Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 19-ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα...

Αυτή η άτιμη, αυτή με τις μεγάλες κηλίδες στο πλάι, αυτή η απαίσια αγελάδα δε με θέλει με τίποτα, σκέφτηκε η Σάρλοτ λίγες μέρες μετά. Ο Τζόναθαν τής είχε προτείνει να απασχοληθεί και την επόμενη εβδομάδα με το άρμεγμα μήπως και βελτιώσει λίγο την τεχνική της αλλά ακόμα και μετά από τόσες μέρες δεν είχε σημειώσει καμία πρόοδο. Ευτυχώς το ημερολόγιο έδειχνε 23 Δεκεμβρίου και ήταν η τελευταία εργάσιμη μέρα πριν τα Χριστούγεννα. Είχε μιλήσει με τον πατέρα της και της είχε πει ότι τουλάχιστον για τα Χριστούγεννα δεν σκόπευε να την επισκεφτεί. Της είχε προτείνει φυσικά να πάει εκείνη αλλά όταν δεν αποδέχτηκε την πρόσκλησή του δε φάνηκε και συντετριμμένος. Είχε αφήσει ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο να έρθει για Πρωτοχρονιά «να δει και λίγο και τον Τρόι που είχε και καιρό να τον δει».

Το καλό είναι ότι ήταν τόσο απασχολημένη με το ράντσο και την καινούργια της καθημερινότητα που κάτι τέτοια την άφηναν σχεδόν ανεπηρέαστη. Δύο μήνες πριν, ένα τέτοιο σχόλιο θα την πλήγωνε βαθιά αλλά τώρα δεν έδινε δεκάρα. Αν ο πατέρας της δεν ήταν συναισθηματικά διαθέσιμος, αν ο πατέρας της της έδειχνε με κάθε τρόπο ότι δεν του έλειπε καθόλου, αλλά αντίθετα, αποζητούσε τον Τρόι, δεν θα έσκαγε. Είχε πολλά στο μυαλό της. Άλλωστε δεν τον αδικούσε. Ο Τρόι, αν και λίγο εκνευριστικός και αγενής, ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστος. Τις τελευταίες μέρες μετά από εκείνη τη μέρα στην τραπεζαρία ο Τρόι είχε εντείνει τους ρυθμούς του. Σχεδόν δε σταματούσε καθόλου. Δούλευε στο ράντσο και μετά έφευγε για Μπέρλινγκτον προσπαθώντας να βγάλει άκρη με το έλλειμμα. Τουλάχιστον έτσι την ενημέρωνε η Ελίζαμπεθ, η οποία δούλευε κι αυτή εντατικά, ξεσκονίζοντας τα αρχεία της. Η Σάρλοτ ήθελε και μπορούσε να βοηθήσει αλλά μετά το «άδειασμα» που της έκανε ενώπιον όλων των εργατών δεν τολμούσε ούτε καν να τον κοιτάξει. Και στο σπίτι…Εκεί η αμηχανία ήταν τόσο μεγάλη κάθε φορά που συναντούσε ο ένας τον άλλον που η Σάρλοτ είχε προσαρμόσει έτσι το πρόγραμμά της ώστε να μην τον πετυχαίνει. Ξυπνούσε λίγο πιο μετά και το απόγευμα απέφευγε το σαλόνι την ώρα που γυρνούσε ο Τρόι για να αλλάξει πριν φύγει για την πόλη. Και κάτω από το δέντρο δεν υπήρχε κανένα δώρο. Το ήξερε ότι ήταν υπερβολικά ευαίσθητη αλλά περίμενε να της πάρει κάτι. Έστω κάτι μικρό. Εκείνη θα πήγαινε το απόγευμα μαζί με την Βίβι στο Μπέρλινγκτον και θα αγόραζε μερικά δωράκια. Εκείνος γιατί δεν μπορούσε να αγοράσει κάτι; Και κυρίως, γιατί την πείραζε τόσο; Από πού κι ως πού  περίμενε δώρο; Η σχέση τους δεν της άφηνε περιθώρια να περιμένει κάτι από εκείνον. Δεν την κοιτούσε καν. Ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να ξεχάσει ότι βρισκόταν εκεί.

«Πίτερ, έλα να με βοηθήσεις» φώναξε η Σάρλοτ αλλά δεν ήταν κανείς γύρω. Θεωρητικά έπρεπε να τα καταφέρει μόνη της με το άρμεγμα και την άφηναν μόνη αλλά δεν ήταν καλή. Και τα κακόμοιρα τα ζώα υπέφεραν. Κι εκείνη μαζί τους. Δεν ήθελε να τα κάνει να πονάνε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα από την απελπισία της. Μακάρι κάποιος να τη βοηθούσε.

Τέλειωσε όπως όπως και γέμισε ένα τεράστιο δοχείο το οποίο περίμενε να το πάρουν κατά τις δέκα, αλλά τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα και χρειάστηκε να τα σκουπίσει με τη φανέλα της γιατί τα χέρια της ήταν πολύ βρώμικα. Ο Τζόναθαν μπήκε στον στάβλο την ώρα που κουβαλούσε δύο πεντόκιλα δοχεία γεμάτα γάλα και σκόνταψε. Κατάφερε να βρει την ισορροπία της αλλά όχι την αυτοκυριαρχία της. Ο Τζόναθαν τη βοήθησε ευγενικά και αμέσως εξαφανίστηκε. Η Σάρλοτ έμεινε και πάλι μόνη. Έπρεπε να πλύνει λίγο τα χέρια της και να πάει να γεμίσει τις ταΐστρες με ζωοτροφή αλλά δεν άντεχε άλλο. Πονούσε ολόκληρη και ένιωθε ότι δεν είχε κάνει τίποτα σήμερα.
Την ώρα που έβγαινε στον περίβολο για να πάει στην αποθήκη σέρνοντας το καροτσάκι έπεσε πάνω στον Τρόι ο οποίος κατευθυνόταν προς το μέρος της καβάλα στον Ήφαιστο, ένα κατάμαυρο άλογο. Δεν τον είχε ξαναδεί να ιππεύει και της κόπηκε η λαλιά. Ήταν που ήταν εντυπωσιακά ψηλός, πάνω στον Ήφαιστο έδειχνε σαν άγριος πολεμιστής. Όταν την είδε, κατέβηκε με ένα απότομο σάλτο και στάθηκε μπροστά της. Την έπιασε από τους ώμους δυνατά και την κοίταξε.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε με ένα μείγμα θυμού και ανησυχίας.
«Τι εννοείς; Τι έγινε;» ρώτησε η Σάρλοτ γουρλώνοντας τα μάτια και κοιτώντας τριγύρω.
«Ο Τζόναθαν μού είπε ότι δεν σε είδε καλά» απάντησε εκείνος και τη γύρισε προς το μέρος του ήλιου επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Και τα μάτια της. Την πλησίασε τόσο που η Σάρλοτ νόμισε, ήλπισε, ότι θα τη φιλήσει. Ωχ! Τη σκέψη ήταν αυτή; Και από πού ξεφύτρωσε; Από την ντροπή για τις πονηρές της σκέψεις, έκλεισε τα μάτια. Ο Τρόι την ταρακούνησε. «Έκλαιγες; Τα μάτια σου είναι κόκκινα» είπε εκείνος λες και ήταν γιατρός και την εξέταζε.
«Όχι, καλά είμαι!» είπε η Σάρλοτ και κατέβασε το βλέμμα στο έδαφος. «Απλώς έχω απελπιστεί με τις παλιοαγελάδες σου! Δεν είναι συνεργάσιμες!» είπε μισοαστεία αλλά ο Τρόι δε γέλασε.
«Τότε, παράτα τις! Κάνε κάτι άλλο!» φώναξε εκείνος, ενώ έδενε το άλογο σε ένα δέντρο.
«Σαν τι;» ρώτησε εκείνη.
«Δεν ξέρω! Κάτι άλλο! Διάλεξε! Δεν είσαι εδώ για να υποφέρεις!»
«Αλήθεια;» τον κοίταξε. «Γιατί αυτό ακριβώς νόμιζα ότι ήρθα να κάνω εδώ!»
«Κοίτα, Σάρλοτ» είπε εκείνος και πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. «Παράτησα τη δουλειά μου και ήρθα εδώ να δω τι έχεις. Δεν έχω όρεξη για ειρωνείες. Άλλωστε, ο πατέρας σου σε έστειλε εδώ, όχι εγώ. Δεν ξέρω αν σκόπευε να σε κάνει να υποφέρεις και ειλικρινά δε δίνω δεκάρα. Εγώ όμως, ως ιδιοκτήτης αυτού του ράντσου και πάνω απ’ όλα ως άντρας, απαγορεύω, και τονίζω, απαγορεύω, να υποφέρεις» είπε κουνώντας το δάχτυλο. Η Σάρλοτ ξέσπασε σε γέλια.
«Αυτό πρέπει να είναι ό,τι πιο αστείο έχω ακούσει. Τι σημαίνει ότι απαγορεύεις να υποφέρω; Να σταματήσω και την αποτρίχωση με κερί;» είπε και συνέχισε να γελάει.
«Σημαίνει, και σταμάτα να γελάς σε παρακαλώ, ότι δε χρειάζεται να υποφέρεις. Κάνε ό,τι μπορείς και όσα μπορείς. Δε χρειάζεται να πιέζεσαι» είπε εκείνος ήρεμα αλλά έδειχνε αποφασισμένος να την πείσει με όσα έλεγε.
«Δεν πιέζομαι, απλώς οι αγελάδες σου είναι αγενέστατες» είπε η Σάρλοτ και ο Τρόι χαμογέλασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου. ‘Η μήπως της φάνηκε;
«Ζήτα βοήθεια από κάποιον να σου δείξει ξανά αν επιμένεις να μείνεις σε αυτό το πόστο» είπε εκείνος. «Αλλιώς κάνε κάτι άλλο».
«Σαν τι; Δεν ξέρω να κάνω τίποτα. Μόνο από λογιστικά και διοίκηση  ξέρω κι εκεί δε με αφήνεις να πλησιάσω» τόλμησε η Σάρλοτ.
«Άσχετο» είπε ξερά ο Τρόι.
«Ό,τι νομίζεις» είπε η Σάρλοτ και γύρισε να φύγει αλλά εκείνος την άρπαξε από το χέρι.
«Πάμε να σου δείξω» είπε εκείνος κοιτώντας τη με τα διαπεραστικά του μάτια με έναν τρόπο που της άφηνε πολλές αμφιβολίες για το τι ήθελε να της δείξει.
«Τι;» τον ρώτησε εκείνη πονηρά.
«Πώς να αρμέγεις τις αγελάδες, χαζή» της είπε εκείνος αγνοώντας το προκλητικό βλέμμα της.

Μπήκαν στο στάβλο μαζί και αφού η Σάρλοτ κάθισε στο χαμηλό σκαμπό πλάι σε μια αγελάδα που δεν την είχε αρμέξει, ο Τρόι πήρε άλλο ένα σκαμπό και έκατσε από πίσω της. Η Σάρλοτ ανατρίχιασε αλλά δεν το έδειξε. Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τα γόνατά του έσφιξαν τους μηρούς της και τα χέρια του την αγκάλιασαν από πίσω ώστε να της δείξει τη σωστή θέση για το άρμεγμα. Ακούμπησε πίσω και στηρίχτηκε στο στέρνο του και αφού δεν την έβλεπε έκλεισε τα μάτια της. Εκείνος της μιλούσε και της έδειχνε και εκείνη απολάμβανε τη ζεστασιά του κορμιού του και το άρωμά του. Ένα μείγμα από πευκοβελόνες και πράσινο σαπούνι. Θεέ μου, τι όμορφα που ήταν στην αγκαλιά του.
«Εσύ τώρα! Της είπε εκείνος επιτακτικά και η Σάρλοτ ξύπνησε από το όνειρο.
«Εεε…δεν…» ψέλλισε προσπαθώντας να θυμηθεί τι της είχε δείξει. Δεν είχε προσέξει τίποτα.
«Σάρλοτ, πρόσεχες καθόλου;» της είπε πλησιάζοντας το στόμα του στο δεξί αυτί της. Το αξύριστο σαγόνι του έγδαρε το μάγουλό της. Η Σάρλοτ ήθελε να γυρίσει και να τον φιλήσει αχόρταγα αλλά δεν ήξερε αν εκείνος θα ανταπέδιδε. Γύρισε λοιπόν μερικές μοίρες και ψέλλισε μια απολογία. «Εντάξει θα σου ξαναδείξω αλλά μαζί τώρα» είπε εκείνος και συνέχισαν να δουλεύουν μαζί, αγκαλιασμένοι σφιχτά, με τα χέρια τους μπλεγμένα σαν να είναι εραστές Η Σάρλοτ δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Το καλό ήταν ότι κάπως είχε καταλάβει την τεχνική του Τρόι και εκείνος αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να κάτσει άλλο μαζί της. Ένιωσε σαν να της τραβάνε με δύναμη τα μαλλιά όταν ξεκόλλησε από πίσω της αλλά επιτέλους κατάφερε να ανασάνει βαθιά και να οξυγονωθεί λίγο ο εγκέφαλός της. Κόντευε να πάθει συγκοπή από τον πόθο που συντάραζε το κορμί της. Εκείνος ωστόσο, τέρας αυτοκυριαρχίας, έδειχνε λες και είχε μόλις βγει από το ντους. Και η Σάρλοτ αποφάσισε να το παίξει κι αυτή άνετη.
«Πού τα έμαθες όλα αυτά, Τρόι;» τον ρώτησε ήρεμα ενώ εκείνος έλυνε το άλογό του.
«Η οικογένεια νούμερο δύο είχε ράντσο και δούλευα εκεί» της είπε ψυχρά.
«Και σου αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής;» τον ρώτησε.
«Πολύ» απάντησε εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια. «Έχω κάνει πολλές δουλειές αλλά η γη είναι αυτό που αγαπώ».
«Χαίρομαι που έχεις βρει αυτό που αγαπάς. Εγώ θέλω να φτιάξω ένα μικρό ξενοδοχείο και νομίζω ότι αυτό είναι που θέλω περισσότερο από όλα στη ζωή μου, αλλά φοβάμαι μήπως χάσω το ενδιαφέρον μου».
«Μικρή είσαι ακόμα. Θα το βρεις αυτό που ψάχνεις» είπε εκείνος και αφού καβάλησε το άλογό του, έφυγε.

Η Σάρλοτ χαμογέλασε όταν έμεινε μόνη. Μάλλον το είχε βρει.




1 σχόλιο:

  1. Χρόνια πολλά, αγαπημένη συγγραφέα μας! Περιμενω πως και πως τις random thoughts του Τροι μετα απο αυτό το sizzling chapter!

    ΑπάντησηΔιαγραφή