Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

κεφάλαιο 72-επιτέλους!

Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και παρόλο που είχε πει ένα τίλιο με λίγο μέλι δεν είχε καταφέρει να νιώσει καλύτερα. Χθες είχε συναντηθεί με την Κιμ Σαλντάν, η οποία είχε κατενθουσιαστεί με τα σχέδια της Κάθριν. Είχε μάλιστα τηλεφωνήσει επιτόπου και στην κολλητή της και την είχε καλέσει στην επόμενη πρόβα. Η Κάθριν κόντεψε να τσιρίξει από χαρά όταν κατάλαβε ότι η κολλητή της Κιμ Σάλνταν ήταν η Σάρλοτ Μέι, μια ανερχόμενη αλλά πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια της ποπ. Αν κατάφερνε να εισχωρήσει στον κύκλο των επωνύμων θα έκανε πολύ σύντομα όνομα και όλοι της οι κόποι θα ανταμείβονταν.

Σήμερα όμως η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση που είχε νιώσει χθες είχε κάνει φτερά. Τα μεσάνυχτα έληγε η προθεσμία που της είχε δώσει ο Οντι και ακόμα δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Η αλήθεια είναι ότι το πρωί που είχε ξυπνήσει, είχε αποφασίσει να κλείσει εισιτήρια για το Σιάτλ, να πάει να δει τη μητέρα της και να ηρεμήσει. Το μεσημέρι είχε πακετάρει σε μια βαλίτσα μερικά πράγματα. Και τώρα, στις έξι η ώρα το απόγευμα, λιγότερο από έξι ώρες μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, καθόταν στο σαλόνι κοιτώντας σαν υπνωτισμένη την τηλεόραση, χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς βλέπει.

Δεν μπορούσε να κοροϊδεύει άλλο τον εαυτό της. Τη βαλίτσα την είχε φτιάξει για τον Οντι. Όχι για το Σιάτλ. Ήθελε να πάει κοντά του, ήθελε να μείνουν μαζί. Τα λόγια του την είχαν συγκινήσει. Της είχε αφήσει υπόνοιες ότι ήθελε να προχωρήσουν τη σχέση τους αλλά δεν ήθελε να τον πιέσει. Όσα της είχε γράψει τα είχε γράψει επειδή τα ένιωθε ή επειδή ένιωθε ότι μόνο έτσι θα την κέρδιζε πίσω;

Η Κάρμεν είχε φύγει και θα γυρνούσε αργότερα. Της είχε ζητήσει να είναι εκεί μετά τις δέκα. Δεν ήθελε να είναι τελείως μόνη με τον Οντι. Όχι ότι αν ήταν η φίλη της μέσα στο σπίτι θα μπορούσε να τη βοηθήσει και πολύ. Όχι ότι θα μπορούσε να γλυτώσει τη καρδιά της από το να γίνει χιλιάδες μικρά κομμάτια αν ο Οντι δεν έδειχνε ειλικρινή μεταμέλεια. Ξαφνικά το κουδούνι της πόρτας χτύπησε νευρικά και διέκοψε τις σκέψεις της. Η Κάθριν ξεφύσησε. Νόμιζε ότι είχε τελειώσει με τις ανθοδέσμες και τα σοκολατάκια. Σήμερα της είχε στείλει ένα καλάθι με μάφιν και μια σύνθεση με φρέσκα φρούτα. Τι άλλο της είχε στείλει τώρα; Ένα μικρό αερόστατο;

Άνοιξε την πόρτα φορώντας τις πιτζάμες και τη μάλλινη ρόμπα της, περιμένοντας να δει τον νεαρό που εδώ και τρεις μέρες έβλεπε ανά τέσσερις-πέντε ώρες. Αλλά η ανάσα της κόπηκε όταν είδε τον Οντι να περιμένει απ’ έξω στηριγμένο με το ένα χέρι στο κάσωμα της πόρτας της. Δεν της είπε «γεια». Ούτε κι εκείνη. Κοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι που η Κάθριν έκανε στην άκρη για να περάσει. Κάθισε στον καναπέ και ακούμπησε τις παλάμες του στα γόνατά του. Η Κάθριν τον κοίταξε χωρίς να ξέρει τι να πει. Έδειχνε καταρρακωμένος. Μαύροι κύκλοι πλαισίωναν τα άλλοτε λαμπερά μάτια του και μερικές διάσπαρτες λευκές τρίχες στους κροτάφους του πρόδιδαν το άγχος και την ταλαιπωρία που είχε ζήσει τις μέρες που ήταν χώρια.

«Έχω ακόμα πέντε ώρες» του είπε εκείνη με μια δόση χιούμορ ενώ πήγαινε να του φέρει έναν καφέ. Διάλεξε και ένα ωραίο μάφιν και του το πρόσφερε. Εκείνος αγνόησε τελείως το φλιτζάνι και το πιάτο.
«Κατάλαβα…» απάντησε εκείνος με σβησμένη φωνή και έκανε να σηκωθεί αλλά η Κάθριν τον σταμάτησε. Μα τι στο καλό είχε γίνει; Ήταν δυνατόν να φοβόταν τόσο όσο έδειχνε;
«Κάτσε κάτω, Οντι» του είπε ενώ μάζευε τα μαλλιά της σε μια κοτσίδα και έβγαζε τη ρόμπα για να μη δείχνει λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι.
«Πες μου αν θα γυρίσεις» την παρακάλεσε με μάτια που έσταζαν φόβο. «Δεν αντέχω να περιμένω άλλο. Θα σου δώσω ό,τι ζητάς και ακόμα παραπάνω» της είπε και η Κάθριν δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. Συναισθήματα που νόμιζε ότι έκρυβε καλά βγήκαν στην επιφάνεια και άρχισε να φωνάζει μέσα στο σαλόνι της.
«Δε ζητάω τίποτα, Οντι!» τσίριξε ξαφνικά. «Ούτε διαμάντια, ούτε μάφιν, ούτε λουλούδια. Μόνο αγάπη θέλω. Αυτό. Μπορείς;» τον ρώτησε.
«Αν μπορώ;» ούρλιαξε κι εκείνος, τόσο που την τρόμαξε. Σηκώθηκε απότομα και την έπιασε από τους ώμους, απειλητικά λες και ήθελε να την ταρακουνήσει. «Σε αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο, εσένα και το παιδί μας. Δεν αντέχω ούτε λεπτό μακριά σου, μισώ τον εαυτό μου, αυτό που είμαι χωρίς εσένα. Αν δεν έρθεις απόψε μαζί μου, σπίτι μου, σπίτι μας, θα τα παρατήσω όλα. Θα πουλήσω την εταιρεία, θα πάω να μείνω στο νησί και θα κοιτάω από ψηλά το πλοίο που θα φτάνει και θα προσεύχομαι να είσαι μέσα. Εσύ και το μικρό μας» είπε. Η Κάθριν είδε τα μάτια του να κοκκινίζουν, να γεμίζουν δάκρυα, αλλά πάσχιζε να μην τα αφήσει να κυλήσουν. Ο Οντι της ήταν τόσο ευάλωτος που δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι.
«Φοβάμαι, Οντι» του είπε δυναμικά. «Μου είπες κάτι σκληρό, κάτι αδυσώπητο. Πώς ξέρω ότι δε θα μου μιλάς έτσι κάθε φορά που τσακωνόμαστε;»
«Δε θα ξανατσακωθούμε» είπε εκείνος πιο ήρεμα. «Ποτέ».
«Δε γίνεται αυτό» γέλασε η Κάθριν. Ο Οντι δεν έδειχνε εξίσου εύθυμος. Παρέμενε βλοσυρός λες και κρινόταν η ζωή του.
«Γίνεται. Ορκίστηκα να μην σε ξαναπληγώσω ποτέ» της είπε και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και για μερικά δευτερόλεπτα είδε μέσα τους τη θύελλα που βασάνιζε την ψυχή του. Δεν ήθελε να τον βλέπει πια έτσι.
«Αυτό σημαίνει ότι θα κάνω εγώ ό,τι θέλω;» τον ρώτησε χαμογελαστή ενώ ακουμπούσε ένα τρυφερό φιλί στην άκρη της μύτης του. Τον ένιωσε να τρέμει και τον έσφιξε δυνατά.
«Δηλαδή;» τη ρώτησε προσεκτικά.
«Ε να…» του είπε και κάθισε στην αγκαλιά του. «Θα διαλέξω εγώ πού θα πάμε μήνα του μέλιτος;» τον ρώτησε. Ο Οντι επιτέλους χαμογέλασε. Ελπίδα και χαρά φώλιασαν
στα μάτια του και ξαφνικά έδειξε νεότερος.
«Μου κάνεις πρόταση γάμου, Κάθριν;» τη ρώτησε ενώ χάιδευε την κοιλιά της.
«Σε αγαπάω, Οντι» του είπε και τον φίλησε. «Μάλλον από την πρώτη στιγμή που σε είδα να δουλεύεις στην αυλή ιδρωμένος και βρώμικος. Και δε θέλω πια να μείνω ούτε λεπτό μακριά σου».

Ο Οντι την έσφιξε και έχωσε το πρόσωπό του στην αγκαλιά της.
«Πάμε να φτιάξουμε τις βαλίτσες σου» της είπε ξαφνικά και η Κάθριν γέλασε.
«Είναι έτοιμες».
«Και με αφήνεις να τυραννιέμαι;» τη μάλωσε ενώ η Κάθριν πήγαινε να μαζέψει μερικά καλλυντικά.

«Έχω να σου πω και νέα για…» του είπε ενώ έβγαινε στο σαλόνι αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ την πρότασή της. Ο Οντι στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω τη βροχή να πέφτει. Ήταν τόσο όμορφος που της έκοψε την ανάσα. Ψηλός και αρρενωπός σαν άγαλμα Έλληνα Θεού. Τον πλησίασε από πίσω και τον αγκάλιασε. Εκείνος έβαλε το χέρι του στην τσέπη του μπουφάν του και έβγαλε ένα βελούδινο κουτάκι. Γύρισε προς το μέρος της και άνοιξε το κουτάκι μπροστά της.
«Σε αγαπώ με κάθε μόριο της ύπαρξής μου. Κάθριν, θέλεις να με παντρευτείς;» τη ρώτησε δακρυσμένος προσφέροντάς της το πιο όμορφο, το πιο εξαίσιο διαμαντένιο δαχτυλίδι αρραβώνων. Η Κάθριν δεν κατάφερε ποτέ να απαντήσει. Μόνο έγνεψε θετικά και άρχισε να κλαίει.
«Η μητέρα μου μας περιμένει αύριο για φαγητό» της είπε όταν επιτέλους ηρέμησε. Η Κάθριν χαμογέλασε δειλά.
«Ξέρει; Τι είπε για…;» τον ρώτησε φοβισμένη.
«Της είπα αυτό το φρικιαστικό πράγμα που σου είπα εκείνη τη μέρα και δε μου μιλούσε μέχρι προχθές. Ανέβασα πυρετό και δεν μπορούσα να κουνηθώ από το κρεβάτι. Σύρθηκα σχεδόν μέχρι το μαγαζί μας για να μου φτιάξει καμιά σούπα. Μου είπε ότι δε με σερβίρει και ότι δε με αναγνωρίζει ως γιο εφόσον είμαι τόσο ηλίθιος» της είπε γελώντας. «Οπότε καταλαβαίνεις ποια είναι η θέση της σχετικά με εσένα».
«Χαίρομαι που με εγκρίνει» του είπε.
«Δε με νοιάζει η έγκρισή της, Κάθριν. Απλά σου το λέω γιατί ξέρω ότι σου είναι σημαντική η ευχή της» της είπε και η Κάθριν συγκινήθηκε που είχε καταλάβει τις σκέψεις της.
«Σε αγαπώ τόσο πολύ» του είπε και ξανάρχισε να κλαίει. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά, μέχρι που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Οι σιωπές τους έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού. Και η Κάθριν ήταν σίγουρη ότι ένιωσε το μωρό τους να φτερουγίζει ευτυχισμένο μέσα της.

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΑΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΕΛΚΟΜΕΝΑ


1 σχόλιο:

  1. οκ μετα απο αυτο εαν ξανα πω κακια να με βρισεις χωρις ενοχες!!!!!ΤΤΤΤΕΕΕΕΛΛΛΛΕΕΕΕΙΙΙΙΟΟΟΟΟΟ ΤΕΛΕΙΟ!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή