Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 17-μια πρώτη...ιδέα!

Η Σάρλοτ επέμεινε να πληρώσει τα στολίδια. Ο Τρόι τής είπε να κρατήσει τα χρήματά της. Η Σάρλοτ τού απάντησε ότι δεν είχε πειράξει την πληρωμή της πρώτης βδομάδας και είχε ήδη πληρωθεί και για τη δεύτερη. Ο Τρόι τής είπε ότι μπορούσε να αγοράσει ρούχα με αυτά. Η Σάρλοτ τού είπε ότι είχε ρούχα. Ο Τρόι πήρε την πιστωτική του, της την έδωσε, την αγριοκοίταξε τόσο που την έκανε να ανατριχιάσει και έφυγε.

Όλα αυτά έγιναν το Σάββατο το μεσημέρι. Το Σάββατο το απόγευμα η Σάρλοτ πήρε το βαν και πάρκαρε στο Λιλ Χέβεν. Μπήκε σε ένα μικρό μαγαζί με χριστουγεννιάτικα και αγόρασε μπάλες, κουδουνάκια, αστέρια, γιρλάντες και φωτάκια. Και ένα φωτεινό τάρανδο για τον εξωτερικό χώρο. Ο Τρόι τής είχε πει ότι εμπιστευόταν το γούστο της αλλά η Σάρλοτ επέμεινε να της δώσει έστω μια κατευθυντήρια. Εκείνος είπε «διχρωμία» και παρόλο που η Σάρλοτ ήθελε να ρωτήσει άλλα εκατό πράγματα εκείνος εξαφανίστηκε πάλι. Μα τι στο καλό; Ο Χουντίνι ήταν;

Επέλεξε κόκκινα και χρυσά στολίδια και τα φόρτωσε στο βαν με τη βοήθεια της Βίβι, η οποία είχε ξεκαρδιστεί με την καταναλωτική μανία της φίλης της. Η Σάρλοτ άφησε τα ψώνια στη σάλα και περίμενε τον Καμίρ να φέρει το έλατο. Αλλά μέχρι το βράδυ δεν είχε έρθει. Και δεν ήταν κανείς στο σπίτι για να ρωτήσει. Ξάπλωσε κατά τις 23:00 κουρασμένη από τα ψώνια και τις δουλειές στο σπίτι. Είχε μαγειρέψει ψητά λαχανικά και πατάτες. Είχε σπάσει ένα μικρό γυάλινο δοχείο για το λάδι και σφουγγάριζε περίπου δύο ώρες για να μη γλιστράει και να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν γυαλιά κάτω. Είχε προσέξει ότι ο Τρόι περπατούσε πολύ ξυπόλητος.

Δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει έτσι, αλλά πού ήταν ο Τρόι; Η ώρα ήταν περασμένες έντεκα. Τον είχε δει να φεύγει καλοντυμένο. Μήπως είχε βγει με την Ελίζαμπεθ; Τα είχαν τελικά αυτοί οι δύο; Η Ελίζαμπεθ τον κοιτούσε με προφανή λατρεία αλλά εκείνος ήταν πιο συγκρατημένος. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Πολύ μπέρδεμα. Αποκοιμήθηκε χωρίς να το θέλει. Ήθελε να τον περιμένει. Να δει τι ώρα θα ερχόταν. Και με ποια. Και με τι αμάξι είχε φύγει.

Την Κυριακή το πρωί ξύπνησε στις 10 και κατέβηκε στο σαλόνι γεμάτη ενθουσιασμό. Αν και είχε κοιμηθεί λυπημένη, απίστευτα μελαγχολική, με ένα βαρύ αίσθημα μοναξιάς να βαραίνει το στήθος της, κάτι της έλεγε ότι το σημερινό πρωινό τής επεφύλασσε μια όμορφη έκπληξη. Και έτσι ήταν.

Δίπλα από το τζάκι, μπροστά από το παράθυρο, βρισκόταν το πιο επιβλητικό έλατο που είχε δει ποτέ. Καταπράσινο, φουντωτό και πυκνό. Πιο ψηλό ακόμα και από τον Τρόι. Πάνω του είχε καρφιτσωμένο ένα σημείωμα. Πλησίασε και το διάβασε. Και χαμογέλασε αυθόρμητα.

ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕΙ
ΤΡΟΙ

Χοροπήδησε ξανά. Ανέβηκε στον πάνω όροφο, πλύθηκε, χτενίστηκε και φόρεσε μια κατακόκκινη φόρμα για να ταιριάζει με τα στολίδια της. Μετά κατέβηκε κάτω, έφτιαξε καφέ και ένα τοστ για να πάρει δυνάμεις και άρχισε το στόλισμα. Είχε πενήντα στολίδια να βάλει στο δέντρο, καθώς και γιρλάντες στα παράθυρα και τον τάρανδο έξω. Όλα αυτά θα της έπαιρναν δύο με τρεις ωρίτσες αλλά δεν φοβόταν καθόλου ότι θα κουραζόταν.
Αρχικά μετέφερε το δέντρο στο κατάλληλο σημείο ώστε να φαίνεται ωραία απ’ έξω και αφού ήλεγξε τα λαμπάκια ένα ένα τα στόλισε πάνω στα κλαδιά. Μετά ξεχώρισε τα στολίδια και έκανε ένα διάλειμμα για να βάλει μια χριστουγεννιάτικη playlist στο YouTube. Ο Τρόι δεν είχε έρθει ακόμη. Είχε ξεπαγώσει από χθες λίγο κιμά και έφτιαξε μερικά μπιφτέκια για να φάει το μεσημέρι με σαλάτα. Μετά συνέχισε. Τοποθέτησε τα στολίδια μέχρι εκεί όπου μπορούσε και βγήκε έξω. Είχε βρει μια προέκταση και ένωσε τον τάρανδο με την πρίζα δίπλα από την πόρτα. Έβαλε μερικές γιρλάντες στο τζάκι και στα παράθυρα και στόλισε τις χιονόμπαλες και δύο κόκκινες πιατέλες στο τραπέζι του σαλονιού. Το είχε παρακάνει λιγάκι αλλά δεν την πείραζε. Τα είχε συνδυάσει όλα τόσο αρμονικά που μόνο ένας πολύ κακοπροαίρετος άνθρωπος θα στεκόταν στο γεγονός ότι είχε…φορτώσει πολύ το χώρο!

Κατά τη μία πήρε τηλέφωνο τον Τρόι. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως και όταν τελικά το σήκωσε φαινόταν βιαστικός. Του είπε ότι δεν έφτανε να στολίσει ψηλά το δέντρο κι εκείνος της απάντησε ξερά ότι δε θέλει να συμμετάσχει και ότι στην αποθήκη υπάρχει μια σκάλα. Η Σάρλοτ τού είπε ότι αν πεινάει έχει μπιφτέκια και το έκλεισε.
Στην αποθήκη βρήκε ένα μικρό σκαλάκι και έτσι κατάφερε να στολίσει και το πάνω μέρος του δέντρου. Δεν της άρεσε που στόλιζε μόνη της, αλλά δεν έπρεπε να είναι αχάριστη. Χθες τέτοια ώρα διαπραγματευόταν αν θα στολίσει και τώρα ήθελε και παρέα; Και μάλιστα όχι οποιαδήποτε παρέα, αλλά τον Τρόι.

Κάθισε αποκαμωμένη στον καναπέ και κοίταξε γύρω της. Το σαλόνι ήταν πανέμορφο. Τόσο ζεστό και οικείο που ένιωθε πραγματικά γαλήνια. Πρέπει να την είχε πάρει ο ύπνος γιατί όταν άνοιξε τα μάτια της βρήκε τον Τρόι από πάνω της να την κοιτάει με απορία.
«Ήρθα να φάω λιγάκι και σε βρήκα να κοιμάσαι» είπε εκείνος κάνοντας ένα βήμα πίσω.
«Συγγνώμη» είπε εκείνη μηχανικά ενώ έστρωνε τα μαλλιά της. «Πρέπει να κουράστηκα παραπάνω από όσο υπολόγιζα» του είπε και πήγε στην κουζίνα να σερβίρει. Ο Τρόι έμεινε στο σαλόνι να κοιτάει τριγύρω του.
«Σάρλοτ, έκανες πολύ καλή δουλειά. Είναι…πολύ όμορφα όλα» της είπε εκείνος ντροπαλά. Εκείνη χαμογέλασε.
«Δεν έχω τελειώσει ακόμα. Θα βάλω την κορυφή και μετά έχω να βάλω και μερικές κάλτσες στο τζάκι» του είπε και ενώ εκείνος καθόταν για να φάει, χτύπησε το κινητό του. Η Σάρλοτ επέστρεψε στο δέντρο και συνέχισε το στόλισμα. Ο Τρόι μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον από τους εργάτες. Μάλλον με τον Πίτερ. Του έδινε οδηγίες για να φτιάξει ένα μηχάνημα που είχε χαλάσει και έδειχνε πολύ απορροφημένος στη συζήτηση.

Η Σάρλοτ ανέβηκε στο σκαλάκι κρατώντας την κορυφή στο χέρι αλλά παρόλο που τεντώθηκε όσο μπορούσε, δεν έφτανε το πιο ψηλό σημείο του δέντρου. Σίγουρα το είχαν κάνει επίτηδες και είχαν κόψει ένα τόσο ψηλό δέντρο. Είχε προσπαθήσει ήδη τρεις φορές και δεν μπορούσε να φτάσει. Και ντρεπόταν να ζητήσει τη βοήθεια του Τρόι. Ήταν μια σιωπηρή συμφωνία. Την είχε αφήσει να κάνει ό,τι θέλει, να στολίσει όπως θέλει αλλά είχε αρνηθεί να βοηθήσει. Η Σάρλοτ καταλάβαινε. Είχε τους δαίμονές του. Και που την άφησε να κάνει όσα έκανε ήταν μεγάλο βήμα για εκείνον και το εκτιμούσε.

Άλλη μία προσπάθεια, σκέφτηκε και τεντώθηκε ολόκληρη αλλά δεν τα κατάφερε. Μόνο τότε παρατήρησε τον Τρόι να την πλησιάζει με το τηλέφωνο στηριγμένο στον ώμο του και να αρπάζει το στολίδι που κρατούσε στα χέρια της. Με μια άνετη κίνηση το στήριξε στην κορυφή, το ίσιωσε, το προσανατόλισε ώστε να κοιτάει τον καναπέ και αφού έβαλε το ελεύθερο χέρι του γύρω από τους γλουτούς της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του την ακούμπησε στο πάτωμα. Μετά, με απόλυτη ηρεμία, κατευθύνθηκε στην κουζίνα για να συνεχίζει το γεύμα του. Η Σάρλοτ έμεινε μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη. Φοβόταν να μην κουνηθεί και χάσει την αίσθηση των χεριών του πάνω της. Το είχε ονειρευτεί ή είχε συμβεί; Την είχε σηκώσει σαν πούπουλο και την έσφιξε δυνατά πάνω του σαν να ήταν κάτι πολύτιμο, που δεν ήθελε να το χάσει. Ποτέ δεν είχε έρθει σε τόσο στενή επαφή με ένα τόσο ισχυρό αρσενικό. Οι προηγούμενες σχέσεις της ήταν με άντρες που θα έμοιαζαν παιδάκια δίπλα στον Τρόι. Με άντρες που την έκαναν να φαίνεται σωματικά και ψυχολογικά δυνατότερη. Με τον Τρόι ένιωσε σαν να ήταν μια πορσελάνινη κούκλα. Ένιωσε ότι αυτή είναι το θηλυκό κι εκείνος το αρσενικό. Διακριτοί ρόλοι. Και αλληλοσυμπληρούμενοι. Δεν έπρεπε να τον συγκρίνει με τους πρώην της, μιας και δεν είχε τέτοιο ρόλο στη ζωή της, αλλά καμιά φορά έπρεπε να δεις το απόλυτο αρσενικό σε δράση για να καταλάβεις τι έχανες τόσα χρόνια.


Ευτυχώς που μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο, γιατί πραγματικά, ήταν ικανή να τρέξει και να χωθεί ξανά στην αγκαλιά του για να νιώσει ασφαλής. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου