Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 54-fail



Η Κυριακή είχε έρθει, και η Κάθριν, η Έλενα και η μητέρα της βρίσκονταν στα παρασκήνια και έτρεχαν πανικόβλητες. Παρόλη τη φοβερή προετοιμασία που είχε κάνει είχαν προκύψει αρκετά απρόβλεπτα γεγονότα. Η μόνη η οποία ήταν ενθουσιασμένη ήταν η μητέρα της, η οποία κυκλοφορούσε στα παρασκήνια βγάζοντας φωτογραφίες τα άλλα μοντέλα.
«Λατρεύω το πάσο που μας έδωσαν» είπε η Έλενα δείχνοντας την πλαστικοποιημένη κάρτα με το όνομά της που φορούσε στο λαιμό.
«Δήλωσα το όνομά σου πριν από δύο βδομάδες. Για τη μητέρα μου κίνησα γη και ουρανό» είπε η Κάθριν ανοίγοντας ένα κουτί που περιείχε υαλοβάμβακα.
«Κάτσε να σε βοηθήσω, μη σκύβεις» τη μάλωσε η Έλενα και έβγαλαν μαζί από το κουτί το αφράτο υλικό.

Η Κάθριν είχε περίπου τρεις ώρες μπροστά της αλλά ήθελε να ελέγξει κάθε μικρή πιθανότητα να πάει κάτι στραβά. Αφού ήλεγξε ότι η κούτα που της είχε παραδοθεί είχε το σωστό υλικό μέσα και το τσέκαρε ψηλαφώντας το με τα χέρια, το έβαλε ξανά μέσα και πήγε να δει τα μοντέλα της που βρίσκονταν όλα σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα μοντέλα και προετοιμάζονταν. Οι επαγγελματίες μακιγιάζ και κομμωτικής έτρεχαν πανικόβλητοι για να καταφέρουν να ετοιμάσουν έγκαιρα όλα τα κορίτσια σύμφωνα με τις οδηγίες των σχεδιαστών τους. Η Κάθριν είχε επιλέξει για τα μοντέλα της ένα μακρύ απόλυτα ίσιο μαλλί με χωρίστρα στη μέση. Δύο από τα μοντέλα της που δεν είχαν αρκετά μακρύ μαλλί είχαν φορέσει τρέσα. Το μακιγιάζ τους θα ήταν απλό, με ουδέτερη βάση, έντονο ρουζ και μπλε μολύβι ματιών και μάσκαρα.

«Σου είπα να μη φορέσει τακούνια» είπε στην Έλενα αλλά η φίλη της δεν έδειχνε να ακούει. «Έχουμε πολλή ώρα μπροστά μας και εσύ ήδη σέρνεσαι!» είπε η Κάθριν.
«Θα φορέσω μπαλαρίνες για λίγο και μετά πάλι τακούνια» είπε η Έλενα. «Εσύ δε θα αλλάξεις;» ρώτησε.
«Ναι, μην ανησυχείς. Έχω φέρει ένα στενό φόρεμα που σχεδίασα πέρσι. Θα το βάλω μετά» είπε αδιάφορα.
«Πόσο στενό; Κάνει;» ρώτησε η Έλενα με ενδιαφέρον και η Κάθριν απάντησε σηκώνοντας τους ώμους.


 «Στην κεντρική πασαρέλα έχει επίδειξη η Prada» τσίριξε η μητέρα της η οποία δεν είχε κάτσει ούτε ένα λεπτό στο ίδιο σημείο. «Έχουν έρθει όλοι οι επώνυμοι!» είπε και χτύπησε τα χέρια της μεταξύ τους.
«Τα έχω δει τα ρούχα στις πρόβες» είπε αδιάφορα η Κάθριν. Δεν είχε και πολλή όρεξη. Είχε ένα κακό προαίσθημα για σήμερα. Είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς και δεν μπορούσε να κοιμηθεί και όταν ετοιμαζόταν έσπασε ένα μπουκάλι κολόνιας στο μπάνιο. Προσευχόταν να πάνε όλα καλά.

Ο Οντι δεν την είχε ξαναενοχλήσει από εκείνα τα μηνύματα αλλά δεν είχαν περάσει και πολλές μέρες. Η Έλενα την είχε ρωτήσει τι θα έκανε αν τον έβλεπε στην επίδειξη και δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Είχε προετοιμαστεί για την πιθανότητα να τον δει. Ο Οντι είχε παρευρεθεί και στην περσινή και προπέρσινη Εβδομάδα Μόδας, οπότε ήταν πιθανό να έρθει και σήμερα που ουσιαστικά ήταν το κλείσιμο.

Αυτό της είχε μάλλον χαλάσει το κέφι. Όλα αυτά τα ανάμεικτα συναισθήματα που ένιωθε και δεν την άφηναν να ηρεμήσει. Ήθελε πολύ να τον δει. Δεν ανέπνεε μακριά του. Από την άλλη, ήξερε ότι αν τον έβλεπε θα αναστατωνόταν. Και θα ήταν μόνος; ‘Η θα ερχόταν με κανένα μοντέλο; Αποκλείεται, μάλωσε τον εαυτό της. Δεν ήταν τόσο κάθαρμα.

«Πού ταξιδεύεις εσύ;» άκουσε μια φωνή από πίσω της και όταν γύρισε είδε τον Σκοτ μπροστά της. Κουβαλούσε τον εξοπλισμό του, που έδειχνε βαρύς, αλλά κατάφερε να ισορροπήσει και να της δώσει ένα φιλί στο μάγουλο μεν, αλλά κοντά στα χείλη. Η Κάθριν χαμογέλασε ψυχρά. Έπρεπε να το αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα κάποια στιγμή.
«Σκοτ, τι κάνεις;» τον χαιρέτισε και τον σύστησε στη μητέρα της, η οποία εξαφανίστηκε και πάλι. «Τακτοποιώ λίγο το ντεκόρ και περιμένω να έρθουν για τη μουσική σε καμιά ώρα» του είπε.
«Ποιος θα έρθει;» τη ρώτησε εκείνος, στήνοντας το τρίποδό του. Ο Σκοτ θα κάλυπτε την επίδειξή της.
«Δεν ξέρω, τι να σου πω; Έχουν βάλει ένα άτομο και θα περάσει λίγο πριν ξεκινήσουμε, να πάρει τη μουσική και τις φωτογραφίες μας».
«Τι διάλεξες τελικά;» ρώτησε ο Σκωτ με ενδιαφέρον.
«Θα έχω υαλοβάμβακα στα πλάγια της πασαρέλας, σαν να είναι σύννεφα από βαμβάκι. Στο videowall έχω διαλέξει να προβάλλεται ένα βίντεο με εικόνες από ένα λαμπερό γαλάζιο ουρανό και έχω διαλέξει και ένα δυνατό χορευτικό τραγούδι».
«Το έχεις προσαρμόσει;»
«Ναι, φυσικά. Διάλεξα ένα κομμάτι του τραγουδιού που διαρκεί δύο λεπτά περίπου και δένει απόλυτα με την κίνηση των κοριτσιών. Το έχουν προβάρει» του είπε.
«Τέλεια» απάντησε κι εκείνος και της χάιδεψε το μάγουλο απαλά.

Η Κάθριν κοίταξε το ρολόι της. Ήταν εφτά και τέταρτο και τα μοντέλα της ήταν πανέτοιμα. Οι υπόλοιποι σχεδιαστές και τα μοντέλα τους είχαν αρχίσει να οργανώνονται αλλά αυτή είχε λίγο χρόνο παραπάνω γιατί ανέβαινε τελευταία. Ο ηχολήπτης βάρδιας ανακοίνωσε ότι θέλει σε στικάκι ένα αρχείο μουσικής και ένα με εικόνες από τον καθένα. Η Κάθριν άνοιξε το τάμπλετ της και πήρε το στικάκι της για να περάσει τα αρχεία. Τα είχε σε ένα φάκελο στην επιφάνεια εργασίας, όπου το φόντο έδειχνε μια παραλία στη Φολέγανδρο. Την ηρεμούσε πολύ αυτή η εικόνα.

Το κακό δεν άργησε να συμβεί. Το τάμπλετ της έκλεισε απότομα και άνοιξε ξανά, αλλά μερικά αρχεία έλειπαν από την επιφάνεια εργασίας. Η Κάθριν πάγωσε. Έλειπαν οι φωτογραφίες από το νησί και τα αρχεία για την επίδειξη. Και το μηχάνημα σερνόταν. Τι είχε συμβεί;

«Σκωτ, έλα λίγο» φώναξε το φίλο της, που ήξερε πολύ από αυτά.

Ο Σκωτ πήρε το τάμπλετ στα χέρια του και τράβηξε απότομα το στικάκι.
«Διάολε, είχε ιό και κόλλησε το τάμπλετ. Έχεις καιρό να το χρησιμοποιήσεις;»
«Ναι, καναδυο βδομάδες. Το είχα χρησιμοποιήσει σε έναν ξένο υπολογιστή αλλά δούλευε».
«Τι κάνουμε τώρα;» της είπε και πέρασε τα χέρια του από τα μαλλιά του.
«Έλενα!» φώναξε η Κάθριν τη φίλη της. Η Έλενα δεν μπορούσε να βοηθήσει αλλά την ήθελε κοντά της. Τι είχε γίνει; Θα εμφανίζονταν τα μοντέλα της χωρίς μουσική; Τι ντροπή! Είχε δουλέψει μήνες για όλο αυτό και ήταν ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής της.
«Στη χειρότερη θα βάλουμε ένα άλλο κομμάτι. Θα κατεβάσουμε στα γρήγορα από το ίντερνετ και μερικές εικόνες» είπε η Έλενα αλλά η Κάθριν δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
«Ταίριαζε τέλεια το κομμάτι μου…και οι εικόνες…» είπε κλαίγοντας.
«Σώπα κορίτσι μου» της είπε η Έλενα και την αγκάλιασε.

Ο Σκωτ σκάλιζε το τάμπλετ της και προσπαθούσε να τρέξει ένα πρόγραμμα recovery αλλά το ύφος του έδειχνε ότι δεν τα κατάφερνε.

«Σε είκοσι λεπτά να έχω όλα τα αρχεία!» φώναξε ο ηχολήπτης και οι περισσότεροι σχεδιαστές τον ακολούθησαν για να του δώσουν τα στικάκια τους. Η Κάθριν κοίταξε το ρολόι της. Σε λίγο ξεκινούσε η επίδειξη.

«Μην κλαις, Κάθριν, θα βρούμε μια λύση» είπε η Έλενα αλλά η Κάθριν ήξερε ότι η φίλη της της έλεγε ψέματα. Τι λύση θα έβρισκαν; Πώς θα κούμπωνε ένα τυχαίο κομμάτι στην επίδειξη; Και οι εικόνες; Τα είχε δουλέψει όλα τέλεια και τώρα είχαν χαθεί όλα.

«Πού πας;» είπε στην Έλενα, η οποία είχε πάρει το κινητό της στο χέρι και κατευθυνόταν προς την πόρτα.
«Να φέρω βοήθεια» είπε η φίλη της και χάθηκε μέσα στο πλήθος.




Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 53-sexting



Η μητέρα της Κάθριν ακούμπησε τη βαλίτσα της στο τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι της. Είχε έρθει για να μείνει μερικές μέρες στην πόλη μιας και ήταν η Εβδομάδα Μόδας και η κόρη της έπαιρνε πρώτη φορά μέρος στη μεγάλη αυτή εκδήλωση.
«Τι μεγάλη έκπληξη είναι αυτή!» είπε η Κάθριν για τρίτη φορά μέσα σε δέκα λεπτά. Η μητέρα της είχε έρθει κατευθείαν από το αεροδρόμιο ως εδώ και φαινόταν κουρασμένη. Το μόνο κακό ήταν ότι η Έλενα είχε καταλύσει στο μοναδικό διαθέσιμο δωμάτιο, οπότε το πιο πιθανό ήταν να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα της.
«Σιγά που δε θα ερχόμουν σε ένα τόσο μεγάλο γεγονός για την κόρη μου» είπε η Μπάρμπαρα Θόρτον. «Γράψαμε μερικές εκπομπές και να ‘μαι!» ξεφώνισε και αγκάλιασε την Κάθριν.
«Πάω να σας φτιάξω κάτι να τσιμπήσετε» προσφέρθηκε η Έλενα, πιο πολύ για να τις αφήσει μόνες.
«Για πες μου, λοιπόν, πότε διαγωνίζεσαι;» ρώτησε την Κάθριν η Μπάρμπαρα μόλις έμειναν μόνες. Η Μπάρμπαρα άνοιξε το μικρό βαλιτσάκι της για να βγάλει μια φόρμα για μέσα στο σπίτι. Η μητέρα της ταξίδευε τόσο συχνά που είχε μάθει να φέρνει τα απολύτως απαραίτητα.
«Σε δύο μέρες. Η διοργάνωση είναι στην πέμπτη μέρα και τα ρούχα μου εμφανίζονται μία μέρα πριν το τέλος» είπε η Κάθριν ενώ άλλαζε σεντόνι στο κρεβάτι της.
«Και είσαι αισιόδοξη;» τη ρώτησε αλλά η Κάθριν δεν απάντησε αμέσως. Σκέφτηκε ότι υπό κανονικές συνθήκες ίσως ήταν αισιόδοξη αλλά μετά από όλα αυτά που είχαν γίνει με τον Οντι, ακόμα και η δουλειά της δεν της έδινε αρκετή ικανοποίηση.
«Κοίτα να δεις, μαμά, δεν έχω να χάσω κάτι. Στη χειρότερη, τα ρούχα μου θα περάσουν απαρατήρητα. Στην καλύτερη, θα δει καμιά επώνυμη κάποιο σύνολο και θα ξετρελαθεί και αν το φορέσει και ακουστεί θα γίνω πετυχημένη και πάμπλουτη!» είπε γελώντας.
«Ένα τοστάκι με ντομάτα ζαμπόν τυρί για την Μπάρμπαρα» είπε η Ελενα, μπαίνοντας στο δωμάτιο με ένα δίσκο με το τοστ και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Η ώρα ήταν περασμένες δέκα το βράδυ και ένα κρασί θα χαλάρωνε τη μητέρα της.
«Έλενα, κορίτσι μου, σε ευχαριστώ πολύ. Κάθισε να μου πεις κι εσύ τα νέα από την επίδειξη» είπε ευγενικά η Μπάρμπαρα. Ακόμα και στα 55 της, η Μπάρμπαρα ήταν μια όμορφη γυναίκα, γεμάτη σφρίγος και όρεξη για ζωή. Και κουβεντολόι!
«Τι να σας πω;» είπε η Έλενα σηκώνοντας τους ώμους. «Η Κάθριν έχει φτιάξει πέντε απίθανα σύνολα, και νομίζω ότι είναι ενδεικτικά του στιλ που θέλει να λανσάρει αλλά ήμασταν άτυχες με την κλήρωση» είπε και η Μπάρμπαρα γύρισε προς το μέρος της κόρης της.
«Δηλαδή;» τη ρώτησε.
«Τίποτα, μην ανησυχείς. Απλώς έγινε μια κλήρωση για τη σειρά με την οποία θα διαγωνιστούμε οι νέοι σχεδιαστές. Το πρωί 11.00-13.00 θα εμφανιστούν 12 σχεδιαστές, το απόγευμα 18.00-20.00 θα εμφανιστούν άλλοι 12 και 20.00-22.00 θα εμφανιστούν οι 15 τελευταίοι» είπε η Κάθριν αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη διέκοψε η μητέρα της.
«Κι εμείς, κι εμείς;» ρώτησε όλο αγωνία.
«Είμαστε στο βραδινό κλιμάκιο, που είναι και το καλύτερο γιατί έχει περισσότερο κόσμο, αλλά ταυτόχρονα στην κεντρική πασαρέλα παρουσιάζει τη συλλογή της η Marchesa. Είμαστε χαμένοι» είπε η Κάθριν θλιμμένη. «Δε θα έρθει κανείς να μας δει» είπε.

«Οι άλλοι σχεδιαστές τι λένε;» είπε η μαμά της.
«Όλοι είναι πεσμένοι αλλά εγώ είμαι και τελευταία τελευταία. Θα βγάλει η Marchesa το νυφικό στο τέλος και θα έρθουν σε μένα…;» γέλασε πικρά η Κάθριν. Της είχαν πέσει πολλά τον τελευταίο καιρό.
«Μη στενοχωριέσαι, κορούλα μου» είπε η Μπάρμπαρα «και θα αποδείξεις την αξία σου με τον έναν ή τον άλλον τρόπο» συμπλήρωσε με σιγουριά η μητέρα της και η Κάθριν αναπτερώθηκε που κάποιος την πίστευε τόσο πολύ.
«Αυτό της λέω κι εγώ» είπε η Έλενα και οι τρεις γυναίκες χαμογέλασαν.

Η Μπάρμπαρα ξάπλωσε να κοιμηθεί νωρίς και έτσι οι δύο φίλες έμειναν μόνες να τα πουν.
«Είμαι πτώμα» είπε η Έλενα. «Ίσως αν δεν είχαμε πάει στο μουσείο ήμασταν λίγο πιο ξεκούραστες τώρα» είπε και γέλασε. «Αλλά δεν το μετανιώνω. Εσύ πώς είσαι;» ρώτησε την Κάθριν.
«Λίγο καλύτερα» είπε η Κάθριν, γνωρίζοντας ακριβώς που αναφερόταν η φίλη της. «Έχουν περάσει τρεις μέρες άλλωστε και δε με έχει ενοχλήσει, οπότε…» είπε και έξυσε το κεφάλι της.
«Σε ενοχλεί που δεν επικοινώνησε ξανά;» τη ρώτησε η Έλενα προσεκτικά.
«Στην πραγματικότητα ναι» είπε η Κάθριν. «Τι να λέμε τώρα; Ψέματα;» παραδέχτηκε. «Ήρθε εδώ, πήρε αυτό που ήθελε και έφυγε».
«Μα τον ξέρεις, θέλει το χρόνο του» είπε η Έλενα.
«Σωστά. Αν του πήρε ενάμισι μήνα να έρθει να μου μιλήσει για αυτό που συνέβη εκείνη τη μέρα στο νησί, φαντάσου πόσο θα του πάρει για να απολογηθεί για το περιστατικό στην ταράτσα» γέλασε η Κάθριν.
«Και γιατί να απολογηθεί; Δεν το απόλαυσες;» την πείραξε η Έλενα.
«Είσαι γελοία» τη μάλωσε γελώντας η Κάθριν.
«Εσύ παραιτήθηκες από μια αμύθητη περιουσία και εγώ είμαι γελοία;» γέλασε η Έλενα με τη σειρά της.
«Δε με νοιάζει η περιουσία του σου λέω και ελπίζω να το έχει καταλάβει κι εκείνος πια» είπε πεισμωμένη η Κάθριν.
«Πάμε για ύπνο γιατί θα με τρελάνεις εσύ» της είπε η Έλενα και η Κάθριν πήγε να κάνει ντους και να ξαπλώσει. Λίγο πριν αποκοιμηθεί, πήρε το tablet της στα χέρια για να ακούσει για χιλιοστή φορά το απόσπασμα του τραγουδιού που είχε επιλέξει για ηχητική επένδυση της επίδειξής της και τη συλλογή φωτογραφιών που θα έβαζε στο Videowall από πίσω της όταν την ησυχία του δωματίου διέκοψε ο οξύς ήχος της ειδοποίησης μηνύματος.

ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΙ ΜΕΤΟΧΟΙ. ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Η Κάθριν χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβει ότι αυτό ήταν το αμερικανικό νούμερο του Οντι. Κοφτός και απόλυτος τόνος. Αυτός ήταν.

ΜΑ ΤΙ ΛΕΣ; ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΟΥ ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΣΥ
του απάντησε χωρίς να σκεφτεί. Ο Οντι δεν το άφησε να πέσει κάτω.

ΜΗΠΩΣ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΠΑΩ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ; ΑΝ ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ, ΕΚΕΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙΣ ΤΑ «ΝΑΙ» ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΕΣΗ.

Η Κάθριν ένιωσε το αίμα της να βράζει. Όχι μόνο από θυμό.

ΜΠΡΑΒΟ, ΟΝΤΙ. ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ
Του έγραψε ειρωνικά και έβαλε στο αθόρυβο το κινητό της.

ΘΑ ΕΡΘΕΙΣ;
Τη ρώτησε απλά

ΜΑ ΠΟΥ; ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΕΤΟΧΕΣ. ΤΙΣ ΑΦΗΣΑ
Απάντησε η Κάθριν απολύτως μπερδεμένη.

Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα. Το μήνυμα του Οντι, τη σόκαρε. Αρνητικά και θετικά. Αλλά δεν απάντησε ποτέ.

ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΒΩ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ. ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΕΣ. ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ ΣΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ. ΤΙΣ ΕΧΩ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ. ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ




Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Κεφάλαιο 52-Saturday night and no plans whatsoever...



«Μα τι πρωτόγονα πράγματα είναι αυτά επιτέλους;» τσίριξε η Κάθριν μόλις ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της. «Δεν μπορεί να με φορτώνεις στον ώμο σου σαν σακί με πατάτες κάθε φορά που δε συμφωνώ με κάτι» του είπε αλλά εκείνος δεν έδειχνε να δίνει δεκάρα για τον εκνευρισμό της. Είχε απομακρυνθεί από κοντά της και είχε πάει στην άκρη της ταράτσας, στο στηθαίο, και κοιτούσε τη θέα τριγύρω του με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. «Και δώσε μου το κλειδί να πάω κάτω. Δεν έχεις καμία δουλειά να βρίσκεσαι εδώ» του είπε επιτακτικά, παρόλο που ήξερε ότι οι πιθανότητες να την υπακούσει ήταν ελάχιστες.

Ο Οντι δεν απάντησε αμέσως. Κοιτούσε τον ορίζοντα με τις παλάμες στηριγμένες στο στηθαίο και το κεφάλι γερμένο μπροστά. Μάλλον προσπαθούσε και αυτός να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη.

«Γιατί παραιτήθηκες από τη διαθήκη;» της είπε τόσο σιγά που η Κάθριν νόμισε ότι παράκουσε. Αλλά το σώμα του είχε γίνει τόσο άκαμπτο μετά την ερώτηση που ήξερε ότι είχε ακούσει καλά. Ήταν έξαλλος.
«Να μη σε νοιάζει» του απάντησε παιδιάστικα και τότε εκείνος γύρισε προς το μέρος της. Η Κάθριν στεκόταν τώρα απέναντι του και μόλις γύρισε και την κοίταξε με αυτό το παράξενο μείγμα μίσους και απάθειας ένιωσε ότι μια βροχή από δισεκατομμύρια χρυσά αστεράκια έλουσε το κορμί της. Μάλωσε τον εαυτό της σιωπηρά που η εμφάνισή του την επηρέαζε τόσο. Ακόμα και μετά από όλα αυτά.
«Με νοιάζει» της είπε έντονα. «Το ξέρω εδώ και δύο βδομάδες και έχω κάνει φοβερή υπομονή να μην έρθω να σε κάνω μαύρη στο ξύλο για όλο αυτό» της είπε.
«Παραιτήθηκα από τη διαθήκη όσο ήμουν ακόμα στη Φολέγανδρο, Οντι. Απλώς οι υπογραφές οριστικοποιήθηκαν όταν γύρισα εδώ. Δεν έχει σχέση με…εμάς» του είπε απλά.
«Γιατί;» επέμεινε εκείνος.
«Δε με ένοιαζε!» ούρλιαξε η Κάθριν σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Ευτυχώς ο θόρυβος της πόλης έπνιγε τις φωνές της. «Δε με ένοιαζαν οι μετοχές σου: Το σπίτι μού άρεσε πολύ και ηρέμησα εκεί και ανασυντάχτηκα, αλλά κατάλαβα σύντομα ότι δεν είχα λόγο ύπαρξης εκεί μέσα» του είπε αλλά ο Οντι δεν έδειχνε να την καταλαβαίνει. «Είναι το σπίτι σας, Οντι. Το σπίτι σας. Εγώ δεν είχα ποτέ σπίτι τόσο δικό μου αλλά κατάλαβα αμέσως ότι ένα συμβόλαιο δε σε κάνει ιδιοκτήτη ενός σπιτιού. Τι θα έκανα εγώ εκεί μέσα; Δε θα ένιωθα ποτέ άνετα. Δικό σου είναι το σπίτι, Οντι. Έχεις χύσει αμέτρητο ιδρώτα για να το κάνεις όπως είναι σήμερα. Και οι μετοχές δικές σου είναι επίσης. Εσύ ξημεροβραδιάστηκες για να βγάλεις το πρόγραμμα, εσύ έβγαλες τα μάτια σου στο διάβασμα, εσύ πήρες το επιχειρηματικό ρίσκο, εσύ όλα. Εγώ πού κολλάω; Δε μου ανήκει τίποτα από όλα αυτά. Μόνο η ηρεμία μου» του είπε τελικά και ο Οντι έκλεισε το μισάνοιχτο στόμα του. Τον είχε σοκάρει. Μα τι στο καλό περίμενε; Να διεκδικήσει την περιουσία του μετά από όλα αυτά;
«Πότε…;» ψέλλισε εκείνος νευριασμένος. Μα ήταν δυνατό να είχε εκνευριστεί που του τα επέστεψε όλα;
«Μια μέρα στο νησί, είχα γυρίσει αργά από μια έξοδο και εσύ γύρισες φορώντας κοστούμι. Κάπου είχες πάει, δε θυμάμαι. Δεν είχαμε ακόμα…ξέρεις. Γύρισες κατά τις δύο και εγώ σε είδα από το παράθυρο να παρκάρεις το αμάξι και να κατευθύνεσαι προς το σπίτι όταν η ματιά σου έπεσε πάνω σε ένα κομμάτι της περίφραξης των λουλουδιών που είχε καταρρεύσει από τον αέρα. Ακούμπησες το σακάκι σου σε μια καρέκλα, και επιτόπου, για όση ώρα χρειάστηκε, έκατσες για να το φτιάξεις, αδιαφορώντας για το ότι ήταν ξημερώματα και το κοστούμι σου γέμισε χώματα» του είπε. Ο Οντι δεν έδειχνε να θυμάται. «Τι περίμενες να κάνω; Με κατηγόρησες ότι ήρθα να σου φάω την περιουσία. Ε λοιπόν, μάντεψε κι εσύ και οι δικοί σου. Δε με νοιάζουν τα λεφτά σας. Να ηρεμήσω ήθελα και αυτό έκανα. Στην αρχή πείσμωσα και ήθελα να σε εκνευρίσω αλλά σύντομα κατάλαβα ότι δεν ανήκα εκεί μέσα. Αν, πρώτα ο Θεός, γίνω πετυχημένη σχεδιάστρια, θα αγοράσω ένα δικό μου σπίτι στη Φολέγανδρο, και θα το φτιάξω όπως θέλω εγώ» του είπε με σιγουριά. Ο Οντι πάγωσε. Την κοίταξε μελαγχολικά.
«Δηλαδή δε σου αρέσει το σπίτι μας;» ρώτησε σχεδόν θιγμένος.
«Θεέ μου, Οντι, ήρθες μέχρι εδώ τέτοια ώρα να με ρωτήσεις αν μου αρέσει το σπίτι σας; Το λατρεύω! Απλώς ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ!» του είπε σταθερά.
«Πόση ανωτερότητα πια!» την ειρωνεύτηκε εκείνος και η Κάθριν εκνευρίστηκε. «Σνομπάρεις τόσα εκατομμύρια, ένα σπίτι στις Κυκλάδες και ένα σίγουρο μέλλον επειδή τι; Επειδή δεν αντέδρασα αμέσως όταν έγινε αυτό που έγινε;» τη ρώτησε. Επιτέλους, είχαν μπει στο ψητό. Αρκετά απέφευγαν το καυτό ζήτημα.
«Τι έγινε, Οντι; Πώς το θυμήθηκες τώρα; Έχει περάσει ένας μήνας…Και απ’ ό,τι διάβαζα στα περιοδικά δε σε είδα να κακοπερνάς…» τον ειρωνεύτηκε.
«Ήθελα να σε αφήσω να ηρεμήσεις στην αρχή, μετά πείσμωσα, μετά εκνευρίστηκα, μετά ήθελα ξανά να σου μιλήσω» είπε εκείνος. Η Κάθριν αναγνώριζε αυτή την εναλλαγή συναισθημάτων. Τα είχε περάσει κι αυτή.
«Σε ευχαριστώ που με θυμήθηκες»
«Δε σε ξέχασα».
«Πώς τολμάς και με ενοχλείς ξανά;» ξέσπασε η Κάθριν σε νέο κύμα δακρύων. Δεν άντεχε άλλο. «Τι θέλεις; Πάρε το σπίτι σου και τα λεφτά σου και άσε με ήσυχη. Κι εσύ και οι δικοί σου. Να μη σας ξαναδώ στο δρόμο μου» ούρλιαξε.
«Κάθριν, έχεις κάθε δίκιο να αντιδράς έτσι» είπε εκείνος ήρεμα, κρατώντας τα χέρια της από τους καρπούς. «Δεν ήθελα να επέμβω την ώρα που η μητέρα μου σου μιλούσε έτσι, αλλά όταν έφυγες έγινε χαμός. Δεν είναι καλά η μητέρα μου. Έχει χάσει το μυαλό της με το θάνατο του Τομ. Δε με πιστεύεις, το ξέρω, αλλά δεν το άφησα να περάσει έτσι. Απλώς πρέπει να καταλάβεις ότι για εμάς ήσουν μια πολύ σκοτεινή φιγούρα και η καχυποψία ρέει στο αίμα μας» είπε με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Εντάξει για τους γονείς σου. Κι εσύ όμως; Θυμάσαι εκείνο το βράδυ πριν κάνουμε έρωτα;» Ο Οντι δε σήκωνε το κεφάλι του. Κοιτούσε τα χέρια της. «Θυμάσαι, Οντι;» επέμεινε η Κάθριν μέχρι που σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε κατάματα. «Μου έταξες ό,τι ήθελα για να κάνουμε έρωτα. Γη και ύδωρ μού πρόσφερες» είπε η Κάθριν κλαίγοντας με λυγμούς πια. «Σου ζήτησα να με πιστέψεις. Μόνο αυτό» του είπε και εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Θυμόταν. Φυσικά και θυμόταν.
«Μα σε πίστεψα» είπε εκείνος, όχι και πολύ πειστικά.
«Δε με προστάτευσες, με άφησες μόνη μου στο λάκκο με τα λιοντάρια, με άφησες εκτεθειμένη» τον κατηγόρησε απανωτά. «Τι στο διάολο να σε κάνω στη ζωή μου; Να σε έχω μόνο για σεξ;» τον ρώτησε και τον είδε να κλονίζεται. «Τι έγινε; Σε σόκαρα; Γι’ αυτό μόνο είσαι ικανός. Στο σεξ είσαι καταπληκτικός. Αλλά ένας άντρας προστατεύει κιόλας, Οντι. Δεν είναι εκεί μόνο για να κοιμάται μαζί σου» του είπε.
«Ο γελοίος ο φωτογράφος σου δηλαδή σε προστατεύει; Και σε αφήνει να κυκλοφορείς έτσι ντυμένη;» την προκάλεσε.
«Πού ξέρεις για τον Σκοτ;» τον ρώτησε σοκαρισμένη. «Με παρακολουθείς;».
«Σε προστατεύω» της αντιγύρισε τα λόγια της. Η Κάθριν πάγωσε. Γκολ.
«Ο Σκοτ δεν αποτελεί κίνδυνο» του είπε.
«Ε βέβαια!» γέλασε ο Οντι. «Ο Σκοτ, φαντάζομαι, είναι ιππότης και εγώ είμαι ο διάβολος».
«Ζηλεύεις, Οντι;» πέρασε αυτή στην αντεπίθεση.
«Τι να ζηλέψω, Κάθριν; Ένα φωτογράφο; Για όνομα….» είπε εκείνος με εξωφρενικά σνομπ στιλ.
«Ναι, εντάξει, μπορεί να μην είναι μεγιστάνας αλλά τη δουλειά του την κάνει καλά» είπε η Κάθριν πριν καν μετρήσει τα λόγια της. Τι του είχε πει; Δεν ήταν καν αλήθεια.

 Ο Οντι έκανε ένα βήμα πίσω σαν να έφαγε μπουνιά στην κοιλιά. Η Κάθριν τρόμαξε. Χιλιάδες σύννεφα πέρασαν μπροστά από τα μάτια του και η φλέβα στο λαιμό του άρχισε να χτυπάει μανιασμένα. Τι είχε πει στον Οντι της;

«Κοιμάσαι με τον φωτογράφο;» τη ρώτησε θυμωμένος, φτύνοντας τη λέξη «φωτογράφος» λες και ήταν βρισιά. Η Κάθριν δεν απάντησε. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε πει ψέματα. Ο Οντι την πλησίασε στα δέκα εκατοστά και άρπαξε δυνατά την κοτσίδα της. Της τύλιξε στην μπουνιά του και την ανάγκασε να γείρει πίσω το κεφάλι. Η Κάθριν πόνεσε αλλά αυτός δε σταμάτησε.
«Τότε αφού πηδιέσαι με τον καθένα, δε θα έχεις πρόβλημα να το κάνεις και μαζί μου. Σωστά;» της είπε και η Κάθριν άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Τι είχε κάνει; Είχε σκάψει μόνη της το λάκκο της και είχε πηδήξει μέσα.

Ο Οντι άρχισε να βαδίζει προς τα εμπρός και εκείνη υποχρεωτικά έκανε πίσω, πίσω, πίσω, ώσπου η πλάτη της ακούμπησε στον τοίχο του κτίσματος που κάλυπτε τα κλιμακοστάσιο.
«Οντι, τι κάνεις;» είπε η Κάθριν όταν εκείνος όρμησε πάνω της και άρχισε να φιλάει μανιασμένα το λαιμό της και να τη δαγκώνει, να τη ρουφάει, να τη γλείφει σαν να ήταν η πρώτη του φορά. Το σώμα της είχε ήδη πάρει φωτιά. Ο Οντι δεν απάντησε αλλά άφησε την κοτσίδα της. Η Κάθριν προσπάθησε να ξεφύγει αλλά εκείνος κόλλησε τα χέρια της στον τοίχο πάνω από το κεφάλι της και σήκωσε το γόνατό του ώστε να ανοίξει τα πόδια της.
«Μην κουνιέσαι» τη διέταξε και έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Το φόρεμά της είχε σηκωθεί ως τη μέση της.
«Οντι…σταμάτα…μας βλέπουν…μη…» ψέλλισε η Κάθριν, ελάχιστα πειστικά. Το χέρι του τη χάιδευε με έναν τρόπο που θα κατέληγε πολύ σύντομα σε έναν εξοντωτικό οργασμό.
Ο Οντι έβγαλε το παλτό του. «Κράτα το από πάνω μας σαν παραβάν» τη διέταξε και ενώ εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει τη γινόταν, ο Οντι ξεκούμπωσε το παντελόνι του και μπήκε μέσα της. Η Κάθριν σοκαρίστηκε με το πόσο γρήγορα γίνονταν όλα. Ο Οντι τη φιλούσε συνεχώς στο πρόσωπο, στους ώμους, στο λαιμό και ξεκίνησε να κινείται μέσα της με ορμή. Η Κάθριν τύλιξε τα πόδια της γύρω του. «Θα μας δουν…» του είπε ξεψυχισμένα αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Οντι συνέχιζε το βάναυσο παιχνίδι του, οδηγώντας τη με μαθηματική ακρίβεια στην τρέλα. «Κι άλλο» του ψιθύρισε στο αφτί και εκείνος την υπάκουσε. Βρίσκονταν εκεί, στη μέση μιας μητρόπολης, πάνω σε μια ταράτσα να κάνουν σεξ σαν ξαναμμένοι έφηβοι με ένα μακρύ παλτό μόνο να τους προστατεύει από τυχόν αδιάκριτα βλέμματα. Το στόμα του πλησίασε το δικό της αλλά η Κάθριν γύρισε στο πλάι. Δεν ήθελε να τον αφήσει να την λεηλατήσει τελείως. Ήθελε να κρατήσει ένα μικρό κομμάτι δικό της. Εκείνος δεν επέμεινε αλλά της δάγκωσε το σαγόνι και συνέχισε να μπαινοβγαίνει στο κορμί της λυσσαλέα μέχρι που η Κάθριν δεν άντεξε άλλο και κατέρρευσε στην αγκαλιά του φωνάζοντας το όνομά του. Μερικά δευτερόλεπτα μετά ακολούθησε κι εκείνος σφίγγοντάς την δυνατά στην αγκαλιά του.

«Παίρνεις προφυλάξεις;» τη ρώτησε εκείνος μόλις συνήλθε κάπως και η Κάθριν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Ναι, ναι, μην ανησυχείς» του είπε αδιάφορα. Τι είχε γίνει μόλις; Ίσιωσε το φόρεμά της και ο Οντι τής έδωσε το παλτό του.
«Το σώμα σου είναι πιο ειλικρινές από το στόμα σου» της είπε θριαμβευτικά την ώρα που κατέβαιναν τις σκάλες. Η Κάθριν δε μιλούσε.  Ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένη και φοβερά θλιμμένη. Αντί να καταλήξουν κάπου μέσω της συζήτησης έκαναν σεξ πάνω σε μια ταράτσα. Ωραία, σκέφτηκε. Αυτή η σχέση έχεις σωστές βάσεις. Σεξ, σεξ και σεξ. Ευτυχώς δεν είχε θίξει την ομολογία αγάπης της.
Της έδωσε τα κλειδιά και η Κάθριν ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός της. Τα κορίτσια κοιμόντουσαν γαλήνια. Είχε περάσει μισή ώρα και μια ολόκληρη ζωή.
«Οντι, φύγε σε παρακαλώ» του είπε με την πλάτη γυρισμένη.
«Ευχαρίστως» της είπε και έφυγε.




the look



Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Κεφάλαιο 51...I'm going down...I'm yelling timber

Η Κάθριν αντέδρασε χωρίς να το σκεφτεί καλά καλά και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Η καρδιά της είχε οδηγήσει το χέρι της στο πόμολο, η αγάπη της το γύρισε αλλά η περηφάνια της την εμπόδισε να ριχτεί στην αγκαλιά του. Ο Οντι ρούφηξε με τα μάτια την εμφάνισή της και εκείνη τη στιγμή από μέσα της ευχαρίστησε τον Θεό που είχε ντυθεί έτσι απόψε.

Από πολύ μικρή της άρεσε να ντύνεται προσεκτικά και όταν άρχισε να μεγαλώνει έβαλε ως αρχή της «να βγαίνει έξω σαν να πρόκειται να δει τον έρωτα της ζωής της». Ακόμα και όταν δεν είχε χρόνο ή όρεξη να ντυθεί άψογα, πάντα φορούσε ωραία σύνολα και πρόσεχε το μακιγιάζ και τα μαλλιά της. Αυτή η αγάπη για τα ρούχα την οδήγησε στο να γίνει σχεδιάστρια.

Εκείνος φορούσε ένα μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρο πουκάμισο και ένα μακρύ μαύρο παλτό, μάλλον Prada, αν δεν έκανε λάθος. Είχε ξυρίσει το μούσι του και τώρα έβλεπε για πρώτη φορά το πρόσωπό του. Αλλά αυτό που τη συγκλόνισε ήταν τα μάτια του. Αυτή τη στιγμή την κοιτούσαν με μια λύσσα, μια λάμψη, μια ένταση σαν αυτή του Τζακ Νίκολσον στη Φωλιά του Κούκου. Τι είχε κάνει; Είχε ανοίξει την πόρτα στο θηρίο;

«Τι στο διάολο φοράς;» τη ρώτησε και η Κάθριν πάγωσε με τον κοφτό τόνο της φωνής του. Ω, πόσο χαιρόταν που είχε διαλέξει αυτό το θεόστενο και πολύ μίνι δερμάτινο φόρεμα και τα ασορτί δερμάτινα Jimmy Choo ankle boots. Το φόρεμα ήταν πολύ ιδιαίτερο. Είχε ένα σχέδιο σαν δαντέλα από δέρμα στο μπούστο και το φορούσε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επειδή ήταν φοβερά κοντό, το φορούσε μόνο όταν έβγαινε με μεγάλες παρέες και δεν κινδύνευε να την παρενοχλήσει κάποιος άκομψα. Άλλωστε φορούσε ένα μακρύ παλτό στη διαδρομή προς και από το κλαμπ για να είναι ασφαλής. Η σφικτή κοτσίδα ψηλά στο κεφάλι της και η σκούρα σκιά στα βλέφαρα συμπλήρωναν ένα πολύ εντυπωσιακό λουκ. ‘Ηταν θεά απόψε και το ήξερε. Και θα το χρησιμοποιούσε υπέρ της.

Η Κάθριν πέρασε στην αντεπίθεση. Σηκώθηκε όλο ύφος στις μύτες των ποδιών της και κοίταξε πίσω από τον ώμο του επιδεικτικά. Ο Οντι, αιφνιδιάστηκε και γύρισε κι εκείνος να δει πίσω του. Η Κάθριν δεν του χαρίστηκε.

«Η μαμάκα σου πού είναι; Ξέρει ότι έχεις βγει έξω τόσο αργά;» του είπε και η κοφτή ανάσα του Οντι τής έδειξε ότι είχε πετύχει το κέντρο του στόχου με το καλύτερο βελάκι της.  Μύριζε αλκοόλ. Πόσο είχε πιει άραγε;
«Πάμε να μιλήσουμε κάπου» της είπε και την τράβηξε από το χέρι, αλλά η Κάθριν το τράβηξε απότομα.
«Μη φωνάζεις. Τα κορίτσια κοιμούνται» του είπε ψιθυριστά αλλά σε έντονο ύφος. «Δεν πάω πουθενά μαζί σου».
«Θα έρθεις με το καλό ή με το ζόρι;» της είπε και έσφιξε το χέρι του γύρω από τον καρπό της. Η Κάθριν ανατρίχιασε ολόκληρη. Πίσω της οι φίλες της κοιμόντουσαν βαριά. Θεέ μου, πού είχε μπλέξει; Ο Οντι φαινόταν αποφασισμένος.
«Δεν πάω πουθενά μαζί σου. Άνανδρε, δειλέ, φοβητσ…» άρχισε να του λέει, αρπάζοντας τους ώμους του και τραντάζοντας τον ολόκληρο. Τα δάκρυά είχαν θολώσει τα μάτια της και εκείνος την κοιτούσε σοκαρισμένος να ξεσπάει πάνω του.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν έτσι, με την Κάθριν να τον βρίζει και εκείνον να δέχεται τα χτυπήματά της χωρίς να αντιδρά. Ώσπου έσκυψε μπροστά της, και τη φόρτωσε μπρούμυτα πάνω στον ώμο του.
«Οντι, τι κάνεις;! Άσε με κάτω αμέσως» τσίριξε η Κάθριν, προσπαθώντας να τραβήξει ταυτόχρονα το φουστάνι της για να μη φανεί το εσώρουχό της. Θεέ μου, κάνε να μη με δει κανένας γείτονας σε αυτά τα χάλια, σκέφτηκε. «Πού με πας; Άσε με κάτω!» είπε ενώ κουνούσε τα πόδια της νευρικά. Ο Οντι έκλεισε την πόρτα αφού βούτηξε τα κλειδιά και τα έχωσε στο παλτό του για να μην κλειδωθεί η Κάθριν απ’ έξω. Παρόλα τα νεύρα της αναγνώρισε την προνοητικότητά του.
«Έχετε ταράτσα;» τη ρώτησε, χωρίς να φαίνεται καθόλου επηρεασμένος από τις διαμαρτυρίες της. ‘Η το βάρος της.
«Δεν ξέρω. Μόλις το νοικιάσαμε. Τι στο διάολο τη θες την ταράτσα; Θεέ μου, τι έχεις στο μυαλό σου;» κλαψούρισε η Κάθριν αλλά το γέλιο του την καθησύχασε για τις προθέσεις του. Κάπως.
«Να μιλήσουμε κάπου ήσυχα θέλω, σταμάτα πια!» της είπε ενώ πατούσε το τελευταίο κουμπί στο ασανσέρ. Πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος…Οι όροφοι εναλλάσσονταν αργά μέχρι τον 12ο και τελευταίο.

Με την Κάθριν ακόμα στον ώμο του ο Οντι βρήκε μια στενή σκάλα στην άκρη του διαδρόμου που οδηγούσε σε μια πόρτα. Δυστυχώς το κλειδί ήταν πάνω και έτσι εκείνος άνοιξε και βγήκαν στην ταράτσα. Αυτό ήταν, σκέφτηκε η Κάθριν. Δεν υπήρχε διέξοδος. Ήταν αντιμέτωπη με τον Οντι. Εκείνος και αυτή, μόνοι, σε μια ταράτσα με θέα την πόλη. Ο Οντι την άφησε κάτω και ενώ εκείνη ίσιωνε το φουστάνι της, εκείνος κλείδωσε την πόρτα.

Θεέ μου, αν την έριχναν σε ένα κλουβί με μια πεινασμένη τίγρη, λιγότερο θα έτρεμε.


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Κεφάλαιο 50-τdrumroll please

Τα κορίτσια γύρισαν σπίτι κατά τις οκτώ από την εκδρομή τους, ξεκουράστηκαν λίγο, έκαναν ένα ντους, ντύθηκαν και βάφτηκαν προσεκτικά για τη βραδινή τους έξοδο. Στις 11.30 είχαν ραντεβού έξω από το κλαμπ με τους φίλους της Κάθριν.
«Πρέπει να κόψουμε λίγο ρυθμούς γιατί μας βλέπω στην Εβδομάδα Μόδας να είμαστε πτώματα από την κούραση» είπε η Έλενα γελώντας προς την Κάρμεν, η οποία ντυνόταν και αυτή για την κοινή τους έξοδο.
Η Κάθριν εκείνη την ώρα έβγαινε από το μπάνιο κρατώντας το ψαλίδι για τις μπούκλες στο χέρι.
«Ε και; Τα μοντέλα πρέπει να δείχνουν ωραία. Οι σχεδιάστριες μπορούν να είναι όσο χάλια θέλουν» είπε η Κάθριν αποφασισμένη να κάνει όσο περισσότερα πράγματα μπορούσε για να μη σκέφτεται.
«Ναι καλά…» είπε η Κάρμεν ενώ έβαζε λίγο κραγιόν. «Και όταν θα ανέβεις στην πασαρέλα να χαιρετίσεις τον κόσμο, θες να έχεις μαύρους κύκλους;» γέλασε.

Οι τρεις κοπέλες μπήκαν στο ταξί που είχαν καλέσει από νωρίς κατά τις 11.15 και 11.30 ακριβώς ήταν στον προορισμό τους. Ευτυχώς το κλαμπ, παρόλο που ήταν στις πρώτες μέρες λειτουργίας του, δεν είχε πολύ κόσμο γιατί ήταν καθημερινή και έτσι βρήκαν εύκολα μια διαθέσιμη μπάρα για να ακουμπούν κάπου τα ποτά τους.

Διασκέδασαν με την ψυχή τους. Η παρέα τους ξεπέρασε τα τριάντα άτομα. Στην αρχή συναντήθηκαν οι σχεδιαστές και μετά ήρθαν και τα μοντέλα τους και στη συνέχεια, χάρη σε πολυάριθμα γραπτά μηνύματα μέσω κινητού, ο Σκοτ και άλλοι φωτογράφοι. Στο τέλος της βραδιάς η παρέα τους είχε γεμίσει σχεδόν το κλαμπ και όπου και αν γυρνούσε το κεφάλι της η Κάθριν, έβλεπε κάποιον φίλο ή γνωστό. Ήταν μακράν η ωραιότερη έξοδος που είχε κάνει στη Νέα Υόρκη και η καλύτερη προετοιμασία για το κλίμα της Εβδομάδας Μόδας. Η δε Έλενα, δεν είχε σταματήσει να χορεύει στην πίστα, ακόμα και στην μπάρα του μπάρμαν, ο οποίος την κερνούσε συνεχώς σφηνάκια. Η Κάρμεν είχε γνωρίσει ένα φίλο του Σκοτ και χόρευαν αποκλειστικά μαζί. Ευτυχώς ο Σκοτ δεν είχε μονοπωλήσει το χρόνο της Κάθριν και τον ευγνωμονούσε γι’ αυτό. Είχε πιει μερικά ποτά και ήταν επιρρεπής σε βλακείες. Δεν ήθελε να το εκμεταλλευτεί αυτό.
Η ώρα είχε πάει τρεις και χόρευαν ένα ρυθμικό κομμάτι όταν η Κάρμεν πλησίασε την Κάθριν.
«Κάθριν, πρέπει να φύγω εγώ…Έχω πρόβα αύριο στις 10 και δε με βλέπω να ξυπνάω» είπε δυνατά προσπαθώντας να ακουστεί πάνω από τη δυνατή μουσική.
«Πάμε όλες» είπε η Κάθριν αποφασιστικά. «Ήρθαμε για ένα ποτό και έχουμε ξεβιδωθεί στο χορό. Κι εγώ έχω δουλειά αύριο. Πάω να το πω στην Έλενα» είπε στη φίλη της.

Όταν οι φίλες μπήκαν στο ταξί ήταν και οι τρεις πολύ ευχάριστα κουρασμένες.
«Τα σπάσαμε απόψε» είπε η Κάθριν.
«Θα ξαναπάμε;» είπε η Έλενα.
«Όποτε θες» απάντησε η Κάρμεν. 

Πλήρωσαν το ταξί και βγήκαν προσεκτικά από το αμάξι γιατί ήταν λίγο ζαλισμένες. Τα υπέρψηλα τακούνια ήταν πάντα κακή επιλογή για χορό αλλά πάντα φοβερή επιλογή αν ήθελες να καταπλήξεις τα πλήθη.

Ανέβηκαν στον πέμπτο όροφο όπου ήταν το διαμέρισμά τους και χύθηκαν στους καναπέδες.
«Δεν έχω κουράγιο να ξεβαφτώ και να ξαπλώσω σαν άνθρωπος» χαχάνισε η Έλενα.
«Πάω να φέρω κουβέρτες» προσφέρθηκε η Κάθριν. «Θα κοιμηθούμε στους καναπέδες» πρότεινε αλλά οι φίλες της είχαν σχεδόν αποκοιμηθεί. Τους έβγαλε τα παπούτσια και φρόντισε να είναι άνετα στους αντικριστούς καναπέδες. Εκείνη είχε λίγη ενέργεια ακόμα. Σκόπευε να ξεβαφτεί προσεκτικά και να ξαπλώσει σαν άνθρωπος για να ξεκουραστεί.

Είχε μόλις σκύψει στο νεροχύτη για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της για να μαλακώσει το μακιγιάζ της και να αφαιρεθεί πιο εύκολα, όταν άκουσε ένα δυνατό χτύπο στην πόρτα της. Η καρδιά της σφίχτηκε δυνατά στο στήθος της. Αφουγκράστηκε. Απόλυτη ησυχία. Μάλλον είχε κάνει λάθος. Βγήκε στο σαλόνι για να κλειδώσει την πόρτα καλά. Οι διπλανοί της μάλλον θα είχαν μπλεξίματα. Τα κορίτσια κοιμόντουσαν γαλήνια. Ευτυχώς δεν τους είχε ξυπνήσει ο βραδινός επισκέπτης.


Είχε τεντώσει το χέρι της για να τραβήξει το σύρτη όταν η πόρτα χτύπησε ξανά δυνατά. Η Κάθριν πάγωσε. Έφερε το χέρι της στο στόμα της και αναρωτήθηκε αν πρέπει να ξυπνήσει τα κορίτσια. Κοίταξε από το ματάκι της πόρτας. Μια φιγούρα παραμορφωμένη από το κυρτό τζάμι περίμενε έξω με το χέρι στηριγμένο στο κάσωμα. Παρόλο που τα χαρακτηριστικά του ήταν τόσο αλλοιωμένα, παρόλο που με το ελεύθερο χέρι του έτριβε συνεχώς το πρόσωπό του, για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Ο άντρας έξω από την πόρτα της ήταν ο Οντι.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Κεφάλαιο 49-στο ωμό ακόμα...

«Δε με νοιάζει σου λέω» επέμεινε η Κάθριν ενώ οδηγούσε με ταχύτητα το αμάξι της. Σήμερα είχαν κανονίσει να εξερευνήσουν τον Λονγκ ‘Αιλαντ με την Έλενα μιας και είχε σχεδόν τελειώσει με τον προγραμματισμό της επίδειξης. Ήταν η τρίτη μέρα που η Έλενα ήταν στην Νέα Υόρκη και μέχρι στιγμής περνούσαν απλώς τέλεια.
«Καλά που δε σε νοιάζει» είπε γελώντας η Έλενα. «Ξέρω πόσο πολύ τον αγαπούσες. Σου λέω ότι τη μέρα που έμαθε ότι έφυγες έσπασε το χέρι του δίνοντας μια μπουνιά σε ένα ξύλινο πάγκο σε ένα μπαρ όπου είχε βγει να τα πιει και μου λες ότι δε σε νοιάζει; Δεν μπορεί. Όλο και κάπως θα ανέβηκε η αυτοπεποίθησή σου».
«Μην ανησυχείς και την αυτοπεποίθησή μου την τονώνει ο Σκοτ μια χαρά» είπε στη φίλη της. Το δεύτερο ραντεβού μαζί του είχε πάει ακόμα πιο καλά από το πρώτο και μόλις ένιωθε καλύτερα, ίσως κατάφερνε να αφεθεί και να κάνει κανονική σχέση μαζί του. Πόσο πια να έκλαιγε για τον Οντι;
«Πάντως η πεθερά σου δεν έκατσε πάνω από μία βδομάδα» είπε γελώντας η Έλενα και η Κάθριν χαμογέλασε χωρίς να το θέλει.
«Η πεθερά μου; Μιλάς για τη Γυναίκα με τα Μαύρα; Ε και πόσο να κάτσει; Ήρθε, έκανε τη ζωή μας άνω κάτω και έφυγε» είπε στην Έλενα ενώ πάρκαρε το αμάξι σε ένα μικρό εστιατόριο στην άκρη του δρόμου για να τσιμπήσουν κάτι.
«Εσύ δεν έχεις νέα του;» τη ρώτησε η φίλη της. Η Κάθριν είχε προσπαθήσει τρεις μέρες να αποφύγει τη συζήτηση αλλά δεν θα το κατάφερνε για πάντα. Ένιωθε ανακουφισμένη όσο και αν την πονούσε η συζήτηση. Κάποια στιγμή έπρεπε να το βγάλει από μέσα της.
«Τι νέα του να έχω; Είμαστε στην ίδια πόλη, αλλά είναι απίθανο να τον πετύχω κάπου τυχαία. Διαβάζω τα νέα του στα περιοδικά. Σκίζει επαγγελματικά και κάθε βράδυ βγαίνει και με άλλη» είπε τάχαμ αδιάφορα η Κάθριν.
«Ξέρει;» τη ρώτησε η Έλενα και η Κάθριν ανασήκωσε το φρύδι δείχνοντας την άγνοιά της.
«Ε θα πρέπει να του το έχει πει μέχρι τώρα ο δικηγόρος του αλλά δεν έχει αντιδράσει. Ευτυχώς γιατί το τελευταίο που θέλω αυτή την περίοδο είναι να τον δω στο κατώφλι μου».
«Περίεργο μου φαίνεται» είπε η Έλενα και κοίταξε τον κατάλογο μπροστά της. «Τι λες να πάρουμε;» Παρήγγειλαν μπέργκερ και τηγανητά κρεμμύδια και από μία μεγάλη κόκα κόλα για την καθεμιά. Πεινούσαν πολύ και ήταν πολύ κουρασμένες από το περπάτημα και την περιπλάνηση στο Φάιρ Αϊλαντ.

«Το ξέρω ότι είσαι περήφανη και δε θα με ρωτήσεις αλλά σε διαβεβαιώνω ότι για το λίγο διάστημα που έμεινε στο νησί πριν φύγει, δεν είδε την Άννα καθόλου» είπε η Έλενα ξαφνικά. Η Κάθριν ένιωσε μια σουβλιά στο στήθος αλλά δεν το άφησε να φανεί. Ακόμα και μετά από όλα αυτά, ζήλευε την Άννα; Πόσο χαζή ήταν…
«Γιατί αν ήθελε να τη δει κρυφά θα σας ζητούσε την άδεια;» αστειεύτηκε. «Τελοσπάντων, δε με νοιάζει τι κάνει και τι δεν κάνει ο Οντι. Θέλω απλώς να περάσουμε καλά όσο είσαι εδώ και να μπει η ζωή μου σε μια τάξη» συμπλήρωσε αποφασιστικά.
Η Έλενα έγνεψε καταφατικά και δεν μίλησε άλλο για τον Οντι.
«Τη θυμάσαι τη φίλη μου που πήγαμε στο γάμο της το καλοκαίρι; Είναι έγκυος!» είπε στην Κάθριν και εκείνη χάρηκε.
«Τι ωραίο νέο! Είναι πάντα πολύ όμορφο να γεννιέται ένα μωρό από ένα ερωτευμένο ζευγάρι» είπε και σκοτείνιασε. Αυτή δε θα το ζούσε ποτέ αυτό. Ούτε σαν κόρη, ούτε σαν μάνα.
«Μη συννεφιάζεις» της είπε η Έλενα. «Είσαι μικρή ακόμα. Θα βρεις και εσύ κάποιον να κάνετε οικογένεια» της είπε η φίλη της χαϊδεύοντας το μπράτσο της.
«Ναι, μόνο που θα πρέπει να είναι ορφανός. Αλλιώς…με τίποτα!» είπε η Κάθριν αλλάζοντας ξαφνικά διάθεση.
«Για πες μου τώρα τι θα κάνουμε το βράδυ» είπε η Έλενα, πάντα ανυπόμονη να μάθει τα μεταμεσονύκτια σχέδια.
«Λέω να πάμε για ποτό. Τι λες; Έχει ανοίξει ένα φοβερό κλαμπ περίπου 20 τετράγωνα από εμάς και  θα μαζευτούν εκεί απόψε αρκετοί σχεδιαστές που θα πάρουν μέρος στην Εβδομάδα Μόδας στο ερασιτεχνικό κομμάτι της εκδήλωσης. Θα σου αρέσει νομίζω» είπε και η Έλενα ενθουσιάστηκε.

«Τέλεια! Έχω φέρει το κατάλληλο φόρεμα!» είπε και η Κάθριν χάρηκε που η φίλη της απολάμβανε τη διαμονή της εκεί. 

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 48 - φύγε απ' τη ζωή μου, είσ' η καταστροφή μου...

«Λύγισε λίγο το μπροστινό πόδι, Μέλοντι» είπε η Κάθριν σε ένα από τα πέντε μοντέλα που στέκονταν μπροστά της. Δίπλα της ήταν ο Σκοτ, ο φωτογράφος με τον οποίο είχε βγει την περασμένη βδομάδα, και προσπαθούσαν να βγάλουν μερικές φωτογραφίες από τα ρούχα για την Εβδομάδα Μόδας. Οι διοργανωτές είχαν ζητήσει από τους νέους σχεδιαστές μια γενική φωτογραφία με τα πέντε μοντέλα τους ώστε να συμπεριληφθούν στα φυλλάδια και στο σάιτ. Ο σχεδιασμός και το ράψιμο των ρούχων ήταν πανεύκολα σε σχέση με όλη την υπόλοιπη προετοιμασία για τη διοργάνωση. Είχε κάνει την αίτηση πριν από πολλές εβδομάδες, και τώρα που τα ρούχα ήταν έτοιμα και είχε διαλέξει μοντέλα, έπρεπε να διαλέξει μουσική, να την υποβάλει στους διοργανωτές, να οργανώσει το πώς θα στηθούν τα μοντέλα και το φόντο της επίδειξης, να καλέσει κόσμο και να συνεργαστεί με τον προηγούμενο με τον επόμενο σχεδιαστή ώστε να δέσουν τα κομμάτια τους. Το καλό ήταν ότι οι νέοι σχεδιαστές είχαν ο καθένας από δύο λεπτά χρόνο πάνω στην πασαρέλα, οπότε δεν είχε και πολλά να χάσει. Δύο λεπτά για πέντε σύνολα ήταν υπεραρκετά. Το θέμα ήταν τι ώρα και μέρα θα την έβαζαν στο πρόγραμμα. Όσο πιο νωρίς τόσο πιο καλά. Από το απόγευμα και μετά είχαν και οι μεγάλοι οίκοι επίδειξη, οπότε κανείς δεν πήγαινε στις μικρές πασαρέλες.

«Θα πέσω αν γείρω κι άλλο» γκρίνιαξε η Μέλοντι και η Κάθριν χαμογέλασε. Αιώνια Μέλοντι. Δούλευε εδώ και τρία χρόνια με τα ίδια μοντέλα. Είχε περίπου δέκα κοπέλες που της άρεσαν πολύ και από αυτές τις δέκα, διάλεξε τις πέντε πιο αγαπημένες της για την Εβδομάδα Μόδας. Την Λίντια, τη Μέλοντι, τη Σάρα, τη Σαμ και την Βικτόρια. Ήταν και οι πέντε πολύ όμορφες, η καθεμία με ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Η Μέλοντι, είχε υπέροχα φυσικά κόκκινα μαλλιά και κατάλευκο δέρμα. Θύμισε αναγεννησιακό πίνακα. Αλλά ήταν φοβερά γκρινιάρα.

«Στηρίξου στη Λίντια» πρότεινε ο Σκοτ και η Λίντια γύρισε λίγο στο πλάι ώστε το χέρι της Μέλοντι να στηριχθεί στον ώμο της. «Αυτό είναι» είπε και η Κάθριν άκουσε μερικά «κλικ».

«Βάλτε όλες τα χέρια πίσω για να φανούν τα ρούχα και κοιτάξτε ψηλά σαν να υπάρχει κάτι από πάνω σας» είπε η Κάθριν και όλες έκαναν αυτό που τους είπε.

Είχαν βγάλει πάνω από 30 φωτογραφίες. Θα έβγαζαν άλλες 20-30 και μετά θα διάλεγαν δύο τρεις για να στείλουν στους διοργανωτές και για να τις κρατήσει η Κάθριν στο πορτφόλιό της.

«Θα βγούμε για ποτό το βράδυ;» τη ρώτησε ο Σκοτ και οι κοπέλες χαχάνισαν όλες. Αυτά παθαίνεις όταν δουλεύεις με μοντέλα που δεν ξεπερνάνε τα 22 χρόνια ζωής. Όλα τους φαίνονται αστεία.
«Πολύ πονηρή κίνηση» του είπε η Κάθριν ενώ διόρθωνε τη στάση των κοριτσιών λες και ήταν κούκλες. «Μου προτείνεις να βγούμε μπροστά σε κόσμο για να εκβιάσεις θετική απάντηση» γέλασε. Ο Σκοτ σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Είσαι πολύ καχύποπτη! Άλλωστε έχουμε ξαναβγεί. Το έχω σίγουρο το ναι» της είπε με τη γνωστή αυτοπεποίθηση που είχε συνήθως.

Η Κάθριν τον κοίταξε ενώ εκείνος άλλαζε το φωτισμό για τις επόμενες φωτογραφίες. Δεν ήταν καθόλου άσχημος. Ο Σκοτ είχε μάλιστα δουλέψει και ως μοντέλο αλλά τον τράβηξε η φωτογραφία. Ήταν γύρω στο 1,83 και ήταν καστανόξανθος με μελιά μάτια. Το πρόσωπό του είχε έντονα ζυγωματικά και χείλη σε σχήμα καρδιάς. Και το σώμα του ήταν πολύ ωραίο. Γυμναζόταν συχνά κάνοντας βάρη και ποδήλατο και έδειχνε πολύ εντυπωσιακός. Τα μοντέλα της τον συμπαθούσαν πολύ και της είχαν πει ότι είχε πολύ καλό όνομα στο χώρο της Μόδας και ότι γενικά δεν ήταν λιγούρης. Και η Κάθριν τον συμπαθούσε, αλλά μέχρι εκεί. Ο Σκοτ την είχε διαβεβαιώσει πως την έβλεπε κι αυτός φιλικά και ότι δε χρειαζόταν να τον φοβάται αλλά η συμπεριφορά του στο πρώτο ραντεβού τους ήταν λίγο πιο…ερωτική από όσο θα περίμενες από έναν φίλο. Αν του είχε αφήσει περιθώριο, σίγουρα θα τη φιλούσε όταν τη συνόδευσε ως την εξώπορτά της. Ωστόσο ήταν πολύ καλός και ευγενικός μαζί της και εκείνη χρειαζόταν κάποιον αντιπερισπασμό γιατί κινδύνευε να καταδικάσει συλλήβδην όλο το αντρικό φύλο.

«Πάμε σε ένα wine bar που άκουσα ότι είναι καλό;» του απάντησε και εκείνος τράβηξε δυο τρεις στάσεις.
«Εννοείται» της είπε και της έκλεισε το μάτι.

«Λίντια, σταμάτα να κρυφακούς και βάλε τα χέρια στη μέση. Βικτόρια, θέλω μπλαζέ ύφος» είπε στα μοντέλα και περίμενε να τελειώσει η φωτογράφιση για να διαλέξουν τις φωτογραφίες που θα έστελναν στο μέιλ της διοργάνωσης.

Το απόγευμα όμως είχε την πιο ωραία δουλειά να κάνει. Να παραλάβει την Έλενα από το αεροδρόμιο. Σε δέκα μέρες ακριβώς ξεκινούσε η Βδομάδα Μόδας, η οποία διαρκούσε οκτώ μέρες. Η φίλη της θα έμενε τρεις ολόκληρες βδομάδες και η Κάθριν ένιωθε μεγάλη ανακούφιση που θα την είχε στο πλευρό της αυτές τις δύσκολες μέρες. Η Έλενα τη χαλάρωνε πολύ και η Κάθριν σκόπευε να της το ανταποδώσει με πολλές βόλτες, ψώνια και εκδρομές.

Στο σπίτι που νοίκιαζε με την Κάρμεν υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι που τα δύο κορίτσια χρησιμοποιούσαν ως έξτρα χώρο για ρούχα αλλά υπήρχε εκεί μέσα και ένας καναπές-κρεβάτι. Για την άφιξη της Έλενας είχαν αδειάσει το δωμάτιο και το είχαν μετατρέψει σε ένα πολύ ζεστό χώρο για να μείνει η φίλη της. Ακόμα και η Κάρμεν ανυπομονούσε να γνωρίσει την Έλενα. Η Κάθριν της είχε μιλήσει πολύ για τη ζωηρή Ελληνίδα με το ταλέντο στο ράψιμο.


Η Κάθριν ήταν ενθουσιασμένη ενώ οδηγούσε το αμάξι που είχε νοικιάσει για να πάρει τη φίλη της από το αεροδρόμιο. Θα το κρατούσε όσο καιρό θα ήταν εκεί η Έλενα, ώστε να κάνουν και κάποιο ταξίδι. Της το είχε νοικιάσει ένας φίλος φίλης και της είχε κάνει πολύ καλή τιμή. Ήταν φυσικά λίγο παλιό αλλά δεν την ένοιαζε. Αρκεί να έκανε τη δουλειά του. Πέρασε τις πύλες του αεροδρομίου πολύ πιο κεφάτη από όσο ήταν την τελευταία φορά που ήταν εδώ. Αλλά στη ζωή της από εδώ και πέρα δε θα είχε χώρο καμία αρνητική σκέψη, καμία θλιβερή ανάμνηση. Κανένας άνανδρος Έλληνας. 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 47-Τζόγκινγκ στο πάρκο

Όποιος σκέφτηκε την εργασιοθεραπεία ως φάρμακο κατά της ραγισμένης καρδιάς ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Αυτή ήταν η σκέψη της Κάθριν όταν ξύπνησε εκείνο το  παγωμένο πρωί. Το ημερολόγιο στο κινητό της έδειχνε 10 Σεπτεμβρίου και η ώρα ήταν 07.30. Ο μόνος τρόπος να κάνει όλες τις δουλειές με τις οποίες είχε γεμίσει το πρόγραμμά της για να μη σκέφτεται ήταν να ξυπνάει νωρίς και να κοιμάται πολύ αργά. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Εκτός και αν το 24ωρο επιμηκυνόταν λιγάκι.

Αυτές τις τέσσερις βδομάδες που είχε γυρίσει από την Ελλάδα, είχε κάνει ό,τι έπρεπε. Είχε μείνει αρχικά μερικές μέρες με την Κάρμεν, έγλειψε τις πληγές της και αφού στάθηκε στα πόδια της νοίκιασε ένα διαμέρισμα μαζί με μια ξαδέρφη της Κάρμεν η οποία έτυχε να ψάχνει την ίδια περίοδο κάπου να μείνει. Ξεκίνησε ξανά μαθήματα χορού, το πρωί έτρεχε σε ένα πάρκο κοντά στο σπίτι της 30 λεπτά καθημερινά, σχεδίαζε συνεχώς ρούχα γιατί συνεργαζόταν με μια τοπική μπουτίκ και είχε ξεκινήσει ένα σάιτ όπου διαφήμιζε τα ρούχα της. Οι πρόβες των ρούχων που θα έβαζε στην Εβδομάδας Μόδας είχαν ευτυχώς τελειώσει. Τα μοντέλα της θα αναδείκνυαν μοναδικά τα πέντε σύνολα που είχε διαλέξει και ανυπομονούσε να δει αν θα έκαναν εντύπωση. Δεν έβγαζε αρκετά χρήματα ακόμα από την μπουτίκ και από τις παραγγελίες μέσω του σάιτ αλλά πήγαινε πολύ καλά για τόσο μικρό διάστημα. Μια μικρή επιταγή που πήρε από μια δουλειά που είχε κάνει πριν το καλοκαίρι, όμως, ήταν θεόσταλτη. Δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο για το τι έπρεπε να την κάνει. Ένα εισιτήριο μετ’ επιστροφής για την Έλενα αγοράστηκε την επόμενη μέρα αφού η φίλη της της είπε ότι ήταν διαθέσιμη για το ταξίδι. Η Κάθριν χάρηκε πολύ. Δεν ήταν δυνατόν να παρουσιάσει την κολεξιόν της χωρίς την Έλενα στο πλευρό της. Η βοήθειά της ήταν καταλυτική.

Είχε να κλάψει οκτώ μέρες τώρα. Σαν έναν πρώην αλκοολικό που μετράει τις μέρες χωρίς ποτό, κι αυτή σημείωνε στο μυαλό της πόσες μέρες είχε να κλάψει. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι ο Οντι ανήκε στο παρελθόν της αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν έκλαιγε κιόλας. Όταν έβλεπε ένα ερωτευμένο ζευγάρι στο δρόμο, όταν την τύφλωνε ο ήλιος και θυμόταν το καλοκαίρι στην Ελλάδα, όταν έτρωγε ριζότο, όταν έβλεπε στο συρτάρι της εκείνο το καταραμένο το φανελάκι του που είχε πάρει κατά λάθος μαζί της όταν μάζεψε τα πράγματά της εσπευσμένα εκείνο το μοιραίο μεσημέρι.

Όμως τις τελευταίες μέρες δεν είχε κλάψει καθόλου. Μάλιστα θα μπορούσε να πει ότι είχε και καλούτσικη διάθεση. Την Παρασκευή είχε κανονίσει να βγει και με έναν φωτογράφο που γνώρισε σε μια πρόβα για τα ρούχα της. Του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ενδιαφέρεται για σχέση και εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι ήθελε απλώς να βγουν φιλικά. Η Κάθριν δεν πολυήθελε στην αρχή αλλά η Κάρμεν την έπεισε ότι πρέπει να βγει και λιγάκι γιατί κινδύνευε να μονάσει.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι απότομα και ζαλίστηκε λιγάκι. Ξαναέκατσε μέχρι να ανέβει η πίεσή της και ξανασηκώθηκε. Είχε κρύο παρόλο που ο χειμώνας δεν είχε μπει ακόμα για τα καλά. Φόρεσε μια βελουτέ φόρμα για να πάει για τρέξιμο και αφού έπλυνε τα δόντια της και έβαλε το κινητό και τα κλειδιά της στο τσαντάκι στη μέση της βγήκε από το διαμέρισμά της με κατεύθυνση το κοντινό πάρκο. Στις οκτώ θα γυρνούσε σπίτι, θα έκανε μπάνιο, θα άλλαζε και μετά είχε ραντεβού με τα μοντέλα της για να συζητήσουν για το ντεφιλέ, μετά είχε μια φωτογράφιση για μερικά σύνολα για το σάιτ της, συνάντηση με τον διαφημιστή της, μάθημα χορού και ίσως μετά, αν δεν ήταν ψόφια, σινεμά με την Κάρμεν και τη συγκάτοικό της την Τζόρτζια.

Έτρεχε με όση ορμή μπορούσε για είκοσι λεπτά όταν σταμάτησε σε ένα παγκάκι για μερικά ανοίγματα. Ξαφνικά την πλημμύρισε ένα κύμα απελπισίας. Έτσι έρχονταν και έφευγαν αυτά τα κύματα. Ανάλογα με τη διάρκειά τους έπραττε και διαφορετικά. Αν διαρκούσαν λίγο, έτρωγε ένα γλυκάκι. Αν διαρκούσαν πολύ έβαζε δυνατά ένα τραγούδι και χόρευε. Αν φυσικά ήταν μόνη. Δυνάμωσε τη μουσική στο iPod της και συνέχισε να τρέχει για μερικά λεπτάκια ακόμα.

Η Έλενα τής είχε πει ότι είχε πάει και την επόμενη μέρα και όταν του είπε ότι είχε ήδη φύγει εκείνος έκανε σαν τρελός. Στο χωριό κυκλοφόρησε ότι ο Οντι δεν ήταν ο εαυτός της. Ήταν νευρικός με όλους και έφυγε από το νησί στα μέσα Αυγούστου, πράγμα που δεν το είχε ξανακάνει. Συνήθως έφευγε στα τέλη Αυγούστου.

Η Κάθριν είχε μπει στον πειρασμό και είχε ψάξει για αυτόν στο ίντερνετ. Ήταν στη Νέα Υόρκη. Τον είχαν φωτογραφίσει σε μερικές εκδηλώσεις, πιο όμορφο από ποτέ με τα κομψά κοστούμια και σμόκιν του, να χαμογελάει δίπλα στις εκάστοτε (πάντα διαφορετικές) συνοδούς του. Εκείνος όμως δεν την είχε ενοχλήσει καθόλου. Και γιατί άλλωστε; Άλλαζε συνοδούς σαν τα πουκάμισα και η εταιρεία του ήταν στις πέντε πιο δυνατές εταιρείες της χώρας. Η ζωή του ήταν ρόδινη. Μόνο η δική της είχε γίνει σμπαράλια.

Γύρισε στο σπίτι της ακριβώς στις 8 και μπήκε στο ντους. Μετά το μπάνιο της, έβαλε ενυδατική κρέμα και στέγνωσε επιμελώς τα μαλλιά της. Φόρεσε ένα στενό κρουαζέ φόρεμα, μια πλεκτή ζακέτα και τις αγαπημένες της μπότες και βγήκε στο δρόμο για να βρει ένα ταξί.

Εισπνοή, εκπνοή, σκέφτηκε. Άλλη μια μέρα που πρέπει να διεκπεραιώσεις

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Κεφάλαιο 46-νταλκάς βαρύς με βάρεσε

Η Κάθριν ούτε που κατάλαβε πώς πέρασαν οι μέρες. Αλλά επιτέλους ένιωθε ανακουφισμένη. Τη χώριζε μία ώρα από την επιβίβασή της στο αεροπλάνο με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Είχε κουραστεί να φοβάται, να κρύβεται. Ο Οντι την έψαξε. Πήγε και τη βρήκε το ίδιο κιόλας βράδυ μετά το περιστατικό και απαίτησε να της μιλήσει. Η Έλενα προσπάθησε να του πει ψέματα, προσπάθησε να του πει ότι η Κάθριν δεν ήταν εκεί, αλλά ο Οντι τής είπε ότι αν δε μιλούσε με την Κάθριν δε θα έφευγε από εκεί. Τελικά η Έλενα, για να αποφύγει κάποιο άσχημο περιστατικό, τον οδήγησε στο δωμάτιο που νοίκιαζε η Κάθριν.

Και τι ήθελε να της πει δηλαδή; Βλακείες και υπεκφυγές. Μη φύγεις, κάτσε να το παλέψουμε, δώσε μου λίγο χρόνο να συνεφέρω τη μητέρα μου, δεν είναι κακιά, απλώς έχει χάσει το παιδί της, κατάλαβέ την μπλα μπλα μπλα. Η Κάθριν ένιωσε την επιθυμία να τον χαστουκίσει. Δεν την ρώτησε ούτε μία φορά πώς είναι και πώς νιώθει. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να τον βοηθήσει να ξεμπερδέψει με τη μητέρα του. Λες και ήταν δική της δουλειά να πείσει τη μητέρα του ότι δεν είναι ο Νοσφεράτου.

Έφυγε κρυφά την επόμενη μέρα. Του είπε ψέματα ότι θα έμενε μερικές μέρες στο νησί ακόμα για να μην την στήσει στο λιμάνι και γίνει σκηνή. Με το που έφτασε στην Αθήνα, έκλεισε το κινητό της και επικοινώνησε με την Έλενα για να τη διαβεβαιώσει ότι ήταν καλά μέσω μέιλ. Έμεινε σε ένα μικρό ξενοδοχείο στο κέντρο και πέρασε τις τέσσερις μέρες μέχρι την πτήση κάνοντας βόλτες στην πόλη και αγοράζοντας σουβενίρ για φίλους. Επίσης επικοινώνησε με τη φίλη της την Κάρμεν για να τη φιλοξενήσει μερικές μέρες μέχρι να βρει διαμέρισμα. Η Κάρμεν χάρηκε πολύ με την ιδέα να μείνει μερικές μέρες εκεί. Γνωρίζονταν από τη σχολή και έκαναν παρέα οι τρεις τους με τον Τομ. Μάλιστα η Κάθριν είχε καταφέρει μετά από έρευνα στο ίντερνετ να βρει καναδυό διαμερισματάκια κοντά στην Τραϊμπέκα όπου έμενε η Κάρμεν και σκόπευε να κλείσει ένα από αυτά αφού τα έβλεπε από κοντά μέσα στις επόμενες μέρες.

Και τώρα βρισκόταν στο αεροδρόμιο. Ξένη μεταξύ ξένων. Άραγε υπήρχε και κάποιος άλλος εδώ μέσα που να έφευγε από τη χώρα με τόσο μεγάλο καημό; Επιθεώρησε το πρόσωπό της σε έναν καθρέπτη που είχε στο νεσεσέρ της. Τα μαλλιά της είχαν ξανοίξει από τον ήλιο και είχε μαυρίσει. Είχε βέβαια μαύρους κύκλους από το κλάμα και την αϋπνία, αλλά όταν θα γυρνούσε σίγουρα όλοι θα πίστευαν ότι είχε περάσει τέλεια. Έδειχνε λες και γυρνούσε από τον παράδεισο. Μόνο που γυρνούσε από την Κόλαση.

Πόσο καιρό είχε μείνει στο νησί; Ένα μήνα και κάτι. Πόσο καιρό ήταν «μαζί» με τον Οντι; Κάπου μία βδομάδα δέκα μέρες; Όποιος την άκουγε να μιλάει για όσα είχαν συμβεί θα γελούσε μαζί της. Πώς ήταν δυνατόν να υποφέρει τόσο μετά από τόσο μικρό διάστημα; Άλλοι άνθρωποι χωρίζουν μετά από χρόνια σχέσης, μετά από αρραβώνες ή γάμους, και είναι φυσικό να θρηνούν τόσο. Αυτή δεν είχε καμία δικαιολογία. Ήταν μαζί μόνο λίγες μέρες και ο Οντι επιμελώς δεν της είχε δώσει καμία ελπίδα για το μέλλον. Κανείς δεν της είχε υποσχεθεί τίποτα. Δεν ήταν στην τελική υποχρεωμένος να έρθει σε ρήξη με την οικογένειά του για μια γκόμενα. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που έμεινε στην Ελλάδα, κατάλαβε ότι ο θεσμός της οικογένειας είναι κάτι πολύ ιερό. Ο Οντι δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Και αν αποφάσιζε να αντιμετωπίσει τους γονείς του, και κυρίως τη μητέρα του, θα το έκανε μόνο για μία γυναίκα που σήμαινε πολλά για εκείνον.
Εκείνη ήταν η ηλίθια της υπόθεσης. Δεν είχε καταλάβει ότι ο Οντι έπαιζε μαζί της. Περνούσε καλά μαζί της και το σεξ ήταν φανταστικό αλλά όλα αυτά δεν έφταναν για να διαλέξει αυτή και όχι την οικογένειά του.

Είχε τον τρόπο να κάνει τους γονείς του Οντι και τον ίδιο να μετανιώσουν για όσα της είχαν καταλογίσει, αλλά δε θα το έκανε. Δεν ήθελε να εκθέσει τον Τομ. Ο Οντι έπρεπε να ξέρει. Έπρεπε να είχε καταλάβει πώς ένιωθε για εκείνον. Έπρεπε να αισθανθεί ότι έκρυβε κάτι μεγάλο. Για να προστατεύσει τόσο τον φίλο της όσο και την οικογένειά του από έναν μεγάλο καημό.

Του είχε πει ότι τον αγαπάει. Εκεί, μπροστά στους γονείς του, μπροστά στον ίδιο, ξεγύμνωσε την ψυχή της. Και εκείνος δεν έκανε τίποτα. Τέλος. Αυτό το αεροπλάνο θα την έπαιρνε μακριά από όλα αυτά. Μπήκε στο αεροσκάφος και βολεύτηκε στο κάθισμά της. Υποσχέθηκε, ορκίστηκε, ότι όταν πατούσε το χώμα της Νέας Υόρκης, ο Οντι δε θα αποτελούσε πια κομμάτι του εαυτού της.





Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 45-άλλο να έχεις νταλκά στις Κυκλάδες και άλλο στην πόλη...

«Σώπα, κορίτσι μου» είπε η Έλενα στην Κάθριν για εκατοστή φορά αλλά η Κάθριν δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει.
«Με πέταξαν από το σπίτι, Έλενα, σαν κανένα σκυλί» είπε μέσα στα αναφιλητά της η Κάθριν αλλά η Έλενα δεν έβρισκε κάτι να της πει να την ανακουφίσει. Ήταν πράγματι φοβερό. «Τι θα συνέβαινε αν δεν είχαμε γνωριστεί; Τι θα συνέβαινε αν δε μου δίνατε αυτό το δωμάτιο μέχρι να φύγω αύριο; Θα έμενα σε κανένα παγκάκι; Το νησί είναι γεμάτο από κρατήσεις. Τι θα έκανα;» έκλαιγε η Κάθριν απαρηγόρητη.
Είχαν περάσει τρις ώρες και ακόμα να ηρεμήσει. Η Έλενα δεν ήξερε πώς αλλιώς να διαχειριστεί το δράμα της φίλης της. Είχε εξαντλήσει κάθε παρηγορητικό λόγο, κάθε
λέξη συμπόνιας.
«Μη σκέφτεσαι έτσι. Αν και αν…Δε θα βγάλεις άκρη. Είμαι εδώ και θα σε στηρίξω όσο χρειαστεί. Και εδώ μπορείς να μείνεις όσο θες. Μη βιάζεσαι να φύγεις, σε παρακαλώ» της είπε η Έλενα με πάσα ειλικρίνεια.
«Αύριο κιόλας θα φύγω. ΑΥΡΙΟ! Δε θέλω να μείνω λεπτό εδώ πέρα. Μόνο για σένα λυπάμαι. Μόνο για σένα, γιατί θα μου λείψεις» είπε η Κάθριν και ξέσπασε ξανά σε κλάματα. Η Έλενα τής χάιδεψε τα μαλλιά τρυφερά. «Τι ώρα φεύγει το πλοίο αύριο;» ρώτησε τη φίλη της.
«Αύριο στις 15.00. Και τι θα κάνεις μόλις φτάσεις Αθήνα;» ρώτησε η Έλενα.
«Έχω κλείσει εισιτήρια για Νέα Υόρκη. Κάτι μέσα μου έλεγε ότι δεν πάει καλά το πράγμα με τον Οντι πριν από μερικές βδομάδες και έίχα κλείσει εισιτήρια. Όλο έλεγα να τα ακυρώσω όταν τα βρήκαμε, αλλά κάποια θεϊκή δύναμη με προστάτεψε μάλλον» είπε στην Έλενα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Θα μείνω μερικές μέρες στην Αθήνα και μετά θα φύγω» συμπλήρωσε.
«Γιατί δε μένεις εδώ; Δε θα σε ενοχλήσει. Είναι εγωιστής. Τον ξέρω» επέμεινε η Έλενα.
«Θα έρθει, να το δεις. Θα έρθει όχι για να με διεκδικήσει αλλά για να νιώσει ότι προσπάθησε και ότι αυτός δε φταίει. Δε θα μείνω ούτε μία μέρα παραπάνω σε αυτό το νησί. Ούτε μία μέρα» είπε η Κάθριν αποφασισμένη. Η Έλενα δεν προσπάθησε να την μεταπείσει γιατί ήξερε ότι η φίλη της είχε δίκιο.
«Καλύτερα έτσι» είπε η Έλενα τελικά. «Θα γυρίσεις, θα βάλεις τη ζωή σου σε μια τάξη και μετά θα σου έρθω κι εγώ» είπε χαμογελαστή προσπαθώντας να κάνει τη φίλη της να νιώσει καλύτερα. «Εσύ δεν πρέπει να βρεις και διαμέρισμα;» ρώτησε η Έλενα.
«Ναι, ναι, ένα πιο μικρό τώρα που είμαι μόνη μου. Άσε που μου τελειώνουν και τα λεφτά σιγά σιγά» είπε η Κάθριν. Η Έλενα την κοίταξε απορημένη αλλά η Κάθριν διέκοψε τις σκέψεις της. «Ούτε δεκάρα τσακιστή από τα χρήματά του. Να πάρει τις μετοχές και να της βάλει εκεί που ξέρει» τσίριξε και σκούπισε τα δάκρυά της.
«Πάμε μια βόλτα, ασφυκτιώ κλεισμένη εδώ μέσα» είπε αποφασιστικά και η Έλενα συμφώνησε.
«Πάμε να κάνουμε καμιά βουτιά; Ακόμα μεσημέρι είναι» είπε και η Κάθριν έγνεψε θετικά μέσα στα αναφιλητά της.
«Όπου να’ ναι ας πάμε, δε με νοιάζει. Ίσως καλύτερα στη θάλασσα, να ηρεμήσω λιγάκι κολυμπώντας» είπε. «Να περάσουμε και από το λιμάνι στο γυρισμό για να βγάλω εισιτήρια».

Οι δύο φίλες φόρτωσαν το αμάξι της Έλενας και κατευθύνθηκαν σε μια πιο ήρεμη παραλία στα νότια του νησιού για να είναι σίγουρες ότι δε θα πετύχουν κανέναν γνωστό. Η Κάθριν δε μιλούσε σχεδόν καθόλου και η Έλενα τής έριχνες κλεφτές ματιές να δει αν είναι καλά.

«Δεν δίνεις και εσύ μια ευκαιρία όμως» είπε η Έλενα. «Αφού πιστεύεις ότι θα έρθει, μείνε μερικές μέρες να δούμε τι έχει να σου πει» προσπάθησε αλλά η Κάθριν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Ούτε μέρα παραπάνω. Πόσο τυχερή είμαι, Θεέ μου, που είχα κλείσει πάνω στα νεύρα μου τα εισιτήρια» είπε μονολογώντας.
«Και τι θα κάνεις στην Αθήνα μέχρι την πτήση; Πρέπει να μείνεις 4 μέρες σίγουρα εκεί» είπε η Έλενα ανήσυχη.
«Μην ανησυχείς. Θα βρω κάποιο φτηνό ξενοδοχείο. Ίσως συναντήσω και τον Μιχάλη. Θα δω την Ακρόπολη, θα περπατήσω στην Πλάκα» είπε ήρεμα η Κάθριν.
«Να σε βοηθήσω με το ξενοδοχείο, να μην κλείσεις σε καμιά χάλια περιοχή» πρότεινε η Έλενα ευγενικά και η Κάθριν την ευχαρίστησε για την βοήθειά της.


Άπλωσαν τις ψάθες τους και άνοιξαν την ομπρέλα τους αλλά η Έλενα ξάπλωσε πρώτα για ηλιοθεραπεία. Η Κάθριν μπήκε στο δροσερό νερό αμέσως. Χρειαζόταν λίγη αναζωογόνηση. Το μυαλό της κόντευε να σπάσει. Το ίδιο και η καρδιά της. Δεν είχε σταματήσει ούτε δευτερόλεπτο να τον αγαπάει. Ακόμα και την ώρα που εκείνος κατέρρεε μπροστά στα μάτια της, δε σταμάτησε να τον αγαπάει. Ίσως της ήταν λίγο πιο εύκολο αν η καρδιά της σταματούσε εκείνη τη στιγμή να νιώθει τόσο τρελά ερωτευμένη μαζί του.  Να έβαζε επιτόπου ένα χι και να συνέχιζε χωρίς αυτόν. Αλλά δεν μπορούσε. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Λίγο πριν κάνουν έρωτα του είχε ζητήσει να την πιστέψει και εκείνος απάντησε θετικά. Την πίστευε ότι δεν είχε σχέση με τον Τομ, αλλά όταν η μητέρα του της επιτέθηκε δεν την υπερασπίστηκε. Την άφησε μόνη της. Τι μέλλον θα μπορούσε να έχει μια τέτοια σχέση; Με μια οικογένεια που τη μισούσε και ένα σύντροφο που δεν είχε το θάρρος της γνώμης του;

Δεν την είχε πιστέψει ποτέ ειλικρινά. Αυτό ήταν. Την ήθελε πολύ, ναι, και ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά δεν την είχε πιστέψει. Και σίγουρα δεν την είχε βάλει πάνω από την οικογένειά του και τις απίθανες βλακείες που πίστευαν για εκείνη. Μόνο και μόνο για να μην παραδεχτούν την αλήθεια. Ότι ο Τομ απομακρύνθηκε από κοντά τους επειδή φοβόταν την απόρριψή τους. Δεν τον απομάκρυνε εκείνη από αυτούς. Οι ίδιοι του οι γονείς τον απομάκρυναν από κοντά τους


Η καρδιά της είχε γίνει χιλιάδες μικρά κομμάτια και αυτό το βάρος που την έπνιγε δεν αλάφραινε ούτε μέσα στο νερό. Κολύμπησε λίγο, ξάπλωσε ανάσκελα και προσπάθησε να αφουγκραστεί τους ήχους της θάλασσας αλλά οι σκέψεις της δεν την άφηναν ήσυχη. Έπρεπε να φύγει. Δεν είχε αμφιβολία. Το νησί ήταν πολύ μικρό και θα την έβρισκε. Και ήξερε ότι παρόλο που της είχε φερθεί τόσο άσχημα, αν τον ξανάβλεπε μπροστά της, θα λύγιζε. 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 44-μόμιιιιι

Η Κάθριν ένιωσε τα σωθικά της να αναδεύονται και ξαφνικά ζαλίστηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να αντιμετωπίσει την εχθρότητα της γυναίκας απέναντί της.
«Εμένα με συγχωρείτε, πάω τα πράγματα μέσα» είπε ο πατέρας του Οντι διακριτικά και προχώρησε προς το εσωτερικό του σπιτιού. Φαινόταν πιο ήρεμος από τη γυναίκα του αλλά και πιο αποστασιοποιημένος.

Για λίγο δε μιλούσε κανείς. Ούτε ο Οντι, ούτε η μητέρα του, ούτε εκείνη. Η μητέρα του Οντι κοιτούσε την Κάθριν με έκδηλο μίσος, η Κάθριν κοιτούσε τον ορίζοντα και ο Οντι το χώμα. Δειλέ.

«Κυρία Στάμος, αν θέλετε μπορούμε να κάτσουμε να το συζητήσουμε. Σε κάθε περίπτωση όμως, απαιτώ να μου μιλάτε πιο ευγενικά» είπε η Κάθριν ελπίζοντας ότι αυτό θα έβαζε τα σωστά θεμέλια για μια πολιτισμένη συζήτηση. Ο Οντι την κοίταξε σοκαρισμένος για ένα δύο δευτερόλεπτα. Τι έγινε; Κανείς δεν αντιμιλούσε στη μανούλα; Καιρός ήταν να το κάνει κάποιος.

«Κοριτσάκι μου, δε θα μου πεις εσύ αν θα κάτσω σπίτι μου» της είπε και την παραμέρισε, προχωρώντας στο εσωτερικό του σπιτιού σαν ντίβα. Ένα κύμα οργής συνεπήρε την Κάθριν. Κάθε απόφαση που είχε πάρει να σεβαστεί αυτή τη γυναίκα έγινε καπνός. Δεν εννοούσε αυτό που είπε αλλά η γλώσσα της μίλησε πριν συμβουλευτεί το μυαλό της.

«Σπίτι σας;» είπε ειρωνικά και η κοφτή ανάσα της γυναίκας τής έδωσε να καταλάβει ότι είχε πετύχει το στόχο της. Η μητέρα του Οντι γύρισε αργά προς το μέρος της και αφού ακούμπησε την τσάντα της στον καναπέ άνοιξε με άνεση το ντουλάπι, πήρε ένα ποτήρι, έβαλε δροσερό νερό και ήπιε πριν απαντήσει.

«Το σπίτι αυτό το χτίσαμε με τον άντρα μου με κόπο και ιδρώτα» της είπε μεταξύ γουλιών. «Το δώσαμε στα παιδιά μας να το χαίρονται με τις οικογένειές τους. Δεν ονειρευόμασταν να το χαίρεται μια τυχοδιώχτρια. Ήρθα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους» είπε σοβαρά η γυναίκα. Η Κάθριν της το αναγνώριζε. Είχε κάνει τόσα χιλιάδες χιλιόμετρα για να προστατεύσει την οικογένειά της. Παρεμβατική; Ναι. Σκύλα; Σίγουρα. Δυναμική; Ακόμα περισσότερο.

«Και δεν εμπιστεύεστε τον ίδιο το γιο σας για να το κάνει;» της είπε η Κάθριν ευγενικά, υπονοώντας ότι με τη στάση της ακύρωνε την κρίση του γιου της.
«Τύφλωσες τον έναν και κατάφερες να τυφλώσεις και τον άλλον» της είπε η Μαρία. «Όλο το νησί μιλάει για τη σχέση σας. Έχουμε ξαδέρφια εδώ, οικογένεια. Πίστευες ότι δε θα το μαθαίναμε;» είπε ξαφνικά στον Οντι.

«Δεν χρωστάμε τίποτα σε κανέναν» είπε τελικά εκείνος. «Δεν είχαμε κάτι να κρύψουμε».
«Με τη γυναίκα του αδερφού σου;» είπε εκείνη αηδιασμένη.
«Δεν είχα σχέση με τον Τομ» είπε ήρεμα η Κάθριν.
«Και μένατε μαζί τόσα χρόνια χωρίς να έχετε σχέση; Και δεν τον έστρεψες εσύ εναντίον μας για να φας την περιουσία του; Άσε μας τώρα. Πες μας ότι ήσασταν απλώς φίλοι».
Η Κάθριν φλέρταρε με την ιδέα να τους πει την αλήθεια αλλά όχι. Δε θα το έκανε. Δε θα βεβήλωνε το μυστικό του φίλου της για να βγει εκείνη από τη δύσκολη θέση. Άλλωστε και ποιος θα την πίστευε;
«Κοιτάξτε, κυρία Στάμος. Καταλαβαίνω το πένθος σας και το σέβομαι απολύτως. Κατανοώ επίσης ότι είστε στη φάση της οργής και κάπου πρέπει να την εκτονώσετε για να ανακουφιστείτε. Αν σας κάνει καλό, μπορείτε να ξεσπάσετε πάνω μου, αλλά εγώ δε θα συνεχίσω να τσακώνομαι μαζί σας. Είστε η μητέρα των δύο αντρών που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου και σας σέβομαι» είπε σταθερά και πάγωσαν όλοι. Η μητέρα του Οντι που κλονίστηκε με όσα άκουσε, ο Οντι που την άκουσε για πρώτη φορά να λέει ότι τον αγαπάει και ο πατέρας του που διάλεξε εκείνη τη στιγμή να κατέβει στο σαλόνι και έμεινε παγωμένος σαν στήλη άλατος.

«Θέλω να σε πιστέψω αλλά δεν μπορώ» της είπε η μητέρα του, σαφώς λιγότερο μαχητική. Μίλα, δειλέ, πες κάτι. «Πρέπει να φύγεις» επέμεινε, πιο πολύ για να μη φανεί ασυνεπής στα λόγια της.

«Από πού; Έχω και εγώ μερίδιο σε αυτό το σπίτι» είπε αγανακτισμένη η Κάθριν. Ο Οντι κάθισε στον καναπέ και πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του.
«Μητέρα, ηρέμησε να βρούμε μια λύση» είπε, χωρίς να προσθέτει κάτι ουσιαστικό στο διάλογο.
«Σας έχει διαφύγει κάτι και στους δύο» είπε η Μαρία θυμωμένη. «Μέχρι να μπουν και οι τελευταίες υπογραφές για την αποδοχή διαθήκης και να περάσει το μισό σπίτι δικαιωματικά στην κοπέλα» είπε δείχνοντάς την με το χέρι «δεν μπορεί να μένει εδώ. Μα καλά, Οντι, δεν το σκέφτηκες αυτό;» τον μάλωσε.
«Δεν με ένοιαζε να το σκεφτώ. Προφανώς εφόσον δεν έχει τελειώσει η διαδικασία η Κάθριν δεν έχει δικαιώματα στο σπίτι και δεν μπορεί να μένει εδώ, αλλά ο Τομ τής άφησε το σπίτι και δεν μπορούσα να προσβάλω την επιθυμία του» είπε εκείνος.

Η Κάθριν δε μιλούσε. Είχαν δίκιο. Καταχρηστικά έμενε στο σπίτι εφόσον δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες. Μέχρι τις τελικές υπογραφές πολλά θα μπορούσαν να συμβούν. Δεν ήταν λογικό αυτό που είχε κάνει. Με το που άνοιξε η διαθήκη, πήγε κι  έκανε κατάληψη στο σπίτι. Πώς είχε κάνει τέτοια βλακεία;
«Είναι θέμα χρόνου να μπουν οι τελικές υπογραφές» είπε ο Οντι.

Η Κάθριν δεν άντεχε άλλο αυτή τη συζήτηση. Της ερχόταν εμετός. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα. Δεν τη χωρούσε αυτό το σπίτι, το νησί, η χώρα.

«Έστω» είπε η μητέρα του Οντι. «Να φύγει» είπε επίμονα.

Η Κάθριν κοίταξε τον Οντι. Ένα, δύο, τρία δευτερόλεπτα. Πέντε, έξι. Τίποτα. Μόνο ένα κεφάλι κατεβασμένο, παραδομένο.

Η Κάθριν ανέβηκε στο δωμάτιό της, και έβαλε μερικά πράγματα πρώτης ανάγκης σε μια τσάντα θαλάσσης. Τα ρούχα και τα καλλυντικά της τα έριξε άτσαλα στη βαλίτσα της. Σε δέκα λεπτά είχε κλείσει μέσα στη βαλίτσα όλο το καλοκαίρι της, έναν έρωτα και μερικές αναμνήσεις.

Κατέβηκε στο σαλόνι όπου βρήκε τον Οντι να την περιμένει όρθιος με τα χέρια στις τσέπες. Οι γονείς του δεν ήταν εκεί. Μην τολμήσεις να πεις κουβέντα, του είπε με τα μάτια αλλά εκείνος παράκουσε.

«Πού θα πας; Περίμενε να βρούμε μια λύση είπε εκείνος αλλά η Κάθριν τον αγνόησε. Πόσο λίγος, πόσο άνανδρος.

Έβαλε τη βαλίτσα της όπως όπως πάνω στη γουρούνα και έβαλε μπρος. Με το γκάζι στο τέρμα ξεκίνησε για το σπίτι της Έλενας. Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Ίσως ήταν καλύτερα που έγινε έτσι. Ίσως ήταν καλύτερα που τέλειωσαν τα πράγματα έτσι. Για να το πάρει μια ώρα αρχύτερα απόφαση ότι αυτός ο άντρας δεν ήταν για εκείνη.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 43-καλώς τα δεχτήκαμε

Η Κάθριν ξύπνησε πριν από τον Οντι και χουζούρεψε στην αγκαλιά του. Δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε αυτό που ζούσε αλλά για όσο κρατούσε ήταν απόλυτα ευτυχισμένη. Ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι. Μεγάλωσε με τον καημό του απόντα πατέρα της, με μια μητέρα που πάσχιζε να τη μεγαλώσει. Οι σχέσεις της με τους άντρες ήταν καλές αλλά ποτέ κανείς δεν την είχε κάνει να νιώσει ότι υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι σαν αυτό που ζούσε με τον Οντι. Βίωνε μαζί του μια απίστευτη οικειότητα, ένα δέσιμο που δεν είχε ξανανιώσει με κανέναν. Και τον αγαπούσε τόσο πολύ που δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Τον κοιτούσε και έτρεμε από αγάπη, έτρεμε στην ιδέα τι θα έκανε χωρίς αυτόν.

Κατέβηκε στην κουζίνα αφού τον χάζεψε μερικά λεπτά να κοιμάται γαλήνια στο κρεβάτι τους, για να φτιάξει πρωινό. Ήθελε να τον περιποιηθεί γιατί ήταν πολύ καλός μαζί της και ήθελε να του το ανταποδώσει.

Έβαλε τον καφέ να γίνει και φρυγάνισε μερικές φέτες ψωμί για να απλώσουν μέλι και μαρμελάδα. Σέρβιρε δύο ποτήρια χυμό και τα έβαλε όλα σε ένα μεγάλο δίσκο. Μέχρι να ξυπνήσει τον Οντι, μπήκε στο ίντερνετ και διάβασε τα μέιλ της. Θα συναντούσε τον Παπαδέα σήμερα για τις τελικές υπογραφές και έστειλε και ένα μέιλ στο δικηγόρο της στην Νέα Υόρκη σχετικά με την αμοιβή του.

«Οντι, ξύπνα μωρό μου!» του φώναξε από κάτω αλλά αυτός δεν απάντησε αμέσως. Τον άκουσε να σηκώνεται όμως και σε μερικά λεπτά τον είδε να κατεβαίνει φρέσκος φρέσκος, φορώντας ένα μακό σορτσάκι μόνο.
«Γιατί σηκώθηκες και με άφησες μόνο μου;» σούφρωσε δραματικά τα χείλη του.
«Σου έφτιαξα πρωινό» του είπε και σήκωσε το δίσκο για να τον βγάλει έξω στην αυλή.
«Ασ’ το σε μένα» της είπε και της τον πήρε από τα χέρια. «Ρίξε κάτι πάνω σου και πάμε να φάμε» της είπε γελώντας, αναφερόμενος στη λιτή περιβολή της.
«Ποιος θα με δει;» του είπε εκείνη, κοιτώντας το σατέν μίνι νυχτικό της αλλά ψστόσο υπάκουσε και ανέβηκε να φορέσει ένα σορτσάκι και το μακό φανελάκι του.

Βγήκαν στην αυλή και ξεκίνησαν να τρώνε με όρεξη το πρωινό τους. Ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι από τις βραδινές τους δραστηριότητες. Δε μιλούσαν, αλλά πού και πού ο ένας κοιτούσε τον άλλο και χαμογελούσαν. Το στομάχι της Κάθριν σφίχτηκε ξαφνικά. Γιατί φοβόταν τόσο; Για ποιο λόγο έτρεμε στην ιδέα ότι κάτι θα χαλούσε αυτό που ζούσε τώρα;

Ο Οντι σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του και η Κάθριν τον παρακολούθησε να αφουγκράζεται κάποιον ήχο.
«Τι είναι;» τον ρώτησε εκείνη.
«Τίποτα, τίποτα, απλώς χαίρομαι που είσαι ντυμένη» της είπε εκείνος γελώντας. «Μάλλον κάποιος έρχεται» συμπλήρωσε. Η Κάθριν προσπάθησε να ακούσει αλλά τίποτα. Ανασήκωσε τους ώμους.
«Εσύ δε θα ντυθείς;» τον ρώτησε αναφερόμενη στο γυμνό στέρνο του.
«Ε σιγά» είπε εκείνος και ήπιε λίγο χυμό. «Εδώ μόνο τα παιδιά έρχονται. Μάλλον θα θέλουν τον κόφτη πλακιδίων» της είπε και της έδειξε με ένα νεύμα ένα εργαλείο έξω από το σπιτάκι του κήπου.
«Καλά» είπε η Κάθριν και σηκώθηκε να πάει το δίσκο μέσα και να κόψει μερικά φρούτα για τους καλεσμένους. Ο Οντι άνοιξε τη βρύση και άρχισε να ποτίζει λίγο τα λουλούδια.
Ενώ η Κάθριν ξέπλενε βιαστικά τα πιάτα άκουσε ένα αμάξι να φρενάρει απότομα στο σπίτι και μια γυναικεία φωνή να μιλάει ελληνικά. Και μετά έναν άντρα. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι που έβγαιναν από το ταξί; Με τις σαπουνάδες στα χέρια ακόμα κοίταξε προσεκτικά έξω από το παράθυρο και είδε μια μεσήλικη κυρία και έναν συνομήλικο κύριο. Ο άντρας φορούσε ένα σκούρο τζιν και καφέ πόλο αλλά η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα, μαύρο μπλουζάκι και μαύρο καλσόν. Τι παράξενο… Γιατί να φοράει μαύρο καλσόν με τόση ζέστη; Και κυρίως, ποια ήταν αυτή η σκοτεινή φιγούρα;

Βγήκε την ώρα του ο Οντι αγκάλιαζε τον άντρα. Τα μάτια της γυναίκας καρφώθηκαν πάνω της ακαριαία, με τόση μανία, που η Κάθριν κοίταξε αλλού, τρομαγμένη ότι το βλέμμα της γυναίκας θα την έκαιγε ζωντανή. Τι στο καλό συνέβαινε εδώ;

«Οντι;» ψέλλισε και εκείνος γύρισε προς το μέρος της, με τους ώμους κατεβασμένους σαν παιδάκι που το είχαν μαλώσει.
«Κάθριν…» είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάει «η Μαρία και ο Μάνος Στάμος» της είπε και έδειξε το ζευγάρι. «Είναι οι γονείς μου» πρόσθεσε και η Κάθριν κοκάλωσε. Κάπου μέσα της πρέπει να το ήξερε αλλά ήταν πάντα διαφορετικό το να σου το λένε και να σιγουρεύεσαι.


«Πώς και ήρθατε;» ρώτησε ο Οντι στα αγγλικά και ο πατέρας του απάντησε κάτι στα ελληνικά ενώ έβγαζε δύο βαλίτσες από το ταξί που τους έφερε μέχρι εδώ.

Η Κάθριν άπλωσε το χέρι της προς τη μητέρα του Οντι αλλά εκείνη δεν ανταπέδωσε τη χειρονομία. Ξαφνικά η γυναίκα άνοιξε το στόμα της, κοιτώντας την Κάθριν με τα χείλη σφιγμένα σε μια γραμμή.

«Ήρθα να δω ποια γυναίκα ξελόγιασε το γιο μου. Αλλά μάλλον άργησα γιατί απ’ ό,τι φαίνεται ξελόγιασε και τους δύο» είπε επιθετικά κοιτώντας μία τον Οντι και μία την Κάθριν.

Η Κάθριν έβαλε τα χέρια στη μέση και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ηρέμησε, Κάθριν, σκέφτηκε. Είναι μεγάλοι άνθρωποι και είναι γονείς που νομίζουν ότι το παιδί τους απειλείται.

Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να την προετοιμάσει για αυτό που ακολούθησε.


«Μάζεψε τα πράγματά σου» της είπε ξαφνικά η γυναίκα με την βαριά προφορά της. «Και ξεκουμπίσου».

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

κεφάλαιο 42-έρχεται...

«Γι’ αυτό δεν πρέπει να σε αφήνω μόνη σου» τη μάλωσε ο Οντι κρατώντας το δώρο στα χέρια του το ίδιο κιόλας βράδυ. «Τι πήγες κι έκανες;» είπε.
«Ένα μικρό δωράκι για ην υπέροχη βόλτα που με πήγες!» του είπε και τον φίλησε απαλά στα χείλη. «Είσαι πολύ γενναιόδωρος μαζί μου και αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα».
«Δεν έπρεπε» της είπε αυστηρά και ξετύλιξε προσεκτικά το ωραίο αμπαλάζ. Άνοιξε το ξύλινο κουτί και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. «Μα αυτό είναι υπέροχο! Ένα τηλεσκόπιο!» ξεφώνισε γεμάτος ενθουσιασμό. Το άνοιξε τελείως και κοίταξε μέσα από το ματάκι μακριά στον ορίζοντα. «Βλέπω την παραλία» της είπε και της το έδωσε να κοιτάξει κι αυτή.
«Έχει και κάρτα» του είπε και κοίταξε μέσα από το ματάκι την απίστευτη θέα.

Ο Οντι διάβασε την κάρτα και έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα.  Η Κάθριν τον κοίταξε χαμογελαστή αλλά δεν είπε τίποτα. Ούτε κι εκείνος. Και καλύτερα ίσως έτσι.

«Σε ευχαριστώ πολύ» της είπε και το έσφιξε στο στήθος του. «Σπάνια μου κάνουν τόσο προσωπικά δώρα και πάντα εκτιμώ όταν ο άλλος αφιερώνει χρόνο για να βρει κάτι να μου αρέσει» της είπε. «Θα το βάλω στο γραφείο μου» της είπε και η Κάθριν γέμισε ελπίδες. Το δώρο της στο γραφείο του; Στην Νέα Υόρκη ή εδώ;

«Θες να πάμε για ποτό με την Έλενα απόψε;» τον ρώτησε προσεκτικά. Είχε καιρό να βγει με τη φίλη της και η ίδια η Έλενα είχε προτείνει να πάνε μαζί, αλλά η Κάθριν φοβόταν ότι ο Οντι δε θα ήθελε ίσως να βγουν τόσο σύντομα με άλλη παρέα. Μπορεί να ντρεπόταν ή απλώς να ένιωθε άβολα.

 «Αν δεν είσαι κουρασμένη» της έκλεισε πονηρά το μάτι, μάλλον αναφερόμενος στο γεγονός ότι είχαν κάνει δύο φορές έρωτα από την ώρα που τον προκάλεσε στην κουζίνα.
«Ω όχι εντάξει είμαι» του είπε βραχνά.
«Αυτό είναι πρόκληση;» τη ρώτησε γελώντας.
«Όχι, βέβαια. Απλή ενημέρωση» απάντησε κι αυτή με τη σειρά της και ανέβηκε στο δωμάτιό της να αλλάξει.

Θα συναντούσαν την Έλενα και τον Νίκο σε ένα μπαρ κοντά στο λιμάνι το οποίο έπαιζε ξένη μουσική. Η Κάθριν είχε συνηθίσει στους ήχους των ελληνικών τραγουδιών αλλά δυσκολευόταν ακόμα να διασκεδάσει με αυτά. Φόρεσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα με την πλάτη ανοιχτή και ένα κολιέ πλεκτό με τιρκουάζ χάντρες που έκανε ωραία αντίθεση με το σκούρο φόρεμα και τόνιζε τα μάτια της. Έβαλε μπόλικο μαύρο μολύβι και μάσκαρα και ένα διάφανο λιπ γκλος, βούρτσισε τα μαλλιά της και φόρεσε ένα ζευγάρι χρυσά πέδιλα.

Βρήκε τον Οντι να την περιμένει φορώντας ένα λευκό λινό παντελόνι και γαλάζιο λινό πουκάμισο έξω από αυτό.

«Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε και εκείνη κοκκίνισε.
«Πού το κατάλαβες;»
«Κάθεσαι εκεί και με κοιτάς. Έχω κάτι;» γέλασε.
«Σκέφτομαι ότι θέλω να σου βγάλω τα ρούχα και να μείνουμε μέσα να το κάψουμε αλλά έτσι όπως το πάμε θα γίνουμε τελείως αντικοινωνικοί» είπε σκεπτική και ο Οντι γέλασε ξανά.
«Μου την πέφτεις, Κάθριν;» τη ρώτησε ενώ τύλιγε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και την οδηγούσε επιτακτικά προς το αμάξι. «Σε λίγο θα με κάνεις να πιστέψω ότι με θες μόνο για σεξ» της είπε τάχαμ θιγμένος.
«Σε θέλω για το σεξ και το ριζότο σου» του είπε και τον τσίμπησε στα πλευρά.
«Έχω και πολλά λεφτά» της είπε γελώντας.
«Αδιαφορώ» του είπε σηκώνοντας με περηφάνια ψηλά τη μύτη της.
«Ε τότε θα σε χορτάσω σεξ και ριζότο» είπε εκείνος παραιτημένος.


Η Κάθριν κάθισε δίπλα του στο τζιπ και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
Σ’αγαπώ, του είπε από μέσα της.

Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και της χαμογέλασε αθώα.

Άραγε ξέρεις; Έχεις καταλάβει;


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

δωράκι



κεφάλαιο 41-ροζ προς το κόκκινο

Όταν η Κάθριν ξύπνησε το επόμενο πρωί και ανέβηκε στο κατάστρωμα για να βρει τον Οντι, το γιοτ είχε ήδη σαλπάρει από τη Σίκινο με κατεύθυνση τη Φολέγανδρο.
«Καλημέρα, μωρό μου» της είπε εκείνος και αφού την τράβηξε στην αγκαλιά του τη φίλησε απαλά στα χείλη. Φορούσε ένα φθαρμένο τζιν και ένα λευκό φανελάκι και ήταν τόσο όμορφος και αρρενωπός αυτό το πρωί που χρειάστηκε μεγάλη δύναμη για να μην τον παρασύρει στην καμπίνα.
«Καλημέρα» του είπε στρώνοντας τα μαλλιά της με τα χέρια της. Είχε πλύνει το πρόσωπο και τα δόντια της αλλά δεν είχε αλλάξει ρούχα. Ανυπομονούσε να τον δει και έτσι πετάχτηκε στο κατάστρωμα σαν παιδί που περίμενε το δώρο του από τον Αγιο Βασίλη όταν ξύπνησε και δεν τον είδε πλάι της.
«Το έχεις βολευτεί ε;» τη ρώτησε εκείνος γελώντας, δείχνοντας το φανελάκι που φορούσε ως νυχτικιά. Το είχε βρει στο δωμάτιό του και από τη μέρα που κοιμήθηκαν μαζί, το έπλενε και το φορούσε συνεχώς.
«Μου αρέσει πολύ» του είπε απολογητικά και ο Οντι έσπευσε να τη διαβεβαιώσει ότι της πήγαινε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε εκείνον.
«Είναι από τα φοιτητικά μου χρόνια. Θα πρόσεξες ότι είναι του πανεπιστημίου μου» της είπε και της έδειξε το λογότυπο. Η Κάθριν έγνεψε θετικά. «Φόρα το όμως όσο θες. Σου πάει πολύ» είπε και η Κάθριν χαμογέλασε ναζιάρικα. Ο Οντι έκατσε και την τράβηξε πάνω στα πόδια του.
«Και να την ήθελες πίσω δε σου τη δίνω» του είπε μαχητικά η Κάθριν. «Είναι ενθύμιο. Και όταν φύγω θα το πάρω μαζί μου» του είπε χωρίς να μετρήσει τα λόγια της. Ο Οντι την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα, σοβαρός, αλλά δεν απάντησε. Το χέρι του την έσφιξε λίγο πιο δυνατά και ένα σύννεφο πέρασε θαρρείς από πάνω τους αλλά κανείς τους δεν είπε τίποτα. Ο Οντι δεν τη ρώτησε κάτι παραπάνω και η Κάθριν προτίμησε να μην δώσει συνέχεια. Η ζημιά είχε γίνει όμως. Είχαν χώσει και οι δυο το κεφάλι στην άμμο αλλά το πρόβλημα παρέμενε. Κάποια στιγμή θα έφευγε και το θέμα έπρεπε να θιγεί.

Κάπου το μεσημεράκι έδεσαν στο λιμάνι της Φολέγανδρου και κατέβηκαν από το γιοτ με κατεύθυνση το αμάξι του Οντι που ήταν παρκαρισμένο σε ένα πάρκινγκ για τους ιδιοκτήτες γιοτ και ιστιοφόρων. Ο Οντι σταμάτησε να πληρώσει ένα λογαριασμό και η Κάθριν αποφάσισε να του κάνει παρέα. Ο Οντι στάθηκε σε μια ουρά και της έκανε εντύπωση  που δεν είχε κάποιον για αυτές τις δουλειές.
«Δε θες να πας μια βολτίτσα να μη βαριέσαι;» τη ρώτησε και πέρασε το χέρι γύρω από τους ώμους της ενώ περίμενε καρτερικά τη σειρά του.
«Μπα!» του είπε ενθουσιασμένη και άρχισε να του λέει μια ιστορία για να περάσει η ώρα μέχρι να έρθει η σειρά του. Η Κάθριν πήρε το λογαριασμό από τα χέρια του και κοίταξε το όνομα και τη διεύθυνση.
«Δε σε έχω ρωτήσει ποτέ» του είπε. «Από πού βγαίνει το Οντι; Δεν μπορώ να διαβάσω ελληνικά» του είπε και γέλασε. Εκείνος πλήρωσε και γύρισε προς το μέρος της.
«Οδυσσέα με βάφτισαν. Στην Αμερική το πρόφεραν όλοι Οντισέας και έμεινε το Οντι» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Οδυσσέας; Ο πολυμήχανος;» τον ρώτησε, ευχαριστώντας από μέσα της τη μητέρα της που επέμενε να της διαβάζει παραμύθια από την ελληνική μυθολογία.
«Προσπαθώ» της είπε και τη φίλησε.


Μόλις τέλειωσαν, ο Οντι τη ρώτησε αν μπορούσε να κάνει ακόμη λίγη υπομονή γιατί ήθελε να υπογράψει μια συμφωνία που είχε κάνει με ένα τουριστικό γραφείο.
«Δε θα μου πάρει πάνω από ένα τέταρτο. Μόνο υπογραφές πρέπει να βάλω και…λόγω των τελευταίων γεγονότων έχω μέρες να βγω από το σπίτι» της είπε χαμογελώντας ζεστά. Η Κάθριν κοκκίνισε.
«Ευκαιρία να πάρω και κάτι που θέλω» του είπε και εκείνος τη φίλησε και την ευχαρίστησε για την υπομονή της.

Η Κάθριν όντως ήθελε να απομονωθεί γιατί ήθελε να αγοράσει κάτι στον Οντι ως ευχαριστώ για την υπέροχη εκδρομή τους.

Το ερώτημα που τη βασάνιζε ήταν «τι αγοράζεις σε κάποιον που τα έχει όλα» και δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι ωραίο να του αγοράσει. Το έψαχνε μέρες, γιατί ήθελε να του αγοράσει κάτι και να του το αφήσει σπίτι όταν θα έφευγε αλλά τώρα που τα πράγματα είχαν προχωρήσει μεταξύ τους μπορούσε να του το δώσει πιο νωρίς.

Απέρριψε μερικές τετριμμένες ιδέες όπως ρούχα ή μανικετόκουμπα ή άρωμα και προσανατολίστηκε σε κάτι πιο προσωπικό. Στο μαγαζί βρήκε αντίκες όπως ένα παλιό γραμμόφωνο και βιβλία του προηγούμενου αιώνα αλλά τίποτα δεν ήταν αρκετά…Οντι. Μια ξυλόγλυπτη θήκη για ένα καλό κρασί; Όχι.

Ένα πτυσσόμενο μπρούτζινο ναυτικό τηλεσκόπιο; Αυτό ήταν! Το πήρε στα χέρια της και το έβγαλε από το ξύλινο κουτί του. Η τιμή δεν ήταν απαγορευτική και σίγουρα ταίριαζε ως ευχαριστήριο δώρο για αυτή την υπέροχη εκδρομή. Ήταν το τέλειο δώρο! Πόσο τυχερή ήταν! Πλήρωσε την κυρία και ζήτησε μια λευκή κάρτα. Έγραψε ένα μήνυμα και της το έδωσε για να το βάλει μέσα.
Μόλις τελείωσε το αμπαλάζ, βγήκε από το μαγαζί με το δώρο κρυμμένο στην τσάντα της και πήγε να βρει τον Οντι.


Το ρολόι έδειχνε 15.20 όταν μπήκαν στο αμάξι με κατεύθυνση το σπίτι.

Ο Οντι συνδέθηκε αμέσως στο ίντερνετ και μίλησε με μερικούς συνεργάτες του στα γραφεία του Λονδίνου ενώ η Κάθριν άρχισε να μαγειρεύει αφού έκανε ένα γρήγορο ντους και φόρεσε ένα πολύ κοντό φόρεμα για να τον προκαλέσει.

Εκείνος πληκτρολογούσε κάτι στον υπολογιστή και μιλούσε ταυτόχρονα στο κινητό όταν την είδε να κατεβαίνει. Έμεινε για λίγο ακίνητος και ανασήκωσε το φρύδι του διερευνητικά. Η Κάθριν χαμογέλασε και αφού τον προσπέρασε άρχισε να μαγειρεύει όλο νάζι.

«Η συζήτηση που έχω είναι πολύ κρίσιμη» της ψιθύρισε καλύπτοντας το ακουστικό με πολύ απειλητικό ύφος. Η Κάθριν χαμογέλασε αγγελικά και έσκυψε να πιάσει το λάδι τουρλώνοντας επιδεικτικά τα οπίσθιά της προς το μέρος του.

Τον άκουσε να βγάζει μια κοφτή ανάσα και να ανεβάζει τους τόνους της συζήτησης.

Η Κάθριν γύρισε προς το μέρος του. Εκείνος την κοιτούσε με ένα βλέμμα που την προειδοποιούσε να μη συνεχίσει. Η Κάθριν έκανε αέρα με το χέρι της και τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες της. Είχε πολλή ζέστη και του το έδειχνε. Ανέμιζε στην αρχή το χέρι της και μετά πήρε μια μικρή βεντάλια και συνέχισε να κάνει αέρα. Ο Οντι την κοιτούσε ενώ μιλούσε με τον συνάδελφό του με έντονο ύφος.

Εκείνη άφησε κάτω τη βεντάλια σιγά σιγά και αφού γύρισε προς τον νεροχύτη έβγαλε το φόρεμά της και έμεινε μόνο με το κιλοτάκι της. Ήξερε ότι τον είχε προκαλέσει αλλά ήξερε ότι η τιμωρία της θα ήταν πολύ απολαυστική. Δεν είχε ποτέ τολμήσει κάτι τέτοιο στο παρελθόν και ήλπιζε να μην είχε γίνει ρεζίλι που ξεγυμνώθηκε έτσι μπροστά του. Συνέχισε να κόβει τα λαχανικά κάνοντας προκλητικές κινήσεις όταν ένιωσε τον Οντι να κολλάει το σώμα του πάνω στο δικό της από πίσω και το χέρι του να τρυπώσει στο εσώρουχο της. Η Κάθριν κατάφερε να γυρίσει προς το μέρος του παρόλο που δεν υπήρχε χώρος ανάμεσά τους. Τον βρήκε να της χαμογελάει σατανικά ενώ συνέχισε να τη χαϊδεύει. Εκείνη έβγαλε έναν αναστεναγμό αλλά εκείνος της έκανε ένα αυστηρό νόημα να σωπάσει.

Θεέ μου, πού είχε μπλέξει; Πήγε να τον προκαλέσει και τώρα αυτός τη χάιδευε και εκείνη δεν μπορούσε ούτε να βγάλει κιχ γιατί το ακουστικό ήταν μερικά ακουστικά από το στόμα της; Προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του αλλά με μια απότομη κίνηση έπεσε πάνω της και την ακινητοποίησε. Ενώ έδινε διαταγές και απειλούσε θεούς και δαίμονες, κατάφερε με μαθηματική ακρίβεια να την οδηγήσει στην κορύφωση. Έχωσε τα δάχτυλά της στην πλάτη του και το κεφάλι της στο στέρνο του για να μην ουρλιάξει όταν ένιωσε το κορμί της να γίνεται θρύψαλα στα χέρια του και μόνο όταν εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο μπόρεσε να αρθρώσει λόγο.
«Θα είσαι καλό κορίτσι από εδώ και πέρα;» τη ρώτησε απαλά εκείνος με το χέρι του να της τραβάει ελαφρά την κοτσίδα προς τα πίσω.
«Ποτέ» του απάντησε εκείνη και τον φίλησε.