Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 8- if you wanna ride, don't ride a white horse...

Το πρωί της Δευτέρας το ξυπνητήρι στο κινητό της Σάρλοτ χτύπησε στις πέντε αλλά δεν κατάφερε να ξυπνήσει. Λίγο η αλλαγή ώρας, λίγο η σωματική και συναισθηματική κόπωση, δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί το βράδυ και τελικά το πρωί δεν μπορούσε να σηκωθεί. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να δουλέψει τη βάρδια εφτά με τρεις και έτσι κοιμήθηκε άλλες δύο ώρες.

Στις εφτά παρά πέντε σηκώθηκε, έβαλε πρόχειρα ρούχα και ένα χοντρό μπουφάν, και κατέβηκε στον κάτω όροφο. Εκεί έφτιαξε έναν καφέ και τον έβαλε σε ένα σέικερ που βρήκε στον πάγκο. Την ώρα που έβγαινε από το σπίτι, βρήκε μια γυναίκα απ έξω να σκουπίζει την είσοδο.
«Καλημέρα, κορίτσι μου» είπε η γυναίκα ζεστά και αφού σκούπισε το χέρι της στο τζιν της το έτεινε προς την Σάρλοτ. «Είμαι η Ιλέιν, η γυναίκα του Τζόναθαν. Καθαρίζω και μαγειρεύω καθημερινά εδώ» συμπλήρωσε. Η Σάρλοτ την κοίταξε ζεστά. Ήταν πολύ γλυκιά γυναίκα, γύρω στα 45, αλλά φρέσκια και δροσερή με μια σφικτή κοτσίδα από μαύρα κατσαρά μαλλιά.
«Εγώ είμαι η Σάρλοτ Χάρινγκτον» της είπε και της έσφιξε το χέρι με σεβασμό. «Χαρά στο κουράγιο σας με τόσο μεγάλο σπίτι» της είπε και η γυναίκα έλαμψε.
«Ναι είναι μεγάλο, αλλά ο Τρόι δεν μπλέκεται καθόλου στα πόδια μου και κάνω εγώ κουμάντο στο νοικοκυριό» της είπε και η Σάρλοτ χαμογέλασε ευγενικά. Ο ήρωας Τρόι, σκέφτηκε. Ο Τρόι που τον αγαπάνε όλοι. «Σήμερα θα φτιάξω κοτόπουλο με πατάτες. Αν δε σου αρέσει, να μου πεις. Έχουμε τα πάντα στο ψυγείο».
 «Ιλέιν» γέλασε η Σάρλοτ «ήρθα εδώ για να σκληραγωγηθώ, όχι για να διαλέγω το μενού της μέρας! Φτιάξε ό,τι θες! Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πεντανόστιμο» της είπε και τη χαιρέτησε φιλικά. «Πάω στον στάβλο να δω τι μπορώ να κάνω» είπε και η Ιλέιν χαμογέλασε.
«Τέλεια! Είναι ο Τζόναθαν εκεί σήμερα. Ο άντρας μου. Θα σου δείξει τα κατατόπια!».

Η Σάρλοτ έφτασε στον στάβλο στις 07:15 και βρήκε εκεί μόνο τον Τζόναθαν. Συστήθηκαν αμέσως και η Σάρλοτ τού εξήγησε ότι ήθελε να βοηθήσει ειλικρινά και όχι να της αναθέσει κάτι για τυπικούς λόγους.
«Ωραία! Οι άλλοι εργάτες θα σκάσουν που έχω τόσο όμορφη βοηθό» της είπε ο Τζόναθαν με έναν τόσο ευγενικό τρόπο που δεν της άφησε περιθώρια να αμφισβητήσει τις προθέσεις του.

Δούλεψε πάνω από έξι ώρες χωρίς να κάνει διάλειμμα. Ο στάβλος είχε τελικά 11 άλογα τα οποία χρειάζονταν καθημερινό βούρτσισμα, τάισμα και περιποίηση.
Ο Τζόναθαν τής έδωσε μερικές οδηγίες και έφυγε για μερικές ώρες και έτσι δούλεψε ήρεμη και συγκεντρωμένη, παρέα με λίγη μουσική από το κινητό της. Ξεκίνησε ταΐζοντας τα άλογα και μετά από λίγη ώρα καθάρισε το χώρο τους. Μέχρι να τελειώσει και το βούρτσισμα και το καθάρισμα η ώρα είχε πάει μεσημέρι και έπρεπε να ετοιμάσει τη δεύτερη δόση του φαγητού τους. Τα άλογα έτρωγαν το πρωί κατά τις δέκα και μετά, κατά τις έξι εφτά το απόγευμα. Εκείνη την ώρα θα είχε τελειώσει η βάρδιά της αλλά δεν είχε πρόβλημα να επιστρέψει.

Είχε κουραστεί πολύ και η ώρα ήταν μόνο μία. Πονούσε ολόκληρη και τουλάχιστον δύο φορές της ήρθε να κάνει εμετό όταν φτυάριζε τις ακαθαρσίες των αλόγων. Αλλά δεν σταμάτησε ούτε ένα λεπτό για να σκεφτεί. Αν σταματούσε μπορεί να έβαζε τα κλάματα. Την είχε πιάσει απελπισία. Δεν ήθελε ούτε να φαντάζεται πώς ήταν αυτή τη στιγμή. Ιδρωμένη, λασπωμένη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη. Συνέχισε όμως να δουλεύει χωρίς να παραπονιέται μέχρι που ο Τζόναθαν διέκοψε τις σκέψεις της.

«’Ει εσύ! Ακόμα εδώ είσαι;» τη ρώτησε απορημένος. Εκείνος είχε πάει στο βόρειο τμήμα του ράντσου για να βοηθήσει τον Τρόι που ήταν εκεί μαζί με άλλους δύο εργάτες για να επιδιορθώσει το φράκτη. Κάποιο ζώο είχε επιχειρήσει να τρυπήσει το φράκτη και να περάσει στο διπλανό κτήμα αλλά δεν τα κατάφερε. Ο φράκτης πάντως είχε καταρρεύσει σε εκείνο το σημείο.
«Και πού να πάω; Μόλις τέλειωσα με τον καθαρισμό και την προετοιμασία για το απογευματινό φαγητό τους» του είπε κοιτώντας τα άλογα με λατρεία.
«Ε καλά, το απόγευμα θα αναλάβει η άλλη βάρδια» της είπε αλλά εκείνη αρνήθηκε.
«Δεν μου κάνει κόπο να έρθω μια βόλτα. Λέω αυτή τη βδομάδα να ασχοληθώ μόνο με τον στάβλο. Άλλωστε ξέρω από άλογα. Σκέφτηκα αύριο να βγάλω και τα μισά για βόλτα και μεθαύριο τα άλλα μισά. Δηλαδή όσα δεν απασχολείτε στις εργασίες»
«Αύριο θα τα χρησιμοποιήσουμε τα πέντε γιατί θα κάνουμε επιθεώρηση στον φράκτη γύρω γύρω»
«Ε ωραία, θα απολαύσω εγώ τα υπόλοιπα» είπε ενθουσιασμένη αλλά ο Τζόναθαν άλλαξε θέμα.
«Δε θα πας σπίτι να φας; Εμείς όλοι κολατσίσαμε»
«Είχα πάρει μαζί μου ένα φρούτο και ένα πακέτο μπισκότα και θα φάω μεσημεριανό όταν τελειώσω με το καλό».
«Ο Τρόι μού είπε να μη σε κουράζω πολύ» είπε ντροπαλά εκείνος.
«Είμαι μια χαρά» είπε εκείνη, με κάθε ειλικρίνεια. «Αν δε μου φωνάζουν και έχω ελευθερία κινήσεων, μπορώ να δουλέψω όσο πάρει» είπε. Και φυσικά αν δεν είναι κοντά μου ο Τρόι, σκέφτηκε και μετάνιωσε αμέσως για τις σκέψεις της.

Στις τρεις και είκοσι έβγαλε τα γάντια εργασίας και φώναξε τον Τζόναθαν για να κλείσει την πόρτα του στάβλου. Έσυρε τα βήματά της μέχρι το σπίτι και ανέβηκε αμέσως πάνω, αφού ξέπλυνε τις γαλότσες της με νερό για να φύγουν οι λάσπες και τις άφησε σε μια άκρη να στεγνώσουν μέχρι αύριο. Βέβαια με τόσο κρύο που είχε το πιο πιθανό ήταν να τις έβρισκε παγωμένες. Έκανε ένα καυτό ντους. ‘Έβαλε ενυδατική γιατί το δέρμα της είχε κοκκινίσει από το κρύο και έβαλε ιώδιο σε δυο πολύ βαθιές αμυχές που είχε στο χέρι. Μετά φόρεσε ένα μάλλινο κολλάν και ένα πλεκτό φόρεμα με μπότες καστόρινες και κατέβηκε να φάει. Η Ιλέιν είχε ετοιμάσει ένα τέλειο γεύμα αλλά εκείνη την ώρα ετοιμαζόταν να φύγει.
«Εγώ κορίτσι μου τέλειωσα και πάω να καθαρίσω λιγάκι τα σπιτάκια των εργατών» είπε. «Μήπως θες να κάτσω να σου κάνω παρέα να φας;» προσφέρθηκε αλλά η Σάρλοτ δεν την άφησε.
«Μην ανησυχείτε καθόλου! Εγώ θα φάω στο δωμάτιό μου! Είμαι πολύ κουρασμένη. Αλήθεια, η Ελίζαμπεθ πού είναι;»
«Δεν ξέρω, τι να σου πω;» είπε η γυναίκα ανέκφραστη. «Ήρθε κατά τις δέκα και έφυγε στις δώδεκα. Είχε να πάει, λέει, σε μια υπηρεσία στο Μπέρλινγκτον. Τι να σου πω;» είπε η Ιλέιν, δείχνοντας ότι αδιαφορούσε για τη γυναίκα.
 Η Σάρλοτ έμεινε μόνη στο τεράστιο σαλόνι και έφαγε μια μεγάλη μερίδα κοτόπουλο με πατάτες και λίγη σαλάτα από αυτή που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν. Έτρωγε αχόρταγα, σχεδόν χωρίς να μασάει. Ήταν τόσο πεινασμένη όσο δεν είχε υπάρξει ποτέ.

Έπλυνε τα πιάτα και έβαλε το ταψί στο φούρνο. Άναψε το τζάκι και άνοιξε για λίγο την τηλεόραση να χαζέψει. Ευτυχώς, παρόλο που το σπίτι έδειχνε την προτίμηση του ιδιοκτήτη στο ξύλο και τις παραδοσιακές πινελιές, η τηλεόραση ήταν τεράστια και υπερσύγχρονη. Ακόμα και στο σπίτι της στο Σαν Φρανσίσκο δεν είχε τόσο καλή!

Ξύπνησε και το ρολόι έδειχνε εφτά παρά πέντε.  Την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Η τηλεόραση έπαιζε ακόμα αλλά το τζάκι κόντευε να σβήσει. Αυτό την είχε ξυπνήσει μάλλον. Το κρύο.

Η Ελίζαμπεθ δεν είχε έρθει, αλλά ούτε και ο Τρόι. Μα πόσες ώρες δούλευε αυτός ο άνθρωπος; Αν δούλευε δηλαδή. Γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάει για ποτό ή για φαγητό έξω. Αλλά αν είχε συμβεί αυτό δε θα περνούσε από το σπίτι να αλλάξει ρούχα; Τι την ένοιαζε όμως;

Έκατσε λίγο στον υπολογιστή στο γραφείο του Τρόι και μπήκε ίντερνετ να δει τα μέιλ της. Χάζεψε κι εκεί λιγάκι αλλά βαρέθηκε. Αυτό ήταν το χειρότερο κομμάτι της μέρας. Η απόλυτη βαρεμάρα. Δεν ήξερε κανέναν εδώ και μετά τη δουλειά δεν είχε τι να κάνει. Καλύτερα να δούλευε. Βγήκε έξω, φόρεσε τις γαλότσες της και κατευθύνθηκε προς το στάβλο. Αφού δεν έκανε τίποτα, τουλάχιστον μπορούσε να ταΐσει τα άλογα. Αλλά βρήκε το στάβλο κλειδωμένο. Κάλεσε στο κινητό του Τρόι και του είπε ότι ήθελε να ταΐσει τα άλογα. Εκείνος της είπε ότι θα στείλει έναν εργάτη να ταΐσει τα άλογα και να μην ανησυχεί. Εκείνη επέμεινε ότι ήθελε να κάνει κάτι γιατί βαριόταν. Εκείνος της ζήτησε συγγνώμη που το ράντσο δεν παρείχε ψυχαγωγία. Εκείνη του απάντησε ότι θα περίμενε έξω από τον στάβλο μέχρι να έρθει να της ανοίξει κάποιος.

Σε δέκα λεπτά ένας νεαρός εργάτης που τον έλεγαν Πίτερ τής άνοιξε την πόρτα του στάβλου κι εκείνη μπήκε μέσα. Τάισε τα άλογα και έτσι απασχολήθηκε για άλλη μία ώρα. Της άρεσε ένα μικρό άλογο, περίπου τριών ετών που έδειχνε πολύ ήρεμο και ήταν το πιο όμορφο από όλα. Ο Τζόναθαν τής είχε πει ότι δεν το είχε ιππεύσει ακόμα κανείς και ότι το έλεγαν Αστερόεσσα  Σε αυτό έδωσε και ένα καρότο που βρήκε στο ψυγείο στο σπίτι.  Έτσι πέρασε και λίγο η ώρα. Στις οκτώμισι γύρισε στο σπίτι. Εκεί βρήκε την Ελίζαμπεθ. Φορούσε ένα υπέροχο κασμιρένιο πουλόβερ και την έκανε να σκεφτεί τις μέρες που φορούσε κι αυτή τέτοια ρούχα. Δεν είχαν περάσει ούτε δύο μέρες και ένιωθε κιόλας νοσταλγία για τα λούσα της; Τη χαιρέτισε ευγενικά, φλυάρησαν λίγη ώρα και μετά αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Η πρώτη από τις 180 ημέρες ομηρίας της είχε τελειώσει. Και χωρίς θύματα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου