Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Το ράντσο της αγάπης- Κεφάλαιο 1

10 Νοεμβρίου 2013, Νομπ Χιλ, Σαν Φρανσίσκο

Ο άντρας που καθόταν πίσω από το μεγάλο δρύινο γραφείο και την κοιτούσε συνοφρυωμένος δεν ήταν ο πατέρας της. Ίσως κάποιος  τον είχε απάγει και είχε βάλει στη θέση του έναν τέλειο σωσία. Τα ψαρά μαλλιά, τα σκούρα καστανά μάτια και το θεληματικό πηγούνι ήταν εκεί. Αλλά κάτι έλειπε από την εικόνα. Η συνήθως απαθής και απόμακρη συμπεριφορά του είχε αντικατασταθεί από ένα μείγμα εκνευρισμού και ξεροκεφαλιάς. Πάντα είχε παγιωμένη άποψη για το τι ήθελε, έτσι είχε γίνει άλλωστε ένας από τους πλουσιότερους εκδότες στην Αμερική, αλλά ποτέ δεν έδειχνε τόσο αδιάφορος απέναντι στις σκέψεις του συνομιλητή του. Τι τον είχε πιάσει;
«Πατέρα, σε καταλαβαίνω, αλλά πρέπει κι εσύ να σκεφτείς λίγο τη θέση μου».
«Δεν κάνω τίποτα άλλο τόσα χρόνια, Τσάρλι» της είπε και σταύρωσε αμυντικά τα χέρια μπροστά του. «Σε μεγαλώνω μόνος μου από τότε που η αείμνηστη η μητέρα σου…» είπε και η φωνή του έσπασε. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν η ίδια ήταν οκτώ ετών και παρόλο που είχαν περάσει δεκάξι χρόνια, ο πατέρας της ακόμη ένιωθε βαθιά συγκίνηση όταν ανέφερε τη γυναίκα του.
«Το ξέρω και σε ευχαριστώ» του είπε ήρεμα προσπαθώντας να του δείξει την ευγνωμοσύνη της, αλλά ο πατέρας της δεν έδειχνε διατεθειμένος για ανακωχή.
«Γι’ αυτό και δε θα επιτρέψω να κάνεις άλλο ό,τι θες» της είπε και χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο. Η κόρη του δε σάλεψε.
«Εγώ κάνω ό,τι θέλω;» κάγχασε και άρχισε να περπατάει μέσα στο τεράστιο γραφείο του πατέρα της στην έπαυλή τους στο Σαν Φρανσίσκο. Το προσωπικό τους είχε αποσυρθεί εδώ και ώρα στα δωμάτιά τους. «Με έστειλες με το που πέθανε η μαμά στην Ελβετία σε εκείνο το απαίσιο οικοτροφείο» τον κατηγόρησε.
«Απαίσιο οικοτροφείο το Σεν Λουίζ; Το καλύτερο οικοτροφείο στον κόσμο; Ήσουν συμμαθήτρια με ένα σωρό πριγκίπισσες και κληρονόμους και τολμάς να παραπονιέσαι;»
«Εγώ ήθελα να είμαι εδώ. Μαζί σου» πείσμωσε εκείνη.
«Να κάνεις τι; Όταν πέθανε η μητέρα σου ρίχτηκα με τα μούτρα στη δουλειά. Μετέτρεψα την κερδοφόρα επιχείρησή μας σε μια αυτοκρατορία. Δεν ήθελα να σκέφτομαι. Δεν θα μπορούσα να σε φροντίσω όπως σου άξιζε».
«Σαχλαμάρες, πατέρα» είπε και κούνησε αδιάφορα το χέρι της. «Έμεινα δέκα χρόνια εκεί μέσα. Δέκα χρόνια όπου σε έβλεπα μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι!» τσίριξε. «Και μετά πάλι με έστειλες να σπουδάσω στην Αγγλία. Λες και ολόκληρες ΗΠΑ δεν είχαν καλά πανεπιστήμια!».
«Για το καλό σου το έκανα, διάολε!» είπε ο πατέρας της φανερά εκνευρισμένος. «Το πανεπιστήμιο όπου σε έστειλα είναι το καλύτερο στη διοίκηση επιχειρήσεων και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό για σένα να ταξιδέψεις, να δοκιμαστείς!».
«Να δοκιμαστώ; Γιατί; Δεν δοκιμάστηκα αρκετά τόσα χρόνια μακριά από το σπίτι μου; Μένω έξι μήνες εδώ και είναι το μεγαλύτερο διάστημα που έχω μείνει στο σπίτι μου! Το πιστεύεις;».
«Θα μπορούσες μετά το τέλος των σπουδών σου να γυρίσεις πίσω» της είπε ήρεμα κοιτώντας τη σταθερά στα μάτια. Η κόρη του ένιωσε σαν να τη χαστούκιζε. Είχαν μπει στη ζώνη του λυκόφωτος. Είχαν θίξει…το θέμα.
«Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη, πατέρα» του είπε και ήπιε μια γουλιά από το αναψυκτικό που κρατούσε μηχανικά στο χέρι της. «Τα άξιζα αυτά τα δύο χρόνια» του είπε με απόλυτη σοβαρότητα. Τη φοβόταν αυτή τη στιγμή όμως. Από τα 21 που τέλειωσε το πανεπιστήμιο μέχρι και πριν από έξι μήνες που εγκαταστάθηκε ξανά στο κοσμοπολίτικο Σαν Φρανσισκο, είχε περιπλανηθεί σε πάνω από εφτά χώρες, αλλάζοντας φίλους, παραστάσεις και δουλειές.


«Τι άξιζες ακριβώς, θυγατέρα μου; Να κοσμείς τα κουτσομπολίστικα περιοδικά; Να σε παρομοιάζουν με την Πάρις Χίλτον; Να ξεχνάς ποια είσαι και να χάνεις το χρόνο σου πίνοντας και χορεύοντας στα μπαρ μέχρι το πρωί ξοδεύοντας τα χρήματα που εγώ μαζεύω δουλεύοντας σαν σκυλί μέχρι τα 60 μου;» την αποτέλειωσε.
«Μου άξιζε να διασκεδάσω μετά από αυτά τα ατελείωτα χρόνια με τις καλόγριες στην Ελβετία και τους άχρωμους συμφοιτητές στο Λονδίνο» του είπε κι εκείνη. «Ήθελα να δω το Πεκίνο, το Παρίσι, την Καλκούτα, το Μιλάνο, τη Μόσχα. Δεν είχα το δικαίωμα;» τον ρώτησε. «Τι στο καλό τα έχουμε τα λεφτά αν είναι να μην τα χαιρόμαστε;»
«Συμφωνώ με το να περνάς καλά, αλλά οι φωτογραφίες σου στα ΜΜΕ δε με έκαναν και πολύ περήφανο» τη διόρθωσε.
«Σιγά, πατέρα. Δεν έκανα τίποτα περίεργο. Μέθυσα καναδυο βράδια. Σιγά το πράγμα. Όλοι οι νέοι το έχουν πάθει. Απλώς οι παπαράτσι περιμένουν το πρώτο μου ολίσθημα για να χτυπήσουν εσένα».
«Και τους έδωσες καλό πάτημα».
«Τι να έκανα; Να κλεινόμουν σε μοναστήρι;».
«Να έβαζες χαλινάρι στις…ορμές σου».
«Ήταν δύο πολύ γεμάτα χρόνια. Έβγαινα και διασκέδαζα κάθε βράδυ και δε μετανιώνω. Είμαι έτοιμη να ανασυνταχθώ. Κέρδισα πολλά από αυτή την εμπειρία».
«Τι κέρδισες; Να σε συνδέσουν με δίκτυο ναρκωτικών, Τσάρλι;» ειρωνεύτηκε ο πατέρας της.
«Αυτό που εσύ χρησιμοποιείς εναντίον μου για να με πικάρεις, είναι ο θάνατος μιας πολύ καλής μου φίλης, πατέρα. Ξέρεις ότι εγώ ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. Δεν μπλέχτηκα ποτέ με ναρκωτικά. Απλώς…μια φίλη μου…ένα βράδυ…» του είπε και προσπάθησε να μην κλάψει. Τα δάκρυά της είχαν στερέψει για τη Μόιρα. «’Ήταν αθώα. Πήρε νοθευμένη δόση και…έφυγε».
«Λυπάμαι για τη φίλη σου, αλλά καταλαβαίνεις ότι είχες μπλέξει με πράγματα υπεράνω των δυνατοτήτων σου;»
«Τώρα τα έχω αφήσει προ πολλού πίσω μου όλα αυτά» φώναξε δυνατά. «Έχω γυρίσει έξι μήνες πίσω και προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου».
«Πώς προσπαθείς να το κάνεις; Αντί να ψάξεις για δουλειά, αντί να έρθεις να δουλέψεις στην εταιρεία, μου ζητάς ένα εκατομμύριο δολάρια για να στήσεις δική σου επιχείρηση;» γέλασε εκείνος σκληρά.
«Σου είπα ότι έχω μια ωραία ιδέα για ένα μικρό και πολύ προσεγμένο ξενοδοχείο. Χρειάζομαι πόρους. Θα σε αποπληρώσω φυσικά» του είπε προσπαθώντας να τον κάνει να δει πιο καθαρά. Εδώ και δύο μέρες του είχε κάνει την πρότασή της κι εκείνος δεν έδειχνε διατεθειμένος να τη βοηθήσει.
«Να σου βάλω συμβούλους επιχειρήσεων! Να δούμε τα σχέδια, να το συζητήσουμε!»
«Όχι, πατέρα. Θέλω να με εμπιστευτείς» του είπε καρφώνοντάς τον με τα μάτια. «ΔΕ θέλω τις ιδέες σου και τις προτάσεις των συνεργατών σου. Θέλω ένα εκατομμύριο για να κάνω κάτι που οραματίζομαι εδώ και ένα χρόνο» επέμεινε.
«Και τι είναι εκατομμύριο; Στραγάλια;» γέλασε ο πατέρας της.
«Πατέρα, βγάζεις ένα εκατομμύριο κάθε δέκα μέρες. Δεν αξίζω δέκα μέρες;» τον αιφνιδίασε. Εκείνος έδειχνε να ταράζεται. Μα καλά; Την είχε περάσει για χαζή; Νόμιζε ότι δεν ήξερε τα καθαρά τους κέρδη ανά μήνα και έτος;
«Γιατί να σε εμπιστευτώ; Τον προηγούμενο μήνα πήρες 40.000 δολάρια από το λογαριασμό σου και τι τα έκανες παρακαλώ;»
«Πού το ξέρεις;»
«Παρακολουθώ το λογαριασμό σου, μικρή».


«Δε με εμπιστεύεσαι».
«Εσένα ναι, τους άλλους όχι. Ξέρω ότι είσαι πολύ καλοπροαίρετη και εύπιστη. Όποιος σου ζητάει λεφτά του τα δίνεις. Τι έγινε πάλι; Ποια φίλη σου υπερχρεώθηκε;» ειρωνεύτηκε εκείνος και εκείνη εκνευρίστηκε που είχε πετύχει πάλι διάνα.
«Να μη σε νοιάζει» του είπε πεισματικά και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο του πατέρα της. Ένιωθε λες και την είχαν στείλει στη διευθύντρια του σχολείου επειδή την είχαν βρει να φιλιέται στις τουαλέτες. Η αλήθεια ήταν ότι ο πατέρας της είχε δίκιο. Μια καλή φίλη της της είχε ζητήσει 40.000 δολάρια για να μην της πάρουν το σπίτι επειδή είχε καθυστερήσει τις δόσεις του δανείου της και αφού της είχε δώσει τα χρήματα, την είδε με καινούργιο αυτοκίνητο. Έτσι ήταν τα πράγματα. Ένιωθε ενοχές που ήταν τόσο προνομιούχα και βοηθούσε πάντα όσους φίλους της δεν είχαν οικονομική άνεση. Σχεδόν πάντα την πρόδιδαν όμως.
«Άκουσε με προσεκτικά, θυγατέρα μου» της είπε ο πατέρας της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μεγάλωσα σε ένα φτωχόσπιτο και κατάφερα με σκληρή δουλειά να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Είμαι τελείως αυτοδημιούργητος. Και η συγχωρεμένη η μητέρα σου δούλευε ως καθηγήτρια Ισπανικών ακόμα και όταν είχαμε αρκετά λεφτά για να μη δουλεύει. Δεν ζητήσαμε από κανέναν τίποτα. Αυτό θέλω και από εσένα. Αν θέλεις να σου δώσω το ένα εκατομμύριο δολάρια, θα πρέπει να μου αποδείξεις ότι το αξίζεις» της είπε.
«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα, τρέμοντας την απάντηση του πατέρα της. Αλλά η απάντησή του την έκανε να ζαλιστεί. Ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της και να τη ρουφάει προς τον πυρήνα της.
«Θέλω να δουλέψεις έξι μήνες στο ράντσο του Τρόι. Μετά το πέρας των έξι μηνών και τη δική του έγκριση, θα σου μεταβιβάσω ό,τι ποσό μου ορίσεις».

                                                                                              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου