες; Πάνε τρεις βδομάδες. Αποκλείεται να έχεις τόσο καιρό περίοδο!» της είπε και όταν την είδε να κοκκινίζει συνέχισε. «Ακόμα και η επίσκεψη του πατέρα σου δε σου άλλαξε το κέφι!»
«Γιατί να μου το αλλάξει; Που ήρθε ΜΕΤΑ τις γιορτές για τρεις μέρες και τις πέρασε σχεδόν όλες μαζί σου;»
«Αυτό είναι, Σάρλοτ;» ρώτησε εκείνος έκπληκτος. «Σε πείραξε που πέρασα χρόνο με τον πατέρα σου; Ο πατέρας σου είναι πολύ καλός μου φίλος. Συγγνώμη αν ένιωσες ότι σε παραμέλησε με κάποιον τρόπο» είπε λίγο πιο ήρεμα.
«Όχι, εντάξει, δεν έχω παράπονο. Πήγαμε και τις βόλτες μας, φάγαμε και δύο φορές μαζί. Μην είμαστε και υπερβολικοί» ειρωνεύτηκε.
«Έχεις άδικο. Μπορεί να με συμπαθεί αλλά εσένα σε λατρεύει. Αυτό είναι που σε έχει κάνει έτσι;»
«Όχι, δεν είναι αυτό» είπε σκεπτική.
«Χα! Ώστε κάτι υπάρχει» είπε εκείνος θριαμβευτικά.
«Ντετέκτιβ Πουαρό, μπορώ να συνεχίσω τη δουλειά μου;» τον ρώτησε με το χέρι στη μέση.
«Φυσικά. Η κοπριά χρειάζεται φτυάρισμα» την προκάλεσε εκείνος.
«Το φτυάρι είναι εκεί» του είπε και άρχισε να περπατάει προς το στάβλο. Ο Τρόι την πρόλαβε.
«Γιατί δεν με υπακούς ποτέ;» τη ρώτησε.
«Δεν είμαι προγραμματισμένη να υπακούω, Τρόι» του είπε. «Λυπάμαι που δε μοιάζω με τις γυναίκες με τις οποίες έχεις συνηθίσει να συναναστρέφεσαι».
«Δε φοβάσαι μήπως πάρεις πόδι από εδώ;» την ρώτησε και μόνο τότε η Σάρλοτ κατάλαβε πόσο τον είχε εκνευρίσει. Τόσες μέρες έκανε του κεφαλιού της. Όχι επίτηδες. Απλά δεν είχε καμία όρεξη να τον βλέπει. Εκείνον ή την Ελίζαμπεθ. ‘Η να κάνει αυτό που της λέει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που της συνέβαινε. Απλώς όλα όσα είχε νιώσει μέχρι…εκείνο το πρωινό…είχαν γίνει κάτι άλλο. Αηδία, απέχθεια, ζήλια.
«Ξέρεις γιατί ήρθα;» τον ρώτησε με τον δείχτη της να ακουμπάει στο σκληρό στέρνο του. «Γιατί ο πατέρας μου θα μου δώσει το κεφάλαιο για να φτιάξω ένα ξενοδοχείο αν μείνω έξι μήνες εδώ» του είπε και ο Τρόι έγνεψε καταφατικά. «Πιστεύεις ότι αν με διώξεις, και ο πατέρας μου μου αρνηθεί το κεφάλαιο, θα πεινάσω;» γέλασε υπεροπτικά. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. «Η ζωή μου στη Δυτική Ακτή είναι από μόνη της ονειρεμένη. Δε θα σκάσω αν δε γίνω και επιχειρηματίας. Άλλωστε έχω μια τεράστια περιουσία στη διάθεσή μου. Τεράστια όμως. Όχι ένα ράντσο και μερικά γίδια» του είπε χαμογελώντας ειρωνικά.

Ο Τρόι δε μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Σάρλοτ μέτρησε πέντε αναπνοές. Βαθιές. Τον είχε εκνευρίσει. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ακόμα και ο εκνευρισμός που του είχε προκαλέσει με τις προσβολές της δεν συγκρινόταν με αυτό που ένιωθε εκείνη μέσα της τρεις βδομάδες τώρα. Ήξερε ότι δεν είχε δικαίωμα να νιώθει έτσι. Ένα ψιλοφλερτ είχαν, τώρα που το έβλεπε απ’ έξω. Μια δυο κουβέντες, τρία κοιτάγματα και πολλά υπονοούμενα. Δεν της είχε μιλήσει για κάτι παραπάνω. Το μόνο που της είχε πει ήταν ότι όταν αποφάσιζε τι ήθελε, θα την ενημέρωνε. Ε λοιπόν αποφάσισε. Ήθελε την Ελίζαμπεθ. Και την ενημέρωσε.


«Σάρλοτ, προσπαθείς να με προσβάλεις;» τη ρώτησε.
«Τρόι, είσαι πολύ έξυπνος!» του είπε και χειροκρότησε.
«Εντάξει» είπε εκείνος και σήκωσε τα χέρια ψηλά σε μια ένδειξη παραίτησης. «Με προσβάλλεις, με ειρωνεύεσαι, με κοροϊδεύεις, με αγνοείς» είπε. Η Σάρλοτ δεν απάντησε. Δε διαφωνούσε άλλωστε. «Σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα δεν θα το επέτρεπα αυτό. Αλλά σε αφήνω να ξεσπάσεις. Είναι εμφανές ότι νιώθεις ότι κάτι σου έχω κάνει. Εγώ μόνο. Γιατί με τους άλλους έχω παρατηρήσει ότι είσαι ευγενική. Όταν είσαι έτοιμη, έλα να μου μιλήσεις».

Η Σάρλοτ τον κοίταξε χωρίς να μιλάει. Τον αψηφούσε και του το έδειχνε.

«Κοίτα να δεις» του είπε τελικά. «Εμένα το μόνο που με νοιάζει είναι να μη φτυαρίσω. Όλα τα άλλα μου ακούγονται πολύ…πώς να το πω…ρομαντικά» συμπλήρωσε με μια δόση απέχθειας.

Ο Τρόι ανέβηκε στο άλογό του. «Μη φτυαρίσεις. Βοήθησε τον Μπομπ με τα κούτσουρα για το τζάκι» της πέταξε.
«Καλά» είπε η Σάρλοτ και ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

Ο Τρόι ξεφύσησε. Η συζήτηση είχε τελειώσει αλλά δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Η Σάρλοτ μισούσε που χαιρόταν γι’ αυτό.
«Υστερία είναι όλο αυτό;» τη ρώτησε τελικά, λίγο πριν τραβήξει τα γκέμια της Αστερόεσσας και εξαφανιστεί. «Γιατί ξέρω ένα τρόπο να σε ανακουφίσω».
«Ααα…Τρόι» του είπε εκείνη γλυκά. «Πολύ ευγενική η πρότασή σου. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή που δε δείχνω κάπως έτσι» συμπλήρωσε δείχνοντας με το δείχτη της το πρόσωπό της «θα το σκεφτώ».

Το γέλιο του ενώ κάλπαζε μακριά της τη συνόδευσε μέχρι που μπήκε στον στάβλο για να ταΐσει τον Νοέλ.



κεφάλαιο 30-the queen of my heart

Όλα τα ωραία τελειώνουν κάποια στιγμή, αναστέναξε η Σάρλοτ το πρωί της Πέμπτης. Το ημερολόγιο έδειχνε 2 Ιανουαρίου. Η ημέρα που θα έφευγαν από το βουνό για να επιτρέψουν στο ράντσο. Η Λουίζα είχε πετάξει μεταξύ σοβαρού κι αστείου να μείνουν άλλη μια μέρα αλλά ο Τρόι ήταν απόλυτος. Την Παρασκευή είχε δουλειές να κάνει στα γραφεία στο Μπέρλινγκτον και ο Καρίμ τον είχε ενημερώσει ότι είχε προκύψει ένα πρόβλημα με την παραγγελία των ισλανδικών προβάτων και έπρεπε να είναι εκεί ο Τζόναθαν για να κάνει μερικές μετατροπές στους στάβλους τώρα που έρχονταν 20 επιπλέον κεφάλια.

Η Σάρλοτ σηκώθηκε κατά τις έξι και είκοσι με βαριά καρδιά. Θα έφευγαν το μεσημέρι, οπότε δεν είχε πάνω από τρεις καθαρές ώρες στη διάθεσή της για σκι. Είχε ξυπνήσει τόσο νωρίς, πιο νωρίς από όλους τους άλλους αν έκρινε σωστά από την απόλυτη σιγή στο σπίτι, για να ετοιμάσει τη βαλίτσα της. Έτσι ήταν από μικρή. Ετοίμαζε τη βαλίτσα της έγκαιρα, έπλενε τα πιάτα πριν πέσει για ύπνο, έστρωνε το κρεβάτι της με το που σηκωνόταν το πρωί.

Δεν είχε κέφι. Η συζήτηση με τον Τρόι την είχε μπερδέψει τόσο πολύ και την είχε κάνει να νιώθει τόσο δυσάρεστα που το βράδυ δεν κοιμήθηκε τόσο καλά. Είχε και το άγχος ότι πλησίαζε η μέρα που θα έβλεπε ξανά τον πατέρα της, είχε και τον Τρόι στο διπλανό δωμάτιο…δε θέλει πολύ ο άνθρωπος. Πέρασε το βράδυ να χαζεύει εκπομπές τηλεμάρκετινγκ και να φλερτάρει με την ιδέα να παραγγείλει μια ολόσωμη ρόμπα για το σπίτι.

Ενώ έβαζε τα λιγοστά της ρούχα στη βαλίτσα και άφηνε έξω μια αλλαξιά για το ταξίδι, σκεφτόταν όσα είχε πει με τον Τρόι. Δεν μπορεί να είχε κάνει λάθος. Υπήρχε ένα φλερτ. Γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Αλλά την είχε μπερδέψει. Πήγαινε να της πει κάτι  και μετά μαζευόταν. Του άρεσε; Λίγο; Πολύ; Πόσο; Ακόμα και αν του άρεσε, και η ίδια παρέμενε μπερδεμένη. ‘Ηταν όλα τόσο ρευστά μεταξύ τους, τόσο περίπλοκα, που ακόμα και μια επιπόλαιη σχέση θα οδηγούσε στην καταστροφή. Και τι στο καλό εννοούσε χθες; Ότι θα την ενημέρωνε όταν αποφάσιζε τι ήθελε. Αλήθεια, νόμιζε ότι θα τον περιμένει να της ανακοινώσει αν και πόσο τη θέλει;

Ξαφνικά ένιωσε ότι έπρεπε να βάλει μια άνω τελεία σε όλο αυτό. Όχι τελεία. Με τίποτα τελεία. Της άρεσε ο Τρόι. Αλλά υπήρχαν εμπόδια. Μια άνω τελεία μέχρι να δει πού πάνε τα πράγματα. Μια ανάσα. Αυτό χρειαζόταν. Να πάρει μια βαθιά ανάσα, να αποστασιοποιηθεί. Να αδειάσει λίγο το κεφάλι της.


Όλα ήταν έτοιμα. Είχε πακετάρει το νεσεσέρ της, είχε τακτοποιήσει τα ρούχα της στο σακ βουαγιάζ και είχε φορέσει τη φόρμα του σκι. Είχε ραντεβού στην κουζίνα με τον Μάικ κατά τις εφτά παρά δέκα για να φύγουν μαζί για την πίστα. Ευτυχώς που είχε και τον Μάικ σε αυτή την εκδρομή γιατί πραγματικά ένιωθε ότι δεν είχε με ποιον να μιλήσει. Βγήκε ήσυχα από το δωμάτιό της, κρατώντας το σακ βουαγιάζ της για να το αφήσει στο σαλόνι και να το φορτώσουν οι άντρες στο τζιπ το μεσημέρι. Άφησε το δωμάτιό της πεντακάθαρο και αφού έβγαλε τα σεντόνια και τα ακούμπησε εκεί που της είχε υποδείξει από το προηγούμενο βράδυ η Ιλέιν αποφάσισε να κάνει «check-out». Είχε μόλις κλείσει απαλά την πόρτα πίσω της για να μην ξυπνήσει τον Τρόι και την Ελίζαμπεθ, όταν άκουσε από πίσω της μια πόρτα να ανοίγει. Την πόρτα του Τρόι. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Αλλά δεν μπορούσε να τον αγνοήσει. Έπρεπε να γυρίσει και να του πει έστω και μια τυπική καλημέρα.

Γύρισε αποφασισμένη να μη λυγίσει από το θέαμα, αλλά το σύμπαν είχε άλλα σχέδια. Το θέαμα απλά δε γινόταν να την αφήσει ανεπηρέαστη. Γιατί μπροστά της δε στεκόταν ο Τρόι, αλλά η Ελίζαμπεθ, η οποία έλαμπε ολόκληρη μέσα στη μαύρη σατέν νυχτικιά της και την ασορτί ρόμπα. Η Σάρλοτ ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές αλλά προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή της.
«Ελίζαμπεθ…ε…καλημέρα. Ελπίζω να μη σε ξύπνησα» της είπε ντροπαλά η Σάρλοτ λες και είχε κάτι να ντρέπεται.
«Καλέ μη σκας!» είπε άνετα η Ελίζαμπεθ. «Δε φταις εσύ που ξύπνησα» της είπε και της έκλεισε το μάτι.

Όσα δευτερόλεπτα έκανε να συνέλθει από το σοκ η Σάρλοτ, η Ελίζαμπεθ χώθηκε στο υπνοδωμάτιό της. Μόνο τότε η Σάρλοτ κατάφερε να κάνει τα απαραίτητα βήματα μέχρι τις σκάλες και μετά να συντονίσει τα πόδια της ώστε να κατέβει τα σκαλιά. Ένα, δύο, τρία…

Έφτασε στην κουζίνα, αλλά ο Μάικ δεν ήταν εκεί. Έβαλε λίγο καφέ στην καφετιέρα και για τους επόμενους αλλά δε σέρβιρε τον εαυτό της. Δεν την ένοιαζε. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να διασώσει τον εαυτό της. Γιατί αυτή τη στιγμή ένιωθε ότι βούλιαζε μέσα στην άβυσσο. Και δεν υπήρχε τίποτα να μπορέσει να την τραβήξει στην επιφάνεια.


Μα τι κοροϊδία ήταν αυτή; Πώς την είχε ξεγελάσει έτσι; Έπαιξε μαζί της κανονικά και όταν την έφερε ένα βήμα προς το μέρος του εκείνος διάλεξε τη βασίλισσά του. Και η βασίλισσά του ήταν η Ελίζαμπεθ. Η Σάρλοτ ένιωσε ότι δεν είχε επιλογές. ‘Ηταν στο κάστρο του. Και θα υποκλινόταν στο βασιλιά και στη βασίλισσα.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

photos



κεφάλαιο 29-αμηχανία μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι

Αμηχανία….νευρικότητα…άγχος…

Άγχος μην τον πετύχει πουθενά. Έκανε σκι κάπου τέσσερις ώρες. Είχε γίνει κομμάτια από την κούραση αλλά επέμενε να ανεβοκατεβαίνει τις πίστες και να κρύβεται μέσα στο απόλυτο λευκό. Η Σάρλοτ σκέφτηκε ακόμα και να αποφύγει το μεσημεριανό γεύμα αλλά δεν ήταν ευγενικό.

Το ρολόι της έδειχνε 12:40 και έπρεπε να ξεκινήσει να πηγαίνει προς τη βάση για να βρει κάποιον να τη μεταφέρει προς το ράντσο. Περπατούσε και έσερνε τα πόδια της από την εξάντληση όταν πήρε το μάτι της τον Τρόι να περνάει με φόρα από μπροστά της. Τον είδε να διστάζει στιγμιαία αλλά δε σταμάτησε. Ευτυχώς. Τι να έλεγαν;

Καλή χρονιά, για αρχή! Σκέφτηκε. Με όσα έγιναν δεν είχαν ευχηθεί ο ένας στον άλλο καλή χρονιά. Η Σάρλοτ έφυγε πιο νωρίς από όλους για την πίστα και δεν τον είχε δει. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η καρδιά της φτερούγισε αλλά συνέχισε να περπατάει. Έφτασε στη βάση και μετά τηλεφώνησε στον Μάικ. ‘Ήταν στο καφέ στο χιονοδρομικό με τον Πίτερ και θα έφευγαν σε δέκα λεπτά. Ευτυχώς ήταν τυχερή. Τουλάχιστον σε αυτό.

Στις δύο η ώρα ακριβώς συγκεντρώθηκαν όλοι στο τραπέζι για φαγητό. Η Ελίζαμπεθ αυτή τη φορά έκατσε δίπλα στον Τρόι. Εκείνος έδειχνε σκεπτικός αλλά δεν την απέφευγε κιόλας. Έφαγαν όλοι με όρεξη αλλά όταν η Σάρλοτ σηκώθηκε να βοηθήσει την Ιλέιν να μαζέψει τα πιάτα, ο Τρόι την ξάφνιασε.

«Σάρλοτ, μπορούμε να μιλήσουμε;» της ψιθύρισε ενώ κανένας δεν τους άκουγε.
«Γιατί;» του απάντησε νευρικά.
«Γιατί έτσι» είπε εκείνος εξίσου νευρικά.
«Ωραία δικαιολογία» τον ειρωνεύτηκε.
«Ωραία συμπεριφορά» της απάντησε.

Η Σάρλοτ έκανε ένα βήμα πίσω και τον κοίταξε. Έδειχνε αποφασισμένος να μιλήσει μαζί της. Ήταν σίγουρη ότι αν του έλεγε όχι, θα άρχιζε να της μιλάει για όσα έγιναν χθες βράδυ μπροστά σε όλους.

«Θα έρθω στο δωμάτιό σου σε δέκα λεπτά» του είπε για να μη δώσουν στόχο και μόνο τότε απομακρύνθηκε.

Η Σάρλοτ πήγε στο δωμάτιό της και έκανε ένα νους. Φόρεσε ένα απλό τζιν και ένα μακό μπλουζάκι. Ο,τι πιο απλό και αδιάφορο είχε. Επίτηδες. Μη νομίζει ότι φτιάχνεται για χάρη του.

Χτύπησε την πόρτα διακριτικά και μπήκε χωρίς να περιμένει την απάντησή του. Όσο περισσότερο ήταν στο διάδρομο, έξω από την πόρτα του, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες υπήρχαν να τη δει κάποιος εκεί και να βγάλει λάθος συμπεράσματα. ΄Η σωστά.

Ο Τρόι αιφνιδιάστηκε από την εισβολή της στο δωμάτιό του αλλά παρόλα αυτά χαμογέλασε.
«Άτυχη είσαι. Πριν από μερικά δευτερόλεπτα ήμουν γυμνός» της είπε αλλά η Σάρλοτ δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«’Η τυχερή» είπε αδιάφορα η Σάρλοτ αν και ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται μόνο στην ιδέα. «Τι με θες;» τον ρώτησε και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι του.
«Κατ’ αρχήν να σου ευχηθώ» της είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Την πλησίασε αργά, ακούμπησε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλό της και της ψιθύρισε «καλή χρονιά».
Η Σάρλοτ ανταπέδωσε αδιάφορα την ευχή και συμπλήρωσε ένα ουδέτερο «με υγεία και χαρά».

«Τι έχεις;» τη ρώτησε.
«Τίποτα» του απάντησε κοφτά.
«Σάρλοτ, ήθελα να μιλήσουμε για χθες βράδυ…εγώ…» ξεκίνησε να λέει και η Σάρλοτ πετάχτηκε σαν ελατήριο.
«Τρόι, δεν υπάρχει κάτι να πούμε. Όλα καλά» του είπε και κίνησε προς την πόρτα αλλά ο Τρόι την πρόλαβε και στάθηκε μπροστά της.
«Λυπάμαι αν σε έφερα σε άβολη θέση» είπε απολογητικά.
«Πού αναφέρεσαι;» τον προκάλεσε η Σάρλοτ. Ήθελε να τον ακούσει να μιλάει επιτέλους ξεκάθαρα.
«Ξέρεις» είπε εκείνος σοβαρά. Η φωνή του ήταν τόσο βαριά που η Σάρλοτ ανατρίχιαζε.
«Όχι, δεν ξέρω» του είπε επίμονα.
«Σου ζήτησα να μείνεις μαζί μου το βράδυ. Λυπάμαι γι’ αυτό» είπε και την κοίταξε.
«Α ωραία!» κάγχασε η Σάρλοτ. «Τα γνωστά. Λυπάμαι, δεν ήθελα να με παρεξηγήσεις. Δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε. Εγώ σε σέβομαι και σε εκτιμώ και ποτέ δε θα…
«Τέλειωσες;»
«Όχι»
«Θες να σε κάνω εγώ να τελειώσεις;»

Η Σάρλοτ δεν ήταν σίγουρη ότι άκουσε καλά αλλά το βλέμμα του της έδωσε την καλύτερη απάντηση. Έμειναν μερικά δευτερόλεπτα έτσι, μέσα στην απόλυτη ησυχία, να κοιτάζονται και να αναμετρώνται. Η Σάρλοτ δεν έκανε πίσω. Ούτε κι εκείνος.

«Δεν λυπάμαι που σου έδειξα τι σκέφτομαι τόσο καιρό. Λυπάμαι που σε έφερα σε δύσκολη θέση. Προφανώς εσύ δεν είσαι στην ίδια φάση…»
«Τρόι, σταμάτα. Κατάλαβα τι εννοείς. Και σε ευχαριστώ για την ανησυχία σου. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζω κάτι τέτοιο».
«Κατάλαβα» είπε εκείνος και στράβωσε τα χείλη του. «Θα πρέπει οι άντρες να πέφτουν συνεχώς στα πόδια σου».
«Δεν έχω παράπονο. Τρόι, τι θέλεις;» τον ρώτησε. Αυτή η συζήτηση ήταν τελείως παράλογη.
«Δεν ξέρω».
«Όταν μάθεις, μην ξεχάσεις να με ενημερώσεις» του είπε ειρωνικά και άνοιξε την πόρτα παραμερίζοντας τον. Ο Τρόι έδειχνε μπερδεμένος.
«Θα το κάνω» τον άκουσε να ψελλίζει από πίσω της.


Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

robe de chambre. NOT

Random thoughts-Αφροδίτη

Να θυμωθώ να φτιάξω τον μεντεσέ. Κοπάνησε με φόρα την πόρτα και την ξεχαρβάλωσε λιγάκι. Αλλά χαλάλι...χίλιες φορές χαλάλι...

Κι εκεί που νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει πιο όμορφη, φοράει αυτό το υπέροχο φόρεμα που κολάζει και άγιο και μου κόβεται η ανάσα. Την παρακάλεσα να μείνει μαζί μου. Καλά κατάλαβε. Αυτό εννοούσα. Αυτό που με κατηγόρησε ότι θέλω. Αλλά ποιος με αδικεί; Κανείς. Οποιος έχει μάτια τουλάχιστον. Αλλά ακόμα και αυτός που δεν έχει μάτια θα με καταλάβει. Αυτό το ανεπαίσθητο άρωμά της...Διακριτικό αλλά μεθυστικό. Το γάργαρο γέλιο της...Ακόμα και ο θυμός της είναι τόσο σέξι. Πώς κατάφερα και κρατήθηκα να μην την αρπάξω είναι ένα θαύμα.

Εχω τόσο κέφι που θέλω να χορέψω. Θέλω να κατέβω κάτω και να διασκεδάσω. Αλλά δεν γίνεται. Είπα ότι έχω πονοκέφαλο. Δε θέλω να φανώ ασυνεπής στα λόγια μου. Και θα την κάνω να νιώσει άβολα. Δε θέλω. Αλλά θέλω να την απολαύσω άλλο λίγο με αυτό το φόρεμα. Με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά και το πρόσωπό της να ξεπροβάλλει σαν μαργαριτάρι.

Κανονικά δεν πρέπει να χαίρομαι. Τι συμπέρασμα βγάλαμε απόψε; Οτι δε θέλει να κάνει σεξ μαζί μου. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Και  με θεωρεί τέλειο είπε. Τέλειο. Τι μεγάλη κουβέντα. Είναι προφανές όμως ότι το είπε επειδή ένιωσε την ανάγκη να με κάνει να νιώσω καλύτερα. Και ένιωσα δηλαδή. Αλλά για λίγο. Μετά που έμεινα μόνος, άρχισα να σκέφτομαι ένα σωρό ακατάλληλα πράγματα με πρωταγωνίστρια τη Σάρλοτ. Κι εμένα. Μέσα στο ντους. Στο κρεβάτι. Μπροστά από το τζάκι. Παντού.

Καλά να πάθω. Αντί να την αποφύγω, έπεσα ακόμα πιο βαθιά στα δίχτυα της. Θα την περιμένω. Είπε "οχι ακόμα". Οταν έρθει η ώρα θα φροντίσω να ξυπνήσει το πρωί και να έχει ξεχάσει το όνομά της. Και το μικρό. Και το επώνυμο. Κυρίως αυτό. 

random thoughts-Αρης



Εμ…μήπως το παράκανα λιγάκι; Άντε καλέ! Απλώς στάθηκα μπροστά του και του είπα εν ολίγοις ότι τον θωρώ τέλειο και ότι θα το σκεφτώ για να κάνουμε σεξ ενώ εκείνος δεν μίλησε συγκεκριμένα για κάτι τέτοιο. Θεέ μου, τι ντροπή. Το ξαφνιασμένο βλέμμα του. Ήταν σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Σαν να βγήκε ξαφνικά στους μείον πενήντα και πάγωσε. Έγινε στήλη άλατος. Σαν τη γυναίκα του Λωτ.

Τι παραλήρημα ήταν αυτό; Από πού προήλθε; Και κυρίως, είχε τουλάχιστον ξεσπάσει τελείως ή επρόκειτο να επαναληφθεί; Ας ελπίσουμε ότι έχω ξαλαφρώσει λιγάκι. Γιατί αλλιώς, έτσι όπως δεν ελέγχω τις πράξεις μου, με θεωρώ ικανή να μπω σαν σίφουνας στο δωμάτιό του και να αρχίζω να του λέω τις απόψεις μου για τον γάμο. Χωρίς να με ρωτήσει κιόλας!

Μου αρέσει. Τα σημάδια είναι όλα εκεί. Αλλά δεν το είχα παραδεχτεί ούτε στον εαυτό μου. Το κρατούσα μέσα μου. Την τρέλα που με πιάνει όταν με πλησιάζει. Την αντιπάθεια που τρέφω για την Ελίζαμπεθ. Αλλά εγώ δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Ποια μίλησε εκεί πάνω; Πώς του είπα ό,τι είπα και κυρίως ΓΙΑΤΙ; Θεέ μου, τι ντροπή.

Η Ελίζαμπεθ δείχνει πολύ χαλαρή. Έχει πιει πολύ βέβαια και γελάει δυνατά. Έχει πάρει αγκαζέ τον Μάικ και του μιλάει χωρίς να παίρνει ανάσα. Μακάρι να ξεκολλήσει από τον Τρόι. Αλλά λυπάμαι και τον Μάικ! Τι μπέρδεμα, θεέ μου. Η Δυναστεία γίναμε!


Και τώρα πρέπει να μιλάω και να γελάω σε όλους. Έχω πιει δύο ποτήρια σαμπάνια και δεν έχω ζαλιστεί καθόλου. Όλοι περνάνε καλά. Κι εγώ σε γενικές γραμμές. Έχουν βάλει και μουσική και ψιλοχορεύουμε. Ο άλλος δεν έχει βγει από το δωμάτιό του. Είναι δυνατόν; Αλλαξε ο χρόνος και φίλησα ένα σωρό ξένους. Εγώ εδώ μέσα…μόνον αυτόν…μόνο εκείνον. Όλους τους συμπαθώ, όλους τους νιώθω κοντά μου. Αλλά τον ήθελα εκεί στην αλλαγή του χρόνου. Παρά την απίστευτη ντροπή που νιώθω, θα προτιμούσα να ήταν εκεί. Η αίσθηση ότι έχει το μέλλον μου, τουλάχιστον το εγγύς, στα χέρια του. Το ότι ξέρει τον πατέρα μου. Είναι ο δεσμός μου με αυτό που ήμουν πριν έρθω στο ράντσο. Έχουμε κάποια κοινά. Όλα αυτά μου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι έχουμε κάτι. Είναι πιο δικός μου από τους άλλους. Νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια όταν είναι κάπου γύρω. Κι ας είναι μόνο για να εκνευρίσει.

Δε μας μπήκε καλά το 2014 μου φαίνεται…