Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 5- Finish line

Ο τύπος που τη μετέφερε με το αμάξι του ήταν ο πιο γλοιώδης άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ. Και είχε γνωρίσει πολλούς. Δεν ήταν αμάθητη. Η διαδρομή δεν ήταν πάνω από 15-20 λεπτά αλλά ο 45χρονος άντρας κατάφερε να την κάνει να αηδιάσει μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά με τα χοντροκομμένα πρόστυχα αστεία του. Την ώρα που κατάλαβε ότι πλησίαζαν στο ράντσο, εκείνος, νιώθοντας ότι στενεύουν τα χρονικά περιθώρια, άρχισε να της λέει ότι είναι πολύ όμορφη και ότι η γυναίκα του έχει κατανόηση και άλλα τέτοια και έκανε μια κίνηση να ακουμπήσει το χέρι του στο μηρό της αλλά εκείνη του είπε ότι είναι παντρεμένη και ότι ο άντρας της είναι στο FBI και ότι τη ζηλεύει αφόρητα και άλλες τέτοιες μπαρούφες. Δεν κατάλαβε αν την πίστεψε ή απλώς ξενέρωσε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτός της είπε ότι δεν είχε πολλή βενζίνη για να κάνει την παράκαμψη και την άφησε σε ένα κακοφωτισμένο σημείο, περίπου δύο χιλιόμετρα από το ράντσο. Έτσι την ενημέρωσε. Το κάθαρμα!

Στρίμωξε τις τσάντες με τα ψώνια στη βαλίτσα της, τσαλακώνοντας τα ρούχα της, φόρεσε άλλο ένα φούτερ κάτω από το μπουφάν της και ξεκίνησε το περπάτημα. Το κινητό της έδειχνε ότι είχε 3 βαθμούς Κελσίου και η ώρα ήταν οκτώ. Περπατούσε ήδη μισή ώρα στο δρομάκι και δεν είχε δει φώτα. Μα πού ήταν αυτό το ράντσο; Θα περπατούσε άλλη μισή ώρα και αν δεν έβρισκε τίποτα, θα τηλεφωνούσε στον πατέρα της. Είχε και η ξεροκεφαλιά τα όριά της. Ένιωθε τις κινήσεις της πιο νωχελικές και το μυαλό της πιο αργό στην επεξεργασία πληροφοριών. Κι από πάνω πεινούσε. Πίστευε ότι θα μπορούσε να είναι έγκαιρα στο ράντσο για το βραδινό και δεν είχε φάει παρά μερικά σνακ. Τώρα στο στομάχι της το ένιωθε κόμπο. Έπρεπε να προσπαθήσει όμως. Άλλο λίγο, θα περπατούσε άλλο λίγο. Στο διάδρομο στο γυμναστήριο έκανε ένα χιλιόμετρο ανά μισή ώρα. Άρα σε μία ώρα θα ήταν στο ράντσο. Αν ήταν όμως στο σωστό δρόμο. Κι αν αυτό το κάθαρμα την είχε αφήσει σε λάθος σημείο για να την εκδικηθεί; Έσφιξε τα παγωμένα χέρια της γύρω από το κινητό της. Δεν είχε καλό σήμα. Ίσως έπρεπε να γυρίσει πίσω. Αλλά η διαδρομή προς την πόλη ήταν σίγουρα μεγαλύτερη. Ενώ τώρα υπήρχε μια ελπίδα να είναι στο σωστό δρόμο. Τύλιξε το κασκόλ της πιο σφιχτά και συνέχισε να περπατάει. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο το μυαλό της είχε κολλήσει. Για εκείνη το να φτάσει στο ράντσο ήταν το πρώτο βήμα για την επιτυχία της περιπέτειάς της στον ξένο αυτό τόπο.

‘Όταν τελικά είδε κάτι φώτα από μακριά, ένιωσε όπως αυτοί που χάνονται στην έρημο και μέσα στην δίψα τους βλέπουν παραισθήσεις ότι είναι σε μια όαση με νερά που ρέουν. Με τη λιγοστή δύναμη που είχε, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα. Έβαλε ένα τραγούδι στο κινητό της και άρχιζε να τραγουδάει για να σταματήσει να φοβάται. Πάντα φοβόταν το σκοτάδι και στα τελευταία μέτρα πριν το ράντσο δεν υπήρχαν καθόλου φώτα. Μόνο απόλυτο σκοτάδι και ένα φως σε κάποιο παράθυρο του ράντσου που τρεμόπαιζε σαν να της έκανε νόημα να πλησιάσει. Ούτε κάποιο διερχόμενο αμάξι. Ούτε φεγγάρι. Ούτε αστέρια.

Τι θα συναντούσε πίσω από εκείνη την πόρτα; Ένα ζεστό σπιτικό σαν αυτό που δεν είχε ποτέ; Έναν σκληρό καουμπόη που θα την έκανε να μετανιώσει που πήγε εκεί; Είχε πολύ άγχος και ένιωθε φοβερή κόπωση. Αυτή τη στιγμή ήθελε μόνο ένα κρεβάτι να ξαπλώσει. Ίσως και ένα ζεστό μπάνιο. Θεέ μου, και μια σφικτή αγκαλιά.
Από πού προέκυψε αυτό; Σοκαρίστηκε με τον ίδιο τον εαυτό της. Έχασε ένα βήμα αλλά συνέχισε. Από πότε είχε ανάγκη από ζεστές αγκαλιές; Είχε μάθει να ζει χωρίς τρυφερότητα. Ακόμα και οι ερωτικές της σχέσεις ήταν λίγο πολύ…χλιαρές τόσα χρόνια. Πολλά λόγια και λίγες πράξεις.

Τριάντα περίπου βήματα τη χώριζαν από την πόρτα του σπιτιού. Είχε ανοίξει με δυσκολία την πόρτα του φράκτη και παράτησε εκεί τη βαλίτσα της. Δεν είχε κουράγιο να τη σύρει άλλο. Θα έστελνε κάποιον να τη φέρει στο σπίτι αργότερα. Το ράντσο έδειχνε τεράστιο αλλά το σπίτι ήταν σχετικά κοντά στην είσοδο. Ευτυχώς. Άρχισε να μετράει ανάποδα. Τριάντα, εικοσιεννιά, εικοσιοκτώ, εικοσιεφτά…


Χτύπησε την ξύλινη πόρτα δυνατά και τα χέρια της πονέσανε λες και τα είχε βουτήξει στε οξύ. ‘Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα, η ευχή της πραγματοποιήθηκε. Προσγειώθηκε σε μια ζεστή αγκαλιά, λίγο πριν καταρρεύσει. 

2 σχόλια: