Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 23-Χριστουγεννα Πρωτούγεννα

«Τρόι, πού είσαι;» ρώτησε η Σάρλοτ, όταν εκείνος απάντησε το κινητό του. Μετά από τέσσερα χτυπήματα. Αυτός απαντούσε αμέσως. Πού στο καλό ήταν;
«Γιατί; Τι έγινε;» ρώτησε εκείνος ανήσυχος. Δεν ακουγόταν καλά. Μήπως ήταν στους στάβλους. Εκεί δεν είχε καλό σήμα.
«Τίποτα δεν έγινε. Απλώς θέλω να σε δω λίγο. Πού είσαι;» επέμεινε η Σάρλοτ και ο Τρόι ξεφύσησε.
«Στο…σπίτι»
«Μα κι εγώ εδώ είμαι. Γιατί δε σε βλέπω;» ρώτησε η Σάρλοτ κοιτώντας τριγύρω της. «Είσαι στην πίσω αυλή;»
«Όχι, Σάρλοτ. Υπάρχει και η πιθανότητα να είμαι στο κρεβάτι μου ξέρεις» είπε εκείνος και η Σάρλοτ πάγωσε στη θέση της. Στο…κρεβάτι του; Χιλιάδες εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό της. Λευκά σεντόνια, ο Τρόι αγουροξυπνημένος, τα λαμπερά μαλλιά του ανακατωμένα, αξύριστο σαγόνι, επίπεδη κοιλιά και σφιχτοί μυς.
Τα μάγουλά της πήραν αμέσως φωτιά. Στο κρεβάτι; Ήταν στο κρεβάτι…Μιαμ…
«Α καλά…όταν…όταν σηκωθείς…θα είμαι κάτω» του είπε όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε.
«Σάρλοτ, αν δε σου κάνει κόπο, έλα εσύ» είπε εκείνος κουρασμένος.
«Είσαι…είσαι μόνος;» τον ρώτησε δειλά κι εκείνος γέλασε.
«Ναι, φυσικά. Τι ερώτηση είναι αυτή;» τη ρώτησε και η Σάρλοτ έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε πολλά να του απαντήσει αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήθελε να του αποκαλύψει ότι ήξερε για τη σχέση του με την Ελίζαμπεθ.

Ανέβηκε τις σκάλες δύο δύο, με σκοπό να ευχαριστήσει τον Τρόι και μετά να αλλάξει. Να φορέσει κάτι πιο κατάλληλο για ιππασία. Αλλά όταν έφτασε έξω από την πόρτα του, δείλιασε. Δεν είχε μπει ποτέ εκεί μέσα. Ούτε καν είχε κρυφοκοιτάξει το χώρο. Ένιωθε ότι είχε επέμβει αρκετά στη ζωή του Τρόι, στο σπίτι του, για να μπει και στο δωμάτιό του.

Πήρε μια ανάσα και χτύπησε την πόρτα του. Ο Τρόι γέλασε από μέσα.
«Πέρνα καμιά ώρα. Αφού σε περίμενα!» είπε και η Σάρλοτ άνοιξε την πόρτα. Το πρώτο που είδε ήταν ένα διπλό κρεβάτι. Ξύλινο και απλό. Χωρίς σκαλίσματα. Ο Τρόι ήταν ξαπλωμένος και στηριγμένος σε δύο αφράτα μαξιλάρια. Τριγύρω του υπήρχαν λίγα έπιπλα. Ένα κομοδίνο και μια μεγάλη ντουλάπα. Οι τοίχοι ήταν ντυμένοι με μια ταπετσαρία στο χρώμα του λάιμ με χρυσές σταγόνες. Ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο. Φωτεινό και πολύ ζεστό. Ένα μεγάλο χαλί με ινδιάνικα σχέδια στόλιζε το πάτωμα. Και ένα μικρό τζάκι στη γωνία. Άραγε το άναβε ποτέ; Είχε κάνει ποτέ έρωτα πάνω σε αυτό το χαλί; Ω διάολε, τι σκεφτόταν;
«Τρόι, νόμιζα ότι εγώ είχα ωραίο δωμάτιο, αλλά και αυτό…» είπε η Σάρλοτ ενώ έκοβε βόλτες μέσα στο δωμάτιο για να μη δείξει τον εκνευρισμό της. Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι του Τρόι βρισκόταν μια τηλεόραση και από πάνω μερικές κορνιζαρισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Τις κοίταξε από κοντά. Στη μία ήταν ο Τρόι με τους εργάτες αγκαλιά, γεμάτοι όλοι λάσπες. Χαμογελούσαν πλατιά. Στην άλλη ήταν ο Τρόι με τη στολή σκι και στην τρίτη ο Τρόι, γύρω στα 20 μαζί με τον πατέρα της. Κοίταξε καλύτερα. Ναι, ήταν ο πατέρας της και ο Τρόι. Στο σπίτι της! Ο πατέρας της τον είχε αγκαλιάσει από τους ώμους και ο Τρόι έδειχνε αμήχανος μπροστά στο φακό.
«Τέλειωσε η βόλτα;» τη ρώτησε όταν εκείνη γύρισε προς το μέρος του.
«Ναι, ναι…Ήθελα να…τι έχεις;» τον ρώτησε. Τον παρατήρησε καλύτερα. Ήταν χλωμός και είχε στο κομοδίνο του ένα σιρόπι και μερικά χάπια.
«Τίποτα, Σάρλοτ. Απλώς ξύπνησα με λίγα δέκατα. Το παθαίνω μία φορά το εξάμηνο. Αν κάτσω σήμερα ήσυχος, αύριο θα είμαι περδίκι» της είπε ήρεμα.
«Μα σήμερα είναι Χριστούγεννα!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη παιδιάστικα.
«Τα Χριστούγεννα δεν αρρωσταίνει ο κόσμος;» γέλασε εκείνος. «Αύριο θα είμαι μια χαρά. Απλώς δε θα πάμε για σκι» είπε λυπημένος. «Θα πάμε όμως για Πρωτοχρονιά».
«Τρόι…» είπε η Σάρλοτ και ξεροκατάπιε. Έπρεπε να θίξει το θέμα. «Σε ευχαριστώ πολύ για το δώρο. Πραγματικά είναι ό,τι πιο όμορφο μου έχουν χαρίσει. Τώρα πια δε θα ξαναγκρινιάξω ποτέ!» είπε και χτύπησε τα χέρια της παλαμάκια.
«Πολύ αμφιβάλλω αλλά χαίρομαι που σου άρεσε ο Νοέλ» είπε εκείνος και της έδειξε μια καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι του για να κάτσει. Η Σάρλοτ ακολούθησε την οδηγία του.
«Νοέλ τον λένε;» τσίριξε ενθουσιασμένη.
«Τον διάλεξα με αυτό το κριτήριο. Δεν είναι τέλειο; Μιας και είναι χριστουγεννιάτικο δώρο…»
«Τρόι, σε ευχαριστώ πολύ. Το δώρο μου ωχριά…»
«Μην το ξαναπείς. Μου άρεσε πολύ το πουλόβερ που μου πήρες» είπε εκείνος σοβαρός.
«Τι...τι θα κάνουμε σήμερα;» τον ρώτησε η Σάρλοτ για να σπάσει τον πάγο. Η αμηχανία κοβόταν με το μαχαίρι.
«Εγώ θα μείνω στο κρεβάτι» χαμογέλασε πονηρά εκείνος. «Θες να μου κάνεις παρέα;»
«Όχι, Τρόι, δε μου αρέσει να παίζω δεύτερο βιολί» του είπε ξερά και προσπάθησε να πάει παρακάτω τη συζήτηση αλλά ο Τρόι τη διέκοψε.
«Τι στο καλό σημαίνει αυτό;» είπε θυμωμένος.
«Τίποτα, τίποτα. Πες μου τώρα…» επιχείρησε ξανά η Σάρλοτ. «…Θα φας εδώ; Μόνος σου;»
«Εε…δεν ξέρω» είπε εκείνος και έκλεισε την τηλεόραση. Δεν έβλεπε κανείς άλλωστε. «Τα Χριστούγεννα δεν κάνω τίποτα. Μαγειρεύω κάτι πρόχειρο και τρώω μόνος μου. Μου αρέσει πολύ η ησυχία…» είπε.
«Δεν τρως με τους γονείς της Ελίζαμπεθ;» ρώτησε η Σάρλοτ πριν προλάβει να συγκρατήσει τα λόγια της.
«Όχι. Από πού κι ως πού;» είπε μπερδεμένος εκείνος.
«Ε να…φαίνεστε κοντά με την Ελίζαμπεθ» ψέλλισε η Σάρλοτ.
«Όχι τόσο κοντά» της είπε κοιτώντας τη σταθερά στα μάτια.
«Πάω να μαγειρέψω» είπε η Σάρλοτ και πετάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα της. «Θα φτιάξω μπέργκερ με πατάτες κάντρι και ψητό καλαμπόκι. Εναλλακτικό δείπνο Χριστουγέννων. Τι λες;» τον ρώτησε.
«Μην μπεις στον κόπο…»
«Δεν είναι κόπος, Τρόι. Κι εγώ δε θέλω να φάω μόνη. Θα φάμε εδώ, στο δωμάτιό σου και θα σου φτιάξω και καμιά πορτοκαλάδα. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Εσύ μου πήρες ολόκληρο άλογο. Και μάλιστα αραβικό…!»
«Μην το κάνεις θέμα. Απλώς ήθελα να γλιτώσω την γκρίνια σου!» γέλασε εκείνος.

Η Σάρλοτ κατέβηκε στην κουζίνα και συγκέντρωσε στον πάγκο όλα τα υλικά της. Η φωτογραφία που είχε δει στον τοίχο του Τρόι την είχε βάλει σε σκέψεις. Είχε τρεις φωτογραφίες όλες κι όλες σε όλο το σπίτι. Δεν είχε πατέρα. Δεν είχε μητέρα. Δεν είχε παρελθόν. Μόνο το ράντσο του και τον πατέρα της. Κι ο πατέρας της έδειχνε πολύ ευτυχισμένος στην φωτογραφία. Σαν να είχε βρει ένα κομμάτι που του έλειπε. Λες και η κόρη του δεν ήταν αρκετή…

Δεν έπρεπε να σκέφτεται έτσι. Τίναξε τα μαλλιά της και φόρεσε μια ποδιά. Είχε αναβάλει την ιππασία αλλά και το να μαγειρέψει για τον Τρόι και να περάσει την μέρα των Χριστουγέννων μαζί του, της φαινόταν εξίσου δελεαστικό.



Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

ντέι, βρε αλογάκι, ντέι!


κεφάλαιο 22-μικράκι....

Η Σάρλοτ κοιμήθηκε κλαμένη και ξύπνησε με πολλά νεύρα. Νεύρα που είχε αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί τόσο άσχημα  Νεύρα που σήμερα ήταν Χριστούγεννα και ήταν μόνη. Νεύρα που δεν ήξερε πού θα φάει και με ποιον. Νεύρα που ο πατέρας της την είχε αφήσει στην τύχη της και δεν την είχε καν ενημερώσει πότε και αν θα ερχόταν.

Κανονικά θα έπρεπε να ξυπνήσει και να τρέξει να συναντήσει τους αγαπημένους της. Να βοηθήσει να μαγειρέψουν ένα νόστιμο δείπνο. Εκείνη ήταν μόνη. Σήμερα οι υπόλοιποι θα έτρωγαν με τις οικογένειές τους. Είχε ξεμείνει με τον βλάκα, τον ηλίθιο, το ούφο. Θα τον παρατούσε και θα πήγαινε να φάει με τη Βίβι και τον Κρίστιαν. ‘Η με την Ιλέιν και τον Τζόναθαν. Δε θα τον περίμενε να δει τι είχε σκοπό να κάνει. Ο απαίσιος, ο δύστροπος, ο σοβαροφανής, ο σνομπ. Μπορεί να έτρωγε με τα πεθερικούλια του. Τους γονείς της Ελίζαμπεθ και την ίδια την Ελίζαμπεθ. Τη βασίλισσα του πάγου. Αλλά κάτι τέτοιες θέλουν. Επιτήδειες. Γυναίκες-δηλητήριο. Όχι δηλαδή ότι της είχε κάνει τίποτα η κοπέλα, αλλά για κάποιο λόγο την αντιπαθούσε. Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Ένα δύο χαστουκάκια τα ήθελε να της τα δώσει.

Φόρεσε ένα μάλλινο καλσόν, μια μίνι δερμάτινη φούστα και ένα μακρύ κόκκινο πουλόβερ. Χτένισε τα μαλλιά της σε ένα σφικτό κότσο και βάφτηκε λιγάκι πριν κατέβει στον κάτω όροφο. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν ήταν κανείς εκεί. Άνοιξε την πόρτα για να βγει λίγο να περπατήσει και να πάρει τον πατέρα της να του ευχηθεί αλλά μια τεράστια έκπληξη την περίμενε απέξω. Ένα πανύψηλο καφετί άλογο. Με έναν κόκκινο φιόγκο στο λαιμό. Και πρέπει να ήταν αραβικό. Θα ήταν πανάκριβο. Ένα τέτοιο άλογο σίγουρα θα ξεπερνάει τα 5.000 δολάρια, σκέφτηκε. Ο ήλιος έλαμπε  και τη θάμπωνε αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν έβλεπε όνειρο. Πλησίασε το πανέμορφο άλογο που ήταν δεμένο στα κάγκελα και του χάιδεψε τη μουσούδα. Για ποιον να ήταν αυτό το δώρο; Μήπως για εκείνη; Μακάρι για εκείνη. Άραγε αυτό ήθελε να της δείξει χθες το βράδυ ο Τρόι και τον αποπήρε; Κοίταξε λίγο καλύτερα και είδε να κρέμεται από το λαιμό του ένα μικρό σημείωμα τυλιγμένο σαν περγαμηνή. Ο Τρόι δε φαινόταν πουθενά. Άνοιξε το χαρτάκι και διάβασε μέσα το πιο όμορφο μήνυμα που είχε διαβάσει ποτέ της.


Κάθε πριγκίπισσα χρειάζεται ένα όμορφο άλογο.

Τρόι

Η Σάρλοτ σκέφτηκε ότι δεν είχε λάβει ποτέ πιο όμορφο δώρο. Πιο τέλειο δώρο! Δεν είχε άλλη επιλογή. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη της και κάλεσε τον Τρόι.



Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 21-ένα ζεστό τραπέζι

«Ιλέιν, να είσαι γερή να μας ταΐζεις τόσο υπέροχα πάντα» είπε ο Τρόι καθισμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, σηκώνοντας το ποτήρι του προς το μέρος της γυναίκας.
«Κι εσύ να είσαι γερός να μας ανέχεσαι!» γέλασε ο Τζόναθαν και όλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.

Η ώρα ήταν περασμένες εννιά και όλοι βρίσκονταν καθισμένοι γύρω από το στενόμακρο μοναστηριακό τραπέζι στο σαλόνι του σπιτιού του Τρόι. Είχαν φάει τα εκλεκτά εδέσματα που είχε ετοιμάσει η Ιλέιν και ήταν έτοιμοι να δοκιμάσουν έναν κορμό σοκολάτας που είχε ετοιμάσει με περίσσιο μεράκι η Σάρλοτ, αλλά είχε ζητήσει στην Ιλέιν να μην πει ότι είναι δικό της αν δεν ήταν καλό!

Η Ελίζαμπεθ φορούσε ένα υπέροχο κατακόκκινο κρουαζέ φόρεμα, λίγο πιο τολμηρό απ’ ό,τι θα έπρεπε για ένα οικογενειακό τραπέζι, αλλά της πήγαινε πολύ. Καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού, απέναντι από τον Τρόι και παρόλο που δεν είχε συμμετάσχει καθόλου στην προετοιμασία του δείπνου, συμπεριφερόταν σαν οικοδέσποινα. Ρωτούσε τους πάντες αν χρειάζονται κάτι, αλλά φυσικά αν κάποιος ζητούσε μια χαρτοπετσέτα σηκωνόταν ή η Ιλέιν ή η Σάρλοτ. Οι γονείς της ήταν δύο ευγενικοί άνθρωποι, εξαιρετικά λιγομίλητοι και συνεσταλμένοι. Έδειχναν όμως έντονα την αγάπη που έτρεφαν για το πρόσωπο του Τρόι.

Όλοι απόψε φορούσαν τα καλά τους. Οι άντρες φορούσαν πουκάμισα και καλά παντελόνια και η Ιλέιν φορούσε ένα απλό ταγέρ. Η Σάρλοτ δυσκολεύτηκε να τους αναγνωρίσει με καθαρά και κομψά ρούχα! Ειδικά τον Καρίμ! ‘Εμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν τον είδε να ξεπροβάλλει ντυμένο στα μαύρα, με μια κατακόκκινη γραβάτα. Του έκανε ένα σωρό κομπλιμέντα, μέχρι που τους διέκοψε ο Μάικ, ζητώντας κι αυτός καμιά καλή κουβέντα για το κοστούμι του.

Ο Μάικ ήταν όπως τον περίμενε η Σάρλοτ. Ένας άξιος γιος του Τζόναθαν και την Ιλέιν. Εκτός του ότι ήταν πολύ ανεπτυγμένος για τα 22 του χρόνια, ψηλός και γεροδεμένος, ήταν και πολύ ευγενικός. Από την ώρα που ήρθε, άφησε τη βαλίτσα του στο σπίτι τους και ήρθε σφαίρα να βοηθήσει. Είχαν συζητήσει λίγο για τις σπουδές του αλλά οι ρυθμοί των προετοιμασιών για το δείπνο ήταν καταιγιστικοί και ανανέωσαν το ραντεβού τους για να μιλήσουν για τα ακαδημαϊκά τους ενδιαφέροντα για την επόμενη μέρα.

Η Σάρλοτ είχε διαλέξει ένα κατάμαυρο φόρεμα, πολύ στενό και πολύ κολακευτικό. Τουλάχιστον έτσι της είχαν πει οι φίλες της τη μοναδική φορά που το είχε φορέσει. Κάποτε λειτουργούσε έτσι αλλά όχι πια. Τώρα φορούσε τα ίδια ρούχα πολλές φορές και δεν την ένοιαζε και καθόλου. Ο Τρόι φυσικά δεν την είχε κοιτάξει δεύτερη φορά αλλά δεν την ένοιαζε. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

«Ιλέιν, είναι φανταστικό αυτό το γλυκό!» είπε ο Τρόι και συμφώνησαν όλοι. Η Ιλέιν κοίταξε την Σάρλοτ και εκείνη της έκλεισε το μάτι.
«Η Σάρλοτ μας το έκανε!» είπε όλο καμάρι και όλοι γύρισαν προς το μέρος της Σάρλοτ. Ο Μάικ τής χαμογέλασε.
«Και όμορφη και ταλέντο στη μαγειρική. Ποιος καλός άγγελος σε έφερε στο ράντσο;» είπε και γέλασε. Ο Τρόι δεν σχολίασε τίποτα. Κοιτούσε το γλυκό και έτρωγε χωρίς να μιλάει.
«Η αλήθεια είναι ότι η Σάρλοτ έχει φέρει άνεμο αλλαγής εδώ μέσα» είπε ο Καρίμ και όλοι συμφώνησαν. Όλοι εκτός από τον Τρόι και την Ελίζαμπεθ. Την Ελίζαμπεθ η οποία φορούσε ένα λεπτό βραχιόλι. Ένα πολύ όμορφο λεπτό βραχιόλι. Το οποίο την είχε ακούσει να λέει στους γονείς της ότι της είχε χαρίσει ο Τρόι. Δεν της έκανε εντύπωση. Λογικό ήταν να κάνει στη φίλη του ένα δώρο. Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι νόμιζε ότι μεταξύ τους υπήρξε μια ένταση, ένα ηλεκτρικό φορτίο που δε θα έπρεπε να υπάρχει εφόσον εκείνος είχε σχέση.
«Ω ευχαριστώ» είπε η Σάρλοτ ντροπαλά και τσίμπησε λιγάκι από το γλυκό της. Όντως το είχε κάνει πολύ καλό. «Δεδομένων των περιστάσεων, περνάω πολύ ευχάριστα εδώ» ψέλλισε. «Απλώς λυπάμαι αν σας γίνομαι βάρος με τις ατελείωτες ερωτήσεις μου και την απειρία μου» είπε εκείνη κάνοντας τον απολογισμό των τριών τελευταίων εβδομάδων.
«Σώπα, κόρη μου» είπε τρυφερά ο Τζόναθαν και η Σάρλοτ κοίταξε τον γκριζομάλλη άντρα συγκινημένη με την προσφώνηση. «Εμάς είναι χαρά μας να σε βοηθάμε» της είπε απλά. Και η Σάρλοτ ένιωσε να γίνεται χίλια κομμάτια. Η αγάπη που ένιωθε ότι είχε στερηθεί από τον πατέρα της είχε ξεχυθεί από το στόμα αυτού του μέχρι πριν από λίγο καιρό ξένου άντρα. Πόσο πιο απλά ήταν τα πράγματα σε αυτόν τον τόπο…Εδώ δεν τη θεωρούσε κανείς κακομαθημένη. Κανείς δε θεωρούσε δεδομένο ότι ήταν ένα πλουσιοκόριτσο που έκανε το καπρίτσιο της. Κανείς, εκτός ίσως από τον Τρόι, που παρακολουθούσε τη συζήτηση με ένα ύφος που έδειχνε ότι αμφισβητούσε όσα λέγονταν.
«Πότε θέλετε να σας δώσω τα δώρα σας;» ρώτησε η Σάρλοτ. «Τώρα ή λίγο πριν φύγετε;» ρώτησε και όλοι γύρισαν και την κοίταξαν. Παγωμένοι. Τι είναι; Τι είχε πει;
«Δεν…δεν της το είπε κανείς;» είπε δειλά ο Πίτερ και η Σάρλοτ κοκκίνισε.
«Τι να μου πείτε; Τι έγινε;»
«Ε να…» είπε η Ελίζαμπεθ με ένα ύφος σοβαρό λες και της έλεγε ότι πεθαίνει. «Εμείς εδώ στο ράντσο δεν ανταλλάζουμε δώρα. Μαζεύουμε χρήματα σε έναν κουμπαρά και τα δίνουμε σε ένα ορφανοτροφείο» είπε, σχεδόν χαρούμενη που η Σάρλοτ είχε κάνει λάθος. «Δε σου το είπαμε ε; Λάθος μας!» είπε.
«Α…συγγνώμη» είπε η Σάρλοτ και προσευχήθηκε να άνοιγε η γη να την καταπιεί. Ντρεπόταν απίστευτα. Αλλά δεν είχε μπει κανείς στον κόπο να την ενημερώσει; Γιατί έγινε τέτοια παράλειψη; Θεέ μου, τι ντροπή! Την κοιτούσαν όλοι. Ακόμα και ο Τρόι είχε σταματήσει να τρώει το γλυκό του και την κοιτούσε με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν στο ημίφως.
«Σε κάθε περίπτωση, θα χαρούμε να μας δώσεις τα δώρα» είπε η Ιλέιν προσπαθώντας να σπάσει τον πάγο. «Και λυπόμαστε που ξεχάσαμε να σε ενημερώσουμε. Δεν έγινε εσκεμμένα».
«Το ξέρω, Ιλέιν μου. Θα σας δώσω τα δώρα σας τώρα» είπε και σηκώθηκε για να πάει στο δέντρο «και πείτε μου πού είναι και ο κουμπαράς να συμμετάσχω κι εγώ» πρότεινε.

Τα δώρα ευτυχώς είχαν μεγάλη επιτυχία. Είχε αγοράσει μια κεντητή ποδιά για την Ιλέιν, φλασκιά για τους άντρες, ένα μαντίλι για την Ελίζαμπεθ και ένα πουλόβερ για τον Τρόι. ‘Όταν του το έδωσε εκείνος της είπε ότι δε χρειαζόταν κι εκείνη του είπε «εσύ με φιλοξενείς».

Το άνοιξε μπροστά της και φάνηκε να του αρέσει. Η Σάρλοτ είχε προσέξει ότι φορούσε συχνά ζιβάγκο. Και τώρα φορούσε ένα τέλειο μαύρο κασμιρένιο ζιβάγκο, ασορτί με το μαύρο τζιν του. Αυτό που του είχε αγοράσει ήταν μπλε. Σχεδόν σαν τα μάτια του. Όχι ότι μπορούσε να πετύχει αυτή την υπέροχη απόχρωση που είχαν. Αλλά προσπάθησε. Και φάνηκε να το πέτυχε. Ακόμα και η Ελίζαμπεθ ευχαριστήθηκε το δώρο της. Όλοι τη φίλησαν και την ευχαρίστησαν γεμάτοι ενθουσιασμό.
«Μου αρέσει να ανοίγω δώρα» είπε ο Πίτερ και η Σάρλοτ γέλασε. Είχε βρει το κουμπί του!

Το δείπνο τέλειωσε λίγο μετά τις έντεκα. Ήπιαν ένα ποτάκι γύρω από τη φωτιά όσο η Ιλέιν και η Σάρλοτ έπλεναν τα πιάτα και τακτοποιούσαν το χώρο. Η Ελίζαμπεθ περιφερόταν στο χώρο σαν να έκανε δημόσιες σχέσεις και ο Τρόι δεν την άφηνε ούτε λεπτό. Μιλούσε και γελούσε μαζί της και συζητούσε ζεστά με τους γονείς της. Μπλιάχ, σκέφτηκε η Σάρλοτ, αλλά αμέσως ντράπηκε για τις σκέψεις της. Ήταν εκεί τρεις βδομάδες και θα έμενε σύνολο έξι μήνες. Πώς περίμενε ότι ο Τρόι θα έκανε χώρο στη ζωή του, θα εκτόπιζε την Ελίζαμπεθ και θα έβαζε αυτή στην αγκαλιά του; Γιατί ακόμα και αν το έκανε, η Σάρλοτ δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να μπει. Ίσως για λίγο…άλλα θα μπορούσε να μείνει εδώ για πολύ; Ω, μα τι σκεφτόταν; Πόσο χαζή ήταν που σκεφτόταν έτσι. Ο Τρόι δεν της είχε πει πάνω από πέντε λέξεις όλο το βράδυ.

Όταν έφυγε και ο τελευταίος καλεσμένος και οι γονείς της Ελίζαμπεθ πήγαν να βάλουν μπροστά το αμάξι, η Ελίζαμπεθ σιγοψιθύρισε κάτι με τον Τρόι και αφού του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη, έφυγε. Η Σάρλοτ κατέβαινε τις σκάλες για να βάλει λίγο νερό στο ποτήρι της για το βράδυ και είδε το τρυφερό ενσταντανέ και της κόπηκε η ανάσα. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Γύρισε αθόρυβα και έτρεξε προς το δωμάτιό της. Έκλεισε την πόρτα και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Έβλεπε ξανά και ξανά και ξανά τη σκηνή του φιλιού. Την Ελίζαμπεθ να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της, τον Τρόι να σκύβει, εκείνη να του χαϊδεύει φευγαλέα τα μαλλιά, τον Τρόι να χαμογελάει. Τα έχουν, διάολε, τα έχουν. Δεν της έκανε εντύπωση. Ο Τρόι ήταν ένας νέος άντρας, γεμάτος ορμές. Η Ελίζαμπεθ ήταν όμορφη και διαθέσιμη. Σχεδόν ζούσαν μαζί. Λογικό ήταν να τα έχουν. Κι εκείνη δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει έτσι.

Ωραίο δώρο της έκανε, κάγχασε μέσα στο σκοτάδι. Ηλίθιο ράντσο. Δεν αντάλλαζαν δώρα! Άκου δεν αντάλλαζαν δώρα! Όλοι φιλεύσπλαχνοι και ελεήμονες! Ένιωσε σαν ηλίθια που τους έδωσε αυτά που αγόρασε, παρόλο που τους άρεσαν. Αλλά ο Τρόι τής επεφύλασσε την ωραιότερη έκπληξη. Τα έχει με την Ελίζαμπεθ. Άρα όσα έχουν γίνει μεταξύ τους, αυτά τα ελάχιστα, δεν είχαν καμία σημασία. Μόνο για εκείνη. Διάολε, ένιωθε ναυτία. Ένιωθε να τρέμει κάτω από τα σκεπάσματα, παρόλο που είχε ζέστη. Ασφυκτιούσε. Ήθελε να βγει έξω και να τρέξει μέσα στο σκοτάδι. Να ουρλιάξει, να κλοτσήσει κάτι, να χτυπήσει, να πονέσει πολύ, για να ξεχάσει αυτό που ένιωθε τώρα.

‘Ήταν τυχερή όμως. Ήταν καλό που το έμαθε τώρα. Τώρα που η καρδιά της ήταν ανέπαφη. Είχε πληγωθεί μόνο η γυναικεία της περηφάνια. Τίποτα άλλο. Θα έβρισκε έναν τρόπο να μείνει μακριά από τον Τρόι και να ξεχάσει και τα λίγα συναισθήματα που είχε όταν βρισκόταν κοντά του.

Διάολε, ποιος στο καλό χτυπούσε τέτοια ώρα την πόρτα της; Σηκώθηκε δειλά και άνοιξε την πόρτα. Απ’ έξω στεκόταν ο Τρόι. Ο Τρόι! Με το χέρι ακουμπισμένο στο κάσωμα της πόρτας και το μέτωπό του ακουμπισμένο στον πήχυ του.
«Ενδιαφέρουσα επιλογή» είπε βραχνά δείχνοντας το σατέν νυχτικό που φορούσε η Σάρλοτ.
Η Σάρλοτ ένιωθε γυμνή μπροστά του αλλά δεν την ένοιαζε. Αφού εκείνος τα είχε με την Ελίζαμπεθ. Δεν έπρεπε να την κοιτάει έτσι. Σωστά;
«Τι θες;» τον ρώτησε απότομα και εκείνος αιφνιδιάστηκε.
«Τι έγινε;» ρώτησε ο Τρόι απορημένος. Δεν ήξερε ότι η Σάρλοτ τον είχε δει. Τον είχε δει! Διάολε, η Σάρλοτ ήταν πραγματικά θυμωμένη.
«Κοιμόμουν. Με ξύπνησες. Λέγε» είπε εκείνη σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά από το στήθος. Ένιωθε εκτεθειμένη. Πραγματικά αυτό που φορούσε ήταν διάφανο.
«Φόρεσε ένα παλτό και πάμε να σου δείξω κάτι» είπε εκείνος σοβαρά. Η Σάρλοτ τον κοίταξε λες και έβλεπε εξωγήινο.
«Η ώρα είναι 12:10. Πού θες να πάμε;»
«Να σου δείξω το δώρο σου». Η Σάρλοτ ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει από ενθουσιασμό, αλλά δεν του το έδειξε.
«Δε θέλω τίποτα. Ευχαριστώ» του είπε και πήγε να κλείσει την πόρτα. Ο Τρόι την πρόλαβε.
«Τι έχεις;» τη ρώτησε θυμωμένος.
«Τίποτα. Μου φτάνει που μένω και δουλεύω εδώ. Δε θέλω δώρα. Τα δώρα γεννούν υποχρεώσεις».
«Δηλαδή μου λες ότι σου πήρα δώρο για να σε εξαναγκάσω σε κάτι;»
«Καληνύχτα, Τρόι» του είπε και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αλλά εκείνος δεν την άφησε. Κι εκείνη του γύρισε την πλάτη και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Κουκουλώθηκε μέχρι πάνω και του γύρισε την πλάτη.
«Αυτό το έκανες για να με διώξεις ή να με προσκαλέσεις;» τη ρώτησε εύθυμα εκείνος. Η Σάρλοτ έβγαλε το κεφάλι της από τα σκεπάσματα. Ήξερε ότι φερόταν παιδιάστικα αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν τόσο θυμωμένη που η βραχνή φωνή του την άφηνε τελείως αδιάφορη. Περίπου δηλαδή…
«Τρόι, βγες από το δωμάτιό μου και δώσε το δώρο μου σε κάποια που να το εκτιμάει περισσότερο».
«Πρέπει να καταλάβω τι σημαίνει αυτό; Γιατί νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει;» διαμαρτυρήθηκε ο Τρόι, καρφωμένος στη θέση του.
«Φύγε!»
«Και το δώρο;»
«Δεν το θέλω».
«Σάρλοτ…» είπε εκείνος αλλά σταμάτησε. Η Σάρλοτ μέτρησε μέχρι το τρία από μέσα της κι εκείνος έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Η Σάρλοτ έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι και αποκοιμήθηκε πνιγμένη στα δάκρυά της.





Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 20-'Ηρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά, χέι!

«Ιλέιν, θέλεις καμιά βοήθεια; Σε παρακαλώ!» σχεδόν ικέτευσε η Σάρλοτ το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων. Είχε ξυπνήσει από νωρίς και είχε βάλει λίγη τάξη στο σπίτι γιατί η Ιλέιν μαγείρευε για το δείπνο.
«Όχι, κορίτσι μου! Και που με βοήθησες με το συγύρισμα είναι μεγάλη βοήθεια για μένα! Να! Αν θες, βγάλε τα πιάτα από το ντουλάπι να τα ξεπλύνουμε και τα κρυστάλλινα ποτήρια για κρασί και νερό».
«Πόσα;» ρώτησε η Κάθριν.
«Δεν ξέρω…ας μετρήσουμε. Ο Τρόι, εσύ, η Ελίζαμπεθ με τους γονείς της, ο Πίτερ, ο Καρίμ, ο Τζόσουα και ο Μπομπ, η Λουίζα, η γυναίκα του Μπομπ και το παιδί τους, εγώ, ο Τζόναθαν και ο Μάικ. Δεκατέσσερις!»
«Α ναι! Και ο γιος σου, ο Μάικ! Τι ώρα έρχεται είπαμε;» ρώτησε ενθουσιασμένη η Σάρλοτ, παρόλο που της φάνηκε κάπως παράξενο που στο τραπέζι ήταν καλεσμένοι και η Ελίζαμπεθ και οι γονείς της.
«Πήρε το λεωφορείο των 12 οπότε χοντρικά κατά τις τρεις θα είναι εδώ!» είπε ενθουσιασμένη η Ιλέιν. Η Σάρλοτ ήξερε ότι το ζευγάρι είχε ένα γιο και σπούδαζε αλλά δεν ήξερε κάτι παραπάνω.
«Τι σπουδάζει;» ρώτησε η Σάρλοτ ενώ ξέπλενε τα πιάτα προσεκτικά και τα στοίβαζε σε μια γωνία για να είναι έτοιμα το βράδυ.
«Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Χάρβαρντ. Είμαι πολύ περήφανη για εκείνον. Είναι καλό και ευγενικό παιδί και πάντα είχε και έφεση στο διάβασμα.  Ας είναι καλά και ο Τρόι όμως…».
«Τι σχέση έχει ο Τρόι;» γέλασε η Σάρλοτ. Η Ιλέιν είχε αδυναμία στο αφεντικό της, αλλά πού κολλούσε στις σπουδές του Μάικ;
«Δεν το ξέρει κανείς, μόνο εγώ, Σάρλοτ» είπε η Ιλέιν και αφού έριξε μια ματιά στο ψητό στον φούρνο γύρισε προς το μέρος της. «Πρέπει να μου ορκιστείς ότι δε θα το πεις πουθενά».
«Μα φυσικά, Ιλέιν» είπε η Σάρλοτ.
«Ο Μάικ είχε κάνει αιτήσεις για υποτροφίες. Εμείς δεν μπορούσαμε να τον στείλουμε στο Χάρβαρντ. ‘Ήταν πάντα πολύ καλός μαθητής αλλά δεν πήρε την υποτροφία. Ο Μάικ δεν το έμαθε ποτέ. Ούτε ο Τζόναθαν. Ξέρουν ότι τα κατάφερε».
«Και τότε ποιος…» ψέλλισε η Σάρλοτ και μετά κατάλαβε. Η Ιλέιν τής έγνεψε θετικά.
«Ο Τρόι. Αλλά δεν το ξέρει κανείς. Μόνο εγώ κι εκείνος. Και τώρα κι εσύ. Κατέθεσε ένα ποσό στο λογαριασμό του Μάικ ανώνυμα και του είπαμε ότι είναι η υποτροφία του. Το παιδί μου σπουδάζει χάρη στον Τρόι. Αλλά κι ο μικρός κάνει ό,τι μπορεί. Διαπρέπει. Τα χρήματα του Τρόι πάνε πραγματικά για καλό σκοπό».
Η Σάρλοτ είχε μείνει να κοιτάει την Ιλέιν με κομμένη την ανάσα. Κι εκείνη έδινε πολλά λεφτά σε φιλανθρωπίες και σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Δεν ήξερε ότι και ο Τρόι είχε τόσες ευαισθησίες. Όχι ότι σοκαρίστηκε δηλαδή. Είχε καταλάβει ότι αγαπούσε το προσωπικό του και ήταν δοτικός. Αλλά δεν ήξερε πόσο. Τώρα πια ήξερε.
«Θα…τι ώρα θα φάμε;» ρώτησε η Σάρλοτ για να αλλάξει θέμα.
«Κατά τις εννιά» είπε η Ιλέιν. «Λες να φτάσουν όσα έφτιαξα;» ρώτησε με αγωνία.
«Γουρούνι με πατάτες, ρολό κοτόπουλο γεμιστό, ρύζι με λαχανικά, πίτα με διάφορα τυριά και μπέικον, δύο διαφορετικές σαλάτες και τάρτα μήλου για επιδόρπιο; Μάλλον θα φτάσουν!» γέλασε η Σάρλοτ με την ανασφάλεια της Ιλέιν. «Πάντα τόσα πολλά κάνεις;»
«Ε ναι! Οικογένεια είμαστε!» είπε η Ιλέιν σοβαρά και η Σάρλοτ ένιωσε το κορμί της να μυρμηγκιάζει. Είχε χρόνια να νιώσει οικογενειακή θαλπωρή και να συμμετάσχει σε χριστουγεννιάτικες προετοιμασίες.
«Και αύριο; Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Σάρλοτ ενώ έκοβε τα τυριά σε κομμάτια για να τα σερβίρουν σε μια ξύλινη πιατέλα.
«Αύριο; Δεν ξέρω. Συνήθως τρώει ο καθένας με την οικογένειά του. Μπορεί να πάμε και για σκι. Ανάλογα με το τι θα πει ο Τρόι».
«Τι εννοείς; Κάνετε όλοι σκι;» ρώτησε απορημένη η Σάρλοτ.
«Εννοείται. Οι περισσότεροι είμαστε από το Βερμόντ και το σκι εδώ είναι τρόπος ζωής. Ο Μάικ μου έκανε πρώτα σκι και μετά περπάτησε!» γέλασε η Ιλέιν, γεμάτη καμάρι. «Ο Τρόι βέβαια δεν είναι από εδώ αλλά έχει μάθει πολύ καλό σκι».
«Από πού είναι;» ρώτησε η Σάρλοτ γεμάτη περιέργεια.
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρει. Δε μιλάει ποτέ γι’ αυτό» είπε συννεφιασμένη η μεγαλύτερη γυναίκα.
«Και πότε θα μάθουμε αν θα πάτε για σκι;» ρώτησε η Σάρλοτ. Αν έφευγαν όλοι θα έμενε μόνη;
«Δεν ξέρω. Θα το συζητήσουμε απόψε υποθέτω. Ο Τρόι έχει μισθωμένο ένα μικρό ξενώνα στο βουνό Στόου και μένουμε όλοι μαζί. Αν δεν εκκρεμούν πολλές δουλειές στο ράντσο και θέλει κάποιος να μείνει πίσω και να έχει το νου του ίσως πάμε».
«Εσύ θες;»
«Νομίζω ναι…»

Η Σάρλοτ κατέβασε τα δώρα που είχε πάρει για όλους και τα ακούμπησε κάτω από το δέντρο. Το σπίτι μύριζε υπέροχα και η Ιλέιν σιγοτραγουδούσε χριστουγεννιάτικους σκοπούς. Ο Τρόι, φυσικά, έλειπε, αλλά καλύτερα. Ντρεπόταν να τον δει. Σίγουρα θα γινόταν κατακόκκινη. Πήρε το κινητό της και κανόνισε ένα καφεδάκι με την Βίβι για να της δώσει το δώρο της. Έκατσε στον καναπέ και ξεφύσησε με δύναμη. Είχε τελειώσει και η τρίτη βδομάδα της εκεί. Σχεδόν ένας μήνας. Και είχε ακόμα δυνάμεις. Καλό ήταν αυτό. Σωστά;


Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

random thoughts

Το γραφείο στο Μπέρλινγκτον έκλεισε για γιορτές και έχω τελειώσει εδώ και μία ώρα και τις τελευταίες δουλειές μου στο ράντσο. Δεν έχω καμία δικαιολογία για να μη γυρίσω στο σπίτι. Μπορώ βέβαια να πάω για ψώνια ή να βγω για ένα ποτό αλλά είμαι πολύ κουρασμένος. Πρέπει να γυρίσω σπίτι. Αλλά φοβάμαι.

Ωραίος άντρας είμαι. Φοβάμαι μία γυναίκα. Αλλά ουσιαστικά δε φοβάμαι την Σάρλοτ αλλά εμένα. Εμένα! Τι στο καλό ήταν αυτό το σημερινό; Γιατί την πλησίασα τόσο και γιατί την αγκάλιασα; Κι εκείνη, γιατί έλιωσε μέσα στην αγκαλιά μου; Γιατί, εντάξει, μπορεί να προσπαθώ να διατηρώ την αυτοκυριαρχία μου, αλλά δε γινόταν να μην προσέξω ότι την επηρέασα. Ξέρω πότε επηρεάζω μια γυναίκα. Οι ενδείξεις ήταν εκεί. Διεσταλμένες κόρες, λαχάνιασμα, κοκκίνισμα… και η Σάρλοτ τα έκανε όλα.

Χθες το βράδυ γύρισα αργά και μπήκα σε μια μηχανή αναζήτησης για να ψάξω μερικά πράγματα για εκείνη. Το μόνο που βρήκα ήταν φωτογραφίες από περιοδικά. Φωτογραφίες της από όλο τον κόσμο να παρτάρει ασύστολα με τις φίλες της. Και δύο φλερτ. Της είχαν χρεώσει δύο σχέσεις. Η μία με έναν νεαρό κληρονόμο (οποία έκπληξις!) και η άλλη με έναν πρίγκιπα! Άκου πρίγκιπα! Ήταν μαζί από τότε που σπούδαζαν στο οικοτροφείο και χώρισαν όταν ήταν περίπου 20 ετών λόγω απόστασης. Ειλικρινά τώρα, το ξέρω ότι έχω κάποια πέραση στις γυναίκες, αλλά ποιος συναγωνίζεται έναν πρίγκιπα;

Είμαι χαμένος. Την σκέφτομαι συνεχώς. Η μόνη μου απόφαση για το νέο έτος είναι να μην της ορμήσω. Γιατί κάθε φορά που την πλησιάζω φοβάμαι ότι θα την αρπάξω και θα την αφήσω από τα χέρια μου μόνο όταν δε θα μπορεί να περπατήσει από την εξάντληση. Αλλά πρέπει να συγκρατηθώ.

‘Άραγε της αρέσω; Ωχ…από πού ξεφύτρωσε αυτή η σκέψη; Πόσα χρόνια είχα να αναρωτηθώ κάτι τέτοιο; Νόμιζα ότι είχα θάψει τις ανασφάλειές μου. Μεγάλωσα χωρίς στοργή και πάντα ένιωθα ότι δε με αγαπούν και ότι δε με εγκρίνουν. Αλλά από τη στιγμή που ενηλικιώθηκα, το ενδιαφέρον των γυναικών με έπεισε ότι κάτι αξίζω. Πρώτη φορά αναρωτιέμαι κάτι τέτοιο. Αλλά δε με νοιάζει. Γιατί ακόμα κι αν της αρέσω δεν πρόκειται να κάνω τίποτα. Δεν θα την αγγίξω. Θα τη σεβαστώ. Γιατί είναι η κόρη του Λούκας και οι άντρες δε φέρονται έτσι στους φίλους τους.




Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Wishes from Troy! Εχω κατουρηθεί στο γέλιο!




Χρόνια πολλά, κορίτσια μου! Να είστε γερές και να περνάτε καλά με όσους αγαπάτε!
Η συγγραφέας της καρδιάς σας

Κεφάλαιο 19-ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα...

Αυτή η άτιμη, αυτή με τις μεγάλες κηλίδες στο πλάι, αυτή η απαίσια αγελάδα δε με θέλει με τίποτα, σκέφτηκε η Σάρλοτ λίγες μέρες μετά. Ο Τζόναθαν τής είχε προτείνει να απασχοληθεί και την επόμενη εβδομάδα με το άρμεγμα μήπως και βελτιώσει λίγο την τεχνική της αλλά ακόμα και μετά από τόσες μέρες δεν είχε σημειώσει καμία πρόοδο. Ευτυχώς το ημερολόγιο έδειχνε 23 Δεκεμβρίου και ήταν η τελευταία εργάσιμη μέρα πριν τα Χριστούγεννα. Είχε μιλήσει με τον πατέρα της και της είχε πει ότι τουλάχιστον για τα Χριστούγεννα δεν σκόπευε να την επισκεφτεί. Της είχε προτείνει φυσικά να πάει εκείνη αλλά όταν δεν αποδέχτηκε την πρόσκλησή του δε φάνηκε και συντετριμμένος. Είχε αφήσει ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο να έρθει για Πρωτοχρονιά «να δει και λίγο και τον Τρόι που είχε και καιρό να τον δει».

Το καλό είναι ότι ήταν τόσο απασχολημένη με το ράντσο και την καινούργια της καθημερινότητα που κάτι τέτοια την άφηναν σχεδόν ανεπηρέαστη. Δύο μήνες πριν, ένα τέτοιο σχόλιο θα την πλήγωνε βαθιά αλλά τώρα δεν έδινε δεκάρα. Αν ο πατέρας της δεν ήταν συναισθηματικά διαθέσιμος, αν ο πατέρας της της έδειχνε με κάθε τρόπο ότι δεν του έλειπε καθόλου, αλλά αντίθετα, αποζητούσε τον Τρόι, δεν θα έσκαγε. Είχε πολλά στο μυαλό της. Άλλωστε δεν τον αδικούσε. Ο Τρόι, αν και λίγο εκνευριστικός και αγενής, ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστος. Τις τελευταίες μέρες μετά από εκείνη τη μέρα στην τραπεζαρία ο Τρόι είχε εντείνει τους ρυθμούς του. Σχεδόν δε σταματούσε καθόλου. Δούλευε στο ράντσο και μετά έφευγε για Μπέρλινγκτον προσπαθώντας να βγάλει άκρη με το έλλειμμα. Τουλάχιστον έτσι την ενημέρωνε η Ελίζαμπεθ, η οποία δούλευε κι αυτή εντατικά, ξεσκονίζοντας τα αρχεία της. Η Σάρλοτ ήθελε και μπορούσε να βοηθήσει αλλά μετά το «άδειασμα» που της έκανε ενώπιον όλων των εργατών δεν τολμούσε ούτε καν να τον κοιτάξει. Και στο σπίτι…Εκεί η αμηχανία ήταν τόσο μεγάλη κάθε φορά που συναντούσε ο ένας τον άλλον που η Σάρλοτ είχε προσαρμόσει έτσι το πρόγραμμά της ώστε να μην τον πετυχαίνει. Ξυπνούσε λίγο πιο μετά και το απόγευμα απέφευγε το σαλόνι την ώρα που γυρνούσε ο Τρόι για να αλλάξει πριν φύγει για την πόλη. Και κάτω από το δέντρο δεν υπήρχε κανένα δώρο. Το ήξερε ότι ήταν υπερβολικά ευαίσθητη αλλά περίμενε να της πάρει κάτι. Έστω κάτι μικρό. Εκείνη θα πήγαινε το απόγευμα μαζί με την Βίβι στο Μπέρλινγκτον και θα αγόραζε μερικά δωράκια. Εκείνος γιατί δεν μπορούσε να αγοράσει κάτι; Και κυρίως, γιατί την πείραζε τόσο; Από πού κι ως πού  περίμενε δώρο; Η σχέση τους δεν της άφηνε περιθώρια να περιμένει κάτι από εκείνον. Δεν την κοιτούσε καν. Ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να ξεχάσει ότι βρισκόταν εκεί.

«Πίτερ, έλα να με βοηθήσεις» φώναξε η Σάρλοτ αλλά δεν ήταν κανείς γύρω. Θεωρητικά έπρεπε να τα καταφέρει μόνη της με το άρμεγμα και την άφηναν μόνη αλλά δεν ήταν καλή. Και τα κακόμοιρα τα ζώα υπέφεραν. Κι εκείνη μαζί τους. Δεν ήθελε να τα κάνει να πονάνε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα από την απελπισία της. Μακάρι κάποιος να τη βοηθούσε.

Τέλειωσε όπως όπως και γέμισε ένα τεράστιο δοχείο το οποίο περίμενε να το πάρουν κατά τις δέκα, αλλά τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα και χρειάστηκε να τα σκουπίσει με τη φανέλα της γιατί τα χέρια της ήταν πολύ βρώμικα. Ο Τζόναθαν μπήκε στον στάβλο την ώρα που κουβαλούσε δύο πεντόκιλα δοχεία γεμάτα γάλα και σκόνταψε. Κατάφερε να βρει την ισορροπία της αλλά όχι την αυτοκυριαρχία της. Ο Τζόναθαν τη βοήθησε ευγενικά και αμέσως εξαφανίστηκε. Η Σάρλοτ έμεινε και πάλι μόνη. Έπρεπε να πλύνει λίγο τα χέρια της και να πάει να γεμίσει τις ταΐστρες με ζωοτροφή αλλά δεν άντεχε άλλο. Πονούσε ολόκληρη και ένιωθε ότι δεν είχε κάνει τίποτα σήμερα.
Την ώρα που έβγαινε στον περίβολο για να πάει στην αποθήκη σέρνοντας το καροτσάκι έπεσε πάνω στον Τρόι ο οποίος κατευθυνόταν προς το μέρος της καβάλα στον Ήφαιστο, ένα κατάμαυρο άλογο. Δεν τον είχε ξαναδεί να ιππεύει και της κόπηκε η λαλιά. Ήταν που ήταν εντυπωσιακά ψηλός, πάνω στον Ήφαιστο έδειχνε σαν άγριος πολεμιστής. Όταν την είδε, κατέβηκε με ένα απότομο σάλτο και στάθηκε μπροστά της. Την έπιασε από τους ώμους δυνατά και την κοίταξε.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε με ένα μείγμα θυμού και ανησυχίας.
«Τι εννοείς; Τι έγινε;» ρώτησε η Σάρλοτ γουρλώνοντας τα μάτια και κοιτώντας τριγύρω.
«Ο Τζόναθαν μού είπε ότι δεν σε είδε καλά» απάντησε εκείνος και τη γύρισε προς το μέρος του ήλιου επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Και τα μάτια της. Την πλησίασε τόσο που η Σάρλοτ νόμισε, ήλπισε, ότι θα τη φιλήσει. Ωχ! Τη σκέψη ήταν αυτή; Και από πού ξεφύτρωσε; Από την ντροπή για τις πονηρές της σκέψεις, έκλεισε τα μάτια. Ο Τρόι την ταρακούνησε. «Έκλαιγες; Τα μάτια σου είναι κόκκινα» είπε εκείνος λες και ήταν γιατρός και την εξέταζε.
«Όχι, καλά είμαι!» είπε η Σάρλοτ και κατέβασε το βλέμμα στο έδαφος. «Απλώς έχω απελπιστεί με τις παλιοαγελάδες σου! Δεν είναι συνεργάσιμες!» είπε μισοαστεία αλλά ο Τρόι δε γέλασε.
«Τότε, παράτα τις! Κάνε κάτι άλλο!» φώναξε εκείνος, ενώ έδενε το άλογο σε ένα δέντρο.
«Σαν τι;» ρώτησε εκείνη.
«Δεν ξέρω! Κάτι άλλο! Διάλεξε! Δεν είσαι εδώ για να υποφέρεις!»
«Αλήθεια;» τον κοίταξε. «Γιατί αυτό ακριβώς νόμιζα ότι ήρθα να κάνω εδώ!»
«Κοίτα, Σάρλοτ» είπε εκείνος και πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. «Παράτησα τη δουλειά μου και ήρθα εδώ να δω τι έχεις. Δεν έχω όρεξη για ειρωνείες. Άλλωστε, ο πατέρας σου σε έστειλε εδώ, όχι εγώ. Δεν ξέρω αν σκόπευε να σε κάνει να υποφέρεις και ειλικρινά δε δίνω δεκάρα. Εγώ όμως, ως ιδιοκτήτης αυτού του ράντσου και πάνω απ’ όλα ως άντρας, απαγορεύω, και τονίζω, απαγορεύω, να υποφέρεις» είπε κουνώντας το δάχτυλο. Η Σάρλοτ ξέσπασε σε γέλια.
«Αυτό πρέπει να είναι ό,τι πιο αστείο έχω ακούσει. Τι σημαίνει ότι απαγορεύεις να υποφέρω; Να σταματήσω και την αποτρίχωση με κερί;» είπε και συνέχισε να γελάει.
«Σημαίνει, και σταμάτα να γελάς σε παρακαλώ, ότι δε χρειάζεται να υποφέρεις. Κάνε ό,τι μπορείς και όσα μπορείς. Δε χρειάζεται να πιέζεσαι» είπε εκείνος ήρεμα αλλά έδειχνε αποφασισμένος να την πείσει με όσα έλεγε.
«Δεν πιέζομαι, απλώς οι αγελάδες σου είναι αγενέστατες» είπε η Σάρλοτ και ο Τρόι χαμογέλασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου. ‘Η μήπως της φάνηκε;
«Ζήτα βοήθεια από κάποιον να σου δείξει ξανά αν επιμένεις να μείνεις σε αυτό το πόστο» είπε εκείνος. «Αλλιώς κάνε κάτι άλλο».
«Σαν τι; Δεν ξέρω να κάνω τίποτα. Μόνο από λογιστικά και διοίκηση  ξέρω κι εκεί δε με αφήνεις να πλησιάσω» τόλμησε η Σάρλοτ.
«Άσχετο» είπε ξερά ο Τρόι.
«Ό,τι νομίζεις» είπε η Σάρλοτ και γύρισε να φύγει αλλά εκείνος την άρπαξε από το χέρι.
«Πάμε να σου δείξω» είπε εκείνος κοιτώντας τη με τα διαπεραστικά του μάτια με έναν τρόπο που της άφηνε πολλές αμφιβολίες για το τι ήθελε να της δείξει.
«Τι;» τον ρώτησε εκείνη πονηρά.
«Πώς να αρμέγεις τις αγελάδες, χαζή» της είπε εκείνος αγνοώντας το προκλητικό βλέμμα της.

Μπήκαν στο στάβλο μαζί και αφού η Σάρλοτ κάθισε στο χαμηλό σκαμπό πλάι σε μια αγελάδα που δεν την είχε αρμέξει, ο Τρόι πήρε άλλο ένα σκαμπό και έκατσε από πίσω της. Η Σάρλοτ ανατρίχιασε αλλά δεν το έδειξε. Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τα γόνατά του έσφιξαν τους μηρούς της και τα χέρια του την αγκάλιασαν από πίσω ώστε να της δείξει τη σωστή θέση για το άρμεγμα. Ακούμπησε πίσω και στηρίχτηκε στο στέρνο του και αφού δεν την έβλεπε έκλεισε τα μάτια της. Εκείνος της μιλούσε και της έδειχνε και εκείνη απολάμβανε τη ζεστασιά του κορμιού του και το άρωμά του. Ένα μείγμα από πευκοβελόνες και πράσινο σαπούνι. Θεέ μου, τι όμορφα που ήταν στην αγκαλιά του.
«Εσύ τώρα! Της είπε εκείνος επιτακτικά και η Σάρλοτ ξύπνησε από το όνειρο.
«Εεε…δεν…» ψέλλισε προσπαθώντας να θυμηθεί τι της είχε δείξει. Δεν είχε προσέξει τίποτα.
«Σάρλοτ, πρόσεχες καθόλου;» της είπε πλησιάζοντας το στόμα του στο δεξί αυτί της. Το αξύριστο σαγόνι του έγδαρε το μάγουλό της. Η Σάρλοτ ήθελε να γυρίσει και να τον φιλήσει αχόρταγα αλλά δεν ήξερε αν εκείνος θα ανταπέδιδε. Γύρισε λοιπόν μερικές μοίρες και ψέλλισε μια απολογία. «Εντάξει θα σου ξαναδείξω αλλά μαζί τώρα» είπε εκείνος και συνέχισαν να δουλεύουν μαζί, αγκαλιασμένοι σφιχτά, με τα χέρια τους μπλεγμένα σαν να είναι εραστές Η Σάρλοτ δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Το καλό ήταν ότι κάπως είχε καταλάβει την τεχνική του Τρόι και εκείνος αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να κάτσει άλλο μαζί της. Ένιωσε σαν να της τραβάνε με δύναμη τα μαλλιά όταν ξεκόλλησε από πίσω της αλλά επιτέλους κατάφερε να ανασάνει βαθιά και να οξυγονωθεί λίγο ο εγκέφαλός της. Κόντευε να πάθει συγκοπή από τον πόθο που συντάραζε το κορμί της. Εκείνος ωστόσο, τέρας αυτοκυριαρχίας, έδειχνε λες και είχε μόλις βγει από το ντους. Και η Σάρλοτ αποφάσισε να το παίξει κι αυτή άνετη.
«Πού τα έμαθες όλα αυτά, Τρόι;» τον ρώτησε ήρεμα ενώ εκείνος έλυνε το άλογό του.
«Η οικογένεια νούμερο δύο είχε ράντσο και δούλευα εκεί» της είπε ψυχρά.
«Και σου αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής;» τον ρώτησε.
«Πολύ» απάντησε εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια. «Έχω κάνει πολλές δουλειές αλλά η γη είναι αυτό που αγαπώ».
«Χαίρομαι που έχεις βρει αυτό που αγαπάς. Εγώ θέλω να φτιάξω ένα μικρό ξενοδοχείο και νομίζω ότι αυτό είναι που θέλω περισσότερο από όλα στη ζωή μου, αλλά φοβάμαι μήπως χάσω το ενδιαφέρον μου».
«Μικρή είσαι ακόμα. Θα το βρεις αυτό που ψάχνεις» είπε εκείνος και αφού καβάλησε το άλογό του, έφυγε.

Η Σάρλοτ χαμογέλασε όταν έμεινε μόνη. Μάλλον το είχε βρει.




Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

κεφάλαιο 18-Τρόι, Τρόι, μήπως είσαι γουρούνι;

Εκείνη την Πέμπτη η Σάρλοτ δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Το χιόνι είχε καλύψει κάθε επιφάνεια του ράντσου και το θέαμα ήταν μοναδικό από το παράθυρό της. Αλλά προτιμούσε να μείνει στο κρεβάτι παρέα με ένα καλό βιβλίο παρά να σηκωθεί και να τρέχει να αρμέγει αγελάδες. Αυτό έκανε όλη τη βδομάδα και δεν είχε σημειώσει πρόοδο. Οι κακομοίρες οι αγελάδες την είχαν πάρει από φόβο. Με το που έμπαινε στον στάβλο με το μεταλλικό δοχείο στο χέρι, μουγκάνιζαν τρομοκρατημένες. Ποιος ξέρει; Μάλλον θα έλεγαν από μέσα τους «ήρθε η τρελή να μας βγάλει…το λάδι!»

Παρότι τα πόδια της δεν τη βαστούσαν σηκώθηκε και πήγε για δουλειά και δούλεψε με μια σχετική όρεξη μέχρι τη μία που πήγε να φάει μαζί με τους εργάτες. Ο Τρόι ήταν εξαφανισμένος από την Κυριακή και η Ελίζαμπεθ την είχε ενημερώσει ότι θα έλειπε ως την Τετάρτη το απόγευμα γιατί είχε δουλειές στο Μπέρλιγκτον. Η Σάρλοτ ήθελε να μάθει περισσότερα αλλά ντράπηκε. Και χθες που τον άκουσε να μπαίνει αργά στο σπίτι ήθελε να πάει να τον καλωσορίσει αλλά και πάλι ντράπηκε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και θα φαινόταν πολύ…απεγνωσμένη.

Μετά το μεσημεριανό που είχε ετοιμάσει για τους εργάτες η Ιλέιν, μπήκε ο Τρόι μέσα στη σάλα. Δεν είχε κάνει διάλειμμα και φαινόταν κουρασμένος, αλλά είχε να τον δει τέσσερις ολόκληρες μέρες και της φάνηκε σαν όραμα. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν και ένα μάλλινο σκουφί αλλά τα μάτια του έκαναν φοβερή αντίθεση με τα σκούρα ρούχα του. Σκάναρε τον χώρο με το βλέμμα και χαιρέτισε τους πάντες με ένα νεύμα χωρίς να σταθεί ούτε κλάσμα δευτερολέπτου παραπάνω σε εκείνη. Για εκείνον, πρέπει να ήταν εξίσου γοητευτική με τον Τζόναθαν! Η Σάρλοτ σηκώθηκε για να πάει στη δουλειά της. Δεν είχε όρεξη να κάτσει άλλο. Η παγερή στάση του την είχε εκνευρίσει. Όχι ότι ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει από εκεί που έμειναν την Κυριακή αλλά και αυτό το σκοτσέζικο ντους δεν ήταν και πολύ ευχάριστο.

«Αφεντικό, κάτσε να φας» είπε ο Πίτερ και ο Τρόι κούνησε αρνητικά το κεφάλι, την ώρα που η Σάρλοτ πλησίαζε την πόρτα.
«Πρέπει να συζητήσουμε κάτι» είπε εκείνος. «Σάρλοτ, κάτσε κι εσύ» συμπλήρωσε και ξαφνικά σταμάτησε η βαβούρα στην τραπεζαρία. Γύρισαν όλοι και την κοίταξαν. Άλλοι εύθυμα, άλλοι με καθαρή έκπληξη. Τι είχε γίνει μόλις; Συνήθως δεν την περιελάμβαναν στις συναντήσεις προσωπικού. Οι αποφάσεις παίρνονταν ερήμην της και δεν την πείραζε και τόσο. Το ράντσο υπήρχε εκεί πριν από εκείνη και θα συνέχιζε και πολύ μετά από την αποχώρησή της. Δεν περίμενε ότι οι έξι μήνες που θα έμενε εκεί θα την καθιστούσαν ισότιμο μέλος με του εργάτες, που έδιναν σώμα και ψυχή εκεί μέσα. Σε κάθε περίπτωση πάντως την τιμούσε η πρότασή του να παρευρεθεί.

«Σε τι μπορώ να βοηθήσω;» ρώτησε απορημένη. «Οι αγελάδες χρειάζονται…»
«Κάθισε!» είπε εκείνος επιτακτικά, σχεδόν ανυπόμονα. Η Σάρλοτ δεν αντέδρασε. Κάθισε στη θέση της και ήπιε λίγο από το νερό που βρήκε μπροστά της, πιο πολύ για να κρύψει την αμηχανία της.

«Τι είναι, αφεντικό;» ρώτησε η Καρίμ και ο Τρόι έκατσε στο τραπέζι.
«’Ήμουν με τους λογιστές στα γραφεία μας» είπε και η Σάρλοτ σκέφτηκε πόσα πολλά δεν ήξερε για εκείνον «και ανακαλύψαμε ότι υπάρχει κάποιο έλλειμμα. Μοιάζει με κατάχρηση αλλά προφανώς δεν είναι» είπε σοβαρά εκείνος και οι εργάτες πάγωσαν. Και η Σάρλοτ. «Απλώς θέλω από εδώ και στο εξής, να είστε πολύ προσεκτικοί με ό,τι έχει να κάνει με το χρήμα. Δηλαδή να προσέχετε τι υπογράφετε, τι παραγγελίες κάνουμε και τα λοιπά. Είναι και τα ζώα που χάσαμε τον Σεπτέμβριο και η ασθένεια των αλόγων που μας πήγε πίσω, αλλά υπάρχει μια τρύπα. Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να βγάλω άκρη αλλά θα τα καταφέρω» είπε χαμογελώντας βεβιασμένα.
«Τρόι, μπορώ να διακόψω;» είπε η Σάρλοτ ντροπαλά και εκείνος της έγνεψε θετικά.
«Για τι ποσό μιλάμε;»
«Τι σημασία έχει αυτό;» είπε εκείνος απότομα.
«Αν είναι 10.000 δολάρια δεν ωφελεί να ψάχνουμε τρύπες στα τιμολόγια» του είπε εκείνη υπομονετικά. «Αν είναι μεγαλύτερο το ποσό, θα είναι κάτι πιο…συστηματικό».
«Σάρλοτ, θες να μας πεις κάτι πιο συγκεκριμένο;» είπε εκείνος σχεδόν ειρωνικά.
«Αν θες μπορώ να ελέγξω την οικονομική διαχείριση του σπιτιού και εσύ του ράντσου ως κτήμα. Έχω κάποια προϋπηρεσία…»
«Σάρλοτ, την οικονομική διαχείριση την έχω εγώ και οι λογιστές μου. Δε θα ήθελα να έχεις πρόσβαση σε τόσα…στοιχεία» είπε εκείνος και η Σάρλοτ ένιωσε λες και τη μαστίγωνε με τα λόγια του. Ντράπηκε πάρα πολύ τόσο για την έλλειψη εμπιστοσύνης που της έδειξε όσο και για τον τρόπο του μπροστά στους εργάτες. Τι στο καλό την ήθελε στη συνάντηση τότε; Για να την εξευτελίσει;
«Καλώς, Τρόι» είπε εκείνη και σηκώθηκε ήρεμα με σκοπό να αποχωρήσει. Οι εργάτες τούς κοιτούσαν σαν χαζοί. «Αλλά να θυμάσαι» του είπε λίγο πριν βγει από την πόρτα και τον αφήσει εμβρόντητο. «Το χορτασμένο στόμα να μην το φοβάσαι».


Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

σκέψεις

Ωραία. Πολύ ωραία. Από το καλό στο καλύτερο. Ό,τι απόφαση είχα πάρει έχει κάνει φτερά και είναι μόλις η δεύτερη βδομάδα που είναι εδώ. Είχα πάρει την απόφαση να μην έρχομαι σπίτι. Να δουλεύω σαν το σκυλί στο ράντσο και μετά να κρύβομαι μέχρι να νυχτώσει και να γυρίζω αφού έχει κοιμηθεί. Αλλά αυτό εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατό. Το αγαπώ το σπίτι μου. Και πριν έρθει το φαινόμενο Ελ Νίνιο απολάμβανα μια δροσερή μπίρα όταν τελείωνα τη δουλειά μου. Έβλεπα λίγη τηλεόραση, μαγείρευα κάτι, καλούσα φίλους και παίζαμε σκάκι. Τώρα δεν μπορώ να μπω στο σαλόνι γιατί εκείνη έχει κάνει κατάληψη. Και με το δέντρο τα πήρε και τα σήκωσε όλα.

Δεν το ήθελα το δέντρο. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να στολίσω. Ποτέ δεν είχα νιώσει ότι κάτι λείπει από μέσα μου. Αλλά κυρίως, ποτέ δεν ήθελα τόσο πολύ να δω μια γυναίκα να χαμογελάει. Φωτίζεται ολόκληρη. Λάμπει το πρόσωπό της και τα μάτια της, αν είναι ποτέ δυνατόν, γίνονται ακόμα πιο φαντασμαγορικά όταν χαίρεται. Ένα δέντρο ήταν. Κάτι τόσο απλό της έδωσε τόσο μεγάλη χαρά. Ίσως την είχα παρεξηγήσει. Από τη στιγμή που μπήκε εδώ μέσα δεν έχει γκρινιάξει ούτε μία φορά για τη δουλειά της και το μόνο που κάνει είναι να χαμογελάει και να είναι ευγενική με όλους. Οι εργάτες; Τη λατρεύουν. Η Ιλέιν τη λατρεύει. Οι Βίβι και ο Κρίστιαν; Σίγουρα ναι.

Είμαι χαμένος. Τι στο καλό ήθελα και πήγα να καρφώσω την κορυφή; Τρόμαξα ότι θα έπεφτε αλλά θα μπορούσα να τη βοηθήσω να κατέβει από το σκαλάκι κρατώντας τη από το χέρι. Για ποιο λόγο την πήρα αγκαλιά; Όχι ότι δε μου άρεσε. Ισα ίσα που το απόλαυσα κιόλας. Η αίσθηση του ζεστού κορμιού της στην αγκαλιά μου έκανε το σώμα μου να ξυπνήσει. Και η έκπληξη στα μάτια της…Τα μισάνοιχτα χείλη της την ώρα που την κατέβαζα, σχεδόν με προσκαλούσαν να τη φιλήσω αλλά ευτυχώς κατάφερα να συγκρατηθώ.

Πώς θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα μαζί της; Θα μείνει έξι μήνες εδώ και ήδη δεν ελέγχω τις σκέψεις και το σώμα μου. Ο ενθουσιασμός της είναι κολλητικός. Σήμερα το δέντρο, αύριο τι; Γιατί μου δίνει τόση χαρά να τη βλέπω να χαμογελάει; Πώς γίνεται να σταματήσει αυτό; Κινδυνεύω. Πρέπει να είμαι συγκεντρωμένος στη δουλειά μου. Αλλά πώς να συγκεντρωθώ όταν η εικόνα της να κοιμάται στον καναπέ μου δε φεύγει από το μυαλό μου; Κοιμόταν τόσο γαλήνια, σαν μωρό. Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η ηρεμία της ενώ κοιμόταν στον καναπέ μου ήταν συμβολική της άνεσης με την οποία είχε εισβάλει στη ζωή μου και την είχε κάνει άνω κάτω.

Και θα περάσουμε και γιορτές μαζί. Ο Χάρινγκτον δεν έδειξε να σκοπεύει να έρθει για γιορτές. Του τηλεφώνησα. Είναι σκληρός με την κόρη του. Ίσως της αξίζει, ίσως είναι κακομαθημένη. Αλλά δεν μπορούσε να έρθει να τη δει; Τόσα χρόνια ζούσε μακριά του. Από την άλλη, βέβαια, θα μπορούσε να πάει κι εκείνη, αν και του είχε εξηγήσει τους λόγους της και την καταλάβαινε. Μόλις ήρθε. Θα ήταν τρελό να ξαναφύγει. Άσε που θέλει να αποδείξει και την αξία της. Και το κάνει. Με πείσμα και κουράγιο. Ακόμα και το Σαββατοκύριακο αντί να τεμπελιάζει, κάνει δουλειές στο σπίτι.

Και όμορφη. Θεέ μου, πόσο όμορφη. Μου κόβεται η ανάσα. Πώς γίνεται μια γυναίκα να είναι τόσο τέλεια όμορφη; Ακόμα και φορώντας ένα απλό τζιν και γαλότσες; Αυτή έχει ένα διάφανο δέρμα, και υπέροχα πλούσια μαλλιά. Τέλεια χαρακτηριστικά και ένα φανταστικό άρωμα. Μυρίζει καραμέλα. Βουτύρου. Διάολε, μυρίζει σαν καραμέλα! Πού να το πει; Προσγειώθηκε στο σπίτι του η πιο όμορφη και πιο θελκτική γυναίκα στον κόσμο. Και ήταν η μόνη γυναίκα που δεν μπορούσε να έχει.

Μεγαλώνοντας στο ορφανοτροφείο και σε διάφορες ανάδοχες οικογένειες, κανείς δε στάθηκε ένα λεπτό να μου μάθει τι πρέπει να κάνω και πώς να φέρομαι. Αλλά με τη Σάρλοτ με οδηγεί ένας δικός μου κώδικας τιμής. Και αυτός ο κώδικας μού λέει ρητά  ότι η Σάρλοτ δεν είναι για τα δόντια μου. Θα μείνει έξι μήνες εδώ. Μετά θα φύγει. Το ότι διάλεξε να περνάει καλά και να μην γκρινιάζει είναι δική της απόφαση. Εγώ δεν πρέπει να συμμετέχω σε αυτό. Γιατί θα φύγει. Πρέπει να φύγει. Η θέση της είναι σε μια έπαυλη στο Σαν Φρανσίσκο. Δίπλα σε ένα νεαρό κληρονόμο. Παρέα με τους πανευτυχείς για τη συνένωση των περιουσιών γονείς τους.


Πρέπει να απομακρυνθώ από εκείνη όσο κι αν με έλκει όπως το μέλι. Δεν είναι για μένα αυτή η γυναίκα. Δε μου αξίζει και δεν της αξίζω. Τόσο τέλεια, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ακατάλληλη που πονάω. Υποφέρω που ακόμα και παρόλα όσα έχω καταφέρει νιώθω ότι δεν είμαι αρκετά καλός. Μακάρι να ήμουν αρκετά καλός. Ίσως τότε…

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Xmas



κεφάλαιο 17-μια πρώτη...ιδέα!

Η Σάρλοτ επέμεινε να πληρώσει τα στολίδια. Ο Τρόι τής είπε να κρατήσει τα χρήματά της. Η Σάρλοτ τού απάντησε ότι δεν είχε πειράξει την πληρωμή της πρώτης βδομάδας και είχε ήδη πληρωθεί και για τη δεύτερη. Ο Τρόι τής είπε ότι μπορούσε να αγοράσει ρούχα με αυτά. Η Σάρλοτ τού είπε ότι είχε ρούχα. Ο Τρόι πήρε την πιστωτική του, της την έδωσε, την αγριοκοίταξε τόσο που την έκανε να ανατριχιάσει και έφυγε.

Όλα αυτά έγιναν το Σάββατο το μεσημέρι. Το Σάββατο το απόγευμα η Σάρλοτ πήρε το βαν και πάρκαρε στο Λιλ Χέβεν. Μπήκε σε ένα μικρό μαγαζί με χριστουγεννιάτικα και αγόρασε μπάλες, κουδουνάκια, αστέρια, γιρλάντες και φωτάκια. Και ένα φωτεινό τάρανδο για τον εξωτερικό χώρο. Ο Τρόι τής είχε πει ότι εμπιστευόταν το γούστο της αλλά η Σάρλοτ επέμεινε να της δώσει έστω μια κατευθυντήρια. Εκείνος είπε «διχρωμία» και παρόλο που η Σάρλοτ ήθελε να ρωτήσει άλλα εκατό πράγματα εκείνος εξαφανίστηκε πάλι. Μα τι στο καλό; Ο Χουντίνι ήταν;

Επέλεξε κόκκινα και χρυσά στολίδια και τα φόρτωσε στο βαν με τη βοήθεια της Βίβι, η οποία είχε ξεκαρδιστεί με την καταναλωτική μανία της φίλης της. Η Σάρλοτ άφησε τα ψώνια στη σάλα και περίμενε τον Καμίρ να φέρει το έλατο. Αλλά μέχρι το βράδυ δεν είχε έρθει. Και δεν ήταν κανείς στο σπίτι για να ρωτήσει. Ξάπλωσε κατά τις 23:00 κουρασμένη από τα ψώνια και τις δουλειές στο σπίτι. Είχε μαγειρέψει ψητά λαχανικά και πατάτες. Είχε σπάσει ένα μικρό γυάλινο δοχείο για το λάδι και σφουγγάριζε περίπου δύο ώρες για να μη γλιστράει και να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν γυαλιά κάτω. Είχε προσέξει ότι ο Τρόι περπατούσε πολύ ξυπόλητος.

Δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει έτσι, αλλά πού ήταν ο Τρόι; Η ώρα ήταν περασμένες έντεκα. Τον είχε δει να φεύγει καλοντυμένο. Μήπως είχε βγει με την Ελίζαμπεθ; Τα είχαν τελικά αυτοί οι δύο; Η Ελίζαμπεθ τον κοιτούσε με προφανή λατρεία αλλά εκείνος ήταν πιο συγκρατημένος. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Πολύ μπέρδεμα. Αποκοιμήθηκε χωρίς να το θέλει. Ήθελε να τον περιμένει. Να δει τι ώρα θα ερχόταν. Και με ποια. Και με τι αμάξι είχε φύγει.

Την Κυριακή το πρωί ξύπνησε στις 10 και κατέβηκε στο σαλόνι γεμάτη ενθουσιασμό. Αν και είχε κοιμηθεί λυπημένη, απίστευτα μελαγχολική, με ένα βαρύ αίσθημα μοναξιάς να βαραίνει το στήθος της, κάτι της έλεγε ότι το σημερινό πρωινό τής επεφύλασσε μια όμορφη έκπληξη. Και έτσι ήταν.

Δίπλα από το τζάκι, μπροστά από το παράθυρο, βρισκόταν το πιο επιβλητικό έλατο που είχε δει ποτέ. Καταπράσινο, φουντωτό και πυκνό. Πιο ψηλό ακόμα και από τον Τρόι. Πάνω του είχε καρφιτσωμένο ένα σημείωμα. Πλησίασε και το διάβασε. Και χαμογέλασε αυθόρμητα.

ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕΙ
ΤΡΟΙ

Χοροπήδησε ξανά. Ανέβηκε στον πάνω όροφο, πλύθηκε, χτενίστηκε και φόρεσε μια κατακόκκινη φόρμα για να ταιριάζει με τα στολίδια της. Μετά κατέβηκε κάτω, έφτιαξε καφέ και ένα τοστ για να πάρει δυνάμεις και άρχισε το στόλισμα. Είχε πενήντα στολίδια να βάλει στο δέντρο, καθώς και γιρλάντες στα παράθυρα και τον τάρανδο έξω. Όλα αυτά θα της έπαιρναν δύο με τρεις ωρίτσες αλλά δεν φοβόταν καθόλου ότι θα κουραζόταν.
Αρχικά μετέφερε το δέντρο στο κατάλληλο σημείο ώστε να φαίνεται ωραία απ’ έξω και αφού ήλεγξε τα λαμπάκια ένα ένα τα στόλισε πάνω στα κλαδιά. Μετά ξεχώρισε τα στολίδια και έκανε ένα διάλειμμα για να βάλει μια χριστουγεννιάτικη playlist στο YouTube. Ο Τρόι δεν είχε έρθει ακόμη. Είχε ξεπαγώσει από χθες λίγο κιμά και έφτιαξε μερικά μπιφτέκια για να φάει το μεσημέρι με σαλάτα. Μετά συνέχισε. Τοποθέτησε τα στολίδια μέχρι εκεί όπου μπορούσε και βγήκε έξω. Είχε βρει μια προέκταση και ένωσε τον τάρανδο με την πρίζα δίπλα από την πόρτα. Έβαλε μερικές γιρλάντες στο τζάκι και στα παράθυρα και στόλισε τις χιονόμπαλες και δύο κόκκινες πιατέλες στο τραπέζι του σαλονιού. Το είχε παρακάνει λιγάκι αλλά δεν την πείραζε. Τα είχε συνδυάσει όλα τόσο αρμονικά που μόνο ένας πολύ κακοπροαίρετος άνθρωπος θα στεκόταν στο γεγονός ότι είχε…φορτώσει πολύ το χώρο!

Κατά τη μία πήρε τηλέφωνο τον Τρόι. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως και όταν τελικά το σήκωσε φαινόταν βιαστικός. Του είπε ότι δεν έφτανε να στολίσει ψηλά το δέντρο κι εκείνος της απάντησε ξερά ότι δε θέλει να συμμετάσχει και ότι στην αποθήκη υπάρχει μια σκάλα. Η Σάρλοτ τού είπε ότι αν πεινάει έχει μπιφτέκια και το έκλεισε.
Στην αποθήκη βρήκε ένα μικρό σκαλάκι και έτσι κατάφερε να στολίσει και το πάνω μέρος του δέντρου. Δεν της άρεσε που στόλιζε μόνη της, αλλά δεν έπρεπε να είναι αχάριστη. Χθες τέτοια ώρα διαπραγματευόταν αν θα στολίσει και τώρα ήθελε και παρέα; Και μάλιστα όχι οποιαδήποτε παρέα, αλλά τον Τρόι.

Κάθισε αποκαμωμένη στον καναπέ και κοίταξε γύρω της. Το σαλόνι ήταν πανέμορφο. Τόσο ζεστό και οικείο που ένιωθε πραγματικά γαλήνια. Πρέπει να την είχε πάρει ο ύπνος γιατί όταν άνοιξε τα μάτια της βρήκε τον Τρόι από πάνω της να την κοιτάει με απορία.
«Ήρθα να φάω λιγάκι και σε βρήκα να κοιμάσαι» είπε εκείνος κάνοντας ένα βήμα πίσω.
«Συγγνώμη» είπε εκείνη μηχανικά ενώ έστρωνε τα μαλλιά της. «Πρέπει να κουράστηκα παραπάνω από όσο υπολόγιζα» του είπε και πήγε στην κουζίνα να σερβίρει. Ο Τρόι έμεινε στο σαλόνι να κοιτάει τριγύρω του.
«Σάρλοτ, έκανες πολύ καλή δουλειά. Είναι…πολύ όμορφα όλα» της είπε εκείνος ντροπαλά. Εκείνη χαμογέλασε.
«Δεν έχω τελειώσει ακόμα. Θα βάλω την κορυφή και μετά έχω να βάλω και μερικές κάλτσες στο τζάκι» του είπε και ενώ εκείνος καθόταν για να φάει, χτύπησε το κινητό του. Η Σάρλοτ επέστρεψε στο δέντρο και συνέχισε το στόλισμα. Ο Τρόι μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον από τους εργάτες. Μάλλον με τον Πίτερ. Του έδινε οδηγίες για να φτιάξει ένα μηχάνημα που είχε χαλάσει και έδειχνε πολύ απορροφημένος στη συζήτηση.

Η Σάρλοτ ανέβηκε στο σκαλάκι κρατώντας την κορυφή στο χέρι αλλά παρόλο που τεντώθηκε όσο μπορούσε, δεν έφτανε το πιο ψηλό σημείο του δέντρου. Σίγουρα το είχαν κάνει επίτηδες και είχαν κόψει ένα τόσο ψηλό δέντρο. Είχε προσπαθήσει ήδη τρεις φορές και δεν μπορούσε να φτάσει. Και ντρεπόταν να ζητήσει τη βοήθεια του Τρόι. Ήταν μια σιωπηρή συμφωνία. Την είχε αφήσει να κάνει ό,τι θέλει, να στολίσει όπως θέλει αλλά είχε αρνηθεί να βοηθήσει. Η Σάρλοτ καταλάβαινε. Είχε τους δαίμονές του. Και που την άφησε να κάνει όσα έκανε ήταν μεγάλο βήμα για εκείνον και το εκτιμούσε.

Άλλη μία προσπάθεια, σκέφτηκε και τεντώθηκε ολόκληρη αλλά δεν τα κατάφερε. Μόνο τότε παρατήρησε τον Τρόι να την πλησιάζει με το τηλέφωνο στηριγμένο στον ώμο του και να αρπάζει το στολίδι που κρατούσε στα χέρια της. Με μια άνετη κίνηση το στήριξε στην κορυφή, το ίσιωσε, το προσανατόλισε ώστε να κοιτάει τον καναπέ και αφού έβαλε το ελεύθερο χέρι του γύρω από τους γλουτούς της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του την ακούμπησε στο πάτωμα. Μετά, με απόλυτη ηρεμία, κατευθύνθηκε στην κουζίνα για να συνεχίζει το γεύμα του. Η Σάρλοτ έμεινε μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη. Φοβόταν να μην κουνηθεί και χάσει την αίσθηση των χεριών του πάνω της. Το είχε ονειρευτεί ή είχε συμβεί; Την είχε σηκώσει σαν πούπουλο και την έσφιξε δυνατά πάνω του σαν να ήταν κάτι πολύτιμο, που δεν ήθελε να το χάσει. Ποτέ δεν είχε έρθει σε τόσο στενή επαφή με ένα τόσο ισχυρό αρσενικό. Οι προηγούμενες σχέσεις της ήταν με άντρες που θα έμοιαζαν παιδάκια δίπλα στον Τρόι. Με άντρες που την έκαναν να φαίνεται σωματικά και ψυχολογικά δυνατότερη. Με τον Τρόι ένιωσε σαν να ήταν μια πορσελάνινη κούκλα. Ένιωσε ότι αυτή είναι το θηλυκό κι εκείνος το αρσενικό. Διακριτοί ρόλοι. Και αλληλοσυμπληρούμενοι. Δεν έπρεπε να τον συγκρίνει με τους πρώην της, μιας και δεν είχε τέτοιο ρόλο στη ζωή της, αλλά καμιά φορά έπρεπε να δεις το απόλυτο αρσενικό σε δράση για να καταλάβεις τι έχανες τόσα χρόνια.


Ευτυχώς που μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο, γιατί πραγματικά, ήταν ικανή να τρέξει και να χωθεί ξανά στην αγκαλιά του για να νιώσει ασφαλής. 

κεφάλαιο 16-ρούντολφ το ελαφάκι...

«Χιονίζει, χιονίζει, χιονίζει!» τσίριξε η Σάρλοτ κατεβαίνοντας τα σκαλιά το Σάββατο το πρωί σχεδόν χοροπηδώντας. Η ώρα ήταν 12:20 και είχε απολαύσει το χουζούρι μετά το χθεσινοβραδινό ξενύχτι με τη Βίβι και τον Κρίστιαν. Διασκέδασαν πολύ στο φοβερό μπαρ στο Μπέρλινγκτον που πρότειναν τα αδέρφια. Ήπιαν κοκτέιλ και χόρεψαν λάτιν χορούς. Ο Κρίστιαν ήταν πολύ συμπαθητικός. Ήταν δάσκαλος στο χωριό και έκανε και μαθήματα κιθάρας στο πολιτιστικό κέντρο. Αλλά παρόλο που χθες το βράδυ είχε περάσει τόσο τέλεια, τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τη χαρά που ένιωθε αυτή τη στιγμή. Λάτρευε το χιόνι και ό,τι αυτό έφερνε μαζί του: χιονοπόλεμο, σκι, έλκηθρο και ζεστό κακάο δίπλα στο τζάκι. Ήταν τόση η χαρά της που εκμεταλλεύτηκε το άδειο σπίτι και άρχισε να στροβιλίζεται ρυθμικά μουρμουρίζοντας τον Γαλάζιο Δούναβη. Αχ, τι όμορφα, σκέφτηκε. Θα έφτιαχνε ένα ζεστό ρόφημα και θα παρακολουθούσε το καταπράσινο τοπίο να γίνεται σταδιακά λευκό. Έτσι όπως χιόνιζε, μέχρι το απόγευμα όλα θα ήταν λευκά. Άραγε τι θα άλλαζε στην καθημερινότητα του ράντσου τώρα που χιόνιζε;

Δεν την ένοιαζε καθόλου! Συνέχισε να στροβιλίζεται σαν δερβίσης, πηδώντας από καναπέ σε καναπέ όταν άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε ο Τρόι. Τη βρήκε πάνω στον καναπέ, αναψοκοκκινισμένη, ασθμαίνοντας. Τι ντροπή, Θεέ μου. Μα γιατί δε χτυπούσε ένα κουδούνι κι αυτός; Επειδή είναι το σπίτι του, χαζή, της απάντησε το υποσυνείδητό της.
«Μπορείς να μου πεις τι κάνεις;» τη ρώτησε εκείνος εύθυμα. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Μόνο σκυθρωπό και θυμωμένο. «Σε είδα από το παράθυρο να χοροπηδάς στον καναπέ. Είναι κάποιο σατανικό σχέδιό σου για να μου διαλύσεις το σπίτι;» επέμεινε εκείνος χαμογελώντας κάνοντάς τη να νιώθει ακόμα πιο αμήχανα.
«Μα τι λες;» τον ρώτησε με το κεφάλι κάτω. «Συγγνώμη. Εγώ δεν…» ξεκίνησε.
«Εσύ τι;»
«Απλώς χάρηκα που χιονίζει!» του είπε και ανέβηκε ξανά ο τόνος της φωνής της. «Λατρεύω το χιόνι. Θα κάνω και σκι! Είμαι δίπλα στο βουνό!» μονολόγησε.
«Δε βαρέθηκες το χιόνι στην Ελβετία;» ρώτησε εκείνος αμέσως.
«Ισα ίσα» του είπε σταθερά. «Το λατρεύω το χιόνι! Τα κάνει όλα να φαίνονται πιο όμορφα! Εσύ τι λες;» τον ρώτησε, χαρούμενη που επιτέλους μιλούσαν χωρίς να τσακώνονται.
«Σε γενικές γραμμές μου αρέσει, αλλά φέτος δε μας έκατσε καλά» είπε εκείνος σκεπτικός. «Περίμενα να χιονίσει δύο βδομάδες μετά. Τώρα θα πρέπει να κουρέψω τα πρόβατα άλλη ημερομηνία και έχω κλείσει ήδη τα συνεργεία. Θα χάσουμε 20.000 δολάρια από αυτή την υπόθεση»
«Τόσα πολλά;» ρώτησε η Σάρλοτ λυπημένη.
«Ναι, τόσα. Θα πρέπει να ακυρώσω τα συνεργεία, να τους ξαναπληρώσω και το μαλλί των προβάτων όσο μακραίνει από εδώ και στο εξής χαλάει. Έπρεπε να γίνει αυτή τη βδομάδα. Τέλος πάντων, μη σου χαλάω το κέφι» είπε εκείνος χαμογελώντας δειλά.
«Λυπάμαι, Τρόι. Αν χρειάζεσαι κάτι…»
«Μην ανησυχείς. Απλώς να ξέρεις ότι τώρα που θα χιονίσει τα ζώα θα χρειάζονται διπλάσια φροντίδα. Και αν το στρώσει και αποκλειστούμε, μπορεί να αποχωριστείς για λίγες μέρες τους φίλους σου μέχρι να έρθει το εκχιονιστικό» είπε εκείνος. Η Σάρλοτ δεν το είχε σκεφτεί αυτό κι έμεινε για λίγο αμίλητη.
«Εεεε δεν πειράζει. Κάτι θα βρω να κάνω εδώ μέσα» είπε εκείνη και πήγε να ανάψει τη φωτιά στο τζάκι. «Α! Παρεμπιπτόντως, Τρόι, πότε θα στολίσουμε;» τον ρώτησε αλλά δεν πήρε απάντηση και γύρισε προς το μέρος του. Τον είδε να την κοιτάει, ασάλευτος, σχεδόν παγωμένος. «Τι είναι; Τι είπα;» ρώτησε εκείνη σμίγοντας τα φρύδια.
«Δε στολίζω, Σάρλοτ» είπε εκείνος και η Σάρλοτ έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο. «Έλα τώρα! Μη με κοιτάς λες και σου είπα ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
«Μα πώς γίνεται να μη στολίζεις; Το ράντσο είναι γεμάτο έλατα! Είναι σαν να μένεις στην Καραϊβική και να μην πηγαίνεις για μπάνιο!» του είπε και εκείνος γέλασε. «Υπάρχει κάποιος λόγος; Έχεις πένθος; Αν ναι, θα το σεβαστώ»
«Όχι, δεν είναι κάτι τέτοιο» είπε εκείνος και έκατσε στον καναπέ. Η Σάρλοτ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Όσες φορές είχαν μιλήσει ήταν στα πεταχτά, στα όρθια. Ποτέ πάνω από πέντε λεπτά. Και τώρα καθόταν στον καναπέ. Είχε σκοπό να συζητήσει κανονικά μαζί της. Επιτέλους. «Απλώς δεν έχω στολίσει ποτέ δέντρο και δε μου λείπει» είπε εκείνος κοιτώντας τη φωτιά στο τζάκι, που πάλευε να φουντώσει.
«Κι εγώ μη φανταστείς! Από τότε που πέθανε η μητέρα μου και πήγα στο οικοτροφείο δεν έχω στολίσει. Τα τελευταία χρόνια πείσαμε τις καλόγριες να στολίσουμε αλλά έβαλαν δύο συμμαθήτριές μου να στολίσουν ένα μεγάλο δέντρο στη σάλα κι εγώ δε συμμετείχα. Στόλισα ένα δεντράκι όσο σπούδαζα στην Αγγλία, αλλά μετά έλειπα δύο χρόνια σε ένα μεγάλο ταξίδι ανά τον κόσμο και πάλι δεν απόλαυσα Χριστούγεννα. Φέτος ονειρευόμουν ότι θα κάνω Χριστούγεννα με τον πατέρα μου, θα μαγείρευα, θα στόλιζα…αλλά…ξέρεις…» είπε και η φωνή της έσβησε. Ο Τρόι την κοιτούσε ανέκφραστος. Ο,τι και να σκεφτόταν, δεν το έδειχνε.
«Εγώ μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Εκεί στόλιζαν άλλοι. Μετά με υιοθέτησε η ανάδοχη οικογένεια νούμερο ένα. Εκεί στόλιζαν μόνοι τους αγνοώντας με. Στην ανάδοχη οικογένεια νούμερο δύο δεν είχαν λεφτά για δέντρο. Μόνο για ποτό. Στην ανάδοχη οικογένεια νούμερο τρία δεν έμεινα πολύ. Ενηλικιώθηκα ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα και εξαφανίστηκα» της είπε. Η Σάρλοτ δε μίλησε. Ένιωθε πολύ ηλίθια με το προσωπικό της δράμα.
«Δεν ήξερα…συγγνώμη» του είπε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο δύσκολο θα ήταν να μην έχει ζήσει ποτέ οικογενειακή θαλπωρή.
«Μη λυπάσαι. Νόμιζα ότι σου είχε μιλήσει ο πατέρας σου για τα παιδικά μου χρόνια».
«Δεν τον είχα ρωτήσει ποτέ για σένα» του είπε ντροπαλά.
«Καταλαβαίνω» είπε εκείνος ψυχρά.
«Πρέπει να στολίσουμε, Τρόι» του είπε εκείνη επίμονα. «Μπορεί να πέρασες απαίσια, αλλά τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια έχεις μια βάση. Έχεις ένα σπίτι. Ένα σπιτικό. Αυτό» του είπε και άνοιξε τα χέρια της. «Πρέπει να ξορκίσεις το κακό και να στολίσεις. Να δημιουργήσεις τις δικές σου ευχάριστες αναμνήσεις του είπε με σιγουριά και όταν τον είδε λίγο σκεπτικό συνέχισε. «Εγώ πιο πολύ από όλα αυτά τα λεφτά του πατέρα μου και την επένδυση που θέλω να κάνω, τα ρούχα και τα κοσμήματα, όλα τα καλά του κόσμου, θα ήθελα να έχω ένα σπίτι. Ένα σπίτι που να το νιώθω δικό μου. Να το στολίζω όπως θέλω και κάθε γωνιά να μου θυμίζει κάτι» του είπε. «Μπορεί αυτό το ράντσο να μην είναι δικό μου, αλλά θα περάσω έξι μήνες εδώ. Και να σου πω και κάτι; Είμαι δίπλα στο βουνό και είμαι σίγουρη ότι θα μου πεις ότι δεν πας για σκι. Λατρεύω την ιππασία και δε μου δίνεις άλογο. Τα Χριστούγεννα είναι σε δέκα μέρες και δε με αφήνεις να στολίσω! Ε κάνε κι εσύ μια υποχώρηση!» του είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Ο Τρόι σηκώθηκε και σέρβιρε στον εαυτό του λίγο καφέ από τον γαλλικό στην κουζίνα. Επέστρεψε σε μερικά δευτερόλεπτα.
«Μου αρέσει το σκι» είπε χαμογελαστός, πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ του.
«Ω έλα τώρα! Ανταλλάζω το σκι με τα Χριστούγεννα!» είπε εκείνη ενώνοντας τις παλάμες της σε μια σιωπηρή ικεσία.
«Δεν έχουμε στολίδια» είπε εκείνος ανέκφραστος.
«Θα αγοράσω εγώ. Δε θα δώσεις ούτε δραχμή» χοροπήδησε η Σάρλοτ.
Ο Τρόι τής έριξε μια δολοφονική ματιά. «Αυτό μην το ξαναπείς» είπε ήρεμα. Φαινομενικά τουλάχιστον.
«Η Ελίζαμπεθ δε θέλει να στολίσει;» ρώτησε εκείνη. Τώρα που τον είχε βρει μπόσικο, ήταν ευκαιρία να τον ψαρέψει λιγάκι.
«Της το ξέκοψα όταν ήρθε να δουλέψει εδώ πριν από τρία χρόνια. Δε βλέπω το λόγο να κάνω την εξαίρεση με σένα».
«Καλά, θα κάνουμε γιορτές χωρίς ένα στεφανάκι; Μια μπαλίτσα; Ένα ταρανδάκι;»
«Ποιες γιορτές, Σάρλοτ; Δε…εσύ…εσύ δε θα λείπεις;» τη ρώτησε και η Σάρλοτ πάγωσε. Ώστε αυτό τριβέλιζε το μυαλό του; Την έδιωχνε για τις γιορτές;
«Τι εννοείς;» είπε εκείνη με πεσμένους τους ώμους.
«Νόμιζα…ότι θα πας για γιορτές στον πατέρα σου. Εγώ μπορώ να σου δώσω πέντε μέρες άδεια. Μαζί με τις αργίες…ξέρεις» ψέλλισε εκείνος, φανερά αμήχανος.
«Τρόι, δεν το έχω συζητήσει με τον πατέρα μου και αν είναι στο χέρι μου δε θέλω να πάω εκεί για γιορτές. Καλά καλά δεν ήρθα. Ας έρθει εκείνος εδώ αν του έλειψα. Αλλά θα εκπλαγώ αν το κάνει» είπε πικρά.
«Και τι θα κάνεις εδώ;» ρώτησε εκείνος. Η Σάρλοτ ένιωθε την αμηχανία να πλανάται στον αέρα. Προφανώς εκείνος ανησυχούσε ότι θα του φορτωνόταν.
«Θα πάω στη Βίβι. ‘Η μπορεί να πάω για σκι στο βουνό. Μην ανησυχείς εσύ. Κάνε το πρόγραμμά σου»
«Ποιο πρόγραμμα μωρέ; Εδώ τρώμε κάθε χρονιά. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Μαζί με τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Θα χαρούμε να φας μαζί μας. Απλώς δεν ξέρω αν θα νιώθεις εσύ άνετα» είπε εκείνος τρίβοντας το σαγόνι του.
«Μια χαρά θα είμαι. Άλλωστε θα δούμε μέχρι τότε» είπε εκείνη ήρεμα. Η συζήτηση με τον Τρόι την είχε βάλει σε σκέψεις. Τι θα έκανε τις γιορτές σε σχέση με τον πατέρα της; Δε σκόπευε να πάει να τον δει. Μήπως ερχόταν εκείνος; Ήταν τελείως απογοητευμένη. Οι οικογένειες έπρεπε να είναι μαζί τις γιορτές. Πώς είχαν γίνει έτσι τα πράγματα; Πώς είχε φτάσει 24 χρόνων και να νιώθει ότι δεν ανήκει πουθενά;
«Καλώς, Σάρλοτ. Με θες κάτι άλλο; Θέλω να αλλάξω και να πάω να μιλήσω με τον κτηνίατρο. Η Αστερόεσσα δεν τρώει καθόλου» της είπε.
«Όχι, όχι» του είπε και κάθισε στον καναπέ, κοιτώντας το χιόνι να πέφτει σε τούφες.
«Ευτυχώς το ράντσο είναι αυτάρκες αν χρειαστεί να αποκλειστούμε» μουρμούρισε εκείνος, αλλά η Σάρλοτ δεν απάντησε. Τόση συζήτηση για το τίποτα. Δεν της είχε δώσει σαφή απάντηση για το δέντρο. Κρίμα. Άλλος ένας άκαρπος διάλογος.

Ο Τρόι ανέβηκε πάνω και όταν κατέβηκε φορούσε μια γκρι φόρμα και ένα μπλε φούτερ με κουκούλα. Έδειχνε σαν 25 χρονών. Τόσο φρέσκος και δραστήριος. Η Σάρλοτ καθόταν ακόμα στον καναπέ και είχε απλώσει τα πόδια της σε ένα καρεκλάκι. Ο Τρόι μιλούσε στο κινητό του και γελούσε. «Τι να σου πω, Καμίρ; Δεν ξέρω με την τρελή που έμπλεξα. Έχουμε κάποιο γύρω στα δύο μέτρα; Α! Δε με νοιάζει. Αυτή θα το στολίσει. Ας βρει σκάλα!» είπε και το έκλεισε. Η Σάρλοτ χαμογέλασε. Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε:
«Ευχαριστημένη;»


Η Σάρλοτ κράτησε την κούπα της σφιχτά για να καταπολεμήσει την επιθυμία της να τρέξει και να τον αγκαλιάσει. 

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 15-λούσιμο-κούρεμα-φορμάρισμα-μανικιούρ 50 δολάρια

Η Κάθριν ζήτησε συγγνώμη από τον Πίτερ την Παρασκευή που τον είδε. Του είπε ότι δεν ένιωθε πολύ καλά και ότι λυπόταν που έχασε τα γενέθλιά του. Εκείνος, ντροπαλός όπως πάντα, της είπε ότι δεν πείραζε και τη ρώτησε αν της άρεσε η τούρτα που της είχε στείλει με τον Τρόι. Του απάντησε ότι ήταν πολύ νόστιμη και τον ευχαρίστησε που τη σκέφτηκε.

Τον Τρόι δεν τον είχε δει από την Τετάρτη, και ίσως καλύτερα. Ακόμα δεν της είχαν περάσει τα νεύρα. Ευτυχώς σήμερα είχε ραντεβού στη Βίβι και σκόπευε να περάσει καλά και να απολαύσει την περιποίηση. Στις έξι έστειλε ένα λακωνικό μήνυμα στο κινητό του Τρόι.

ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΒΑΝ. ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Στις έξι και είκοσι, μετά από δέκα σταυροκοπήματα και περίπου μισό κιλό ιδρώτα πάρκαρε έξω από το κομμωτήριο και σήκωσε χειρόφρενο. Το μισό μαρτύριο είχε περάσει. Και έπρεπε να ομολογήσει ότι είχε βελτιωθεί λιγάκι στην οδήγηση.

«Καλώς την» είπε η Βίβι και την υποδέχτηκε με μια ζεστή αγκαλιά. Η Σάρλοτ χάρηκε πολύ. Επιτέλους θα περνούσε κι αυτή καλά. «Αν θυμάμαι καλά, θες να μαζέψω λίγο τις αφέλειες, να κόψω τις άκρες και να κάνουμε ένα μανικιούρ;» τη ρώτησε και της έβαλε λίγο γαλλικό καφέ σε μια κούπα. «Θες και λίγα κουλουράκια;»
«Όχι, είμαι καλά» είπε η Σάρλοτ και βολεύτηκε σε μια καρέκλα απέναντι από τον μεγάλο καθρέπτη.
Η Βίβι πήρε τα ψαλίδια της και τα άπλωσε στο τρόλεϊ δίπλα της.
«Είμαι τόσο χαρούμενη που κουρεύω μια τόσο νέα και όμορφη κοπέλα επιτέλους!» είπε και γέλασε.
«Να φοβάμαι;» είπε η Σάρλοτ με μια γκριμάτσα τρόμου.
«Όχι, καλέ! Κάνω πολλή εξάσκηση στα πρόβατά μας!» γέλασε η Βίβι.
«Μα καλά, πόσους κατοίκους έχει το χωριό αυτό; Δεν υπάρχουν νέες κοπέλες;» ρώτησε η Σάρλοτ ενώ η Βίβι τής ψέκαζε τα μαλλιά με νερό. Το κομμωτήριο είχε όλες τις ανέσεις και έδειχνε πολύ καλόγουστο. Η Βίβι είχε διαλέξει τους τόνους του μπορντό και του εκρού και όλα έδειχναν αρμονικά διακοσμημένα. Ένα τέτοιο κομμωτήριο θα στεκόταν άνετα σε μια μεγάλη πόλη. Ίσως όχι στη Νέα Υόρκη, αλλά άνετα σε μια μεγαλούπολη.
«Κοίτα να δεις…» είπε σκεπτική η Βίβι και πήρε την ψιλή χτένα για να ξεμπερδέψει τα μαλλιά της Σάρλοτ. «Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι γύρω στους 500 αλλά οι νέοι, είτε σπουδάζουν μακριά είτε δουλεύουν στο Μπέρλνγκτον. Λίγοι είναι αυτοί που κουρεύονται εδώ. Είναι, βλέπεις, παιδιά της πόλης» είπε και γέλασε χωρίς κακία.
«Ούτε η Ελίζαμπεθ;» ρώτησε η Σάρλοτ απορημένη.
«Αυτή κουρεύεται σε έναν κομμωτή στο Μπέρλινγκτον. Εμένα να σου πω την αλήθεια δε μου αρέσουν οι ανταύγειες της αλλά κάποιοι θέλουν να πληρώνουν 200 δολάρια για τα μαλλιά τους για να νιώθουν ότι κάτι έκαναν».
«Μάλλον έχεις δίκιο» είπε ουδέτερα η Σάρλοτ. Η Βίβι είχε αρχίσει να της κόβει με φοβερή επιδεξιότητα τις άκρες στα μαλλιά της.
«Πώς περνάς στο ράντσο;» τη ρώτησε η νεαρή κομμώτρια.
«Μια χαρά, νομίζω» είπε διστακτικά η Σάρλοτ. «Έχω πολλά να κάνω μέχρι το μεσημέρι, αλλά μετά βαριέμαι αφόρητα» συμπλήρωσε με κάθε ειλικρίνεια.
«Να έρχεσαι εδώ! Κλείνω κατά τις εφτά συνήθως. Μετά μπορούμε να πηγαίνουμε καμιά βόλτα ή για κανά καφεδάκι! Τι λες;»
«Βίβι, δεν ξέρεις πόσο με χαροποιεί η πρότασή σου!» είπε ενθουσιασμένη η Σάρλοτ. «Έχω και την Ιλέιν, αλλά εσύ είσαι στην ηλικία μου! Θα έχουμε πολλά να πούμε!»
«Και σήμερα αν θες θα πάω με τον αδερφό μου το βράδυ για ένα ποτό στο Μπέρλινγκτον. Θες να έρθεις;» πρότεινε η Βίβι.
«Δεν ξέρω μωρέ…Μήπως θέλει ο Τρόι το βαν…» είπε σκεπτική η Σάρλοτ.

Η Βίβι πέρασε μπροστά και άρχισε να κόβει με προσοχή τις αφέλειες.
«Θα έρθουμε να σε πάρουμε εμείς. Έλα! Ο Κρίστιαν θα θέλει πολύ να σε γνωρίσει! Θα σε ξεζουμίσει στις ερωτήσεις!» είπε γελώντας η Βίβι.
«Μα γιατί;»
«Ε να…Πώς να στο πω;» είπε η Βίβι ενώ έπαιρνε τη στρογγυλή βούρτσα για να της φορμάρει τα μαλλιά. «Είσαι εχέμυθη;»  τη ρώτησε και η Σάρλοτ έγνεψε καταφατικά.
«Ο Κρίστιαν είναι ερωτευμένος με την Ελίζαμπεθ. Από μικρός. Πήγαιναν μαζί σχολείο. Είναι και οι δύο 29 χρόνων.»
«Α ναι;» ρώτησε η Σάρλοτ γεμάτη περιέργεια. «Και πώς μπορώ να βοηθήσω εγώ;»
«Μένεις στο ράντσο, Σάρλοτ!» είπε η Βίβι λες και μιλούσε σε χαζή. «Η Ελίζαμπεθ έχει γεμίσει φήμες το χωριό ότι εκείνη και ο Τρόι είναι μαζί και ότι εκείνη είναι κάτι σαν την κυρία του σπιτιού. Αλλά γιατί δε μένει εκεί; Γιατί δεν το επισημοποιούν; Ο Κρίστιαν κοντεύει να μαραζώσει. Θέλει να μάθει. Να ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει ή όχι».
«Βίβι, δεν έχω καταλάβει τίποτα» είπε ειλικρινά η Σάρλοτ αν και η συζήτηση την ενοχλούσε για λόγους που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Κυκλοφορεί στο σπίτι πολύ άνετα και δίνει εντολές στην Ιλέιν σαν να είναι η κυρία του σπιτιού αλλά εγώ δεν έχω καταλάβει να κοιμάται εκεί τα βράδια».
«Σου αρέσουν;» διέκοψε η Βίβι τη συζήτηση και έστρεψε την προσοχή της στο κούρεμα.
«Είναι τέλεια! Σε ευχαριστώ! Θα κάνουμε νύχια τώρα;» ρώτησε η Σάρλοτ.
«Λέω να κάνουμε ημιμόνιμο βερνίκι και όσο κρατήσει» είπε η Βίβι και η Σάρλοτ συμφώνησε. «Άσε την Ελίζαμπεθ τώρα. Αρκετά με ζαλίζει ο Κρίστιαν. Δεν αντέχω να ακούω άλλη για εκείνη. Τη θεωρώ λίγο ψιλομύτα» είπε και γέλασε.
Λίγο μόνο; Σκέφτηκε η Σάρλοτ αλλά δε μίλησε.

Μετά από μία ώρα και αφού πλήρωσε ένα ελάχιστο ποσό σε σχέση με αυτό που είχε συνηθίσει να πληρώνει στο Σαν Φρανσίσκο, η Σάρλοτ μπήκε στο βαν και κατευθύνθηκε στο ράντσο. Η Βίβι και ο Κρίστιαν θα περνούσαν να την πάρουν κατά τις εννιά από το σπίτι.

‘Όταν έφτασε στο σπίτι ανέβηκε γρήγορα πάνω και φόρεσε ένα στενό μαύρο παντελόνι, μαύρες μπότες με μέτριο τακούνι, ένα μαύρο ζιβάγκο και  ένα λευκό γούνινο τζάκετ. Είχε πολύ κρύο απόψε. Σήκωσε τα μαλλιά της σε μα σφικτή κοτσίδα και συμπλήρωσε το λουκ της με ελαφρύ μακιγιάζ και ένα ζευγάρι μακριά χρυσά σκουλαρίκια που σχεδόν ακουμπούσαν τους ώμους της.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και έκατσε στον υπολογιστή μέχρι να έρθει η Βίβι και ο Κρίστιαν. Είχε δέκα λεπτά στη διάθεσή της για να δει τα μέιλ της. Δεν είχε καν προλάβει να συνδεθεί όταν ο Τρόι μπήκε στο σπίτι. Η καρδιά της έκανε μια κωλοτούμπα και βολεύτηκε ξανά στη θέση της. Εκείνος δεν την χαιρέτησε, μάλλον της κρατούσε ακόμα μούτρα, αλλά ούτε και αυτή μπήκε στον κόπο. Αυτό που την ενόχλησε όμως πιο πολύ είναι ότι δεν της έδωσε ούτε δεύτερη ματιά. Λες και ήταν διάφανη. Μάλλον θα ήταν πολύ ερωτευμένος με την Ελίζαμπεθ για να μην κοιτάει καν άλλες γυναίκες.
Ο Τρόι ανέβηκε στον πάνω όροφο και κατέβηκε αμέσως. Τη βρήκε να γράφει ένα μήνυμα στο κινητό της ενώ κοιτούσε από το παράθυρο μήπως είχε έρθει η Βίβι.
«Θα βγεις;» τη ρώτησε εκείνος ψυχρά και εκείνη έγνεψε θετικά.
«Με τη Βίβι και τον αδερφό της»
«Θες το αμάξι;» τη ρώτησε ενώ καθόταν στο γραφείο της Ελίζαμπεθ.
«Θα πάμε με το αμάξι του Κρίστιαν» απάντησε εκείνη γυρνώντας του την πλάτη της.
«Να προσέχεις» είπε εκείνος σχεδόν μηχανικά. Η Σάρλοτ θύμωσε.
«Δεν είμαι παιδάκι» του είπε γυρνώντας απότομα προς το μέρος του.

«Το βλέπω» είπε εκείνος κοιτώντας τη σταθερά και μετά αφοσιώθηκε στον υπολογιστή του.

κεφάλαιο 14-τσακωμός νούμερο 2.345

Η Σάρλοτ ξύπνησε την Τετάρτη το πρωί τελείως απογοητευμένη. Τη Δευτέρα το πρωί ξεκίνησε να πάει για δουλειά αλλά την πρόλαβε ο Πίτερ κάπου μεταξύ σπιτιού και στάβλου και την ενημέρωσε ότι «το αφεντικό» τού είχε αναθέσει να την συνοδεύσει στη νέα της θέση και να την εκπαιδεύσει κατάλληλα. Φυσικά δεν τον είχε δει από το Σάββατο και δεν προέβλεπε να τον δει σύντομα. Από τη μία χαιρόταν αλλά από την άλλη ακόμα και μια αντιπαράθεση μαζί του ήταν πιο ενδιαφέρουσα από την απόλυτη μοναξιά που βίωνε. Το Σάββατο είχε πιει έναν καφέ με την Ιλέιν και πέρασαν πολύ καλά, αλλά την Κυριακή δεν είχε τι να κάνει. Μαγείρεψε κοτόπουλο με πατάτες αλλά το βράδυ πρόσεξε ότι ο Τρόι δεν είχε αγγίξει το φαγητό της, παρόλο που τον άκουσε να γυρίζει σπίτι για καναδυό ώρες το απόγευμα.

Το μόνο καλό ήταν ότι είχε κλείσει ραντεβού για τα μαλλιά της την Παρασκευή και ανυπομονούσε να αφιερώσει λίγο χρόνο στον εαυτό της, παρέα με μια κοπέλα της ηλικίας της. Γιατί και η Ελίζαμπεθ, δεν την περνούσε πάνω από πέντε χρόνια, αλλά δεν έδειχνε καμία επιθυμία να γνωριστούν καλύτερα. ‘Ήταν πολύ ευγενική και εξυπηρετική αλλά το μόνο που έλεγε ήταν πόσο καλός ήταν ο Τρόι και πόσο είχε αλλάξει η ζωή της από τη στιγμή που άρχισε να δουλεύει εδώ και πόσο το σπίτι το ένιωθε σαν δικό της κλπ. Και παρόλο που η Σάρλοτ νόμιζε ότι τουλάχιστον θα μπορούσαν να συζητάνε για μόδα, μιας και η Ελίζαπεθ φορούσε πάντα πολύ κομψά σύνολα, όταν την κολάκευε για τα ρούχα της, η Ελίζαμπεθ άλλαζε θέμα.

Αυτή η βδομάδα λοιπόν, ήταν πολύ βαρετή. Όλοι οι άντρες ήταν απασχολημένοι με τα πρόβατα, γιατί πλησίαζε η εποχή που θα τα κούρευαν. Έτσι, εκείνη αναγκάστηκε να δουλεύει μόνη, κυρίως, στην αποθήκη με τις ζωοτροφές. Η εν λόγω αποθήκη βρισκόταν τουλάχιστον μισή ώρα με τα πόδια από το σπίτι. Την πρώτη φορά την πήγε ο Πίτερ με ένα βαν αλλά τις επόμενες μέρες κουραζόταν φοβερά να περπατάει μέσα στις λάσπες και στο κρύο. Φυσικά δεν μπορούσε να το πει πουθενά. Έσφιγγε τα δόντια και πήγαινε. Και ταξινομούσε τις ζωοτροφές ανά ζώο και ανά ηλικία. Και κουβαλούσε σάκους με τροφή. Και σκούπιζε ό,τι είχε πέσει από τρύπιες σακούλες. Και υπέγραφε τις παραλαβές από τους προμηθευτές. Και πού και πού χόρευε και λιγάκι μιας και ήταν συνεχώς μόνη της.

Την Τετάρτη το βράδυ καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε λίγη τηλεόραση όταν μπήκε ο Τρόι στο σπίτι. Η Ελίζαμπεθ είχε φύγει πριν από μισή ώρα και φάνηκε έκπληκτος που δεν τη βρήκε εκεί. ‘Η αυτό ή ένιωθε αμήχανα που ήταν μόνος μαζί της. Τη χαιρέτισε μέσα από τα δόντια του κι εκείνη ψέλλισε ένα «γεια» χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Η θερμοκρασία πρέπει να είχε πέσει τουλάχιστον πέντε βαθμούς Κελσίου από την παγωμάρα. Η Σάρλοτ αφουγκράστηκε τις κινήσεις του. Ανέβηκε πάνω, ντους, ντύσιμο μάλλον. Μετά κατέβηκε κάτω, και πήγε στην κουζίνα. Έφαγε το πιάτο που του είχε αφήσει η Ιλέιν χωρίς να κάτσει κάτω. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να φοράει ένα φθαρμένο τζιν, καφέ καστόρινες μπότες και ένα παχύ πουλόβερ στο χρώμα της άμμου. Θα έβγαινε; Πού; Και με ποια; Γι’ αυτό θα είχε φύγει η Ελίζαμπεθ. Για να πάει να αλλάξει για το ραντεβού τους.

Η Σάρλοτ άλλαξε κανάλι και έβαλε ένα reality show με την Πάρις Χίλτον. Δεν έδινε πολλή σημασία στους διαλόγους. Το είχε ξαναδεί το επεισόδιο.
«Φίλη σου;» άκουσε από πίσω της μια φωνή και αναπήδησε. Ο Τρόι στεκόταν από πάνω της κρατώντας μια παγωμένη μπίρα στο χέρι. Την ειρωνευόταν; Μετά από τα γεγονότα του Σαββάτου, αυτό είχε να της πει; Δεν μπορούσε να δώσει τόπο στην οργή;
«Όχι πολύ καλή, αλλά τα λέμε συχνά» του είπε αδιάφορα. Το ήξερε ότι περίμενε από εκείνη να εκνευριστεί και να αρχίσει να ουρλιάζει ότι είναι ντροπή του να της λέει κάτι τέτοιο, οπότε αποφάσισε να του πει ένα ψέμα για να τον σοκάρει.
Εκείνος δεν απάντησε. Μάλλον τον είχε αποστομώσει. Αλλά η επόμενη αντίδρασή του την έκανε να νιώσει τελείως αδύναμη. Με μια άνετη κίνηση έκατσε δίπλα της στον καναπέ. Η Σάρλοτ έκανε την αδιάφορη αλλά η μύτη της γέμισε με το άρωμά του. Το, σημειωτέον, υπέροχο άρωμά του.
«Σάρλοτ, ο Πίτερ έχει γενέθλια σήμερα και μας έχει καλέσει σπίτι του. Θες να έρθεις;» της είπε και η Σάρλοτ νόμισε ότι παράκουσε. Γύρισε και τον κοίταξε. Μεγάλο λάθος. Είχε χτενίσει τα μαλλιά του, είχε ξυριστεί και ήταν…πολύ γοητευτικός.
«Ο Πίτερ με είδε το πρωί και δε μου είπε τίποτα» του είπε και γύρισε προς την τηλεόραση.
«Ο Πίτερ ντρέπεται και τον αέρα που αναπνέει» είπε εκείνος κοιτώντας την. Το προφίλ της δηλαδή.
«Δε θα νιώθω άνετα. Πες ότι έχω πονοκέφαλο» του είπε. Το ήξερε ότι γινόταν αγενής αλλά δεν την ένοιαζε. Ντρεπόταν να πάει σε αυτή τη γιορτή. Ντρεπόταν να μείνει μόνη της μαζί του στο βαν. Δεν ήθελε να περνάνε χρόνο μαζί. Ένιωθε εκτεθειμένη. Σαν να περνούσε συνεχώς από εξετάσεις.
«Θα περάσεις έξι μήνες εδώ. Μην απομονωθείς» της είπε εκείνος, σχεδόν γλυκά. Η Σάρλοτ γύρισε και τον κοίταξε. Είχε ακούσει καλά;
«Δε με νοιάζει να κάνω παρέες, Τρόι» απάντησε εκείνη. Δεν το εννοούσε. Απλώς φοβόταν ότι δε θα την συμπαθήσουν. Την είχε ανέκαθεν αυτή τη φοβία. Ότι δε θα γινόταν αρεστή. Ένιωθε φοβερά άβολα όταν γνώριζε καινούργιο κόσμο και την κούραζε η υπερπροσπάθεια να κάνει τους πάντες να την αγαπήσουν.
«Δεν είμαστε του επιπέδου σου;» τη σκότωσε εκείνος. Η Σάρλοτ πετάχτηκε σαν ελατήριο από τον καναπέ πετώντας το τηλεχειριστήριο προς άγνωστη κατεύθυνση.
«Στο διάολο, Τρόι! Στο διάολο κι εσύ και οι προσβολές σου!» του είπε και ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Εκείνος σηκώθηκε για να τη σταματήσει και την πρόλαβε λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω της. Την άρπαξε και την ταρακούνησε.
«Πώς τολμάς και πετάς κάτι που δε σου ανήκει;» τη ρώτησε με μάτια που έβγαζαν φωτιές. Η Σάρλοτ ένιωσε την επιθυμία να χώσει τα νύχια της στο πρόσωπό του. Να δει αίμα να τρέχει στο δέρμα του. Τον μισούσε τόσο πολύ  που έτρεμε.
«Πόσο κάνει, Τρόι;» τον ρώτησε και έβγαλε το πορτοφόλι από την τσάντα της. Πώς είχε ξεφύγει έτσι η συζήτηση; Γιατί την εκνεύριζε τόσο πολύ; Γιατί ο θυμός της την έκανε αγνώριστη; Μισούσε τον εαυτό της όταν γινόταν τόσο σκληρή. Αλλά ένιωθε ότι του το χρωστούσε. Διάολε, πόσο να άντεχε; Πήρε μερικά χαρτονομίσματα των εκατό δολαρίων και του τα πέταξε.
«Πάρε!» του είπε, αλλά εκείνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα πιάσει. Η Σάρλοτ τα είδε να πέφτουν στο πάτωμα σαν τα φύλλα που πέφτουν από τα δέντρα με το που μπει το φθινόπωρο. Τον κοίταξε. Αυτό που είδε στα μάτια του θα την είχε τρομάξει αν δεν ήταν τόσο έξαλλη.
«Φεύγω» της είπε και της γύρισε την πλάτη. «Δεν αξίζεις ούτε να τσακώνομαι μαζί σου» της είπε αλλά η Σάρλοτ δεν είχε πει την τελευταία της κουβέντα. Έσκυψε και μάζεψε τα χαρτονομίσματα και μονολόγησε αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσει.
«Ε βέβαια. Ο κύριος δέχεται μόνο εξαψήφια ποσά».

Ο Τρόι σταμάτησε αμέσως και γύρισε προς το μέρος της. Έχωσε νευρικά τα χέρια του μέσα στις τσέπες του. Ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί για να μην τη χαστουκίσει.
«Αν τολμήσεις να με προσβάλεις ξανά, θα σε στείλω πακέτο στον πατέρα σου» της είπε ήρεμα.
«Αν τολμήσεις να με προσβάλεις ξανά, θα φύγω μόνη μου» του είπε σθεναρά.

Εκείνος μια βαθιά ανάσα και χάθηκε από μπροστά της.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

σκόρπιες σκέψεις

Δεν έπρεπε να του επιτεθώ έτσι. Στην τελική δεν φταίει αυτός για όσα έχουν γίνει με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου φταίει 100%. Ο Τρόι δέχτηκε ένα ποσό. Δεν έκανε άσχημα. Και το αποπλήρωσε και με το νόμιμο τόκο. Αξιοθαύμαστο. Και ο πατέρας μου του είχε προσφέρει ένα ποσό ως δώρο για την αυτοθυσία του. Και αυτό δεν ήταν παράλογο. Το μόνο άσχημο και άδικο ήταν που ο πατέρας μου αρνήθηκε σε εμένα τη βοήθειά του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά με εξόρισε και στην άκρη του πουθενά να συναναστρέφομαι με αυτόν τον αγροίκο, που γκάζωσε και με γέμισε σκόνη. Ευτυχώς δηλαδή που έγινε κι αυτό και αναγκάστηκα να βήξω λίγο για να μην πνιγώ και έτσι ξέχασα τα δάκρυα που έτσουζαν τα μάτια μου. Η συμπεριφορά του από τη μέρα που έχω έρθει είναι ψυχρή και ευγενική. Περίπου δηλαδή. Αλλά σήμερα έδειξε το αληθινό του πρόσωπο. Δεν με θέλει εδώ. Αυτό το είχα καταλάβει, αλλά πίστευα ότι με το να δουλεύω όσο μπορούσα και να μένω μακριά από τα πόδια του στο σπίτι δε θα προκαλούσα την οργή του. Είχα κάνει λάθος. Τον ενοχλώ και μόνο που αναπνέω. Αυτό δεν ήταν δυνατόν να το καταπολεμήσω. Τι να έκανα; Να εξαφανιζόμουν; Αν ήθελε, θα μπορούσε να πάρει τον πατέρα μου και να του ζητήσει να αλλάξει τη γνώμη του και να με δεχτεί πίσω. Άλλωστε ο πατέρας μου δεν του χαλούσε χατίρι του «κανακάρη» του.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και έκλαψε με την ησυχία της στο δωμάτιό της. Αν ήταν στο Σαν Φρανσίσκο, θα έπαιρνε το αμάξι της για να κάνει μια βόλτα να ηρεμήσει αλλά ούτε αυτό δεν μπορούσε εδώ μέσα. Ένα βαν υπήρχε και αυτό το είχε ο Τρόι. Και δεν μπορούσε να κάνει και ιππασία. Έντεκα ολόκληρα άλογα και δεν μπορούσε να ανέβει ούτε σε αγελάδα. Διάολε, αυτό που ζούσε ήταν ένας εφιάλτης. Έκανε ένα ντους να φύγει από πάνω της η σκόνη. Στέγνωσε τα μαλλιά της και έβαλε ένα πρόχειρο τζιν και ένα στενό μακό που την κολάκευε πολύ. Δεν υπήρχε λόγος να θέλει να είναι όμορφη. Εδώ μέσα ένιωθε ότι ήταν άυλη, ότι δεν είχε σώμα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το όνομά της. Κατέβηκε στον κάτω όροφο και βρήκε μια ατζέντα στο γραφείο της Ελίζαμπεθ. Την είχε δει να σημειώνει εκεί όλα τα τηλέφωνα συνεργατών. Βρήκε εύκολα το τηλέφωνο της Ιλέιν. Την πήρε από το σταθερό και τη ρώτησε τι έκανε το απόγευμα. Η Ιλέιν χάρηκε πολύ που την άκουσε. Της είπε ότι είχε δουλειές στο σπίτι της αλλά την προσκαλούσε για καφέ. Η Σάρλοτ δέχτηκε. Θα πήγαινε ως εκεί με τα πόδια για να ξεσκάσει. Θα έπινε ένα καφεδάκι και θα γυρνούσε σπίτι αργά το βράδυ. Όσο για την Κυριακή, θα έβρισκε πώς να την περάσει.


Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 13- σκόρπιες σκέψεις...

Ο Τρόι σταμάτησε το βαν του αφού έχασε την Σάρλοτ από τα μάτια του. Η εικόνα που είδε φευγαλέα στον καθρέπτη του, κοιτώντας πίσω του, τον είχε στοιχειώσει. Το σύννεφο της σκόνης που προκάλεσε πάνω στα νεύρα του τη σκέπασε αλλά εκείνη στεκόταν εκεί, ακίνητη, χωρίς να προσπαθεί να διώξει το χώμα από πάνω της. Την είχε σοκάρει με την επίθεσή του. Είχε μείνει εκεί σαν άγαλμα να τον κοιτάει να ξεμακραίνει, μάλλον ανίκανη να πιστέψει ότι της είχαν μιλήσει έτσι.

Μα πώς της μίλησα έτσι; Σκέφτηκε. Ο χειρότερος αλήτης δε θα μιλούσε έτσι σε μια γυναίκα. Μα να της πω να σκάσει; Τα δικαιώματά της διεκδίκησε και προσπάθησε να βάλει σε σειρά όσα έγιναν πριν από εφτά χρόνια. Ο πατέρας της δεν πρέπει να της είχε πει τίποτα. Δεν την αδικούσε που σοκαρίστηκε όταν έμαθε για εκείνο το ποσό που του δάνεισε. Και δεν την αδικούσε. Τώρα, με καθαρό μυαλό, δεν την αδικούσε. Πρέπει να έπαθε σοκ όταν ο πατέρας της αρνήθηκε να της δώσει χρήματα ενώ με τον ίδιον υπήρξε τόσο γενναιόδωρος. Ίσως αν δεν ντρεπόταν τόσο που δανείστηκε χρήματα να είχε αντιδράσει πιο συγκρατημένα.

Μα να της πει να το βουλώσει; Σαν νεράιδα στεκόταν έξω απ΄το αμάξι του, με τα μάτια της να λάμπουν σαν ζαφείρια. Είχε τα χέρια της στηριγμένα στη μέση και προσπαθούσε να φανεί γεμάτη αυτοπεποίθηση, αλλά το έβλεπε ότι την είχε πληγώσει. Το κάτω χείλος της έτρεμε λες και ήταν έτοιμη να κλάψει. Και ήταν σίγουρος ότι μόλις έμενε μόνη αυτό θα έκανε. Τι σόι άντρας ήταν αυτός; Μπορεί να ήταν εκνευριστική αλλά δε έμοιαζε κακιά. Και σίγουρα δεν της άξιζε να προβάλει πάνω της τα συναισθήματά του για την Μαριάνα.

Είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι που τη γνώρισε. Είχε έρθει με τους γονείς της στο θέρετρο όπου δούλευε ως φροντιστής των κήπων και είχε τραβήξει αμέσως την προσοχή του. Ακόμα και αν δεν είχε προσέξει τη σπάνια ομορφιά της, θα είχε προσέξεις σίγουρα τα πανάκριβα ρούχα και τους παρατρεχάμενους που είχε από πίσω της σε κάθε βήμα. Είχαν συναντηθεί ένα βράδυ που εκείνος έφτιαχνε το αυτόματο πότισμα και τη συνόδευσε στην καμπάνα της. Σύντομα ανέπτυξαν σχέση. Οι γονείς της θα έμεναν ένα μήνα στο θέρετρο και εκείνη πηγαινοερχόταν από Νέα Υόρκη κάθε λίγες μέρες. Την είχε αγαπήσει παρά το σύντομο της γνωριμίας τους.  Την είχε αγαπήσει παρά το νεαρό της ηλικίας του. Και για όσο είχε κρατήσει το ειδύλλιό τους είχε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής του. Αλλά το όνειρο δεν κράτησε για πολύ. Οι γονείς της έμαθαν για τη σχέση τους και διέκοψαν τη διαμονή τους εκεί. Η Μαριάνα αρχικά διαμαρτυρήθηκε. Είπε όλα τα τετριμμένα. «Είμαι ενήλικη, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, θα μείνω εδώ και δε θα γυρίσω στη Νέα Υόρκη» και άλλα τέτοια. Αλλά ο πατέρας της ήταν ανένδοτος. Δε θα χαράμιζε την κόρη του και την κληρονομιά του σε έναν φτωχό κηπουρό. Ο Τρόι προσπάθησε με νύχια και με δόντια να την κρατήσει. Της είπε ότι σύντομα τέλειωνε τις σπουδές του και είχε μερικές ιδέες για να κάνει περιουσία. Της είπε ότι θα έμεναν για λίγο στο δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει το θέρετρο και μετά θα νοίκιαζαν κάτι στην πόλη. Είχε κάνει οικονομίες. Της είπε, της είπε, της υποσχέθηκε… Αλλά ο πατέρας της είχε τον άσο στο μανίκι του. Μια Ferrari. Τόσο κόστιζε η αγάπη του. Μια Ferrari. Η Μαριάνα έκανε λίγο τη δύσκολη, αλλά τελικά έπεσε. Έφυγε με τους γονείς της ένα βράδυ χωρίς να γυρίσει πίσω της να κοιτάξει τον Τρόι που την κοιτούσε από το παράθυρό του. Κι εκείνος ορκίστηκε εκείνη τη στιγμή ότι δε θα άφηνε ποτέ καμία γυναίκα να τρυπώσει στην καρδιά του. Για να μην ξανανιώσει ποτέ αυτό το αίσθημα εγκατάλειψης. Για να μην γίνει ποτέ ξανά η καρδιά του κομμάτια.
Τι έφταιγε η Σάρλοτ για όλα αυτά όμως; Δεν έπρεπε να της φερθεί έτσι. Θα μπορούσε να την παραπέμψει στον πατέρα της για τις απαντήσεις που έψαχνε και να μην της μιλήσει έτσι. Δεν της άξιζε αυτή η συμπεριφορά. Και όσα της είχε πει δεν ίσχυαν. Δεν ήταν τόσο άχρηστη όσο της καταλόγισε. Τουναντίον. Ο Τζόναθαν τού είχε πει ότι ήταν πολύ τυπική με το ωράριό της και δεν την ένοιαζε καθόλου να λερωθεί. Φρόντιζε τα άλογα με μεγάλο ενθουσιασμό και μάλιστα πήγαινε και τα τάιζε και το απόγευμα. Και στο σπίτι μέσα, ήταν μια διακριτική παρουσία. Δεν την έβλεπε σχεδόν ποτέ. Η Ιλέιν τού είχε πει ότι τη βοηθούσε με τις δουλειές και μετά περνούσε τον περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό της. Ήταν σίγουρος ότι το έκανε από διακριτικότητα.


Ο Τρόι κοπάνησε το χέρι του στο τιμόνι. Ήταν απαράδεκτος. Και έπρεπε να επανορθώσει. Αλλά δεν ήθελε να της δώσει την εντύπωση ότι τον είχε του χεριού της. Θα τέλειωνε σήμερα τη δουλειά του και αύριο που ήταν Κυριακή, θα έτρωγε μαζί της το μεσημέρι και θα προσπαθούσε να της ζητήσει συγγνώμη με τον τρόπο του. Αυτό ήταν. Της χρωστούσε μια συγγνώμη και θα της την έδινε. Αυτό θα έπρεπε να κάνει ένας άντρας.