Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαιο 36-Obrigado

Οι μέρες κύλησαν πολύ γρήγορα γιατί η Βαλέρια δούλευε νυχθημερόν για να μη μείνει πίσω με τη δουλειά της. Είχε κουραστεί τόσο πολύ που σκέφτηκε πολλές φορές να παρατήσει τη δουλειά της αλλά φυσικά δεν το έκανε. Ο Ιαν έφταιγε. Αυτός της είχε βάλει ιδέες να σταματήσει. Πριν τα ξαναβρούν δεν είχε ξανανιώσει ποτέ την ανάγκη να τα παρατήσει όλα και να ασχοληθεί με πιο απλές μορφές δικηγορίας. Το σίγουρο ήταν ότι μόλις τελείωνε με το ηλίθιο δάνειο θα έφευγε από το γραφείο του Κέρβερου γιατί τον τελευταίο καιρό είχε αποθρασυνθεί. Τη φόρτωνε δουλειά και συνέχιζε τα γελοία σχόλια.
Το ταξίδι τους στη Λισσαβόνα διήρκησε μόνο δυόμισι ώρες και ήταν το πιο ξεκούραστο ταξίδι που είχε κάνει ποτέ. Βέβαια σε αυτό ίσως βοήθησε και το γεγονός ότι ταξίδεψαν στην α’ θέση και απόλαυσαν σαμπάνια και γεύμα με θαλασσινά. Ο Ιαν είχε κλείσει ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης, δίπλα στα αξιοθέατα κι έτσι δε χρειάστηκε σχεδόν καθόλου να πάρουν ταξί ή να νοικιάσουν αυτοκίνητο. Περπατούσαν με τις ώρες χέρι-χέρι χαζεύοντας μουσεία, μαγαζιά και αφομοιώνοντας τον διαφορετικό τρόπο ζωής των ανθρώπων εκεί.
«Πόσο μου αρέσει να περπατάμε μαζί» της είπε εκείνος ενώ έμπαιναν στο Μοναστήρι των Ιερονυμιτών. «Το μοναστήρι αυτό αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco και ξεκίνησε να χτίζεται το 1501. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε έναν αιώνα αργότερα. Στο μοναστήρι των Ιερονυμιτών πέρασε την τελευταία του βραδιά ο Βάσκο ντα Γκάμα προσευχόμενος πριν από το μεγάλο του ταξίδι στην Ινδία» της εξήγησε εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά στον ταξιδιωτικό οδηγό που είχε «κατεβάσει» στο κινητό του. 
«Όλα τα ξέρεις πια;» γέλασε η Βαλέρια μαζί του και για τις υπόλοιπες δύο ώρες περιπλανήθηκαν στους χώρους του μοναστηρίου απολαμβάνοντας την ηρεμία που προσέφεραν τα ζεστά χρώματα και οι φιλόξενοι καλόγεροι, αλλά νιώθοντας ταυτόχρονα και δέος για τη μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική και τη λεπτομέρεια σε κάθε πτυχή του κτιρίου.
«Το μόνο που δεν ξέρω είναι αν περνάς καλά μαζί μου όσο εγώ» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Γιατί να περνάω καλά, χαζούλη;» του ανακάτεψε τα μαλλιά. «Είμαι απλώς με τον ωραιότερο άντρα στον κόσμο σε ένα ειδυλλιακό μέρος!» τον πείραξε.
«Ώστε για σένα είμαι απλώς ένας ωραίος άντρας» γέλασε ξανά εκείνος ενώ η Βαλέρια τον έβγαζε φωτογραφίες με την φωτογραφική μηχανή της. «Νόμιζα ότι η σχέση μας είχε πιο σταθερές βάσεις»
«Ξέρεις πόσο σε αγαπάω» του είπε βιαστικά και μετά αμέσως τον κοίταξε. Εκείνος είχε παγώσει στη θέση του και είχε σμίξει τα φρύδια του λες και είχε ακούσει άσχημο. Η Βαλέρια για λίγο μπερδεύτηκε. Γιατί είχε μπροστά της ένα άγαλμα;
«Με αγαπάς;» τη ρώτησε εκείνος σχεδόν ψιθυρίζοντας και η Βαλέρια έγειρε το κεφάλι της στο πλάι γιατί ο ήλιος την τύφλωνε. Ήταν μεσημεράκι και είχε μια υπέροχη θερμοκρασία, ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός δεν είχε σύννεφα. Ήταν μια πανέμορφη μέρα. Προσευχήθηκε σιωπηρά να μην απογοητευόταν από τη συνέχεια της συζήτησης.
«Συγγνώμη που σε αιφνιδίασα» του είπε εκείνη ντροπαλά. «Ξέρω ότι είναι νωρίς αλλά δεν μπορώ να πω ότι σταμάτησα ποτέ και δε χρειάζεται να νιώθεις κι εσύ έτσι, αλλά…»
«Θα σταματήσεις επιτέλους;» τη διέκοψε εκείνος ακουμπώντας το δείχτη του στο στόμα της. Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του και τα ολόλευκα δόντια του ξεπρόβαλαν δειλά. «Κι εγώ σ’αγαπάω» της είπε και τη φίλησε. Η Βαλέρια ένιωσε τα πόδια της να κόβονται και όλα εκείνα τα συναισθήματα που είχε νιώσει την πρώτη φορά που τη φίλησε την πλημμύρισαν ξανά. Κάτι στον τρόπο που την έσφιγγε πάνω του, κάτι στον τρόπο που κατακτούσε το στόμα της, ήταν πια σίγουρη ότι όσα της είχε πει ήταν αλήθεια. Και αν δεν της έφταναν οι πράξεις του, τώρα πια είχε και το λόγο του. «Πιο πολύ από τη ζωή μου» συμπλήρωσε ο Ιαν και την κοίταξε συγκινημένος κρατώντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του.
«Κι εγώ σε λατρεύω» του είπε εκείνη και χώθηκε στην αγκαλιά του. «Κι ελπίζω όλοι οι άγιοι εκεί μέσα» είπε και του έδειξε το υπέροχο κτίριο «να μας βοηθήσουν όταν γυρίσουμε».
«Όλα καλά θα πάνε» της είπε και την έσφιξε πάνω του. «Έχουμε την αγάπη μας. Δε φοβόμαστε τίποτα» είπε αποφασιστικά.
«Πιστεύεις ότι φτάνει;» τον ρώτησε εκείνη.

«Και περισσεύει, καρδιά μου» απάντησε ο Ιαν και της χαμογέλασε.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαιο 35-Saudade...

Ο Ιαν ακούμπησε μπροστά της τα εισιτήριά τους και η Βαλέρια τσίριξε από ενθουσιασμό. Είχαν περάσει μερικές μέρες από εκείνο το βράδυ και δυσκολεύτηκε πολύ να τον ηρεμήσει. Αυτό που του είχε πει ήταν πραγματικά απαράδεκτο, αλλά δεν κατάφερε να ελέγξει τα λόγια της. Ούτε και η ίδια είχε συνειδητοποιήσει ότι ένιωθε ενοχές για την τρέλα των γονιών της και ότι χρέωνε τον εαυτό της τόσο καιρό. Ο Ιαν έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να είναι ευτυχισμένη, εκπλήσσοντάς τη τακτικά με δώρα, λόγια αγάπης και απρόβλεπτες εκδρομές κι εκείνη; Του πετούσε στα μούτρα το άσχημο παρελθόν τους. Η ιδέα του για ένα ταξίδι στη Λισσαβόνα την είχε ξετρελάνει. Ήταν μια καλή ευκαιρία να περάσουν χρόνο μαζί, μακριά από τις έγνοιες.
«Κιόλας; Πώς τα κατάφερες;» τον ρώτησε ενώ τύλιγε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του.
«Με λίγη πειθώ όλα γίνονται!» γέλασε εκείνος.
«Και με λίγα λεφτά φαντάζομαι!» ζάρωσε εκείνη τη μύτη της.
«Μου είπες το ναι με χίλια ζόρια! Τα έβγαλα γρήγορα γρήγορα για να μην αλλάξεις γνώμη!».
«Δε σου έλεγα όχι επειδή δεν ήθελα! Δεν μπορώ να παίρνω τόσο εύκολα άδειες και έχουμε ανοιχτές υποθέσεις στο γραφείο και…»
«Δεν μπορώ να το καταλάβω» της είπε εκείνος σοβαρεύοντας ξαφνικά. Η συζήτηση αυτή είχε επαναληφθεί πολλές φορές. «Οι δικηγόροι δεν παίρνουν άδεια;»
«Παίρνουν, αλλά όχι τόσο…τελευταία στιγμή!»
«Το επάγγελμά σας σκοτώνει τον αυθορμητισμό!»
«Να το αφήσεις στην ησυχία του το επάγγελμά μου» γέλασε η Βαλέρια. Φορούσε ακόμα το ταγέρ της αλλά ευτυχώς είχε βγάλει τις γόβες της. Ήταν πολύ κουρασμένη τις τελευταίες μέρες και είχε παραμελήσει το διάβασμά της αλλά ήθελε να αφιερώσει λίγο χρόνο στον Ιαν.
«Εγώ θα το αφήσω στην ησυχία του» είπε εκείνος τελικά και έβγαλε το πουκάμισό του. Η Βαλέρια πήρε μια βαθιά ανάσα και του χαμογέλασε λάγνα. «Απλώς κάποια στιγμή θα κάνεις οικογένεια. Πώς θα μπορέσεις να αντεπεξέλθεις; Εκτός αν είσαι από αυτές τις γυναίκες που δεν ξέρουν καν τα παιδιά τους» την αιφνιδίασε. Η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει για λίγο απορημένη με όσα της είχε πει. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα τον ακούσει να της λέει κάτι τέτοιο.
«Δεν ήξερα ότι σε απασχολεί αυτό το θέμα» του είπε προσπαθώντας να βρει μια καλή απάντηση.
«Φυσικά και με απασχολεί. Νόμιζα ότι ήξερες ότι θέλω να κάνω οικογένεια και μάλιστα μαζί σου» της είπε και η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει με μισάνοιχτο το στόμα.
«Ιαν, δεν νομίζεις ότι βιάζεσαι λιγάκι;» του είπε εκείνη.
«Δεν σου είπα αύριο» έσμιξε εκείνος τα φρύδια του. «Απλώς θέλω στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου να ξέρεις ότι βλέπω σοβαρά τη σχέση μας και το ίδιο ελπίζω κι εσύ».
«Μα φυσικά…Ιαν…δεν ξέρω τι να πω»
«Δε θέλω να πεις τίποτα, Βαλέρια. Θέλω να βάλεις τη ζωή σου σε τάξη ώστε να μπορείς να γυρίζεις σπίτι και να ξεκουράζεσαι αντί να διαβάζεις, θέλω να μπορούμε να πάμε ένα ταξίδι και να απολαύσουμε τα νιάτα μας χωρίς εσύ να σκέφτεσαι πώς να αναπληρώσεις τις μέρες που έχασες, θέλω να μπορείς να είσαι εδώ ψυχή τε και σώματι και να μη με κάνεις να νιώθω ως το τρίτο πρόσωπο στη σχέση σου με τη δουλειά σου».
«Εσύ έπρεπε να γίνεις δικηγόρος» του είπε. Δεν ήθελε να του εξηγήσει πως η δουλειά της εκτός από ευχαρίστηση, της πρόσφερε και τα μέσα για να βοηθήσει τους γονείς της.
«Μπα…προτιμώ να έχω την ησυχία μου» της είπε εκείνος γελώντας. Η Βαλέρια ανακουφίστηκε που είχε περάσει η φουρτούνα.
«Κι εγώ την έχω!» του είπε σουφρώνοντας τα χείλη της και γέλασε μαζί του.
«Μιας και μιλάμε για ησυχία…» είπε εκείνος και ακούμπησε τις παλάμες του στους ώμους της. Άρχισε να της κάνει ένα απαλό μασάζ που την έκανε σχεδόν ακαριαία να ηρεμήσει. Της άρεσε πάντα να νιώθει το άγγιγμά του. Ο Ιαν είχε ένα μοναδικό τρόπο να αγγίζει σχεδόν ταυτόχρονα το κορμί και την ψυχή της «πότε θα μιλήσουμε στους δικούς μας;» της είπε και το κορμί της σφίχτηκε απότομα. Εκείνος το αντιλήφθηκε. «Το έχουμε τρενάρει τόσο καιρό…πότε επιτέλους;» επέμεινε.
«Ιαν, άσε να πάμε στην Πορτογαλία και μετά…».
«Πάντα βρίσκεις ένα λόγο για να το καθυστερήσουμε. Τι φοβάσαι επιτέλους;»
«Ιαν, ας μην τσακωθούμε πάλι»
«Δεν τσακωνόμαστε, μιλάμε. Μα γιατί να μην τους το πούμε; Τι φοβάσαι; Τους χρωστάς ή σου χρωστάνε; Έχεις οικονομική ανεξαρτησία και…»
«Αυτά είναι οικογενειακά θέματα και δεν επιθυμώ να τα συζητήσουμε»
«Άρα δεν με εμπιστεύεσαι».
«Άρα δε θέλω να σε βαραίνω με τα δικά μου».
«Μα είμαστε ζευγάρι και θέλω να ξέρω τι σε βασανίζει. Ειδικά αν αυτό σε εμποδίζει να δεσμευτείς ουσιαστικά μαζί μου»
«Ιαν, ας το αφήσουμε λιγάκι και τους το λέμε όταν είμαστε πιο σίγουροι»
«Εγώ είμαι σίγουρος!» ανέβασε τον τόνο της φωνής του. «Εσύ;» την προκάλεσε.
«Κι εγώ είμαι αλλά…»
«Κοίτα, Βαλέρια, δε θέλω να τσακωθούμε και σταματάω εδώ» είπε εκείνος αποφασιστικά και σηκώθηκε όρθιος απότομα. «Αλλά να ξέρεις ότι μετά τη Λισσαβόνα έχεις διορία μία βδομάδα για να μιλήσεις στους δικούς σου».
«Αυτό ακούγεται σαν τελεσίγραφο» είπε εκείνη λυπημένη, κοιτώντας τα χέρια της. Είχε βρεθεί προ των ευθυνών της.
«Μάλλον επειδή είναι» είπε εκείνος και χάθηκε μέσα στο μπάνιο.


Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαιο 34-επιτέλους ένα ζευγάρι με πραγματικά προβλήματα

Η Βαλέρια ξύπνησε ιδρωμένη από κάποιον εφιάλτη μέσα στη νύχτα και σφίχτηκε πάνω στο ζεστό κορμί του Ιαν. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο και με ανακούφιση είδε ότι ήταν μόλις τρεις. Είχε ευτυχώς πολλές ώρες ύπνου ακόμα. Αυτό ήταν καλό γιατί ένιωθε κουρασμένη. Οι ρυθμοί της ζωής της την είχαν εξαντλήσει. Δούλευε καθημερινά μέχρι τις οκτώ το βράδυ και μετά πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι της να μαζέψει μερικά ρούχα και να πάει στον Ιαν. Ο Ιαν γυρνούσε κι αυτός αργά αλλά πάντα πριν από αυτή και της ετοίμαζε κάτι να φάει. Η Βαλέρια όμως ένιωθε άσχημα που εκείνος την περίμενε να κάνει μπάνιο και να ξεκουραστεί, ακόμα και να διαβάσει. Τόσο ο Ιαν όσο και η ίδια ήθελαν πραγματικά να περνάνε κάθε λεπτό του ελεύθερου χρόνου τους μαζί αλλά ο ελεύθερος χρόνος ήταν μια πολυτέλεια που δεν την είχε καμία νεαρή δικηγόρος.
«Τι έγινε;» τη ρώτησε εκείνος σχεδόν μέσα από τον ύπνο του. Ήταν τόσο τέλεια συντονισμένος με τις ανάγκες της και τόσο ευαίσθητος σε κάθε επιθυμία της που ήταν σίγουρο ότι δε θα άφηνε να περάσει έτσι αυτή της η δυσκολία να κοιμηθεί τα τελευταία βράδια.
«Τίποτα, τίποτα, απλώς ένα κακό όνειρο» του είπε αλλά εκείνος δεν πείστηκε. Έκλεισε τα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα και παρόλο που η Βαλέρια νόμισε ότι τον ξαναπήρε ο ύπνος ανασηκώθηκε και την πήρε αγκαλιά. Η Βαλέρια ένιωσε ξαφνικά η πιο γεμάτη, η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο. Ήταν προνόμιο να σε έχει αγκαλιά του ένας τέτοιος άντρας. Όμορφος, έξυπνος και δυναμικός.
«Μίλα μου γι’ αυτό» της είπε και η Βαλέρια αναστέναξε δραματικά.
«Ιαν, δεν μπορώ να συνηθίσω σε τόση φροντίδα και προσοχή! Διέκοψες τον ύπνο σου για να ακούσεις το όνειρό μου;» του γέλασε αλλά εκείνος δεν ανταπέδωσε.
«Θέλω να ακούω τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα όνειρά σου» την κοίταξε. «Γι’ αυτό, ξεκίνα».
Η Βαλέρια δε μίλησε για λίγο. Μόνο απολάμβανε τον χτύπο της καρδιάς του. Ο Ιαν όμως περίμενε μια απάντηση κι έτσι άρχισε να μιλάει.
«Ήταν σκοτάδι…ένα πέτρινο σπίτι» του είπε τελικά. Εκείνος έγνεψε ενθαρρυντικά για να συνεχίσει. «Ήμουν μόνη αλλά ένιωθα και κάποιον άλλον εκεί μέσα. Και ένιωθα ένα βάρος στην κοιλιά, σαν να κουβαλούσα μια πέτρα. Μετά πάτησα γυαλιά και είδα το αίμα να ρέει…» του είπε μπερδεμένη. Ήταν πραγματικά περίπλοκο και ανατριχιαστικό όνειρο.
«Είσαι κουρασμένη τον τελευταίο καιρό» είπε εκείνος ουδέτερα, προσπαθώντας προφανώς να κρύψει την δυσαρέσκειά του. Τον ένα μήνα σχεδόν που ήταν μαζί της είχε πει πάνω από τρεις φορές ότι θεωρούσε το ωράριό της απάνθρωπο και ότι έπρεπε να βρει μια καλύτερη θέση σε ένα γραφείο που να τη σέβονταν. Εκείνη του είχε πει ότι μάθαινε πολλά από τον Κέρβερο για να αποφύγει τη συζήτηση. Δεν μπορούσε φυσικά να του μιλήσει για το δυσβάσταχτο δάνειο και ευτυχώς ο Ιαν δεν είχε ξανακάνει νύξη για να την προσλάβει πράγματα το οποίο εκτιμούσε η Βαλέρια γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα ένιωθε πολύ άσχημα.
«Έχω δύο υποθέσεις δύσκολες που τρέχουν παράλληλα και μετά έρχομαι εδώ και…»
«Δεν ήξερα ότι το να έρχεσαι εδώ είναι ένα από τα καθήκοντά σου» της είπε ξερά και έτριψε τα μάτια του. Νύσταζε, σκέφτηκε η Βαλέρια, αλλά είχε πάντα όρεξη για καβγά.
«Δεν είναι καθήκον, Ιαν. Ισα ίσα. Απλώς αν ήμουν μόνη μου ίσως διάβαζα περισσότερο και έτσι θα τέλειωνα πιο γρήγορα και μπορεί…»
«Είναι ζωή αυτή, Βαλέρια;» τη διέκοψε εκνευρισμένος. «Να δουλεύεις 12 ώρες τη μέρα και μετά να γυρνάς σπίτι να διαβάσεις τρώγοντας ένα τοστ το πολύ; Να μην μπορείς να κοιμηθείς καλά και να απολαύσεις μια ήρεμη στιγμή με τον σύντροφό σου;» την προκάλεσε.
«Ιαν, δεν έχουμε όλοι την πολυτέλεια να διευθύνουμε έναν κολοσσό!» του είπε εκείνη ξαφνικά πνιγμένη από το άδικο. Δεν την καταλάβαινε γιατί πολύ απλά δεν είχε τα δικά της προβλήματα.
«Πολυτέλεια;» κάγχασε εκείνος ξαφνικά. «Νομίζεις ότι κάθομαι στο γραφείο μου και ξύνω τα μολύβια μου; Απλώς, έχω βάλει τα όριά μου. Η δουλειά τελειώνει για μένα στις εφτά και μετά αρχίζει η ζωή μου. Εσύ» την αποστόμωσε. Η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει λίγο σαν χαζή. Αυτός ο άνθρωπος είχε πάντα έναν τρόπο να της λέει αυτό που ήθελε να ακούσει.
«Επιμένω ότι δεν είμαστε στην ίδια μοίρα» του είπε πεισματικά, αν και ήξερε ότι είχε δίκιο περί ορίων. Εκείνη δεν είχε βάλει καθόλου.
«Δεν είναι θέμα μοίρας. Είναι θέμα προτεραιοτήτων» της είπε και η Βαλέρια τινάχτηκε ολόκληρη.
«Θες να μου πεις ότι δεν σε θεωρώ προτεραιότητα ενώ εσύ με θεωρείς;»
«Μάλλον ναι» είπε εκείνος απτόητος.
«Ιαν, πηδάμε από το ένα θέμα στο άλλο».
«Η ουσία είναι μόνο μία όμως, καρδιά μου. Είσαι εκτός» της είπε ήρεμα.
«Μια χαρά είμαι. Εσύ έχεις απύθμενη ανάγκη για προσοχή» του απάντησε εκνευρισμένη.
«Απύθμενη αγάπη για προσοχή εννοείς την επιθυμία μου να περνάμε χρόνο μαζί αντί να διαβάζεις;»
«Σπούδασα τόσα χρόνια, Ιαν!» φώναξε αγανακτισμένη. «Μου βγήκε η πίστη να τελειώσω πρώτη, έφτυσα αίμα στο μεταπτυχιακό και θέλω να καταξιωθώ. Γιατί είναι κακό να έχω φιλοδοξίες;»
«Φιλοδοξίες; Εγώ σε βλέπω να τυραννιέσαι»
«Να τυραννιέμαι; Έχω υποχρεώσεις» του είπε χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες.
«Σε ποιον έχεις να αποδείξεις τι;» έχασε την υπομονή του εκείνος.
«Στους γονείς μου, Ιαν! Αρκετά τους έχω κάνει» του είπε χωρίς να φιλτράρει τα λόγια της. Το βλέμμα του της θύμισε άνθρωπο που μόλις είχε μάθει κάτι τραγικό. Τα έχασε με αυτό που είδε μπροστά της. Τον είδε να διαλύεται. Δεν της απάντησε ποτέ. Την καληνύχτισε ήρεμα και αφού της γύρισε πλευρό, προσποιήθηκε ότι αποκοιμήθηκε.


κεφάλαιο 33-Κορίτσια, με ψηφίσατε;

«Κοριτσάκι!» της είπε ο Ιαν μερικές μέρες μετά ενώ της φιλούσε το λαιμό από πίσω. «Θα έρθεις πάλι απόψε;» τη ρώτησε.
Η Βαλέρια είχε κοιμηθεί δύο συνεχόμενα βράδια σπίτι του αλλά σήμερα είχε μια σοβαρή υπόθεση στο γραφείο, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι έπρεπε να γυρίσει σπίτι της και να διαβάσει επιτέλους λιγάκι. Όχι ότι μετάνιωνε αλλά περνούσε πολύ χρόνο μαζί του και είχε παραμελήσει τη δουλειά της. Εντωμεταξύ οι γονείς τους δεν είχαν ιδέα για τη σχέση τους αλλά και οι δύο είχαν συμφωνήσει ότι μέχρι το τέλος του μήνα θα τους το ανακοίνωναν. Ο Ιαν τής είχε πει ότι δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει ο ίδιος στον δικό της πατέρα αν εκείνη δεν ένιωθε άνετα. Άλλωστε, όπως της είχε πει, ήθελε να του ξεκαθαρίσει ότι είχε καλές προθέσεις για την κόρη του.
«Πρέπει να διαβάσω λιγάκι» του είπε ενώ κούμπωνε τα σκουλαρίκια της. Φορούσε μόνο τα εσώρουχά της και στεκόταν μπροστά στον καθρέπτη του μπάνιου που βρισκόταν μέσα στο υπνοδωμάτιο του Ιαν. Το σπίτι του ήταν τόσο μοντέρνο όσο και πρακτικό, με μεγάλους χώρους και άνετα δωμάτια. Το υπνοδωμάτιό του είχε φοβερή θέα στο κέντρο του Λονδίνου, μιας και βρισκόταν στο ρετιρέ ενός ουρανοξύστη που του ανήκε ολόκληρος και είχε ένα τεράστιο κρεβάτι φτιαγμένο για αμαρτίες. Στο σαλόνι και στη βιβλιοθήκη του είχε διαλέξει το γκρι και το λευκό και όλες οι επιφάνειες ήταν άδειες. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες, παρά μόνο πίνακες. Της είχε πει ότι όταν έφτιαχνε το σπίτι του, πριν από μερικά χρόνια, του πέρασε η σκέψη ότι ήταν υποκριτικό να βάλει φωτογραφίες σε κορνίζες. Θα έβαζε φίλους και συγγενείς αλλά όχι εκείνη; Πώς θα ήταν δυνατόν; Εκείνη είχε σημαδέψει τη ζωή του με έναν τρόπο μοναδικό κι εκείνος θα την άφηνε έξω; Έτσι, λοιπόν, προτίμησε έργα τέχνης.
 «Κι εγώ πώς θα κοιμηθώ;» σούφρωσε τα χείλη του και η Βαλέρια γέλασε.
«Όπως τόσα βράδια πριν από μένα!» του είπε.
«Δε θέλω να γυρίσω πάλι εκεί» επέμεινε ο Ιαν και τη γύρισε προς το μέρος του. «Πάρε μερικά πράγματα και έλα να περάσεις μερικές μέρες εδώ. Μου έχεις λείψει τόσα χρόνια. Δε σε χορταίνω, καρδιά μου» τη φίλησε.
«Και το θεωρείς φυσιολογικό να έρθω να μείνω εδώ; Μόλις πριν από μερικές μέρες τα βρήκαμε. Ακόμα προσπαθούμε να βρούμε τα πατήματά μας. Ακόμα δεν το ξέρει κανείς. Γιατί να βιαζόμαστε;»
«Τι φοβάσαι, Βαλέρια;» τη ρώτησε συνοφρυωμένος. Την κοιτούσε με έναν μοναδικό τρόπο, έναν τρόπο που έδειχνε ότι μπροστά του ήταν γυμνή.
«Τίποτα δε φοβάμαι, Ιαν, αλλά πιστεύω ότι θα…»
«Τι φοβάσαι;» επέμεινε εκείνος. Η Βαλέρια πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε.
«Ότι θα με βαρεθείς!» του είπε ειλικρινά δαγκώνοντας τα χείλη της ντροπαλά. «ότι θα πάρεις αυτό που θες, θα μπουχτίσεις και μετά…» δεν ολοκλήρωσε.
«Πες μου» την παρότρυνε. «Με ενδιαφέρει ο συλλογισμός σου».
«Φοβάμαι ότι είναι ένα καπρίτσιο εκ μέρους σου, ίσως κάποιο στοίχημα που δεν είχες κερδίσει. Νιώθω ότι είσαι πολύ χορτασμένος και έμπειρος και θα με βαρεθείς σύντομα».
«Πώς γίνεται να σε βαρεθώ;» μονολόγησε εκείνος. «Άλλωστε εγώ σου ζητάω να έρθεις. Εσύ είσαι η…ανεξάρτητη!» της γέλασε αλλά η Βαλέρια δεν ανταπέδωσε.
«Προστατεύω την καρδιά μου, Ιαν!» του είπε εκείνη και φόρεσε το φόρεμά της. Ο Ιαν ανέβασε το φερμουάρ της με άνεση. «Δε θα αντέξω και δεύτερο φιάσκο».
«Μα ποιο φιάσκο;» θύμωσε εκείνος ξαφνικά. «Σαν πολύ δεν προτρέχεις; Ακόμα δεν τα βρήκαμε κι εσύ μιλάς για αποτυχία ήδη; Γιατί προδικάζεις τα πράγματα;»
«Μάλλον λόγω ιδιότητας» προσπάθησε εκείνη να αλαφρύνει τη συζήτηση.
«Βαλέρια, κοίτα με» της είπε και την ακούμπησε στον ώμο. Εκείνη αναγκάστηκε να τον κοιτάξει. Φαινόταν ειλικρινά αναστατωμένος.
«Είπαμε και οι δύο να δοκιμάσουμε κάτι εξίσου επικίνδυνο για την ψυχική υγεία και των δυο» της χαμογέλασε. «Αλλά δεν μπορώ να νιώθω ότι είσαι με το ένα πόδι στη σχέση με το άλλο πόδι εκτός. Μαζί πρέπει να τον βαδίσουμε τον δρόμο. Ακόμα και αν χρειαστεί εγώ να σε πείσω για πολλά πράγματα, θέλω από σένα να προσπαθήσεις να είσαι λίγο πιο…συνεργάσιμη».
«Αυτό τι σημαίνει;» αντέδρασε η Βαλέρια. «να συμφωνώ σε ό,τι λες;»
«Πότε σου το ζήτησα εγώ αυτό, Βαλέρια; Τι αγάπησα σε σένα; Το θάρρος σου! Το ότι είσαι γλωσσού! Πότε σου ζήτησα να συμφωνείς μαζί μου;» επέμεινε.
«Τώρα!»
«Να έρθεις να κοιμηθείς απόψε εδώ σου ζήτησα! Όχι να αλλάξεις πολιτικές πεποιθήσεις!»
«Αυτό σου έλειπε!»
«Τι έχεις σήμερα; Μπορείς να μου πεις;»
«Φοβάμαι, Ιαν! Τι δεν καταλαβαίνεις;» σήκωσε τα χέρια της σε μια ικεσία.
«Γιατί φοβάσαι; Εδώ είμαι εγώ. Μαζί θα τα περάσουμε όλα» την φίλησε τρυφερά και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Δεν μπορεί να είναι αληθινό όλο αυτό» του είπε ξέπνοα. «Γίνανε όλα τόσο γρήγορα που δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τις εξελίξεις. Μόνο φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα ξυπνήσω από το όνειρο».
«Γιατί να ξυπνήσεις;»
«Πάντα κάτι προκύπτει με εμάς. Νιώθω ότι μας ακολουθεί μια άσχημη μοίρα. Είμαστε μια ρομαντική ιστορία που δεν έχει ποτέ χάπι έντινγκ».
«Εμείς τη φτιάχνουμε τη μοίρα μας. Και αυτή τη φορά όλα θα πάνε καλά, κορίτσι μου!» της χαμογέλασε. «Αλλά αν ήθελες να γυρίσεις σπίτι ή να βγεις με τις φίλες σου δε χρειαζόταν να το κάνεις τόσο θέμα!» της είπε και η Βαλέρια γέλασε με το αστείο του.
«Είσαι τόσο αισιόδοξος σε όλα ή μόνο με εμάς;»
«Μόνο με εμάς»
«Πώς κι έτσι;» τον ρώτησε πραγματικά περίεργη.
«Ξέρω εσένα καλά, ξέρω και τον εαυτό μου. Έχουμε τη συνταγή της επιτυχίας, καρδιά μου. Μη φοβάσαι τίποτα».
«Ιαν, με κάνεις τόσο ευτυχισμένη» του είπε και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Το μακιγιάζ της σίγουρα θα χρειαζόταν διόρθωση. Αυτός ο άντρας την αποσυντόνιζε τελείως…
«Σου αξίζει, καρδιά μου» της είπε και της έσφιξε ξανά πάνω του.

 

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

υποστηρίξτε με!!!

www.loveradio-arlekin.gr

Σε αυτο το λινκ μπορειτε να ψηφισετε την ιστορια μου "η βασιλισα της καρδιας του" με τη ναομι κ τον τζειμς. Πρεπει να ψηφισετε αφου συνδεθειτε μεσω facebook. Ειναι ευκολο!

Εχετε δυο βδομαδες, αλλά μην ξεχαστείτε!...

Ευχαριστω, κοριτσακια μου!!
Φιλιαααα

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

κεφαλαιάκι 32-καλό ΣΚ

Η Βαλέρια τύλιξε τα χέρια της γύρω από το κορμί της την ώρα που περπατούσε προς το σπίτι της. Τα βήματά της ήταν ξαφνικά πιο ανάλαφρα. Ο Ιαν της! Δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή να τον σκέφτεται και να τον νοσταλγεί. Ακόμα και όταν δεν τον αγαπούσε, τον αγαπούσε, όσο παράξενο κι αν ήταν αυτό. Τον έβλεπε σε κάθε άντρα που συναντούσε και σε κάθε παιδί που θα μπορούσε να είναι δικό τους. Ο Θεός τής είχε δώσει ξανά ένα υπέροχο δώρο.
«Πού ήσουν εσύ;» άκουσε ξαφνικά μια φωνή την ώρα που άνοιγε την πόρτα του πατρικού της. Δεν ήταν ακόμα έτοιμη για εξηγήσεις και έτσι προσευχόταν να προλάβει να χωθεί στο κρεβάτι της πριν συναντήσει τους γονείς της. Ο πατέρας της όμως την είχε αιφνιδιάσει. Είχε ξυπνήσει νωρίτερα. Η Βαλέρια τον κοίταξε σταθερά και χαμογέλασε. Είχε τελειοποιήσει την τέχνη του ψέματος. Λυπόταν πολύ για αυτό αλλά δεν είχε επιλογές. Οι γονείς της δεν της είχαν δώσει ποτέ το δικαίωμα να τους εξηγήσει πώς ένιωθε. Δεν έβλεπαν πέρα από τη μύτη τους. Πέρα από τον ηλίθιο ανταγωνισμό τους με τους δίπλα.
«Ξύπνησα πολύ νωρίς λόγω της καταιγίδας και βγήκα για περπάτημα» του είπε ενώ σκούπιζε τα παπούτσια της στο χαλάκι. «Εσύ έχεις ξυπνήσει ώρα; Αν το ήξερα θα πηγαίναμε μαζί» προσέθεσε ήρεμα.
«Όχι, όχι!» είπε ο πατέρας της και της άνοιξε την πόρτα «δεν έχω πάνω από μισή ωρίτσα. Πέρασες καλά στη βόλτα σου;» τη ρώτησε χωρίς ίχνος υπονοούμενου και η Βαλέρια ανακουφίστηκε. Θα τους το έλεγε. Το είχε πάρει απόφαση αλλά δεν ήταν τώρα η κατάλληλη στιγμή. Τώρα έπρεπε να πάει πάνω, να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ένιωθε πολύ κουρασμένη μετά τα χθεσινοβραδινά κατορθώματά τους και ήθελε να πάρει τηλέφωνο τη Λάουρα να της πει τα νέα. Της το χρωστούσε.
Ανέβηκε τη σκάλα και αφού είπε στη μαμά της ότι προτιμάει κοτόπουλο για μεσημέρι αντί για ψάρι χώθηκε στο ντους και μετά στα σκεπάσματά της. Το κινητό της δονήθηκε λίγο μετά. Ήταν ο Ιαν!
Θέλεις Κυριακή βράδυ να βγούμε; της έγραφε και η Βαλέρια απάντησε αμέσως.
Σαν ραντεβού δηλαδή; :-P Ο Ιαν πληκτρολόγησε αμέσως ένα απλό «φυσικά» και η Βαλέρια απάντησε ακριβώς το ίδιο μερικά δευτερόλεπτα μετά.
Δεν είχαν κανονίσει πότε θα ξαναβρίσκονταν. Είχαν πει αόριστα ότι το βράδυ θα συναντιούνταν πάλι στο σπιτάκι αλλά αύριο ήταν Κυριακή και γυρνούσαν στο Λονδίνο. Μετά τι; Η Βαλέρια δεν αναρωτήθηκε και πολύ. Ο Ιαν έδειχνε διατεθειμένος να Της αποδείξει ότι την ήθελε. Το ίδιο και εκείνη. Τον αγαπούσε! Τώρα μπορούσε να το παραδεχτεί και στον εαυτό της. Τον αγαπούσε! Το γέλιο του, το μυαλό και το χιούμορ του, την αποφασιστικότητά του, το πανέμορφο πρόσωπό και το αρρενωπό κορμί του. Δεν μπορούσε να του βρει ούτε ένα ψεγάδι. Αυτή τη φορά θα τα έκαναν θα τα κατάφερναν. Θα έβρισκαν ένα τρόπο να πουν το νέο στους γονείς τους και αν το δέχονταν, καλώς. Αν όχι, θα ζούσαν και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Δεν την είχαν ανάγκη. Και οι δύο αγαπούσαν τους γονείς τους και τους σέβονταν αλλά για πόσο να έπνιγαν κάτι τόσο δυνατό;

Το μεσημέρι τη βρήκε να σκαλίζει τη φωτιά και να χαζεύει περιοδικά χωρίς να διαβάζει ουσιαστικά. Η καρδιά της φτερούγιζε στο στήθος της και όλο της το είναι δε βρισκόταν μέσα στο σπίτι της εκείνη τη στιγμή.
«Βαλέρια, θα πας να φέρεις λίγη ζάχαρη από το μίνι μάρκετ;» ρώτησε η μητέρα της και εκείνη δέχτηκε αμέσως. Το μυαλό της λειτούργησε όπως όταν ήταν μικρή. Κάθε μικρή ευκαιρία να βγει από το σπίτι ήταν μια ευκαιρία να δει τον Ιαν. Όσο οδηγούσε για να βρει το μαγαζί του μιλούσε στο τηλέφωνο κι εκείνος της έλεγε πόσο πολύ του έλειψε όλο αυτόν τον καιρό και ότι ανυπομονούσε να τη δει το βράδυ. Η Βαλέρια τον ρώτησε πώς και ήρθε στο χωριό και εκείνος της εξήγησε ότι είχε έρθει να ανακοινώσει τον χωρισμό του από την Κριστιάννα στους γονείς του. Η Βαλέρια συννέφιασε όταν θυμήθηκε την κοπέλα αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Είχαν πολλά να συζητήσουν και γι’ αυτό το θέμα αλλά τώρα δεν είχε κουράγιο για όλα αυτά. Ήθελε μόνο αγάπη. Να δώσει και να πάρει. Με τον Ιαν της. Την προέκταση του εαυτού της. Το παρελθόν και, όπως ήλπιζε, το μέλλον της.

Αυτά τη φορά θα τα έκαναν όλα σωστά. Αυτό ήταν. Θα τα έκαναν όλα σωστά. Πόσοι άνθρωποι άραγε είχαν δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη;


κεφάλαιο 31-σαν την ηλικία μου

«Τα καταφέραμε, μωρό μου» την έσφιξε εκείνος πάνω του όταν οι ακτίνες του ήλιου είχαν φωτίσει τον ορίζοντα, κάπου μετά τις έξι πρωί το πρωί. Την αυγή ο Ιαν είχε ξυπνήσει την Βαλέρια και είχαν κάνει ξανά έρωτα με ένα πάθος που συγκλόνισε και τους δύο.
«Όντως» είπε εκείνη ήρεμα, γνωρίζοντας πολύ καλά πού αναφερόταν ο Ιαν. Τις λίγες φορές που είχαν σμίξει σαν έφηβοι, ο Ιαν δυσκολευόταν πολύ να την αποχωριστεί μετά. Της έλεγε συνέχεια ότι ήθελε απλά πράγματα μαζί της, όπως τη δυνατότητα να κοιμηθούν ένα βράδυ μαζί και να δουν μαζί την αυγή ή να περπατήσουν χέρι χέρι σαν κανονικοί ερωτευμένοι, να πάνε στο σχολικό χορό μαζί, να ζήσουν τον έρωτά τους στο φως και όχι κρυφά, σαν εγκληματίες.
«Δε θέλω να σηκωθούμε» είπε εκείνος σαν παιδί που ανακοίνωνε στους γονείς του ότι δε θέλει να πάει σχολείο. Είχε σουφρώσει τα σαρκώδη χείλη του και τα μάτια του της έδειχναν ότι εννοούσε όσα της έλεγε.
«Ιαν, μην το κάνεις αυτό…» τον ικέτευσε. Ήταν πολύ δύσκολο να διαχειριστεί την ξαφνική καταιγίδα ευτυχίας και δεν ήξερε πώς να προχωρήσει μαζί του. Ήθελε να τον ρωτήσει πώς ένιωθε εκείνος και τι σκόπευε να κάνουν αλλά ντρεπόταν.
«Σε στερήθηκα τόσα χρόνια και τώρα πάλι πρέπει να σηκωθούμε και να τρέξουμε σπίτια μας! Ανάθεμα αυτό το μίσος!» είπε σφίγγοντας τα δόντια του. «Μακάρι να ήξερα τον λόγο! Μακάρι να μπορούσα να τους πείσω ότι είναι τρελό όλο αυτό που κάνουν!».
«Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τους ακούμε πια» ψέλλισε η Βαλέρια μπερδεμένη. Τι της έλεγε; Ότι οι γονείς τους θα ήταν ξανά εμπόδιο; Νόμιζε ότι εκείνος τουλάχιστον είχε απογαλακτιστεί.
«Φυσικά και όχι!» είπε εκείνος δυναμικά και η Βαλέρια ανακουφίστηκε κάπως. Όχι ότι η ίδια ήξερε πώς να το πει στους γονείς της αν χρειαζόταν, αλλά δεν ήθελε ο Ιαν να φοβάται.
«Άρα είναι δική μας η απόφαση για το πώς θα συνεχίσουμε» του είπε και σφίχτηκε στην αγκαλιά του. «Και αν θα συνεχίσουμε» προσέθεσε πιο σιγανά, σχεδόν ντροπαλά, νιώθοντας ότι πατάει σε σπασμένα γυαλιά.
«Αν;» τη ρώτησε εκείνος και την τράβηξε λίγο μακριά του για να την κοιτάξει στα μάτια. «Νόμιζα ότι…» της είπε και τον ένιωσε να παγώνει.
«Δεν ξέρω αν θέλεις κι εσύ…δηλαδή…» του είπε πραγματικά μπερδεμένη. Τι να του έλεγε; Ότι αν ήθελε κι εκείνος, ήθελε κι αυτή; Αλλά ακόμα κι αν εκείνος δεν ήθελε, εκείνη ήθελε. Ουφ, πώς να το έλεγε αυτό χωρίς να φανεί απελπισμένη;
«Νόμιζα ότι είναι εμφανές αυτό που θέλω» της είπε χαμογελώντας σατανικά και οδήγησε το χέρι της στο σημείο του σώματός του που αποδείκνυε πόσο την ποθούσε. Η Βαλέρια ξαφνιάστηκε με το πόσο πολύ τον επηρέαζε. Σχεδόν δεν είχαν σταματήσει να κάνουν έρωτα όλο το βράδυ και ήταν πάλι έτοιμος.
«Ω αυτό το καταλάβαμε!» γέλασε εκείνη κοκκινίζοντας ελαφρά. «Τα υπόλοιπα δεν καταλάβαμε!»
«Με ρωτάς αν σε θέλω μόνο για σεξ; Αλήθεια κάνουμε εμείς οι δύο αυτή την κουβέντα;» ρώτησε εκείνος ανασηκώνοντας τα φρύδια με έναν τρόπο σχεδόν κωμικό.
«Νομίζω, ναι» του είπε εκείνη.
Ο Ιαν πήρε μια βαθιά ανάσα και την έσφιξε ξανά πάνω του φιλώντας τρυφερά το κεφάλι της. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ξανασυστηθούμε» της είπε χιουμοριστικά. «Με λένε Ιαν Κάρτερ και σέβομαι τα παντελόνια μου».
«Τι στο καλό σημαίνει αυτό;» ρώτησε εκείνη.
«Σημαίνει ότι είμαι ξεκάθαρος για τις προθέσεις μου με τις γυναίκες».
«Μπορώ να μην ακούω για τις άλλες γυναίκες παρακαλώ;» τον τσίμπησε εκνευρισμένη.
«Μπορώ να μην ακούω βλακείες, παρακαλώ;» γέλασε εκείνος με την ανασφάλειά της.
«Ακόμα δεν απάντησες» είπε εκείνη.
«Τι να απαντήσω, Θεέ μου!» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ελάχιστα. «Νομίζω ότι όλα αυτά τα χρόνια σε περίμενα χωρίς να το ξέρω. Και τώρα που σε βρήκα θα σε χορτάσω με λίγες ώρες σεξ; Γιατί έχεις τόσο χαμηλή ιδέα για τον εαυτό σου;» την προκάλεσε.
«Δεν έχει να κάνει με μένα αυτό, Ιαν, αλλά με εσένα» του είπε η Βαλέρια.
«Ωραία» είπε εκείνος και ανακάθισε απότομα. «Ας είμαι ξεκάθαρος λοιπόν» συνέχισε και ο δείκτης του ανασήκωσε το πηγούνι της ώστε να τον κοιτάει στα μάτια.
«Θέλω να το ζήσουμε».
«Ποιο;»
«Το όνειρο, Βαλέρια! Να κοιμόμαστε μαζί, να ξυπνάμε μαζί, να διασκεδάζουμε, να ταξιδεύουμε, να περπατάμε στον ήλιο τρώγοντας παγωτό, όλα αυτά που μας στέρησαν!».
«Είσαι σίγουρος;»
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!»
«Δηλαδή τώρα εμείς…είμαστε μαζί;» τον ρώτησε εκείνη ντροπαλά.
Εκείνος χαμογέλασε εκείνος εξίσου ντροπαλά και το βλέμμα του την ζέστανε. "Εγώ νιώθω ότι δεν χωρίσαμε ποτέ" της είπε και η Βαλέρια ένιωσε επιτέλους ότι η καρδιά της ήταν στη θέση της.



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 30-θέλω τραλαλό

Τα μάτια του δεν έφυγαν στιγμή από το πρόσωπό της. Τόσο τη στιγμή που βολεύτηκε πάνω στο απαλό της σώμα όσο και τη θεία εκείνη στιγμή που γλίστρησε μέσα της με μια κίνηση τόσο ανεπαίσθητη σαν το κορμί της να τον περίμενε από χρόνια. Και οι δύο ένιωσαν ότι ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, και τα χρόνια που πέρασαν χώρια, σε άλλες αγκαλιές, ήταν απλώς σπατάλη χρόνου.
«Κοίτα με» της ψιθύρισε ο Ιαν στο αυτί όταν εκείνη έκλεισε τα μάτια ανίκανη να αντέξει την ηδονή που απλωνόταν σε όλο της το είναι και την έκανε να νιώθει ότι έλιωνε. Έκανε αυτό που της είπε και τον κοίταξε. Και παρόλο που ήθελε να του πει να συνεχίσει αυτό που έκανε πιο γρήγορα, απολάμβανε τις αργές και γεμάτες σιγουριά παλινδρομικές κινήσεις του, κινήσεις που με μαθηματική ακρίβεια την έφερναν όλο και πιο κοντά στην κορύφωση. Το χέρι του ανασήκωσε τους γοφούς της ώστε η διείσδυση να είναι μεγαλύτερη και έσκυψε πάνω στο στήθος της, τυραννώντας ηδονικά τις θηλές της με την γλώσσα του. Η Βαλέρια άκουσε τον εαυτό της να επαναλαμβάνει το όνομά του, ξανά και ξανά, σαν προσευχή, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να επηρεάζεται από τις παρακλήσεις της. Άλλωστε δεν ήξερε κι εκείνη για ποιο πράγμα τον παρακαλούσε. Να σταματήσει; Να συνεχίσει; Να μη την αφήσει ποτέ;
Την ώρα που ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και ήξερε ότι σε μερικά δευτερόλεπτα θα τέλειωνε το γλυκό βασανιστήριο εκείνος χαμογέλασε σατανικά και βγήκε από μέσα της. Η Βαλέρια δεν κατάλαβε αρχικά αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι ο Ιαν απλώς ήθελε να επιβραδύνει την κατάσταση.
«Έλα από πάνω» της είπε κι εκείνη πραγματοποίησε την ιδέα του, σπρώχνοντάς τον από κάτω της. Έλυσε τα μαλλιά της που με δυσκολία συγκρατούσε ένα λαστιχάκι και απλώθηκαν σαν ένας χείμαρρος από υγρό μετάξι στη πλάτη της. Κύρτωσε το σώμα της, έγειρε πίσω το λαιμό της έτσι ώστε να τεντωθεί τελείως και άρχισε με τη σειρά της να κινείται με το ρυθμό που ήθελε. Στην αρχή αργά και σταδιακά όλο και πιο γρήγορα. Τα χέρια του Ιαν ακολουθούσαν μια ξέφρενη διαδρομή. Από τους γοφούς της, στους γλουτούς της, στο στήθος, στην κοιλιά της. Δεν ηρεμούσε ούτε λεπτό. Η Βαλέρια ένιωθε ότι τη γνώριζε ξανά από την αρχή και το μόνο πράγμα που ήλπιζε ήταν να μην τον απογοητεύσει.
«Πιο αργά» της είπε αυστηρά μετά από λίγη ώρα αλλά η Βαλέρια δεν τον άκουσε. Συνέχισε να κινείται σαν μαινάδα πάνω στον ανδρισμό του παρόλο που τον ένιωθε έτοιμο να εκραγεί. Ήταν από τη φύση προικισμένος αλλά η εμφανής εμπειρία του τον είχε κάνει ικανό να ελέγχει τις ορμές του με έναν τρόπο που θα έκανε κάθε γυναίκα να οδηγηθεί σε βέβαιο οργασμό.
«Τι σου είπα;» είπε πάλι αυστηρά εκείνος και το χέρι του χώθηκε στη βάση του λαιμού της τραβώντας τα μαλλιά της πίσω άγρια. Η Βαλέρια σταμάτησε για λίγο από τον πόνο, τον κοίταξε, και με ένα βλέμμα που του έδειχνε πόσο πολύ αδιαφορούσε για αυτό που της έλεγε συνέχισε αυτό που έκανε. Με τον ρυθμό που ήθελε εκείνη. Ήξερε ότι το σεξ μεταξύ τους είχε μεταβληθεί σε ένα παιχνίδι εξουσίας αλλά δεν την ένοιαζε. Σε αυτή την περίπτωση δε θα υπήρχε νικητής και χαμένος. Μόνο δύο απόλυτα ικανοποιημένοι εραστές.
Ο Ιαν όμως δεν την άφησε για πολύ να κρατάει τα ηνία και με μια απότομη κίνηση ανασηκώθηκε κρατώντας τη στην αγκαλιά του λες και ήταν πούπουλο!
«Μα πού…πού με πας;» τον ρώτησε χώνονταν το κεφάλι της στον λαιμό του, κουρνιάζοντας εκεί ενώ ο Ιαν βρισκόταν ακόμα μέσα της. Όταν η πλάτη της ακούμπησε με φόρα στον παγωμένο τοίχο και ο Ιαν στάθηκε μπροστά της, τα πόδια της σφίχτηκαν πιο δυνατά γύρω του για ισορροπία.
«Όπου θέλω» της είπε άγρια ενώ τη φιλούσε αχόρταγα. Το σώμα του άρχισε να τρέμει ολόκληρο, σημάδι ότι πλησίαζε και για εκείνον η ώρα. «Σε πάω όπου θέλω γιατί είσαι δική μου» της είπε ξανά και η Βαλέρια τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του κάνοντας μορφασμούς από την απόλυτη ηδονή που είχε συσσωρευτεί στο σώμα της κα την έκανε να θέλει να εκτονωθεί. «Πες το μου» είπε εκείνος ενώ κινείτο μέσα της μανιασμένα, ξανά και ξανά, χωρίς διακοπή. «Πες μου ότι είσαι δικιά μου» επέμεινε και η Βαλέρια έψαξε το βλέμμα του.
Τα μάτια του ήταν σκοτεινά και της θύμισαν άνθρωπο που είχε χάσει τα λογικά του. Για μερικά δευτερόλεπτα σκέφτηκε να του πει όχι, να μην του κάνει τη χάρη να του δείξει ότι ειλικρινά ένιωθε δική του. Αλλά δεν το έκανε. Όχι επειδή φοβήθηκε αυτό που έβλεπε μπροστά της, έναν άντρα ικανό να τη συνθλίψει από οργή, αλλά επειδή του χρωστούσε την αλήθεια.
«Είμαι» του είπε και τον φίλησε ενώ μερικά δευτερόλεπτα τη χώριζαν από την κορύφωση. «Είμαι δική σου» επανέλαβε δυνατά αυτή τη φορά και μετά ακολούθησαν ουρλιαχτά. Ουρλιαχτά ανακούφισης ενώ το κορμί της συσπόταν πάνω στο δικό του. Φωνές ικανοποίησης και λόγια τρυφερότητας πλημμύρισαν την ατμόσφαιρα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά ακολούθησε και ο Ιαν, που βρυχήθηκε σαν άγριο ζώο και είπε το όνομά της με έναν τρόπο που την έκανε να ανατριχιάσει. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο, μέχρι που οι καρδιές τους σταμάτησαν να χτυπάνε τόσο δυνατά και ξάπλωσαν στο κρεβάτι δίπλα δίπλα, με τα χέρια και τα πόδια τους μπερδεμένα. Η Βαλέρια για πρώτη φορά δε φοβήθηκε τις βροντές που ακούγονταν έξω και ο Ιαν δεν ταλαιπωρήθηκε από τις συνηθισμένες αϋπνίες του. Κοιμήθηκαν μαζί, για πρώτη φορά, και ο ύπνος που τους σκέπασε ήταν η πιο γλυκιά κουβέρτα.






Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 29-θέλεις τραλαλά;

«Πολύ σημαντική προσθήκη η κλειδαριά» είπε ψιθυριστά η Βαλέρια, την ώρα που ο Ιαν έβγαζε την μπλούζα της και επιθεωρούσα το δαντελένιο μαύρο σουτιέν της με μεγάλη προσοχή. Πριν από μερικές εβδομάδες θα ορκιζόταν ότι δε θα έμπαινε ξανά μέσα σε αυτό το δωμάτιο, αλλά τώρα βρισκόταν εκεί μέσα μαζί του και δεν την ένοιαζε τίποτα. Τα φαντάσματα του παρελθόντος και ο πόνος ήταν αμελητέες ποσότητες σε σχέση με τον καταιγιστικό πόθο που ένιωθε να σαρώνει το κορμί της. 
«Άργησα λογάκι αλλά τα κατάφερα» της είπε διφορούμενα και τη φίλησε απαλά. Η Βαλέρια ένιωθε την καρδιά της να βροντάει στο στήθος της αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να τον χαϊδεύει. Το σώμα του δεν είχε καμία σχέση με εκείνο του εφήβου Ιαν. Τώρα ήταν πιο δυνατός, πιο ρωμαλέος και απολάμβανε την υφή του δέρματός του στα δάχτυλά της. Του έβγαλε το πουκάμισο και μετά τη φανέλα.
«Πάντα ήθελες το χρόνο σου» τον πείραξε κι εκείνος πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της.
«Νόμιζα ότι σου άρεσε που ήμουν τόσο…διεξοδικός» την πείραξε ο Ιαν και την ξάπλωσε στο κρεβάτι που υπήρχε στο δωμάτιο. Ήταν καινούργιο και μεγαλύτερο σε σχέση με παλιά.  Πάνω του υπήρχε μόνο ένα σεντόνι, αλλά δεν χρειάζονταν περισσότερα.
«Ιαν, είσαι σίγουρος για αυτό που πάμε να κάνουμε;» τον ρώτησε όταν εκείνος ξάπλωσε δίπλα της και έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα της. Τώρα φορούσε μόνο το κιλοτάκι της και αυτό δεν άφηνε πολλά στην φαντασία.
«Ω, πολύ σίγουρος!» της είπε χαμογελώντας πλατιά. «Μόνο εγώ ξέρω πόσο το ήθελα από τη στιγμή που σε είδα ξανά!».
«Νόμιζα ότι…»
«Παραμένεις η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει, Βαλέρια. Η πιο συναρπαστική, η πιο σέξι, η πιο έξυπνη. Αυτό δεν αλλάζει. Είτε είμαστε μαζί είτε χώρια, πάντα θα σε θέλω» της είπε σοβαρά κοιτώντας την με ένα βλέμμα που άναβε φωτιές στο σώμα και στην ψυχή της. Αλλά η Βαλέρια έσμιξε τα φρύδια της. Είτε χώρια; σκέφτηκε. Ώστε το αποψινό ήταν απλώς…σεξ; Μια γλυκιά υπενθύμιση όσων είχαν ζήσει μαζί;
«Δηλαδή να το ξέρω» του είπε προσπαθώντας να ξαναβρεί το κουράγιο της «να σε αποφεύγω αν ακούσω ότι αρραβωνιάστηκες πάλι!»
«Σου είπα ότι εμείς οι δύο δεν πρέπει να μένουμε μαζί» της είπε και το χέρι του άρχισε ένα πονηρό παιχνίδι στην κοιλιά της και λίγο πιο χαμηλά.
«Πες μου ότι σε παρασέρνω κιόλας!»
«Μα είσαι τόσο όμορφη…μου κόβεις την ανάσα κάθε φορά που σε κοιτάω. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ καμία γυναίκα όσο όμορφη όσο εσύ!»
«Και φαντάζομαι θα έψαξες!»
«Τι είναι αυτό; Μομφή;» την κοίταξε εκείνος ενώ φιλούσε τον αφαλό της. Η Βαλέρια αναστέναξε βαθιά.
«Παρατήρηση!»
«Έκανα αυτό που έκρινα καλύτερο και σε άφησα να συνεχίσεις τη ζωή σου. Και συνέχισα κι εγώ μπροστά» της είπε αυστηρά χωρίς να σταματάει αυτό που έκανε.
«Έγινες ευτυχισμένος;» τον ρώτησε ξαφνικά η Βαλέρια κι εκείνος την κοίταξε για λίγο. Ανασηκώθηκε και κάθισε δίπλα της. Η Βαλέρια κρύωνε και χώθηκε στην αγκαλιά του.
«Κατάφερα πολλά, Βαλέρια. Έκανα μια τεράστια περιουσία, κοιμήθηκα με γυναίκες, διασκέδασα και ανδρώθηκα. Και συνεχίζω» της είπε.
«Ποιο από όλα;» τον προκάλεσε. Το χέρι της κινήθηκε στο στέρνο του. Εκείνος την παρακολουθούσε κάτω από τις βλεφαρίδες του.
«Να διασκεδάζω» της χαμογέλασε σατανικά, αποφεύγοντας την ευθεία ερώτηση.
«Και όλα τα υπόλοιπα;» επέμεινε εκείνη λες και έπαιζαν κάποιο παιχνίδι εξουσίας. Το χέρι του χάιδευε το στήθος της τώρα.

«Δεν καταλαβαίνω τι με ρωτάς, ομορφιά μου» της είπε και τη φίλησε απαλά στα χείλη. «Μπορούμε όμως να σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε;» ρώτησε και κάλυψε το σώμα της με το δικό του.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαιο 28-θέλεις ή δε θέλεις, θα μου πεις απόψε...

«Τι κάνεις;» ρώτησε η Βαλέρια προσπαθώντας να ξυπνήσει από τον λήθαργο στον οποίο την είχαν ρίξει τα φιλιά του Ιαν. Τα απαλά χείλη του την έκαναν να αναρωτιέται για ποιο λόγο είχαν χωρίσει. Αφού ήταν προφανές ότι μόνο στην αγκαλιά του ένιωθε ευτυχισμένη. Ολόκληρη. Ζωντανή.
«Σε φιλάω» είπε εκείνος ξεκολλώντας με δυσκολία τα χείλη του από τα δικά της. Τη φιλούσε με τόσο πάθος που ένιωθε σαν μεθυσμένη. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. «Πάμε» της είπε ξαφνικά και την έπιασε από το χέρι, κάνοντάς την να τον ακολουθήσει.
«Πού πάμε; Βρέχει!» είπε εκείνη σοκαρισμένη ακόμα από την εξέλιξη των πραγμάτων. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει κι εκείνος περπατούσε μπροστά της κρατώντας τη σταθερά.
«Πάμε κάπου να είμαστε μόνοι» είπε εκείνος και η Βαλέρια πάγωσε.
«Όχι!» φώναξε μέσα στο σκοτάδι. «Όχι πάλι εκεί!» τσίριξε και ο Ιαν αναγκάστηκε να σταματήσει.
«Καρδιά μου, δεν έχει σημασία πού θα είμαστε, αρκεί να είμαστε μαζί» είπε εκείνος τρυφερά.
«Μα τι λες, Ιαν;» συνέχισε η  Βαλέρια μπερδεμένη. «Δεν μπορούμε έτσι απλά να….το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε!»
«Γιατί; Γιατί δεν μπορούμε;» φώναξε ξαφνικά εκείνος και η Βαλέρια είδε στο όμορφο πρόσωπό του την αγανάκτηση που ένιωθε. «Ποιος μας εμποδίζει;»
«Η Κριστιάννα! Οι γονείς μας! Το παρελθόν!» είπε ήρεμα η Βαλέρια αλλά εκείνος δεν έδειξε να πτοείται. Τη φίλησε ξανά, βαθιά, και συνέχισε να περπατάει προς το σπιτάκι του κήπου. Εκεί όπου είχαν τελειώσει όλα.
«Κανείς δεν μπορεί να μπει ανάμεσά μας. Ελπίζω να μην πιστεύεις κάτι τόσο χαζό»
«Είσαι αρραβωνιασμένος»
«Ήμουν»
«Χώρισες;» ρώτησε η Βαλέρια και ένιωθε πιο μπερδεμένη από ποτέ.
«Τι ήθελες να κάνω; Να συνεχίσω μαζί της ενώ σκέφτομαι εσένα;» την αιφνιδίασε.
«Συνειδητοποιείς πόσο δυστυχισμένη την έκανες; Πόσο κόσμο θα πληγώσουμε αν ξανά…»
«Αν ξανα-τι;» φώναξε εκείνος. «Ούτε να το πεις δεν μπορείς. Είναι σαν να μιλάω με την Βαλέρια των 16 ετών ξανά! Επιπόλαιη και άβουλη!» την προκάλεσε.
«Στα 16 τι περίμενες; Να έχω απόλυτο έλεγχο της ζωής μου;»
«Στα 16 όχι, αλλά στα 26;» ειρωνεύτηκε ο Ιαν και η Βαλέρια δεν κατάφερε να απαντήσει κάτι έξυπνο. «Θα μας εγκαταλείψεις δεύτερη φορά;» επέμεινε.
«Γιατί ; Εγώ φταίω για την πρώτη; Εσύ τι έκανες; Πάλεψες για εμάς;» τον ρώτησε και άρχισε να κλαίει. Όσα είχε περάσει ήταν ένα αγκάθι στην καρδιά της και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα όταν σκεφτόταν εκείνη την περίοδο.
«Όσο μπορούσα, ναι!» είπε εκείνος δυναμικά και την κοίταξε. «Ήρθα στην Κορνουάλη, σε έψαξα!»
«Τι;» τον ρώτησε μπερδεμένη. «Πότε έγινε αυτό;»
«Όταν πήγες σε εκείνη την ηλίθια κατασκήνωση και εγώ έφυγα από το σπίτι! Τότε!» της είπε και έσφιξε τους καρπούς της. «Ήρθα να σε βρω και μου είπαν στην είσοδο ότι δε θες να με δεις! Τότε! Και εγώ επέμεινα και σε παρακολούθησα από μακριά να μιλάς συνεχώς με έναν τύπο».
Η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει απορημένη. Δεν πίστευε όσα άκουγε.
«Δεν είχα ιδέα ότι ήρθες!»
«Ποιος ήταν εκείνος ο γελοίος;»
«Πες μου ότι ζηλεύεις αναδρομικά!» γέλασε η Βαλέρια. Ο Ιαν όμως δεν ανταπέδωσε.
«Αυτά είναι μαθήματα ζωής» της είπε πικρά.
«Ένα παιδί από την κατασκήνωση ήταν! Δεν μπορεί να περιμένεις να σε ξεπέρασα τόσο γρήγορα!» του είπε. «Και ειλικρινά δεν μπορώ να το πιστέψω ότι κάνουμε αυτή τη συζήτηση ενώ είμαστε μέσα σε ένα χωράφι, ενώ βρέχει και αστράφτει. Μπορεί να μας χτυπήσει κεραυνός!»
«Θες να έρθεις μαζί μου;» της είπε τελικά εκείνος. «Δεν έχει να κάνει ούτε με την Κριστιάννα, ούτε με τους γονείς μας, ούτε με κανέναν η απόφασή σου. Θες να έρθεις;».
«Για ένα βράδυ; Για δύο; Τι μου ζητάς;» τον ρώτησε με αγωνία. Ήθελε απαντήσεις. Τον ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να πετάξει όλα τα συναισθήματά της στα σκουπίδια για μερικές στιγμές σεξ.
«Σου ζητάω να διαλέξεις εμένα, διάολε!»
«Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, Ιαν! Δεν το βλέπεις; Εγώ δεν αρραβωνιάστηκα ποτέ!»
«Ε τότε έλα μαζί μου!»
«Θα σε κάνω δυστυχισμένο»
«Αποκλείεται»
«Ιαν, γιατί δεν πάμε λίγο πιο χαλαρά; Να βγούμε μερικές φορές και να μιλήσουμε και ίσως…»
«Τελευταία ευκαιρία» της είπε και έσφιξε τις γροθιές του. Μια αστραπή φώτισε τον ορίζοντα. Η Βαλέρια κούρνιασε τρομαγμένη στην αγκαλιά του.
«Πάμε» του είπε και τον άφησε να την οδηγήσει στην καλύβα τους.




Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 27-μην αντιστέκεσαι, μην αντιστέκεσαι, κάνε ένα βήμα κι εσύ...

Η Λάουρα είχε φύγει, ο Πίτερ έλειπε για μία βδομάδα στο Παρίσι, με τον Λούκας είχε χωρίσει και είχε τελειώσει με την υπόθεση του κυρίου Πεκ. Οι υπογραφές είχαν μπει και όλα είχαν τακτοποιηθεί. Είχε πληρώσει το δάνειο για τέσσερις μήνες και ήταν ήρεμη. Περίπου δηλαδή.

Είχε πολύ καιρό να νιώσει τόση βαρεμάρα. Συνειδητοποίησε ότι χωρίς τους φίλους και τη δουλειά της δεν είχε τίποτα να κάνει. Ούτε ένα χόμπι, ούτε μία ασχολία. Εκείνη την Παρασκευή σκέφτηκε να πάει για τρέξιμο στο πάρκο αλλά δεν της άρεσε η ιδέα. Μετά σκέφτηκε να διαβάσει αλλά βαριόταν και η ιδέα του να μείνει μέσα και να δει τηλεόραση τής φαινόταν θλιβερή.

Έτσι, έκανε το καλύτερο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Έβαλε μερικά ρούχα σε ένα σακίδιο και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Είχε να δει τους γονείς της μερικές βδομάδες και ήταν ευκαιρία να τους επισκεφτεί. Θα ξεκουραζόταν, θα απολάμβανε σπιτικό φαγητό και θα έκανε βόλτες με την ησυχία της. Μακριά φυσικά από το σύνορο με το σπίτι των δίπλα. Δεν ήθελε ούτε να τους δει ποτέ ξανά.

Σε λιγότερη από μία ώρα η Βαλέρια πάρκαρε έξω από το σπίτι των δικών της και πάτησε την κόρνα για να την ακούσουν. Έτσι έκανε πάντα όταν ερχόταν και σε μερικά δευτερόλεπτα ένας από τους γονείς της ή και οι δύο ξεπρόβαλαν στην πόρτα ουρλιάζοντας το όνομά της λες και γυρνούσε από τον πόλεμο. Η Βαλέρια έβγαλε τα πράγματα από το αμάξι και κοίταξε τριγύρω. Ο πατέρας της είχε ξοδέψει αρκετά χρήματα αλλά το σπίτι ήταν πολύ όμορφο με τις τελευταίες προσθήκες. Και η πισίνα, παρόλο που ήταν ένα τελείως παράλογο έξοδο, έδειχνε να χρησιμοποιείται. Η Βαλέρια χαμογέλασε. Τουλάχιστον κάποιος έκανε απόσβεση.

«Βαλέρια!» άκουσε τη φωνή της Μπάρμπαρα Αρτσερ, της μητέρας της. Την είδε να βγαίνει από το σπίτι φορώντας ένα κομψό φόρεμα. Η μητέρα της σπάνια κυκλοφορούσε με πιτζάμες ή ρόμπες. Ήταν πάντα περιποιημένη. «Τι έκπληξη είναι αυτή!» είπε στην κόρη της και τη φίλησε.
«Είχα καιρό να σας δω και…» είπε η Βαλέρια αλλά τη διέκοψε ο πατέρας της, ο οποίος βγήκε σχεδόν τρέχοντας στην αυλή. Η Βαλέρια αφέθηκε στα φιλιά και τις αγκαλιές τους υπομονετικά.
«Έπρεπε να μας πεις ότι έρχεσαι, να έχουμε έτοιμο το αγαπημένο σου φαγητό» είπε ο πατέρας της και η Βαλέρια γέλασε.
«Δεν είμαι μικρό παιδί, μπαμπά» του είπε αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε.
«Για μας θα είσαι πάντα» της είπε αυστηρά και μπήκαν μέσα.

Έφαγαν όλοι μαζί το ρολό κοτόπουλο που είχε φτιάξει η μητέρα της. Η Βαλέρια παρατήρησε ότι οι γονείς της είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Είχαν περάσει και οι δύο τα εξήντα και ένιωθε σαν να πρόσεχε πρώτη φορά τα γκρίζα μαλλιά του πατέρα της και τις ρυτίδες της μητέρας της. Ξαφνικά ένιωσε ενοχές για όσα είχαν περάσει εξαιτίας της. Όχι ότι είχε κάνει κάτι φοβερό αλλά για τους γονείς της πρέπει να ήταν μεγάλη προδοσία να μαθευτεί η σχέση της με τον Ιαν. Τον εχθρό.

«Πώς πάει η δουλίτσα σου;» τη ρώτησε ο πατέρας της κι εκείνη του τα παρουσίασε όλα ρόδινα όπως συνήθως. Δεν ήταν ανάγκη να ξέρει ότι το απαίσιο αφεντικό της της έδινε σκάρτες υποθέσεις και της έκανε άπρεπα σχόλια. Τον άφηνε να πιστεύει ότι έκανε μεγάλη καριέρα και ότι οι δόσεις του δανείου ήταν για εκείνη ένα μικροποσό.
«Χαίρομαι, κόρη μου» της είπε η μητέρα της όταν εκείνη τέλειωσε την περιγραφή της τελευταίας της υπόθεσης, ένα βαρετό διαζύγιο, που όμως το έκανε να φαίνεται σαν πολύ σημαντική. «Να σου φτιάξω το κρεβάτι σου» συνέχισε η Μπάρμπαρα Αρτσερ και αποσύρθηκε στον πάνω όροφο.

Η Βαλέρια έκατσε λίγο δίπλα στο τζάκι και σκάλισε τα ξύλα όσο ο πατέρας της διάβαζε την εφημερίδα του όπως κάθε βραδάκι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, σκέφτηκε η Βαλέρια. Οι γονείς μου είναι το σημείο αναφοράς μου. Όταν όμως έπεφτε το σκοτάδι και έμενε μόνη της μέσα στο υπνοδωμάτιό της, όπου και να ήταν αυτό, ένιωθε μια αφόρητη μοναξιά να σφίγγει την καρδιά της. Και σιγά σιγά είχε αρχίσει μέσα της να ξεδιαλύνει ποιος ήταν ο λόγος που ένιωθε έτσι.

Το ρολόι πάνω από το τζάκι έδειξε δέκα και η Βαλέρια ήξερε ότι αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα: οι γονείς της πήγαιναν για ύπνο. Αυτό δεν άλλαζε ποτέ και αποτελούσε μεγάλη ανακούφιση κάποτε για εκείνη. Κάποτε, όταν έτρεχε να συναντήσει τον Ιαν στα κρυφά. Μάλωσε τον εαυτό της που σκεφτόταν συνέχεια εκείνον αλλά ήξερε ότι το μέρος ήταν αυτό που είχε πυροδοτήσει τόσες αναμνήσεις.

Οι γονείς της προσφέρθηκαν να μείνουν λίγο ακόμα ξύπνιοι αλλά εκείνη τους διαβεβαίωσε ότι θα κοιμόταν κι αυτή σύντομα, αφού έριχνε μια ματιά στην τηλεόραση. Και αυτό έκανε. Χάζεψε μια παλιά σειρά που την είχε δει πολλές φορές και όταν ο δείκτης του ρολογιού έφυγε από το έντεκα κατά πέντε λεπτά, σηκώθηκε για να πάει για ύπνο. Μόνο που ένα θέαμα, την τελευταία στιγμή, την έκανε να αλλάξει γνώμη. Από το παράθυρο του σαλονιού είδε το φεγγάρι ολόγιομο να λούζει το χώρο με λάμψη και συνειδητοποίησε ότι στο Λονδίνο είχε χρόνια να κοιτάξει τον ουρανό και να απολαύσει μια όμορφη πανσέληνο. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, φόρεσε ένα παλιό αδιάβροχο γιατί έξω ψιχάλιζε ελαφρά και ένα ζευγάρι γαλότσες που είχε πάντα στη μικρή αποθήκη έξω από το σπίτι τους και αποφάσισε να περπατήσει λιγάκι στο κτήμα τους πριν πάει για ύπνο. Ήταν μια πανέμορφη βραδιά και δεν είχε το δικαίωμα να την αγνοήσει.

Δεν πήρε τίποτα μαζί της. Ούτε κινητό, ούτε κλειδιά. Άρχισε να περπατάει στη νοτισμένη γη και τα βήματά της, σαν να ήταν προγραμματισμένο ρομπότ, την οδηγούσαν προς το μέρος του σπιτιού του Ιαν. Είπε στον εαυτό της να αλλάξει πορεία και να πάει αλλού, αλλά τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Ήταν λες και το φως το φεγγαριού την τραβούσε κοντά του και δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Χαμογέλασε καθώς επιθεωρούσε το σημείο από όπου το έσκαγε. Ήταν εκεί. Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τόσα χρόνια ότι σε εκείνο το σημείο το συρματόπλεγμα που θύμιζε εμπόλεμη ζώνη ήταν σκισμένο. Το είχε κόψει ο Ιαν με ένα ειδικό εργαλείο ώστε να μπορεί να περνάει. Για πολλά χρόνια εκείνη ήταν η κερκόπορτά τους. Και ήταν ακόμα εκεί. Απλώς σήμερα, απόψε, δεν υπήρχε κανείς από την άλλη πλευρά. Κανείς που να ανυπομονούσε να τη δει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκλαιγε πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό. Έκλαιγε για όσα είχε χάσει, έκλαιγε για όσα δε θα είχε ποτέ ξανά. Για εκείνο το «Απόλυτο» που είχε πει ο Ιαν. Αυτό ακριβώς ήταν. Το απόλυτο.

Περπατούσε παράλληλα με τον φράκτη, μέσα στο σκοτάδι, ανίκανη να απομακρυνθεί λες και την τραβούσε κάποιος αόρατος μαγνήτης. Περπατούσε συνέχεια, χωρίς να νιώθει κούραση, ούτε τη βροχή που είχε δυναμώσει εντωμεταξύ και μαστίγωνε το δέρμα της. Πόσο τον μισούσε κάποτε αυτόν τον φράκτη. Ένα εμπόδιο με πολλές προεκτάσεις. Σύμβολο της ανάγκης των ανθρώπων να προστατεύουν την περιουσία τους και με αυτό τον τρόπο τις ζωές όσων ζούσαν στα πλαίσια μιας οργανωμένης οικογένειας.

Οικογένεια, σκέφτηκε. Θα έκανε ποτέ δική της; Θα έβρισκε κάποιον άντρα να του μοιάζει;

«Βαλέρια!» άκουσε μια αντρική φωνή να σκίζει τον μονότονο ήχο της βροχής αλλά δεν έβλεπε ποιος ήταν. Δεν την ένοιαζε και πολύ. Κάποιος ίσως την είχε αναγνωρίσει. Ίσως ήταν ο πατέρας της. Άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της αλλά οι λάσπες έκαναν κάθε βήμα της ένα σωστό άθλο.
«Περίμενε, εγώ είμαι!» άκουσε ξανά από πίσω της αλλά δεν ήθελε να σταματήσει. Έτρεχε με όση ορμή είχε μετά από μια σαρωτική μέρα και δεν έβλεπε μπροστά της από τη βροχή και την ομίχλη που σιγά σιγά περικύκλωνε την περιοχή. Ήταν ο Ιαν. Το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήξερε τι να του πει.
«Είπες ότι δεν πρέπει να μένουμε μόνοι» ούρλιαξε με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια της τρέχοντας σαν γαζέλα που την κυνηγάει κάποιο λιοντάρι. Μόνο που το λιοντάρι ήταν πιο γρήγορο και όταν το χέρι του την άρπαξε από τον ώμο για να τη σταματήσει παραπάτησε και έπεσε κάτω. Σηκώθηκε αμέσως μετά το σοκ και άρχισε να περπατάει χωρίς να τον κοιτάζει.
«Είπες ότι δεν πρέπει να μένουμε μόνοι» του επανέλαβε μηχανικά ενώ καθάριζε τις λάσπες από πάνω της. Εκείνος την ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν στο δικό της κτήμα.
«Βαλέρια, σταμάτα» τον άκουσε να λέει αυταρχικά και μόνο τότε σταμάτησε. Αν άρχισε να φωνάζει θα τους άκουγαν οι δικοί της. Δεν ήθελε να προκαλέσει κάποιο δυσάρεστο περιστατικό. Ξανά. Γύρισε και τον κοίταξε και η εικόνα του πλημμύρισε την ψυχή της. Το βρεγμένο πρόσωπό του, τα χείλη του που έτρεμαν, το ταραγμένο βλέμμα του, η συγκλονιστική ομορφιά του…δεν άντεχε να τον βλέπει. Κατέβασε το πρόσωπο στο χώμα.
«Τι θες;» είπε εκείνη και άφησε τη βροχή να πνίξει τη φωνή της. «Τι μπορεί να θες;» επέμεινε και τον κοίταξε. Απαιτώντας μια απάντηση. Οποιαδήποτε. Κάτι. «Τι μπορεί να θες από μένα πια;»
«Ηρέμησε» της είπε λίγο πιο ήπια εκείνος αλλά εκείνη τον έσπρωξε μακριά της.
«Τι στο διάολο κάνεις εδώ; Γιατί δε με αφήνεις να ηρεμήσω;»
«Ήρθα να δω τους γονείς μου»
«Σαν κακό όνειρο μοιάζει» του είπε σαν χαμένη, κοιτώντας γύρω της. «Νόμιζα ότι είχα τελειώσει με όλο αυτό!» 
«Κι εγώ το ίδιο» της είπε σκληρά και η Βαλέρια τον κοίταξε.
«Φύγε τότε» τον προκάλεσε.
«Δεν μπορώ» της είπε απλά.
«Αυτό που κάνεις…είναι ανήθικο. Δεν ξέρεις καν τι θες. Ποια θες. Γιατί με βασανίζεις;»
«Δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι» την αποστόμωσε.
«Φτιάξε τη ζωή σου και ξέχνα με εμένα» του είπε και ευχαρίστησε τη βροχή που έκρυβε τα δάκρυά της. «Παντρέψου! Κάνε παιδιά! Κάνε ό,τι θες! Μόνο άσε με!» του φώναξε ξανά και εκείνος την έπιασε δυνατά από τους καρπούς.
«Πες μου ότι δε με σκέφτεσαι» της είπε επιτακτικά και η Βαλέρια δεν απάντησε. «Πες μου ότι δε σκέφτεσαι ποτέ όσα ζήσαμε» επέμεινε ο Ιαν και η βροχή συνέχισε να στάζει πάνω του κάνοντάς τον ακόμα πιο σέξι απ’ ό,τι συνήθως. Τόσο πολύ, που το μυαλό της παρασύρθηκε προς στιγμή. «Πες μου άλλη μία φορά να φύγω και θα φύγω» της είπε χαμογελώντας σατανικά γιατί ήξερε ότι δεν θα το έκανε.
«Φύγε» του είπε εκείνη με μια φωνή που θύμιζε κάποιας άλλης. «Κάνουμε κακό ο ένας στον άλλον» επέμεινε και ο Ιαν έμεινε να την κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά της γύρισε την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται. Το είδε στα μάτια του για μερικές στιγμές ότι τον είχε αιφνιδιάσει. Τον είχε πληγώσει. Είχε κάνει μόλις δέκα βήματα όταν σταμάτησε και γύρισε ξανά προς το μέρος της. Η Βαλέρια παρέμενε καρφωμένη στη θέση της κοιτώντας τον να ξεμακραίνει. Και ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν μέσα της. Η ομίχλη μέσα στο μυαλό και στην καρδιά της διαλύθηκαν και είδε καθαρά. Όταν εκείνος άρχισε να τρέχει προς το μέρος της, έκανε κι εκείνη το ίδιο. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του δεν αντιστάθηκε. Όταν τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της ανταποκρίθηκε στο φιλί του.
«Αγάπη μου» τον άκουσε να της ψιθυρίζει κάπου μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.



Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

πήγε χαμένο το φόρεμα

κεφάλαιο 26-πού είναι ο Ιαν;

Η συνάντηση πήγε πολύ καλά. Από επαγγελματικής άποψης δηλαδή. Η Βαλέρια πέρασε τις γυάλινες πόρτες της IANCA στις εννιά ακριβώς το πρωί εκείνης της Πέμπτης. Το οπτικό της πεδίο γέμισε πολυτέλεια. Τα χρώματα που κυριαρχούσαν στο χώρο ήταν αυτά του λογότυπου της εταιρείας, λευκό και χρυσό κυρίως. Οι χώροι ήταν τεράστιοι και λούζονταν από φως, οι υπάλληλοι έδειχναν ήρεμοι και μια απαλή μελωδία ακουγόταν από τα μεγάφωνα. Ο κύριος Πεκ ήταν μαζί της και συζητούσαν ανάλαφρα, πράγμα που κάπως την έκανε να ηρεμήσει. Φορούσε ένα υπέροχο μπλε στενό φόρεμα ως το γόνατο και ένα χρυσό βραχιόλι με ασορτί πέτρες. Ήταν πολύ όμορφη και πίστευε ότι η εμφάνισή της θα την έκανε να νιώθει την αυτοπεποίθηση που της έλειπε. Είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι είχε περάσει τόση ώρα μπροστά στον καθρέπτη για να πάρει δύναμη αλλά το είδωλό της μόνο που δε γέλασε. Ήξερε πολύ καλά γιατί ντύθηκε με τόση προσοχή.

Το άγχος της κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των συμβολαίων είχε χτυπήσει κόκκινο και όταν ενημέρωσε τους δικηγόρους του Ιαν ότι όλα είναι έτοιμα κι εκείνοι την κάλεσαν στην εταιρεία κόντεψε να πάθει συγκοπή. Δεν ήθελε να συναντήσει ξανά τον Ιαν αλλά ταυτόχρονα ήθελε και πολύ. Αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα κόντευαν να την τρελάνουν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι καλό για τον Ιαν, ξεφύτρωνε αμέσως και ένα αρνητικό συναίσθημα.

Η εντυπωσιακή γραμματέας του Ιαν τούς υποδέχτηκε με παγερή ευγένεια και τους πρόσφερε καφέ και βουτήματα. Η αίθουσα συνεδριάσεων όπου συζήτησαν για την αγοραπωλησία είχε μια απίστευτη θέα στον Τάμεση και η Βαλέρια δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί σε όσα έλεγαν. Η συζήτηση σχεδόν είχε μπει στον αυτόματο. Είχε εξασφαλίσει την πρόσβαση στη θάλασσα και είχε κάνει πολύ καλά συμβόλαια. Χρειαζόταν μόνο μια υπογραφή. Η υπογραφή ενός ανθρώπου που έλειπε. Γιατί ο Ιαν έλειπε.

Οι δικηγόροι του την ενημέρωσαν αμέσως ότι ο «κύριος Κάρτερ έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις αλλά θα ενημερωθεί άμεσα» και άλλες τέτοιες ασάφειες. Η Βαλέρια κατάλαβε ότι έλειπε γιατί ήθελε να την αποφύγει και απογοητεύτηκε. Φυσικά και δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία του εκεί και φυσικά και μπορούσε να υπογράψει και αργότερα αλλά σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε. Λογικά μετά από τις υπογραφές και τη μεταφορά των χρημάτων στον πελάτη της δε θα υπήρχε λόγος να τον  ξαναδεί. Δεν είχε ιδέα τι θα του έλεγε αλλά ήθελε να τον ξαναδεί. Τόσο απλά.

Η Βαλέρια ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της όταν έδωσε τα χέρια με τους δικηγόρους του Ιαν. Εκείνοι της είπαν ότι πρέπει να αλλάξει το όνομα στα συμβόλαια γιατί ο Ιαν ήθελε να είναι στο όνομά του το σπίτι και όχι στης Κριστιάννας. Η Βαλέρια έγνεψε θετικά και παρόλο που παραξενεύτηκε δεν είπε τίποτα. Μια μικρή αλλαγή σκέφτηκε και όλα τελειώνουν. Νοερά υπολόγισε ότι από αυτή την υπόθεση θα έβγαζε μεγάλη προμήθεια. Ένα ποσό ίσο με τέσσερις δόσεις δανείου, χαμογέλασε. Ανακουφίστηκε με αυτή τη σκέψη, καθώς είχε πάντα μπροστά της το στόχο όταν έπρεπε να κάνει κάτι δυσάρεστο. Όχι ότι δεν της άρεσε η δουλειά της αλλά να φροντίζει ώστε ο Ιαν να αγοράσει δώρο στην αρραβωνιαστικιά του ένα ονειρεμένο σπίτι στην Κορνουάλη μάλιστα ήταν ένα κάποιο μαρτύριο.

Γύρισε στο γραφείο απογοητευμένη και αφού ενημέρωσε τον Κέρβερο, έκανε τις απαραίτητες αλλαγές στο συμβόλαιο και έστειλε το αρχείο στους δικηγόρους του Ιαν για να το δουν και να κανονιστεί εκ νέου μια συνάντηση για τις τελικές υπογραφές.  Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Δε θα ξανάβλεπε ποτέ τον Ιαν. Όχι από κοντά τουλάχιστον. Ίσως διαβάζοντας κάποια μέρα εφημερίδες ή περιοδικά τον έβλεπε ντυμένο με ένα υπέροχο μαύρο σμόκιν και την Κριστιάννα στο πλάι του με νυφικό. Ίσως τον πετύχαινε κάποια μέρα στο Λονδίνο τυχαία, εκείνον και τη γυναίκα του ή στο χωριό τους, εκείνον με τα παιδιά του να παίζουν στην αυλή όπου κάποτε έπαιζαν μικρά.

Προσπάθησε να ανασάνει πιο βαθιά αλλά δεν τα κατάφερε. Η σκέψη και μόνο να τα ζήσει όλα αυτά την έκανε να θέλει να κλάψει. Αποδιοργανωνόταν η σκέψη της, διαλυόταν η λογική της. Ο Ιαν και η Κριστιάννα… σκέφτηκε. Της είχε πει ότι καμία γυναίκα δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της αλλά με άλλη θα παντρευόταν σύντομα. Με άλλη μοιραζόταν το κρεβάτι και τη ζωή του. Άλλη γυναίκα θα απολάμβανε το κορμί και το πνεύμα του. Εκείνη ήταν απλώς η κοπέλα της διπλανής πόρτας. Και αν εκείνος ένιωθε ότι ήταν σημαντική για εκείνον, αυτό ίσχυε αποκλειστικά και μόνο επειδή είχαν ζήσει κάτι πολύ σημαντικό και έντονο σε μια ευαίσθητη ηλικία. Στην  πορεία όμως θα συνειδητοποιούσε ότι η σχέση του με τη γυναίκα του, με αυτή που θα μοιραζόταν μια οικογένεια, ένα σπίτι, θα ήταν πιο ουσιαστική.

Σε λίγα χρόνια, σκέφτηκε η Βαλέρια, και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάγουλά της, δε θα κοιμάται ούτε καν το όνομά σου.


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαια 25-0-100 σε 4"


Η Βαλέρια έβαλε την τσάντα της στο αμάξι τρεις μέρες μετά και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ήταν πολύ κουρασμένη και θα οδηγούσε στο δεύτερο μισό της διαδρομής. Το σπίτι του κυρίου Πεκ έδειχνε θλιμμένο έτσι όπως ήταν με κλειστά παράθυρα και μαζεμένες τις καρέκλες και το τραπέζι της αυλής.
«Πώς πέρασαν έτσι οι μέρες…»μονολόγησε η Λάουρα. Στις μέρες που είχαν μεσολαβήσει από την επίσκεψη του Ιαν μέχρι σήμερα, οι σχέσεις τους είχαν εξομαλυνθεί αν και η Βαλέρια ένιωθε την επιθυμία της Λάουρα να μάθει περισσότερα για τη σχέση της με εκείνον.
«Έχεις δίκιο» συμφώνησε η Βαλέρια και ξεφύσησε. «Αλλά αν δεν είχα κι εσένα, θα χρειαζόμουν τουλάχιστον άλλη μία βδομάδα!» γέλασε.
«Σώπα τώρα! Δε βοήθησα και πολύ!»
«Δε βοήθησες; Είσαι φοβερή δικηγόρος, Λάουρα! Ποτέ δε θα είχα καταφέρει σε τρεις μόνο μέρες να βγάλω άκρη με τόσο παλιά συμβόλαια».
«Ναι, αλλά η ιδέα σου να ψάξεις εκείνο το συμβόλαιο στο πατρικό όνομα της μητέρας του κυρίου Πεκ ήταν πολύ έξυπνο!»
«Τίποτα από αυτά δε θα γινόταν όμως, αν δεν έπειθες τον υπάλληλο να μας αφήσει να κοιτάξουμε σε εκείνο το αρχείο».
«Βαλέρια, αφού ξέρεις ότι πάντα χρησιμοποιώ τα γοητεία μου για καλό σκοπό» γέλασε η Λάουρα και την ακολούθησε και η φίλη της.
«Εγώ πάλι, την αφήνω να πιάνει σκόνη» είπε.
«Μη με προκαλείς!» χαμογέλασε σατανικά η Λάουρα. «Κι έχω ορκιστεί να μην ξαναθίξω το θέμα Ιαν Κάρτερ» είπε και γκάζωσε αφού βγήκε από τον επαρχιακό στον εθνικό δρόμο.
«Δεν είναι δα και θέμα ταμπού» είπε ντροπαλά η Βαλέρια αλλά ήξερε ότι στη πραγματικότητα είναι. «Απλώς η σχέση μου με εκείνον είναι κάτι για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ σε κανέναν. Ήταν ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Νόμιζα ότι κι εκείνος θα το είχε ξεχάσει».
«Μπα…δεν το έχει ξεχάσει. Τουλάχιστον αν κρίνω από αυτά που είδα» είπε η Λάουρα αδιάφορα.
«Μην μου το λες αυτό» είπε η Βαλέρια σχεδόν πληγωμένη. «Δεν μπορώ να το σκέφτομαι. Κι εγώ…κι εγώ κάτι νιώθω να υπάρχει ακόμα μεταξύ μας αλλά δεν είναι σωστό».
«Έχεις δίκιο» είπε η Λάουρα. «Είναι και η άλλη στη μέση».
«Η Κριστιάννα» είπε η Βαλέρια. Ήθελε να επαναλαμβάνει το όνομα, για να υπενθυμίζει στον εαυτό της ότι η άλλη κοπέλα υπήρχε. Ήταν κάπου στο Λονδίνο και είχε ψυχή. Αγαπούσε τον Ιαν και την αγαπούσε κι εκείνος. Και μαζί της έδειχνε ευτυχισμένος. Σχεδόν ανέμελος. Κάτι τέτοιο χρειαζόταν. Μια καλλιτέχνιδα, μια ανάλαφρη σχέση χωρίς πίεση και χωρίς αδιέξοδα.
«Η Κριστιάνα» επανέλαβε μηχανικά η Λάουρα, δοκιμάζοντας τη γεύση που άφηνε στο στόμα της η λέξη.
«Καταφέραμε και εξασφαλίσαμε την πρόσβαση στη θάλασσα και θα απαιτήσουμε το προσυμφωνημένο ποσό. Θα της το κάνει δώρο γάμου και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» είπε η Βαλέρια χαμογελώντας.
«Αλήθεια;» ρώτησε ξερά η Λάουρα. «Γιατί δε νομίζω να έχει ευδοκιμήσει κανένας γάμος με ένα τέτοιο αγκάθι».
«Ποιο αγκάθι; Αφού δεν πρόκειται να με ξαναδεί μετά τα συμβόλαια».
«Βαλέρια, έχεις ξεκαθαρίσει μέσα σου τι θέλεις;» την προκάλεσε η φίλη της.
«Μην τρέχεις τόσο!» παραπονέθηκε η Βαλέρια προσπαθώντας ταυτόχρονα να αλλάξει θέμα αλλά ήξερε ότι η φίλη της γνώριζε τα δικανικά τερτίπια.
«Γιατί ίσως ήρθε η ώρα να το κάνεις».
«Αυτός πρέπει να το κάνει. Εγώ δεν ωφελεί να το κάνω εφόσον εκείνος έχει σχέση»
«Κι εσύ έχεις σχέση»
«Α ναι…» ψέλλισε ντροπιασμένη η Βαλέρια. «Ο Λούκας!» τον είχε ξεχάσει τελείως. Έβαλε μια υπενθύμιση στο μυαλό της να μιλήσει μαζί του και να βάλουν ένα τέλος στη χλιαρή σχέση τους. Δεν πίστευε ότι θα τον σόκαρε η απόφασή της. Κι εκείνος άξιζε μια κοπέλα που να διεκδικούσε το χρόνο του, αλλά και η Βαλέρια χρειαζόταν κάποιον να την αναστατώνει, να την κάνει να νιώθει ποθητή. Έναν άντρα ώριμο, δυναμικό, σαν τον…
«Τι κρίμα που θα χάσω την κορύφωση του δράματος» είπε η Λάουρα γελώντας με το πάντα μεταδοτικό γέλιο της.
«Γιατί το λες αυτό; Θα μιλάμε μέσω σκάιπ» είπε η φίλη της. Η Λάουρα θα έφευγε σε πέντε μέρες για να επιστρέψει στην Νέα Υόρκη και η Βαλέρια είχε ήδη αρχίσει να νιώθει μοναξιά.
«Ναι αλλά δε θα είμαι πάλι παρούσα σε κάποια αντιπαράθεσή σας. Έπρεπε να γραφτεί κάποιο έργο πάνω σας» συνέχισε να γελάει. «Είστε τόσο απορροφημένοι στο να πετάτε σπόντες ο ένας στον άλλον που σχεδόν αγνοείτε ότι καρφώνεστε».
«Λες βλακείες πάλι»
«Εγώ; Ποτέ!»
«Μιλάς για τη ζωή μου! Γελάς με τον πόνο μου!».
«Γιατί δεν του μιλάς;» σοβαρεύτηκε ξανά η Λάουρα. «Πες του πώς νιώθεις»
«Δεν ξέρω πώς νιώθω».
«Μα είναι φανερό».
«Ποιο; Ότι μου αρέσει; Φυσικά! Είναι κούκλος. Και έχουμε περάσει τόσα πολλά μαζί… Όλη μου η ζωή ήταν. Η ανάσα μου, η καρδιά μου. Δεν μπορώ να τον βγάλω από μέσα μου αλλά τα πράγματα είναι αλλιώς τώρα».
«Λες ότι δεν είσαι ερωτευμένη;»
«Δε λέω τίποτα. Την τελευταία φορά που ήμουν ερωτευμένη μαζί του, βρέθηκα τυλιγμένη με ένα σεντόνι, σχεδόν διαπομπευμένη, μετά σε μια κατασκήνωση κι εκείνος…δεν ξέρω…Τον αποκλήρωσαν! Το καταλαβαίνεις; Μιλάμε για μίσος ασίγαστο. Μίσος χωρίς όρια».
«Δεν έχετε μεγαλώσει λιγάκι από τότε;» είπε ξερά η Λάουρα. «Ποιος ενδιαφέρεται για το τι λένε οι γονείς σας; Ειδικά εφόσον είναι τόσο ξεροκέφαλοι».
«Λάουρα, όλη αυτή η συζήτηση με κάνει να νιώθω άβολα. Άσε που η επανασύνδεσή μου μαζί του ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Δεν ξέρω αν θέλω και τι θέλω. Ο Ιαν είναι πολύ απόμακρος και σχεδόν αγενής. Να υπάρχει κάποια έλξη ίσως είναι φυσικό, αλλά όλα τα υπόλοιπα…δεν ξέρω».
«Ξέρεις, φιλενάδα» γέλασε η Λάουρα και γκάζωσε ξανά.


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 24-νευράκια τσαταλάκια η Λάουρα! Συμφωνείτε!

«Τι εννοείς ότι έφυγε;» ρώτησε το επόμενο πρωί η Βαλέρια βρίζοντας από μέσα της τον εαυτό της που άργησε τόσο πολύ να σηκωθεί από το κρεβάτι και προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρύψει την ταραχή της πίσω από μια ψυχρή αδιαφορία.
«Εννοώ ότι άφησε ένα σημείωμα στο τραπέζι για σένα και έφυγε» απάντησε η Λάουρα με ειλικρινή ψυχρότητα.
«Τον είδες εσύ;» ρώτησε η Βαλέρια ενώ έβαζε καφέ. Το ρολόι της έδειχνε εννιά. Έπρεπε να είναι ήδη στο υποθηκοφυλακείο. Για αυτό είχε έρθει. Όχι για να σκέφτεται τι της είχε πει ο Ιαν και γιατί. Γιατί της είχε πει ότι δεν υπήρχε άλλη γυναίκα σαν κι αυτή, γιατί της έδωσε την εντύπωση ότι είχε πάει με κάποια αποστολή η οποία δεν εκπληρώθηκε, γιατί το βλέμμα του ήταν βαθύ και έντονο όπως τότε.
«Τον πέτυχα την ώρα που έφευγε. Τον άκουσα να μιλάει με κάποιον και να του δίνει οδηγίες. Υποθέτω ότι έχει κάποιον σωφέρ ή κάτι τέτοιο. Θα πάνε να φτιάξουν τη μηχανή και θα φύγει κατευθείαν» απάντησε η φίλη της χωρίς να την πολυκοιτάει. Διάβαζε ένα περιοδικό καθισμένη στον καναπέ απέναντί της. «Δε θα διαβάσεις το σημείωμα;» την παρότρυνε η Λάουρα ξερά και η Βαλέρια έπιασε το λευκό χαρτί που υπήρχε πάνω στο τραπέζι.

Το μήνυμα του Ιαν ήταν απλό και περιεκτικό. Με τον δυναμικό γραφικό του χαρακτήρα που πρόδιδε άνθρωπο σίγουρο για τον εαυτό του είχε συντάξει ένα απλό κείμενο.

Με συγχωρείς για την αναστάτωση.
Είναι πια προφανές ότι εμείς οι δύο δεν πρέπει να μένουμε μόνοι.
Ιαν

Η Βαλέρια χαμογέλασε αν και ήθελε να σκίσει το χαρτί και να επιστρέψει στην ασφάλεια του δωματίου της. Να κουκουλωθεί κάτω από τα σκεπάσματα και να ξεχάσει τα πάντα. Είχε γράψει το όνομά του! Λες και υπήρχε περίπτωση να μην καταλάβει ποιος το είχε γράψει.

«Εγώ θα πρέπει να φύγω σε λιγάκι» είπε τελικά η Βαλέρια προσπαθώντας να ανοίξει συζήτηση με τη Λάουρα.
«Αν θέλεις ακόμα θα έρθω μαζί σου» απάντησε η φίλη της ουδέτερα.
«Γιατί να μη θέλω;»
«Μπορεί να έχεις και άλλα πράγματα να κρύψεις. Δεν ξέρω» είπε τελικά η Λάουρα και η Βαλέρια βεβαιώθηκε ότι η φίλη της είχε πειραχτεί. Δεν μπορούσαν να αγνοούν για πολύ το ζήτημα.
«Λάουρα, δεν έχει να κάνει με σένα και…» ξεκίνησε να λέει αλλά η Λάουρα σηκώθηκε απότομα και πήγε στον νεροχύτη να ξεπλύνει το φλιτζάνι της.
«Νόμιζα ότι είμαστε φίλες και ότι δεν έχουμε μυστικά. Με αυτόν τον άντρα είχες κάτι. Δεν περιμένω να μου εξηγήσεις αλλά μην μου το παίζεις ‘δεν ξέρω δεν είδα΄».
«Δεν το παίζω τίποτα. Είναι πολύ μπερδεμένο και φοβάμαι ότι δεν έχω απαντήσεις στις ερωτήσεις που θα μου κάνεις» είπε η Βαλέρια παραχωρητικά.
«Τότε πες μου εσύ ό,τι και όσα θες» είπε η Λάουρα και κάθισε ξανά στον καναπέ.
«Δεν πρέπει να φύγουμε; Ας το κάνουμε κάποια άλλη στιγμή όλο αυτό…» είπε η Βαλέρια ήρεμα αλλά η Λάουρα έδειχνε αμετακίνητη.
«Είχες χρόνο να το κάνεις τα οκτώ χρόνια που σε ξέρω αλλά δεν το έκανες».
«Λάουρα, ο Ιαν…» ψέλλισε η Βαλέρια και κάθισε σε μια καρέκλα. Δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. «Ο Ιαν κι εγώ μεγαλώσαμε σε διπλανά σπίτια. Ήμασταν φίλοι στην αρχή και μετά τα φτιάξαμε. Χωρίσαμε όταν εγώ ήμουν 16 και ξαναβρεθήκαμε πριν από λίγο καιρό. Θέλει να αγοράσει το σπίτι κι εγώ εκπροσωπώ τον ιδιοκτήτη. Είναι αρραβωνιασμένος» είπε η Βαλέρια συνοψίζοντας τα πάντα και τίποτα.
Η Λάουρα δεν απάντησε. Κοιτούσε τη Βαλέρια με ένα ύφος που έδειχνε ότι ήταν πολύ δυσαρεστημένη με την στάση της φίλης της.
«Τον αγαπούσες;» ρώτησε τελικά και η Βαλέρια έγνεψε. «Εκείνος;» επέμεινε η φίλη της και η Βαλέρια έγνεψε ξανά. Το πώς κατάφερε να μην κλάψει την έκανε να απορεί. «Και γιατί χωρίσατε;»
«Οι γονείς μας έχουν κάποια αντιπαλότητα. Μισιούνται και κατάφεραν να μας χωρίσουν. Λάουρα, δεν μπορώ…» είπε και σηκώθηκε απότομα.
«Μα εσύ τρέμεις!» είπε η Λάουρα έντονα. «Έχουν περάσει δέκα χρόνια και ακόμα ταράζεσαι που το συζητάς. Τι είδους σχέση είχατε;»
«Ας πούμε απλά ότι ήμασταν δεμένοι».
«Δε θέλω λεπτομέρειες» είπε η Λάουρα και η Βαλέρια ανακουφίστηκε. «Απλώς θέλω να ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που η προσωπική σου ζωή είναι τόσο χάλια».
Η Βαλέρια δεν απάντησε. Κοίταξε τα πόδια της για μερικά δευτερόλεπτα. Η Λάουρα δεν έλεγε να σπάσει τη σιωπή. Περίμενε απάντηση. Έτσι ήταν η φίλη της. Απαιτητική.
«Τον αγαπάς ακόμα;» επέμεινε.
«Όχι!» φώναξε ξαφνικά η Βαλέρια. Λίγο πιο γρήγορα από όσο έπρεπε. «Είναι αρραβωνιασμένος».
«Δε ρώτησα αυτό».
«Σου είπα όχι».
«Αν τον αγαπάς πάντως, πιστεύω ότι έχεις ελπίδες».
«Είναι αρραβωνιασμένος. Σταμάτα» θύμωσε η Βαλέρια, όχι επειδή η φίλη της πατούσε τις κόκκινες γραμμές της αλλά κι επειδή δεν ήθελε να νιώθεις αυτές τις πεταλούδες στο στομάχι κάθε φορά που σκεφτόταν εκείνη και τον Ιαν μαζί. Χωρίς την Κριστιάννα μέσα στην ευρύτερη εικόνα.
«Η ένταση μεταξύ σας είναι σχεδόν απτή» γέλασε η Λάουρα. «Στη λίγη ώρα που σας είδα μαζί το βλέμμα του δεν έφευγε από πάνω σου».
«Έχει χρόνια να με δει» είπε ξερά η Βαλέρια.
«Γιατί έφυγε έτσι το πρωί;»
«Πώς έτσι;»
«Έδειχνε ταραγμένος. Κάνατε τίποτα;»
«Μα τι λες; Για ποια με πέρασες;»
«Είσαι τρελή»
«Σου είπε τίποτα;»
«Γιατί ρωτάς;»
«Από περιέργεια»
«Ξέρεις κάτι, φιλενάδα;. Ξέρω ότι λες ψέματα αυτή τη στιγμή αλλά δεν με πειράζει. Δε με πειράζει γιατί λες ψέματα στον εαυτό σου κι όχι σε μένα».
«Λες βλακείες».
«Βαλέρια, πάμε να φύγουμε και ας σταματήσουμε αυτή τη συζήτηση γιατί δε θέλω να τσακωθούμε. Αλλά εσύ κι ο Ιαν, κορίτσι μου, είστε ένα κεφάλαιο που γράφεται ακόμα».



Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

κεφάλαιο 23-https://www.youtube.com/watch?v=RPEdR-igZm4

«Σώπα, σώπα, καρδιά μου, ένα κακό όνειρο είναι μόνο» άκουσε η Βαλέρια μια παράξενα οικεία φωνή. Ένιωθε πολύ άσχημα, περικυκλωμένη έτσι όπως ήταν από το απόλυτο σκοτάδι. Κάποιος την κυνηγούσε κι ένιωθε ότι δεν μπορούσε να τρέξει. Μα γιατί δεν την βοηθούσε κάποιος; Αυτός ο άντρας ποιος ήταν; Ήθελε να ανοίξει τα μάτια της αλλά ένιωθε σαν να ήταν κολλημένα. Θα κατάφερνε να σωθεί; Ήθελε να ζήσει άλλο λίγο. Ο Ιαν. Θα τον ξανάβλεπε άραγε;
«Τι…τι έγινε;» ψέλλισε όταν κατάφερε να ανοίξει τα μάτια της. Δεν ήταν μόνη στο δωμάτιό της, αλλά υπήρχε σκοτάδι.
«Έβλεπες έναν εφιάλτη» είπε ο άντρας. Ο Ιαν. Ήταν ο Ιαν.
«Ονειρεύομαι τώρα;» τον ρώτησε καθώς σκέπαζε τα μάτια της με το χέρι. Ο Ιαν άναψε τη λάμπα δίπλα της και επιθεώρησε το πρόσωπό της.
«Όχι, είσαι ξύπνια» της χαμογέλασε εκείνος, μιλώντας γλυκά και ήπια λες και ήταν παιδί.
«Ντρέπομαι τόσο πολύ» του είπε και έκλεισε ξανά τα μάτια. Ο Ιαν καθόταν δίπλα της, με μια μίξη ανησυχίας και ευθυμίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Άπλωσε το χέρι του και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Βαλέρια δεν αντέδρασε. Ήταν σίγουρη ότι έβλεπε όνειρο. Θα το απολάμβανε.
«Εμένα;» τη ρώτησε με ειλικρινή έκπληξη. Η Βαλέρια χαμογέλασε και άνοιξε ξανά τα μάτια της. Ο Ιαν την κοιτούσε τόσο γλυκά… Την έκανε να λιώνει.
«Είδα ένα κακό όνειρο» του είπε, γνωρίζοντας ότι επαναλάμβανε τα αυτονόητα.
«Η Λάουρα δε σε άκουσε καν. Το δωμάτιό της είναι στην άκρη του διαδρόμου. Οπότε μην ντρέπεσαι».
«Θεέ μου!» τσίριξε η Βαλέρια όταν μια βροντή έκανε τα τζάμια να τρίξουν. «Όχι πάλι» παραπονέθηκε.
«Ακόμα φοβάσαι;» ρώτησε ο Ιαν απαλά και η Βαλέρια έγνεψε. Όταν ήταν μικρά εκείνη χωνόταν στην αγκαλιά του όταν είχε καταιγίδα.
«Μα είναι τόσο δυνατές…» είπε εκείνη και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τι όμορφα που ένιωθε. Σαν να βρίσκονταν οι δυο τους μόνοι στον κόσμο. Σαν να μην υπήρχαν εμπόδια. Παρελθόν και πόνος.
«Θα περάσει, σώπα» της είπε και άπλωσε το χέρι του προς το πρόσωπό της. Χάιδεψε το μάγουλό της αργά με τον δείχτη του. Η Βαλέρια προσπάθησε να αντιδράσει αλλά δεν μπορούσε. Οι αισθήσεις της την είχαν εγκαταλείψει. Νόμιζε ότι κινείται μέσα στο νερό και όλες τις οι κινήσεις ήταν αργές και αλλοιωμένες.
«Ιαν, δεν πρέπει να είσαι εδώ» του είπε τελικά. Είχε τη δύναμη να παίξει με το μυαλό και την καρδιά της και το έκανε. Το έβλεπε να συμβαίνει πάλι και δεν μπορούσε να το ελέγξει.
«Μα δεν κάνουμε τίποτα, καρδιά μου» είπε εκείνος βραχνά. Η Βαλέρια ανατρίχιασε. Είχε ξυπνήσει πια για τα καλά.
«Μη με λες έτσι, δεν είμαι» του είπε απότομα αλλά εκείνος συνέχισε να τη χαϊδεύει αργά.
«Πού το ξέρεις ότι δεν είσαι;» την αιφνιδίασε εκείνος μετά από μια παύση γεμάτη ένταση. Το δάχτυλό του πια ταξίδευε ελεύθερο στο λαιμό, τα χείλη, τα μπράτσα της.
«Ιαν, σταμάτα» του είπε και τινάχτηκε απότομα. Το άγγιγμά του την έκαιγε και το κορμί της είχε αρχίσει να αντιδρά. Δεν θα άντεχε άλλη μια απόρριψη. Έπρεπε να προστατεύσει τον εαυτό της. Προσπάθησε να ανασηκωθεί αλλά εκείνος τη σταμάτησε. Άρπαξε τα χέρια της και την ακινητοποίησε.
«Ηρέμησε, δεν κάνω τίποτα» της είπε αυστηρά αλλά η Βαλέρια δεν είχε όρεξη για παιχνίδια.
«Παίζεις! Παίζεις μαζί μου! Φτάνει αυτό! Τι άλλο να κάνεις;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Έρχεσαι εδώ…στην Κορνουάλη. Και μετά στο σπίτι όπου μένω, στο δωμάτιό μου. Γεμάτος καλές δικαιολογίες. Πιστευτές. Πραγματικά πιστευτές. Αλλά αρχίσεις να με χαϊδεύεις και δεν ξέρω…Νιώθω ότι έχει θολώσει το μυαλό μου. Γιατί το κάνεις αυτό; Νόμιζα ότι με μισούσες» του είπε τελικά.
«Εσύ με μισείς;» τη ρώτησε εκείνος σμίγοντας τα φρύδια ανήσυχος.
«Όχι, Ιαν» του είπε σοβαρά κοιτώντας τον στα μάτια προσπαθώντας να μην ζαλιστεί από την απόλυτη ομορφιά του. «Πώς είναι δυνατόν να σε μισώ;».
«Ούτε εγώ σε μισώ, Βαλεριάνα» είπε εκείνος. «Έχω ορκιστεί στον εαυτό μου να μην ξανανιώσω τόσο έντονα συναισθήματα. Μίσος και αγάπη δεν υπάρχουν πια στην ψυχή μου».
«Το ξέρει αυτό η Κριστιάνα;» του είπε τελικά εκείνη. Η ύπαρξη της κοπέλας πλανιόταν στην ατμόσφαιρα αλλά κανείς δεν αναφερόταν στο θέμα.
Το πρόσωπό του άλλαξε ξαφνικά. Τραβήχτηκε πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Η Κριστιάνα δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό» της είπε τελικά.
«Εγώ δε θα ένιωθα άνετα αν ο αρραβωνιαστικός μου καθόταν στο κρεβάτι μιας γυναίκας» τον προκάλεσε.
«Η Κριστιάνα είναι πολύ τυχερή» γέλασε εκείνος σχεδόν με κακία. «Θα μπορούσα να μην κάθομαι απλώς, αλλά να κάνω κάτι άλλο, κάτι που θέλω πιο πολύ» κατέληξε.
«Ώστε έχεις δεδομένη την παράδοσή μου» του είπε εκείνη με ανασηκωμένα τα φρύδια. Το έπαιζε άνετη αλλά δεν ήταν. Την είχε στριμώξει. Πάντα μπορούσε να ξέρει τις σκέψεις της.
«Μπορώ πάντα να ελπίζω» της ψιθύρισε. Η Βαλέρια έγλειψε τα χείλη της. Είχαν στεγνώσει.
«Ιαν, μη με τυραννάς άλλο» του είπε εξαντλημένη. Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή φώτισε όλο το δωμάτιο. Η Βαλέρια τρόμαξε.
«Φοβάσαι;» τη ρώτησε και χάιδεψε τα μπράτσα της. Εκείνη έγνεψε θετικά. Δεν ήθελε να μείνει μόνη αλλά όλη αυτή η συζήτηση, το ρεύμα που διαπερνούσε και τους δύο, τα συναισθήματα που έκρυβε καλά αλλά από στιγμή και στιγμή θα αναδύονταν.
«Πολύ» απάντησε εκείνη, γνωρίζοντας ότι και η ερώτησή του και η απάντησή της είχαν διπλό μήνυμα.
«Θες να μείνω;» τη ρώτησε απλά και η Βαλέρια κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
«Μα τι λες; Η Κριστιάνα…» ψέλλισε με δυσκολία και έχωσε το κεφάλι της στα χέρια της. Ήθελε πολύ να του πει να μείνει. Να περάσουν το βράδυ μαζί. Με ό,τι όρο έβαζε εκείνος. Αλλά είχε και αρχές.
Ο Ιαν σηκώθηκε απότομα και πήγε προς την πόρτα αλλά λίγο πριν πιάσει το πόμολο  γύρισε προς το μέρος της με ένα φουρτουνιασμένο βλέμμα που την τρόμαξε.
«Αν χρειαστείς το οτιδήποτε θα είμαι δίπλα» της είπε ξερά. Μετά την κοίταξε μια ατελείωτη στιγμή και συνέχισε. «Λυπάμαι που παρασύρθηκα τόσο» απολογήθηκε και κατέβασε το κεφάλι του. «Αν μπορούσες να σε δεις ίσως καταλάβαινες…» της είπε και χαμογέλασε. Το ίδιο έκανε και η Βαλέρια. «Δε θα το έκανα ποτέ αυτό στην Κριστιάνα» μονολόγησε ο Ιαν. Η Βαλέρια είχε παγώσει στη θέση της. «Αλλά είναι τόσο παράξενο όλο αυτό…όταν κάνω έρωτα μαζί της νιώθω ότι σε προδίδω. Όταν είμαι μαζί σου νιώθω ότι προδίδω εκείνη. Θα σπάσει το κεφάλι μου» της είπε τελικά.
«Η Κριστιάνα θα σε κάνει πολύ ευτυχισμένο» του είπε εκείνη τελικά και δάκρυα κύλησαν απ΄τα μάτια της. Του έλεγε την αλήθεια αλλά πονούσε.
«Έχω ζήσει το απόλυτο, Βαλέρια» της είπε εκείνος. «Το έζησα μαζί σου σε τόσο νεαρή ηλικία που με σχεδόν με ακρωτηρίασε συναισθηματικά. Ποια γυναίκα μπορεί να συγκριθεί μαζί σου;» τη ρώτησε σιγανά και όταν η Βαλέρια δεν απάντησε, εκείνος βγήκε από το δωμάτιό της.


κεφάλαιο 22-τυρί-γαλοπούλα-ντομάτα

Τη στιγμή που βγήκε ο Ιαν από το μπάνιο και έτεινε το χέρι του προς τη Λάουρα ευγενικά, η Βαλέρια ένιωσε μια υποψία ζήλειας. Αμέσως μάλωσε τον εαυτό της που σκέφτηκε άσχημα αλλά δεν κατάφερε να ελέγξει την πληγωμένη της αυτοπεποίθηση. Κοίταξε την μακριά φανελένια πιτζάμα που φορούσε και μετά κοίταξε τα ατελείωτα γυμνά πόδια της φίλης της, κάτω από ένα σατέν κοντό νυχτικό που έδειχνε ότι η Λάουρα ένιωθε πολύ άνετα με το σώμα και τη σεξουαλικότητά της.
«Γοητευμένος» είπε ο Ιαν στη Λάουρα και της χαμογέλασε ζεστά. Η Βαλέρια πρόσεξε ότι το βλέμμα του δεν έφυγε από το πρόσωπό της φίλης της.
«Καλέ από ποια φαντασίωση ξεφύτρωσες εσύ;» γέλασε η Λάουρα γέρνοντας το κεφάλι πίσω.
«Εσύ είσαι η κολλητή της Βαλέριας, σωστά;» ρώτησε εκείνος αφού σταμάτησε να γελάει με το προκλητικό αστείο της φίλης της. Η Βαλέρια έδωσε στον Ιαν το πιάτο με το τοστ κι εκείνος το πήρε χωρίς να την κοιτάξει.
«Εσύ είσαι αυτός που μας έκραξε που την αφήσαμε να φύγει με έναν ξένο;» απάντησε η Λάουρα με το καυστικό χιούμορ της.
«Δικηγόρος κι εσύ να υποθέσω;» ανταπέδωσε ο Ιαν χαμογελώντας άνετα.
«Φυσικά» απάντησε η Λάουρα και σούφρωσε τα χείλη. «Αν και η κυρία από εδώ» είπε και έδειξε τη Βαλέρια «ήταν πάντα η κορυφαία στο είδος μας».
Η Βαλέρια δεν απάντησε και ο Ιαν συνέχισε να την αγνοεί.
«Της πρότεινα να έρθει στην εταιρεία αλλά με απέρριψε» είπε εκείνος με δραματικό ύφος και η Λάουρα κοίταξε την Βαλέρια με τόση έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο που η Βαλέρια νόμισε ότι πάγωσε.
«Για να καταλάβω…» είπε μπερδεμένη στη φίλη της «ξέρεις τον Ιαν Κάρτερ από παλιά, βρέθηκε εδώ βραδιάτικα τυχαία και μαθαίνω τώρα ότι σου πρότεινε να πας στην σούπερ εταιρεία του και είπες όχι; Τι άλλο μου κρύβεις;» σχεδόν θύμωσε.
Η Βαλέρια δεν ήξερε από πού να αρχίσει και έτσι έμεινε σιωπηλή.
«Χάλασε η μηχανή μου ενώ επιθεωρούσα μερικές κατοικίες» έσπασε ο Ιαν τη σιωπή. «Θα φύγω αύριο ελπίζω» συμπλήρωσε.
«Φυσικά και θα φύγεις αύριο» είπε αυστηρά η Βαλέρια. «Ακόμα και αν πρέπει να περιμένεις να επισκευαστεί η μηχανή σου, μπορώ να σε μεταφέρω αύριο το πρωί σε κάποιο ξενοδοχείο».
«Βαλέρια!» τη μάλωσε η φίλη της αλλά η Βαλέρια δεν κοιτούσε τη Λάουρα. Κοιτούσε τον Ιαν. Ο οποίος παρότι φορούσε ξένα ρούχα, έδειχνε όπως πάντα μοναδικός. Το λευκό φανελάκι κολλούσε απίθανα πάνω στο μυώδες σώμα του και τα βρεγμένα μαλλιά του ήταν πιο σέξι απ΄ ό,τι συνήθως. «Τι τρόπος είναι αυτός;».
«Ο ενδεδειγμένος!» απάντησε ξερά η Βαλέρια.
«Καλέ άσε τον άνθρωπο να μείνει να έχουμε λίγη παρέα. Εσύ όλο διαβάζεις κι εγώ…ξέρεις» γουργούρισε η φίλη της σχεδόν φλερτάροντας «εκτιμώ τους ωραίους άντρες».
«Ο συγκεκριμένος κύριος είναι ολίγον αρραβωνιασμένος» αιφνιδίασε τη φίλη της η οποία δεν είχε καταλάβει την ένταση που επικρατούσε στο δωμάτιο. Ήταν λες και έπαιζαν μια παρτίδα σκάκι, αλλά για τρία άτομα.
«Α τι κρίμα!» γέλασε η Λάουρα και ο Ιαν έγνεψε θετικά.
«Δηλώνω ένοχος!»
«Τι κρίμα που βγήκες από την κυκλοφορία!» επέμεινε η Λάουρα.
«Φτιάξε μου άλλο ένα σε παρακαλώ» έτεινε ο Ιαν το πιάτο στη Βαλέρια αδιάφορα και η Βαλέρια το ακούμπησε στον πάγκο. Φυσικά, δεν του έφτιαξε τίποτα.
«Εγώ θα σας αφήσω γιατί είμαι λίγο κουρασμένη» είπε ξαφνικά και γύρισαν και την κοίταξαν απορημένοι. Μα γιατί; Περίμεναν ότι θα κάτσει να συμμετάσχει στο…όργιο; «Ιαν, το δωμάτιό σου είναι η δεύτερη πόρτα δεξιά. Θα σου το ετοιμάσω όσο μπορώ. Αν χρειαστείς κάτι φώναξε με» είπε και έκανε να φύγει.
«Δε θα κάτσεις λιγάκι;» ρώτησε η Λάουρα.
«Είμαι κουρασμένη. Καληνύχτα, παιδιά» τους είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό της αφού έκανε μια στάση στο δωμάτιο του Ιαν για να του βγάλει κουβέρτες.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα, πάνω από τα σκεπάσματα, προσπαθώντας να ελέγξει όλο αυτό το καρδιοχτύπι που ένιωθε. Γιατί ξαφνικά ήθελε να χαστουκίσει τη φίλη της; Η Λάουρα φλέρταρε με κάθε άντρα που περπατούσε στη γη, ήταν ζωηρή και κοινωνική. Έτσι έκανε με όλους. Και με τον Ιαν…της είχε εξηγήσει μέσες άκρες ότι γνωρίζονταν παλιά αλλά δεν είχε πει κάτι περισσότερο. Ο Ιαν ήταν αρραβωνιασμένος, διάολε, σκέφτηκε ξαφνικά. Ακόμα και αν κοιμόταν με την Λάουρα ή οποιαδήποτε Λάουρα δεν ήταν δική της δουλειά. Η Κριστιάνα έπρεπε να ανησυχεί. Αλήθεια, γιατί δεν είχε έρθει μαζί της;

Έβγαλε τη ρόμπα της, και χώθηκε κάτω από το πάπλωμά της. Τι έκαναν κάτω; Συνέχιζαν να διασκεδάζουν; Γιατί ένιωθε λες και ήταν η βαρετή της παρέας; Γιατί ένιωθε ότι δεν την «έπαιζαν»; Τι παιδική ανασφάλεια ξύπνησε μέσα της; Μάλλον επειδή ο Ιαν ήταν ο αποκλειστικός της φίλος στο παιχνίδι όταν ήταν μικρά, ήταν απόλυτα δικός της όταν μεγάλωσαν λιγάκι, τη δυσκόλευε η ιδέα ότι ασχολείται πια με άλλες γυναίκες. Ένα αίσθημα κτητικότητας υπήρχε μέσα της ακόμα αλλά έπρεπε να το ξεριζώσει. Τι δουλειά είχε αυτή να νιώθει έτσι;

Μέτρησε προβατάκια, μέτρησε ανάποδα από το 100 στα γαλλικά, έκανε ασκήσεις διαλογισμού αλλά δεν κατάφερε με τίποτα να κοιμηθεί. Ένα κύμα γέλιου διέκοψε τις απέλπιδες προσπάθειές της να ηρεμήσει. Η Λάουρα και ο Ιαν μιλούσαν έξω από την πόρτα της. Τους άκουσε να λένε καληνύχτα. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της, λες και φοβόταν ότι θα καταλάβουν ότι κρυφάκουγε. Αλλά δεν κρυφάκουγε. Αυτοί κάθονταν έξω από την πόρτα της.

Άκουσε δύο πόρτες να κλείνουν και κάπως ηρέμησε. Στο τρελό μυαλό της είχαν μπει παράξενες ιδέες. Μα πώς σκεφτόταν τέτοια πράγματα για τη φίλη της; Πώς είχε αλλοτριωθεί έτσι; Και γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί; Σε αυτό το ερώτημα ίσως είχε απάντηση τώρα. Πώς να κοιμηθεί με τον Ιαν στο ακριβώς διπλανό δωμάτιο;

Τις σκέψεις της διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα.
«Πέρνα» είπε η Βαλέρια. Αλλά δεν ήταν η Λάουρα. Ήταν ο Ιαν. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Η Βαλέρια άναψε το πορτατίφ και ανακάθισε.
«Θα με αφήσεις να ησυχάσω ποτέ;» τον ρώτησε τελικά και εκείνος κατέβασε το κεφάλι. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι ήταν πολύ ρομαντικό το περιβάλλον. Τόσο ρομαντικό που καταντούσε αστείο. Οι δυο τους, μετά από τόσα χρόνια, σε ένα πανέμορφο δωμάτιο που φώτιζε μόνο το γλυκό φως μιας λάμπας.
«Συγγνώμη που ήρθα» της είπε τελικά χωρίς να την κοιτάει. «Αλλά έβρεχε πολύ» απολογήθηκε. «Δε θα ερχόμουν ποτέ αν ήξερα ότι θα σε φέρω σε τόσο δύσκολη θέση» την αιφνιδίασε. Φαινόταν πολύ κουρασμένος ξαφνικά.
«Κι εγώ λυπάμαι που δεν ήμουν πιο…εύθυμη. Αλλά είμαι σίγουρη ότι η φίλη μου σε διασκέδασε αρκετά» του είπε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε.
«Έχει  πολλή πλάκα η Λάουρα» χαμογέλασε εκείνος και την κοίταξε ζεστά. «Και φαίνεται να σε αγαπάει πολύ».
«Σε σοκάρει αυτό;» τον προκάλεσε.
«Όχι βέβαια» απάντησε εκείνος γρήγορα. «Είσαι πολύ αξιόλογη κοπέλα» της είπε ήρεμα.
«Καλώς, Ιαν» είπε η Βαλέρια. «Τώρα που ανταλλάξαμε αβρότητες, μπορώ να κοιμηθώ;»
«Δεν ανταλλάξαμε αβρότητες» αναστέναξε ο Ιαν. «Εγώ δεν άκουσα τίποτα καλό από εσένα». Η Βαλέρια χαμογέλασε. Δεν κατάφερε να κρατηθεί.
«Είναι πολύ σουρεάλ όλο αυτό» του είπε. «Εσύ κι εγώ μέσα σε ένα δωμάτιο, στην Κορνουάλη! Τι ζω, Θεέ μου!» είπε και κοίταξε προς τον ουρανό.
«Είναι όντως» γέλασε ξαφνικά εκείνος. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι το γέλιο του ήταν ο πιο όμορφος ήχος που είχε ακούσει εδώ και καιρό.
«Ιαν, νυστάζω και νιώθω και λίγο άβολα» του είπε εκείνη μετά από μια ατελείωτη σιωπή.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και αναστέναξε βαθιά. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ακόμα έβρεχε πολύ. «Νιώθεις και άβολα» σχεδόν μονολόγησε. Η Βαλέρια δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό.
«Ιαν, είναι αργά» του είπε τελικά, γνωρίζοντας ότι το μήνυμά της ήταν διφορούμενο.
«Έχεις δίκιο» της είπε και σηκώθηκε ξαφνικά. Η Βαλέρια ένιωθε την επιθυμία να κλάψει. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας μπροστά της; Πότε εκείνο το όμορφο αγόρι έγινε τόσο γοητευτικός άντρας; Και πού χάθηκε ο προκλητικός τόνος του; Γιατί απόψε ήταν τόσο…ακαταμάχητος;
«Κακώς ήρθα» της είπε σιγανά και βγήκε από το δωμάτιό της.


 




Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 21-ανοίξτε, καλέ! Η κυρία Κόλλια είμαι! (ποιος θυμάται τη σειρά;)

Η Βαλέρια ξάπλωσε λίγο πιο νωρίς από την Λάουρα αλλά δεν είχε καταφέρει ακόμα να κοιμηθεί όταν άκουσε την πόρτα της φίλης της να κλείνει. Η βροχή είχε δυναμώσει τόσο που δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Οι βροντές τράνταζαν το σπίτι ολόκληρο και παρόλο που είχε κουρνιάσει σε μια γωνία του άνετου κρεβατιού κάτω από αφράτα σκεπάσματα δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί. Σκεφτόταν συνέχεια ότι η φύση είχε τη δύναμη να εκδικηθεί για τα κακά που της είχε κάνει ο άνθρωπος και ότι αν η βροχή δε σταματούσε μπορεί και να πλημμύριζε η περιοχή, να παρασυρόταν το αμάξι της και σύντομα να έπρεπε να παλέψει για τη ζωή της.

Μέτρησε αργά μέχρι το είκοσι αλλά δεν κατάφερε να ηρεμήσει. Ήξερε ότι ήταν χαζές οι σκέψεις της και ότι ήταν απλώς μια πολύ έντονη βροχόπτωση και τίποτα άλλο. Άλλωστε ήταν Βρετανίδα. Δεν είχε μεγαλώσει σε κάποια χώρα με διαρκή ηλιοφάνεια και καλό καιρό. Είχε χορτάσει βροχές. Όχι τόσο έντονες, αλλά βροχές. Και νόμιζε ότι είχε συνηθίσει τις βροντές. Αλλά τελικά συνέχιζε να φοβάται όπως όταν ήταν μικρή και νόμιζε ότι θα πέσει το σπίτι.

Ένα ζεστό γάλα! σκέφτηκε και πετάχτηκε από το κρεβάτι γεμάτη ενέργεια. Κατέβηκε στον κάτω όροφο χωρίς να ανάψει φως μιας και οι αστραπές φώτιζαν το σπίτι κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Ο αέρας και η βροχή χτυπούσαν τα παράθυρα και η Βαλέρια ένιωσε σαν πρωταγωνίστρια σε θρίλερ εποχής. Ζέστανε λίγο γάλα και έριξε μια κουταλιά μέλι. Κάθισε στον καναπέ και ήπιε αργά μερικές γουλιές, προσπαθώντας να ελέγξει το καρδιοχτύπι της. Είχε ένα άσχημο συναίσθημα και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ένιωθε έτσι επειδή είχε αγχωθεί με τον καιρό ή επειδή απλώς ένιωθε ότι κάτι κακό θα συμβεί.

«Ανοίξτε!» άκουσε ξαφνικά μια δυνατή φωνή και ένα χέρι να κοπανάει με ορμή την ξύλινη πόρτα. Η Βαλέρια τρόμαξε τόσο πολύ που η κούπα με το γάλα έπεσε από τα χέρια της και λέρωσε το χαλί. Αλλά δεν μπορούσε να τη μαζέψει γιατί είχε παγώσει από τον φόβο.  Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται και νόμισε ότι θα πάθει ανακοπή. Κράτησε την αναπνοή της και ψαχούλεψε την τσέπη της ρόμπας της. Είχε πάνω της το κινητό της και μπορούσε να φωνάξει τη Λάουρα σε βοήθεια. Ένα μαχαίρι! Πήγε στην κουζίνα και άρπαξε ένα μεγάλο μαχαίρι.
«Ανοίξτε, για όνομα!» άκουσε ξανά και το χτύπημα στην πόρτα έγινε ακόμα πιο βίαιο. «Βλέπω φως, ανοίξτε!» συνέχισε ο άγνωστος άντρας αν και η Βαλέρια δεν μπορούσε να υποθέσει κάτι άλλο για την ταυτότητα του αγνώστου μιας και η φωνή του αλλοιωνόταν από το θόρυβο της καταιγίδας.
«Ποιος είναι;» ρώτησε η Βαλέρια αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κάποιος που να είχε ανάγκη ή και ο κύριος Πεκ!
«Ο Ιαν είμαι, άνοιξε!» άκουσε ξαφνικά και ένιωσε ότι το κακό προαίσθημά της είχε βγει αληθινό. Τι έκανε εδώ αυτός;
«Και πού το ξέρω εγώ ότι είσαι ο Ιαν και όχι κάποιος κλέφτης;» ρώτησε τον άντρα η Βαλέρια και αμέσως μετά σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ απίθανο ο επίδοξος κλέφτης να είχε μάθει το όνομα του Ιαν και όχι ίσως του πραγματικού ιδιοκτήτη του σπιτιού αν ήθελε να την εξαπατήσει.
«Έχεις μια ελιά στον αριστερό μηρό. Άνοιξε, διάολε, βρέχομαι!» ούρλιαξε επιτακτικά ο Ιαν και η Βαλέρια άνοιξε την πόρτα αναψοκοκκινισμένη. Μόνο εκείνος ήξερε για την ελιά. Εκείνος και μερικοί άλλοι αλλά αμφέβαλλε ότι είχε έρθει κάποιος πρώην της για να τη ληστέψει.

Η Βαλέρια έκανε ένα βήμα πίσω όταν τον αντίκρισε. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την προετοιμάσει για το θέαμα αυτό. Ο Ιαν βρισκόταν μπροστά της βρεγμένος σε τέτοιο βαθμό που ποτάμια νερού έρρεαν από τα πόδια του ακόμα και όταν πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού. Και φαινόταν τόσο κουρασμένος και ταλαιπωρημένος που για μερικά δευτερόλεπτα τον λυπήθηκε. Μόνο για μερικά όμως.
«Τι στο καλό κάνεις εσύ εδώ; Με παρακολουθείς;» του επιτέθηκε ενώ εκείνος έβγαζε αργά το δερμάτινο μπουφάν του. Το κινητό που έβγαλε από την τσέπη του δεν έδειχνε να λειτουργεί.
«Αυτό είναι, το βρήκες» της είπε ειρωνικά και έβγαλε τις μπότες του. Ήταν πραγματικά βρεγμένος ως το κόκαλο. Η Βαλέρια πλησίασε το τζάκι και τοποθέτησε μερικά κούτσουρα ώστε να ανάψει ξανά η φωτιά.
«Πες μου τι κάνεις εδώ αλλιώς θα σε πετάξω έξω» του είπε εκείνη αυστηρά και ο Ιαν χαμογέλασε. Μάλλον ήξερε ότι δε θα το έκανε ποτέ.
«Είμαι από χθες στην περιοχή με μηχανή» της είπε αόριστα αλλά πριν προλάβει να τον ρωτήσει η Βαλέρια εκείνος συνέχισε «για να δω μερικά σπίτια ακόμα».
«Και πώς κατέληξες εδώ; Το ξέρει ο κύριος Πεκ;»
«Ετοιμαζόμουν να γυρίσω και με έπιασε η βροχή στο δρόμο».
«Μα καλά, δεν κοίταξες τον καιρό; Πόσο ανεύθυνος είσαι πια;» είπε εκείνη.
«Το δελτίο έδειχνε ότι θα έπιανε βροχή το βράδυ και υπολόγιζα ότι θα είμαι ήδη Λονδίνο».
«Και δεν έχεις αδιάβροχο; Και ομπρέλα;»
«Για τη μηχανή;» ρώτησε εκείνος ξερά.
«Πού είναι η μηχανή;»
«Χάλασε κάπου ένα χιλιόμετρο από εδώ»
«Και πώς ήρθες;»
«Πήρα ταξί» είπε εκείνος και πλησίασε τη φωτιά. Έπρεπε άμεσα να βγάλει και άλλα ρούχα αλλά η Βαλέρια δε σκόπευε να του το πει.
«Πού το βρήκες;» τον ρώτησε μηχανικά.
«Είσαι χαζή;» την κοίταξε εκείνος. «Ήρθα μέχρι εδώ μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι!» είπε εκείνος σμίγοντας τα φρύδια. «Παράτησα τη μηχανή σε μια στάση λεωφορείου με υπόστεγο και ήρθα τρέχοντας».
«Και πού ήξερες ότι…»
«Πήρα τον κύριο Πεκ και μου είπε ότι θα είσαι εδώ» την πρόλαβε. «Και μετά έβαλα το κινητό στην τσέπη και βράχηκα ολόκληρος και ως εκ τούτου χάλασε» ολοκλήρωσε.
«Κατάλαβα» είπε εκείνη και άρχισε να του φτιάχνει λίγο τσάι.
«Γι αυτό δεν επικοινώνησα και μαζί σου. Ξέρω ότι είναι αγένεια που ήρθα απρόσκλητος».
«Πήγαινε σε κάποιο δωμάτιο και βγάλε τα ρούχα σου» του είπε με γυρισμένη την πλάτη για να μην δει πόσο άβολα ένιωθε. «Θα πάθεις καμιά πνευμονία και δε θέλω να το έχω βάρος στη συνείδησή μου»
«Θα πάω στην τουαλέτα, δε θέλω να ενοχλήσω» είπε εκείνος διακριτικά. «Απλώς θέλω κάτι…στεγνό» της είπε τελικά. Η Βαλέρια έγνεψε. Ένιωθε κι εκείνος άβολα. Χωρίς τη μηχανή, το κινητό και τα ρούχα του σίγουρα θα αισθανόταν ανασφάλεια.
«Θα ξυπνήσω τη Λάουρα. Κάτι θα βρούμε» είπε η Βαλέρια μηχανικά.
«Ποια είναι η Λάουρα;» τη ρώτησε ο Ιαν ενώ έμπαινε στο μπάνιο. Έξω έβρεχε ακόμα λυσσαλέα. Ο Ιαν δεν έκλεισε την πόρτα, αλλά η Βαλέρια δεν πλησίασε προς το μέρος του.
«Η κολλητή μου. Ήρθε για παρέα» του είπε αδιάφορα. «Μείνε εκεί και θα ψάξω κάτι να φορέσεις» συμπλήρωσε και ανέβηκε στον πάνω όροφο. Όταν κατέβηκε, άκουσε το ντους να τρέχει. Τον φαντάστηκε γυμνό, να απολαμβάνει το ζεστό νερό και το σώμα της άρχισε να νιώθει τις επιπτώσεις της φαντασίωσης. Άνοιξε τα μάτια απότομα και καθάρισε τη σκέψη της. Ρούχα, του είχε φέρει ρούχα.
Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε βολίδα τις σκάλες η Λάουρα. Η Λάουρα η οποία είχε υποσχεθεί να μείνει στο κρεβάτι.
«Δεν κρατήθηκα» είπε στη φίλη της γελώντας. «Μου χρωστάς μια εξήγηση» συμπλήρωσε και περίμενε καθισμένη σον καναπέ.


«Ιαν, βρήκαμε μια παλιά φανέλα και ένα παντελόνι του κυρίου Πεκ. Πιστεύω ότι θα σου κάνουν» του φώναξε έξω από την πόρτα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. «Είσαι καλά;» ρώτησε εκείνη ανήσυχη.
«Ναι, μια χαρά» απάντησε ο Ιαν εύθυμα. «Άφησε τα ρούχα στον νεροχύτη» συμπλήρωσε και η Βαλέρια τα έχασε. «Το ντους έχει κουρτίνα» γέλασε εκείνος και η Βαλέρια μπήκε μέσα και έκανε αυτό που της είπε. Αναρωτήθηκε πώς τα πράγματα είχαν πάρει τέτοια τροπή. Πριν από λίγες ώρες λυπόταν όσους βρίσκονταν έξω στη βροχή και έπινε κρασί με τη φίλη της. Και τώρα…τώρα άφηνε ρούχα στο μπάνιο για να τα φορέσει ο Ιαν. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Η μοίρα είχε πολύ χιούμορ, σκέφτηκε, και πήγε στην κουζίνα για να του φτιάξει ένα τοστ.