Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 6-περιμένοντας τον Γκοντό

Η Σάρλοτ ξύπνησε τελείως αποπροσανατολισμένη. Δεν ήξερε πού ήταν, τι μέρα και ώρα ήταν και κυρίως πώς έφτασε ως εδώ. Αυτό που ήξερε μόνο ήταν ότι ήταν ξαπλωμένη σε ένα αφράτο κρεβάτι, σκεπασμένη με ένα πουπουλένιο πάπλωμα και γύρω της υπήρχαν ξύλινα έπιπλα που έκαναν τον χώρο να φαίνεται ζεστός και φιλόξενος. Η βαλίτσα της βρισκόταν κλειστή σε ένα κάθισμα στην άλλη γωνία του δωματίου. ‘Ήταν ξαπλωμένη, αλλά αφού η βαλίτσα της ήταν κλειστή, τότε…τι φορούσε;

Σήκωσε τα παπλώματα απότομα και συνειδητοποίησε ότι φορούσε ένα αντρικό φανελάκι και μια αντρική φόρμα. Πρέπει να θύμιζε τον φασουλή μέσα σε αυτά τα ρούχα αν σηκωνόταν όρθια. Της ήταν τεράστια. Μα τι άνθρωπος τα φορούσε; Γίγαντας; Και κυρίως…ο γίγαντας την είχε γδύσει;

Πρέπει να είχε φτάσει στο ράντσο με κάποιον τρόπο. Αλλά δε θυμόταν τίποτα. Θυμόταν ένα αίσθημα ευφορίας, σαν να είχε φτάσει σπίτι της, αλλά μετά τίποτα. Το κινητό της! Αυτό ήταν! Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι, τεντώθηκε και έβγαλε το κινητό από το μπουφάν της που ήταν ακουμπισμένο σε μια καρέκλα που έδειχνε να έχει σκαλιστεί στο χέρι. Όποιος είχε διακοσμήσει αυτό το δωμάτιο είχε πολύ γούστο.

Κοίταξε την οθόνη ανίκανη να συνειδητοποιήσει τι είχε δει! Είναι δυνατόν να είχε κοιμηθεί 13 ολόκληρες ώρες; Θυμάται ότι την τελευταία φορά που κοίταξε το ρολόι της χθες το βράδυ ήταν εννιά παρά, και τώρα ήταν δέκα το πρωί! Είχε κοιμηθεί τόσο πολύ; Σπάνια κοιμόταν μέχρι τις δέκα. Αλλά ποιος ξέρει πόσο καταπονημένη ήταν και πόσο ανάγκη είχε να ξεκουραστεί.

Το δωμάτιό της είχε δύο παράθυρα. Ένα απέναντι από το κρεβάτι της, με θέα την είσοδο στο ράντσο και μία στα δεξιά της, με θέα προς τους στάβλους. Χαμογέλασε για λίγο. Είχε χρόνια να κάνει ιππασία και της έλειπε. Ίσως είχε την ευκαιρία να ιππεύσει κάποιο από τα άλογα που έβλεπε κάτω.

Το ράντσο δεν έδειχνε να έσφυζε από ζωή. Βέβαια ήταν Κυριακή, αλλά περίμενε να δει άντρες να τρέχουν πάνω κάτω και να κάνουν δουλειές. Το κτήμα έδειχνε τεράστιο. Ο πατέρας της κάτι της είχε πει για 10 εκτάρια, άλλα ακόμα και αν προσπαθούσε δε θα έβλεπε την άκρη του ράντσου από εδώ.  Έπρεπε να κατέβει κάτω, να καλημερίσει τον Οουενς και να ζητήσει συγγνώμη για την επεισοδιακή είσοδό της. Και φυσικά να ρωτήσει πώς μπορεί να ξεκινήσει να βοηθάει λίγο. Είχε 180 ημέρες μπροστά της. Και σκόπευε να τις αξιοποιήσει.


Άνοιξε τη βαλίτσα της και τακτοποίησε στα γρήγορα τα ρούχα της στην ντουλάπα χωρίς να αφιερώσει και πολύ χρόνο, με φόβο ότι μπορεί να μην της έδιναν τελικά αυτό το δωμάτιο για όλο το διάστημα που θα έμενε εκεί. Φόρεσε ένα τζιν και ένα πουλόβερ, όχι και πολύ χοντρό γιατί μέσα στο ράντσο είχε αρκετή ζέστη, και μπότες. Δεν ήξερε πού ήταν το μπάνιο και δεν ήθελε να ρισκάρει να κάνει ντους και να αιφνιδιάσει κανέναν. Άλλωστε δεν είχε και μπουρνούζι!

Το σπίτι φαινόταν τεράστιο αλλά σκέφτηκε ότι θα έβρισκε κάποιον στον κάτω όροφο και κατέβηκε τις σκάλες επιφυλακτικά. Σε ένα μικρό γραφείο σε μια άκρη του μεγάλου σαλονιού υπήρχε μια νεαρή κοπέλα, λίγο πιο μεγάλη από την ίδια, η οποία έδειχνε απορροφημένη σον υπολογιστή της. Ευτυχώς! Μια κοπέλα!

«Καλημέρα» ψέλλισσε και η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της έκπληκτη.
«Καλημέρα» είπε και σηκώθηκε για να της δώσει το χέρι της ζεστά. «Ξύπνησες; Χαίρω πολύ είμαι η Ελίζαμπεθ». Η Σάρλοτ της χαμογέλασε. Η Ελίζαμπεθ έδειχνε συμπαθητική με την πρώτη ματιά. Και τα ρούχα που φορούσε ήταν καταπληκτικά. Εξεπλάγη που υπήρχε γυναίκα σε ράντσο που φορούσε Σανέλ φούστα και μεταξωτό πουκάμισο και σκέφτηκε ότι πού και πού θα μπορούσε να συζητάει για μόδα μαζί της.
«Εγώ είμαι η Σάρλοτ» συστήθηκε. «Ελπίζω να ήρθα στο σωστό ράντσο!»
«Σε περιμέναμε πριν από τρεις μέρες» είπε η Ελίζαμπεθ ενώ την οδηγούσε στο σαλόνι. «Θες να σου φέρω κάτι; Έναν καφέ;».
«Όχι, ευχαριστώ, Ελίζαμπεθ. Θέλω να καταλάβω λίγο πώς λειτουργεί το ράντσο και αφού κάνω ένα ντους θα φάω και θα πιω κάτι» διευκρίνισε η Σάρλοτ. Η Ελίζαμπεθ έδειχνε να κινείται στο χώρο πολύ άνετα. Την υποδέχτηκε σαν οικοδέσποινα. Μήπως ο Οουενς ήταν παντρεμένος;
«Φαίνεσαι ταλαιπωρημένη» της είπε χωρίς περιστροφές η γυναίκα. «Χθες…τρομάξαμε πολύ» πρόσθεσε.
«Τι έγινε ακριβώς; Δε θυμάμαι» κοκκίνισε η Σάρλοτ.
«Μπήκες μέσα και λιποθύμησες στα χέρια του Τρόι. Έδειχνες πραγματικά σαν φάντασμα. Σε ανέβασε στο δωμάτιο και μετά εγώ σου έβγαλα τα ρούχα και σου έβαλα μια φόρμα και ένα φανελάκι του» είπε η γυναίκα.
«Α ευτυχώς!» είπε η Σάρλοτ γελώντας και η Ελίζαμπεθ γέλασε κι αυτή.
«Τι συνέβη; Πώς ήρθες μέχρι εδώ;» τη ρώτησε η Ελίζαμπεθ.
«Με έφερε ένας τύπος» είπε η Σάρλοτ και δεν έδωσε περισσότερες πληροφορίες. Ντρεπόταν να πει τι έγινε. «Του έδωσα μερικά λεφτά και με άφησε δύο χιλιόμετρα από εδώ. Περπάτησα πολύ μέσα στο κρύο και μάλλον…εξαντλήθηκα» είπε.
«Λυπάμαι» είπε η Ελίζαμπεθ αλλά για κάποιο λόγο η ζεστασιά των λόγων της δεν έφτασε στα μάτια της. «Λοιπόν άκου!» είπε ξαφνικά και σηκώθηκε. «Πάμε να σε ξεναγήσω λίγο στο ράντσο και μετά μπορείς να κάνεις το μπάνιο σου και ό,τι άλλο θες» της είπε και η Σάρλοτ πείστηκε ότι αυτή η γυναίκα ήταν τουλάχιστον σύντροφος του Οουενς. Πώς αλλιώς θα αναλάμβανε την ξενάγησή της αν δεν ήταν η κυρία του σπιτιού;

Οι δύο γυναίκες φόρεσαν μπουφάν. Η Σάρλοτ ένα μακρύ ζεστό μπουφάν με κουκούλα και η Ελίζαμπεθ ένα μακρύ καστόρινο παλτό. Βγήκαν μαζί στον παγωμένο αέρα και η Σάλροτ ρίγησε. Η θερμοκρασία σε σχέση με μέσα ήταν τελείως διαφορετική.  Άρχισαν να περπατούν κοντά κοντά και η Ελίζαμπεθ τής εξήγησε λιγάκι τις λειτουργίες του ράντσου. Η Σάρλοτ πρόσεξε το θαυμασμό στη φωνή της.
«Το ράντσο απασχολεί πέντε εργάτες σε σταθερή βάση και ζουν με τις οικογένειές τους, όσοι έχουν, σε μικρά αυτόνομα σπιτάκια, στην άλλη άκρη του ράντσου. Σε περιόδους με φόρτο εργασίας, προσλαμβάνουμε και έξτρα προσωπικό» είπε η Ελίζαμπεθ. «Έχουμε άλογα» της είπε και της έδειξε τον σταύλο «γύρω στα δέκα υπολόγισε, για εργασίες αλλά και για αναψυχή». Προχώρησαν γύρω στο ένα τέταρτο και μπήκαν στο χώρο με τα βοοειδή. «Εδώ δεν έρχομαι συχνά» είπε και έκανε μια γκριμάτσα αηδίας. «Εκτρέφουμε 1.000 βοοειδή για γάλα και κρέας και εκεί πέρα» είπε και της έδειξε ένα ξύλινο οικοδόμημα που θύμιζε κιβωτό «έχουμε τα πρόβατα, κυρίως Λέσεστερ Γουλ. Είναι πολύ σπάνια και δεν υπάρχουν πολλά στον κόσμο. Το μαλλί τους πωλείται πανάκριβα» διευκρίνισε.

Περπάτησαν κι άλλο, αλλά δεν πέτυχαν κάποιον άντρα. Ούτε εργάτη ούτε τον ίδιο τον Οοουενς. Και το ράντσο έδειχνε τεράστιο. Πραγματικά τεράστιο. Είχε κουραστεί ήδη και ακόμα δεν είχαν δει τίποτα. «Τα σπίτια των εργατών είναι αρκετά μακριά και δεν πας εκεί εύκολα χωρίς άλογο ή αμάξι. Άλλωστε δεν έχει ενδιαφέρον και να σε πάω. Αλλά αν θες κάποια στιγμή, να δανειστούμε το αμάξι και να κάνουμε το γύρο του ράντσου, να δεις και τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις» είπε η Ελίζαμπεθ και η Σάρλοτ έγνεψε.
«Και πώς κυλάει η καθημερινότητά σας εδώ;» ρώτησε.
«Οι εργάτες και ο Τρόι ξυπνάνε πολύ νωρίς. Κάποιοι εργάτες δουλεύουν πέντε το πρωί με μία το μεσημέρι και κάποιοι εφτά με τρεις. Ο Τρόι δουλεύει πέντε με τρεις ώστε να τους επιτηρεί όλους» είπε με καμάρι και η Σάρλοτ σφύριξε με επιδοκιμασία.
«Εγώ δουλεύω περίπου οκτώ με τέσσερις…αλλά συνήθως μένω πιο αργά» είπε η Ελίζαμπεθ πονηρά και η Σάρλοτ έγνεψε. Άρα δεν είναι παντρεμένοι, σκέφτηκε. Αλλά σχέση έχουν σίγουρα. «Έχω σπουδάσει λογιστική σε μια ιδιωτική σχολή και βοηθάω στα βιβλία του Τρόι. Επικοινωνώ και με προμηθευτές και πελάτες μας και γενικά…βοηθάω όπου μπορώ» είπε χαμογελαστή.
«Είναι μεγάλο το ράντσο. Και το σπίτι όμως» είπε η Σάρλοτ πιο πολύ για να διακόψει τον μονόλογο της Ελίζαμπεθ.
«Ναι, είναι» είπε η γυναίκα αδιάφορα. «Η γυναίκα ενός εργάτη, του Τζόναθαν, θα τον γνωρίσεις, έρχεται και καθαρίζει. Αν και ο Τρόι είναι πολύ τακτικός με τα πράγματά του και κάνει πολλές δουλειές, αλλά όπως και να ‘χει, μια βοήθεια είναι απαραίτητη» είπε.
«Βέβαια» είπε η Σάρλοτ. Ήθελε να ρωτήσει τι θα έκανε εκείνη εκεί και πού θα κοιμόταν αλλά ντρεπόταν να ρωτήσει. Ίσως έπρεπε να μιλήσει με τον ίδιο τον Οουενς. Αλλά πού ήταν; Στο σπίτι τίποτα δεν πρόδιδε την παρουσία του. Ούτε ένα ζευγάρι λασπωμένες μπότες στην είσοδο, ούτε φωτογραφίες του, ούτε κάποιο τηλεφώνημα στην Ελίζαμπεθ. Τίποτα. Μα πού ήταν ο σκληρός και μόνος καουμπόη;

Γύρισαν σπίτι μετά από μία ώρα περίπου. Η Ελίζαμπεθ τής εξήγησε ότι υπήρχαν και άλλα κτίρια και εγκαταστάσεις στο ράντσο που δεν τα είχαν δει ακόμα, αλλά μπορούσε η Σάρλοτ να τα δει εν καιρώ αν ενδιαφερόταν.
«Ελίζαμπεθ…» τη διέκοψε διστακτικά και η Ελίζαμπεθ γύρισε και την κοίταξε. Η γυναίκα απέναντί της ήταν όμορφη. Διαφορετική από την ίδια. Ξανθιά και μικροκαμωμένη, αλλά όμορφη. Με αμυγδαλωτά πράσινα μάτια και πορσελάνινο δέρμα. Αλλά ψυχρή. Παρόλο που έκανε πλάκα και χαμογελούσε πολύ, έδειχνε απόμακρη. Έπρεπε όμως να διευκρινίσει κάποια πράγματα. «Πού θα κοιμάμαι;» τη ρώτησε. Η Ελίζαμπεθ σήκωσε τους ώμους. «Κάνε ένα ντους και ξεκουράσου σήμερα. Ο Τρόι θα γυρίσει το απόγευμα και θα συνεννοηθείς μαζί του» της είπε και ξανακάθισε στο γραφείο της.

Η Σάρλοτ ανέβηκε πάνω και βρήκε το μπάνιο. Πήρε μια μεγάλη πετσέτα από ένα ντουλάπι και έκανε ένα καυτό ντους. Στέγνωσε τα μαλλιά της, και φόρεσε ένα καθαρό τζιν και το ίδιο πουλόβερ. Κατέβηκε στο σαλόνι και ζήτησε τον κωδικό του wifi. Συνδέθηκε στο ίντερνετ, έστειλε μερικά μέιλ και τηλεφώνησε στον πατέρα της να τον ενημερώσει ότι ήταν καλά.

Και μετά περίμενε.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου