Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαια 12-ο πρώτος τσακωμός

«Πού πας;» τον πρόλαβε ξέπνοη η Σάρλοτ μόλις ξεπέρασε το αρχικό σοκ. Ο Τρόι είχε κάτσει ήδη στο βαν του και είχε βάλει μπρος αλλά έσβησε τη μίζα όταν πετάχτηκε μπροστά του.
«Τι είναι πάλι, θεότρελη γυναίκα; Δεν καλύψαμε όλα τα θέματα συζήτησης;» τη ρώτησε εκείνος ανυπόμονα αλλά η Σάρλοτ δεν συμμερίστηκε την ανάλαφρη διάθεσή του. Έκανε το γύρο και στήριξε τον αγκώνα της στο παράθυρο του οδηγού.
«Επανάλαβε σε παρακαλώ αυτό που μου είπες» ψέλλισε αργά.
«Δε θυμάμαι» είπε εκείνος ειλικρινά. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν. «Νομίζω ότι είπα ότι μου δάνεισε ο πατέρας σου λεφτά και εγώ έκανα σωστές επενδύσεις» είπε εκείνος κοιτώντας μπροστά, λες και οδηγούσε.
«Σου δάνεισε λεφτά ο πατέρας μου;» επανέλαβε εκείνη σαν χαζή.
«Ναι, αλλά μην το πούμε και τρίτη φορά γιατί νιώθω λίγο άβολα» είπε εκείνος.
«Εσύ νιώθεις άβολα;» είπε ξαφνικά εκείνη, θυμωμένη. «Γιατί; Εσύ είσαι ο γιος που δεν είχε ο πατέρας μου» του είπε και όταν είδε την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του συνέχισε. «Ξέρεις γιατί είμαι εδώ;» τον ρώτησε και όταν δεν απάντησε, επέμεινε. «Ξέρεις;»
Ο Τρόι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Του ζήτησα ένα ποσό για να κάνω μια επένδυση και δε μου το έδωσε. Μεγάλο ποσό, αλλά όχι τόσο μεγάλο για να το κάνει θέμα. Αντίθετα, με έστειλε εδώ, στη μέση του πουθενά, να δοκιμαστώ, λέει. Να του αποδείξω ότι τα αξίζω! Και σε σένα τα έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα;» ούρλιαξε η Σάρλοτ χάνοντας τον έλεγχο. «Εμένα με υποχρεώνει να φτυαρίζω κοπριά και σε σένα τα έδωσε χαμογελώντας;».
Ο Τρόι χτυπούσε ρυθμικά τα δάκτυλά του πάνω στο τιμόνι όσο την άκουγε. «Μιλάμε για εφτά χρόνια πριν, Σάρλοτ» είπε εκείνος. «Μόλις είχα αποφοιτήσει και ο πατέρας σου ένιωσε την ανάγκη να με ευχαριστήσει με αυτό τον τρόπο. Ήμουν νέος και φτωχός. Δούλευα σε εκείνο το θέρετρο και είδα το περιστατικό και έτρεξα να τον βοηθήσω. Ο πατέρας σου έμαθε από τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου ότι ήμουν έντιμος και εργατικός και σκέφτηκε να μου προσφέρει ένα ποσό. Δε νιώθω άνετα να το συζητώ» είπε εκείνος κοκκινίζοντας ελαφρά.
«Γιατί; Γιατί ντρέπεσαι; Ντρέπεσαι που είσαι καταπληκτικός; Που μιλάει για σένα λες και είσαι θεότητα; Που είσαι πιο σημαντικός για τον πατέρα μου από την ίδια του την κόρη;»
«Είμαι σίγουρος ότι δεν ισχύει αυτό» είπε εκείνος συγκρατημένα.
«Τότε γιατί εγώ βασανίζομαι κι εσύ ζεις στην πολυτέλεια;» του είπε και αμέσως κατάλαβε ότι είχε πει βλακεία.
«Ναι, ειλικρινά» ειρωνεύτηκε εκείνος. «Ζω μέσα στην πολυτέλεια. Άσε με να φύγω» της είπε και έσπρωξε το χέρι της από την πόρτα του βαν του. Η Σάρλοτ έχασε την ισορροπία της. «Με περιμένουν στο σπα».
«Μη με ειρωνεύεσαι εμένα!» του είπε αλλά μετάνιωσε μόλις είδε το σαγόνι του να σκληραίνει.
«Γιατί; Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε, πλησιάζοντας το πρόσωπό του κοντά στο δικό της. Η Σάρλοτ ρίγησε. Το είχε παρατραβήξει.
«Τρόι, μη με προκαλείς» είπε εκείνη, μπλοφάροντας. «Είμαι στα όριά μου».
«Α ναι, Σάρλοτ; Είσαι στα όριά σου;» είπε εκείνος και πετάχτηκε με φόρα από το αμάξι κοπανώντας την πόρτα πίσω του πολύ δυνατά. Η Σάρλοτ έκανε ενστικτωδώς πίσω. Φοβήθηκε. Είχε μπροστά της ένα μέτρο και ενενήντα πέντε εκατοστά ασυγκράτητου αρσενικού θυμού. «Ενώ εγώ που σε έχω μέσα στα πόδια μου; Τι να πω; Έσωσα τον πατέρα σου πριν από εφτά χρόνια και με βοήθησε με ένα ποσό, το οποίο τριπλασίασα με τις κατάλληλες επενδύσεις. Και φυσικά τον αποπλήρωσα και με τον νόμιμο τόκο. Ωστόσο ντρέπομαι ακόμα που δέχτηκα έστω και μια δεκάρα από άλλον άνθρωπο. Και τώρα; Μου έστειλε εσένα χωρίς να με ρωτήσει!» είπε περπατώντας πάνω κάτω νευρικά, σαν πάνθηρας. «Τον σέβομαι τον πατέρα σου και ποτέ δε θα ξεχάσω ότι δε θα ήμουν τίποτα σήμερα χωρίς το αρχικό κεφάλαιο που μου δάνεισε. Αλλά δεν νομίζεις ότι είναι πολύ ακριβό το τίμημα; Να σε έχω εδώ λες και είσαι μωρό, να μην ξέρεις πού σου πάνε τα τέσσερα και να τρέμω μην πάθει τίποτα η πλούσια κληρονόμος;» τη ρώτησε κι εκείνη έμεινε να τον κοιτάξει άφωνη. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Τα μάτια της ήταν υγρά. Δεν περίμενε ποτέ ότι τα πράγματα είχαν κι άλλη όψη. «Να μην ξέρω αν πρέπει να σε πιέσω για να μάθεις ή αν πρέπει να φροντίζω να μην σπάσεις τα νύχια σου!» ούρλιαξε ο Τρόι. «Δε σου τα είπαν καλά, Σάρλοτ! Και οι δύο θύματα είμαστε σε αυτή την ιστορία» της είπε και κάθισε βαρύς ξανά στη θέση του. Έβαλε μπρος και λίγο πριν γκαζώσει και εξαφανιστεί γεμίζοντάς τη σκόνη τής είπε μέσα από τα δόντια του «γι’αυτό βούλωσέ το, γιατί δεν υποφέρεις μόνο εσύ».




1 σχόλιο: