Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 10-shopping therapy

Την Παρασκευή το απόγευμα η Σάρλοτ ήρθε αντιμέτωπη με το μεγάλο ερώτημα: και τώρα τι κάνουμε; Είχε γυρίσει σπίτι από τις τέσσερις, είχε φάει και τώρα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι. Μακάρι να μπορούσε να την πάρει ο ύπνος, αλλά είχε φοβερή υπερένταση. Αναρωτιόταν συνεχώς τι θα έκανε ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Τόσο πολύ, που την έτρωγε να πάει για μερικές ώρες να δουλέψει και το Σάββατο.

‘Όταν ήταν στο Σαν Φρανσίσκο το Σάββατο πήγαινε για ψώνια και μετά για φαγητό με τις φίλες της. Το βράδυ πήγαινε για χορό και την Κυριακή πήγαινε μια μεγάλη βόλτα με το αμάξι της. Αλλά σε αυτό τον άγνωστο τόπο δεν ήξερε τι να κάνει. Και φυσικά δεν είχε και παρέα.

Δεν είχε ξαναδεί τον Τρόι μετά το περιστατικό την Πέμπτη και ευτυχώς που είχαν έτσι τα πράγματα γιατί δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε αν την έβλεπε. Είχε σκεφτεί πολλές φορές τη συνάντησή τους και είχε μετανιώσει που τον έβρισε ακόμα και συγκεκαλυμμένα. Μπορεί να την εκνεύριζε που ήταν τόσο υπερόπτης αλλά στην τελική δεν την κακομεταχειριζόταν. Δεν την είχε ελέγξει ούτε μία φορά και κανείς δεν της είχε πει κουβέντα για τα λάθη και τις παραλήψεις της. Ακόμα και τη στιγμή που μπήκε στο στάβλο για να την κατακεραυνώσει και άρχισε να διορθώνει κάποια πράγματα που είχε αφήσει στη μέση η ίδια, δεν της είπε κουβέντα. Και ήταν σίγουρη ότι ακόμα και αν πήγαινε για δουλειά 10 με 12 δε θα της έκανε φασαρία. Δεν έπρεπε λοιπόν αν είναι αχάριστη.

Έκανε ένα ντους και ασχολήθηκε λίγο με τον εαυτό της. Έβαλε κρέμα σώματος και ενυδατική στο πρόσωπο. Και επιτέλους βρήκε λίγο χρόνο να βουρτσίσει προσεκτικά τα μαλλιά της και να κάνει μερικές μπούκλες με το ψαλίδι. Βάφτηκε απαλά και φόρεσε ένα ωραίο μάλλινο φόρεμα. Κατά τις πεντέμισι κατέβηκε στον κάτω όροφο για να φάει ένα φρούτο. Ευτυχώς ήταν και η Ελίζαμπεθ εκεί, καθισμένη στο γραφείο της. Μιλούσε με κάποιον προμηθευτή αλλά η Σάρλοτ παρατήρησε ότι μιλούσε κάπως εριστικά. Τι την ένοιαζε εκείνη όμως; Μπορεί έτσι να ήταν η γραμμή από τον ηγεμόνα.

«Ελίζαμπεθ, είσαι πολύ όμορφη σήμερα» της είπε με πάσα ειλικρίνεια όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Η γυναίκα φορούσε ένα στενό τζιν και ένα μαύρο σακάκι με μικρά στρασάκια στο πέτο.
«Ε να…» πετάρισε τις βλεφαρίδες της «Αν τελειώσει νωρίς και ο Τρόι ίσως πάμε για φαγητό μαζί» είπε και η Σαρλοτ χαμογέλασε μηχανικά. Ώστε ήταν μαζί.
«Ελίζαμπεθ, ο Τρόι μού είπε ότι έχεις τα κλειδιά για τον βαν» της είπε και αγνόησε το απορημένο βλέμμα της γυναίκας. «Μπορείς να μου τα δώσεις; Θέλω να πάω καμιά βόλτα μέχρι το Μπέρλινγκτον, να πάρω μερικά πράγματα και να κάνω βόλτα» είπε. Ένιωθε πολύ δυσάρεστα. Ένιωθε λες και ζητούσε άδεια ενώ δεν ήταν έτσι.
«Τα δεύτερα κλειδιά είναι στο κουτί δίπλα από την τηλεόραση» είπε η Ελίζαμπεθ και σήκωσε το τηλέφωνο που χτυπούσε.

Η Σάρλοτ τής έγνεψε ένα «ευχαριστώ» και πήγε να πάρει το μπουφάν της. Σε πέντε λεπτά καθόταν σε ένα βαν που δε θύμιζε σε τίποτα το αμάξι της. Αλήθεια, πόσο καιρό είχε να οδηγήσει με ταχύτητες; Το αμάξι τής έσβησε τρεις φορές πριν καταφέρει να τσουλήσει και να βγει με τα χίλια ζόρια στο δρομάκι που οδηγούσε στο Λιλ Χέβεν. ‘Ηλπιζε να μην πετύχει κανέναν στο δρόμο και την αναγκάσει να σταματήσει τώρα που είχε πάρει φόρα.

Τελικά αποφάσισε να μην πάει ως το Μπέρλινγκτον επειδή δεν ένιωθε μεγάλη ασφάλεια με αυτό το αμάξι. Σταμάτησε στον κεντρικό του Λιλ Χέβεν, εκεί όπου περίμενε να βρει μεταφορικό την μέρα που έφτασε για πρώτη φορά εκεί.

Πάρκαρε σε μιαν άκρη και βγήκε από το αμάξι. Περπάτησε στα δρομάκια και απόλαυσε τη θαλπωρή που εξέπεμπαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που είχαν αρχίσει να στολίζουν σιγά σιγά τα μαγαζιά. Λάτρευε τα Χριστούγεννα παρόλο που τα είχε στερηθεί. Βρήκε και μερικά συμπαθητικά μαγαζιά, δύο με δώρα και δύο μίνι μάρκετ. Στο ένα δεν επρόκειτο να πατήσει το πόδι της γιατί ήταν αυτού του λεχρίτη που την παρενόχλησε αλλά μπήκε στο άλλο και αγόρασε μερικά πράγματα που της έλειπαν. Ένιωθε πραγματικά ελεύθερη και απολάμβανε τα ψώνια της. Αγόρασε ένα αποσμητικό, σερβιέτες, περιοδικά μόδας και μερικά σνακ. Και μια υπέροχη χιονόμπαλα που έδειχνε ένα μικρό Άγιο Βασίλη.

Τελευταία στάση ήταν ένα μικρό κομμωτήριο το οποίο βρισκόταν κολλητά σε ένα εστιατόριο που λεγόταν «Λιλ Χελ». Μπήκε μέσα και βρήκε μια νεαρή κοπέλα που χάζευε τηλεόραση. Δεν είχε πελάτισσα εκείνη την ώρα. Η Σάρλοτ τής εξήγησε ότι έκοβε τις αφέλειές της μία φορά το μήνα και χρειαζόταν να κλείσει ραντεβού για την επόμενη βδομάδα. Ένιωθε ότι τα μαλλιά της χρειάζονταν και κάποια επαγγελματική μάσκα ενυδάτωσης.
«Την επόμενη βδομάδα δεν έχω κλείσει τίποτα, οπότε πες μου ποιο απόγευμα σε βολεύει» της είπε η Βίβι, η νεαρή κομμώτρια.
«Τι λες για την επόμενη Παρασκευή; Να κόψω λίγο τις άκρες και να μου κάνεις και ένα πρόχειρο μανικιούρ αν θες» πρότεινε η Σάρλοτ.
«Ναι, αμέ!» είπε η Βίβι και οι κοπέλες συμφώνησαν. Η Σάρλοτ τη συμπάθησε πολύ. Παρόλο που της είπε ότι έμενε και δούλευε στο ράντσο του Τρόι η Βίβι δεν της έκανε άβολες ερωτήσεις. ‘Ηταν πολύ διακριτική. «Και πέρνα και για κανα καφέ αν θες! Εγώ είμαι εδώ καθημερινά 5-8 το απόγευμα» είπε και η Σάρλοτ της υποσχέθηκε να περάσει.

Γύρισε στο σπίτι στις οκτώ και άφησε το βαν έξω από το γκαράζ. Έκανε το σταυρό της ευγνωμονώντας ειλικρινά τον Θεό που κατάφερε να πάει και να έρθει με ασφάλεια. Μπήκε στο σπίτι και βρήκε τον Τρόι σκυμμένο πάνω από την Ελίζαμπεθ να της δείχνει κάτι στην οθόνη του υπολογιστή. Η Ελίζαμπεθ γελούσε σαν να τη γαργαλούσε. Τι γελοίο θέαμα, Θεέ μου, σκέφτηκε.


Χαιρέτισε ευγενικά και ανέβηκε γρήγορα στο δωμάτιό της. Δεν είχε όρεξη να φάει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου