Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

the girl


κεφάλαιο 31-the evening after

Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, σκέφτηκε η Κάθριν εκείνο το απόγευμα, δεν είναι να έχεις προβλήματα. Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να έχεις προβλήματα και να πρέπει να δείχνεις χαρούμενη.

Γύρισε με τα παιδιά μέχρι την Χώρα και μετά πήγαν σε ένα ταβερνάκι για ψάρι σε ένα διπλανό χωριό. Μίλησε, γέλασε, έφαγε με όρεξη και αντάλλαξε μέιλ και τηλέφωνα με τον Μιχάλη, ο οποίος έφευγε το επόμενο βράδυ.  Αλλά μέσα της, από την ώρα που είχαν αφήσει τη σπηλιά μέχρι και τώρα, που το ρολόι έδειχνε 19:43, μια πέτρα είχε κάτσει στο στομάχι της και δεν την άφηνε να αναπνεύσει ελεύθερα.

Τον είχε δει φευγαλέα περίπου κατά τις έξι, όταν εκείνος βγήκε στην αυλή για να ποτίσει τα λουλούδια. Της είπε ένα σύντομο «γεια» και εκείνη, ταλέντο στην υποκριτική, του χαμογέλασε ζεστά και ανταπέδωσε τον χαιρετισμό λες και χαιρετούσε έναν αγαπημένο φίλο. Που δεν ήθελε να τον ξαπλώσει στην πλησιέστερη οριζόντια επιφάνεια με πολύ, πάρα πολύ πονηρούς σκοπούς.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και περίμενε την Έλενα. Θα ερχόταν σήμερα με μερικά δείγματα από τα σύνολα που είχε ράψει κατόπιν οδηγιών της Κάθριν. Έπρεπε να δουν πώς συνδυάζονταν τα διάφορα υλικά και υφάσματα μεταξύ τους ώστε να καταλήξουν στα κομμάτια που θα παρουσίαζε στο ντεφιλέ.


Ευτυχώς η Έλενα ήρθε κατά τις οκτώ και έτσι δεν έμεινε πολύ μόνη. Ο Οντι ήταν στο σαλόνι και δούλευε κάποιον κώδικα, της είπε όταν τον ρώτησε, λες και αυτό της έλεγε κάτι.

Οι δύο κοπέλες δούλεψαν με αρκετό κέφι στο δωμάτιο της Κάθριν. Φόρεσαν τα ρούχα και προσπάθησαν να φανταστούν πώς θα είναι τα σύνολα όταν είναι τέλεια ραμμένα και με τα σωστά υλικά. Απέρριψαν μια ολόσωμη φόρμα και κράτησαν ένα ταγιέρ, ένα φόρεμα και ένα μακρύ παλτό με βελούδινα στοιχεία.

«Κάθριν, θέλω μια τεράστια χάρη» της είπε δειλά η Έλενα λίγο πριν φύγει.
«Ο,τι θες» της είπε με σιγουριά η Κάθριν. Θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για τη φίλη της, η οποία την είχε βοηθήσει πολύ από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε.
«Ε να…αύριο θέλω να αφήσω το μηχανάκι μου για φτιάξιμο και μεθαύριο πρωί χρειάζομαι ένα μέσο για να πάω σε μια φίλη μου στο Λιβάδι για να κάνω baby sitting στα παιδιά της. Της το έχω τάξει μέρες και ο πατέρας μου δεν μπορεί να μου διαθέσει το αμάξι του. Μπορώ να σου δανειστώ αύριο το βράδυ τη γουρούνα και να σου τη φέρω μεθαύριο απόγευμα; Μπορείς να πας σε κάποια κοντινή θάλασσα για να μη χάσεις το μπάνιο σου» είπε δειλά.
«Καλά το συζητάς;» γέλασε η Κάθριν. «Μπορεί να σε φέρει κάποιος αύριο το βράδυ να την πάρεις; Συνήθως δεν πάω κάπου το βράδυ αν δεν έχουμε κανονίσει κάτι μαζί. Το επόμενο απόγευμα αν είναι ζητάω από τον Οντι να με φέρει να την πάρω για να μην κάνεις άσκοπες διαδρομές»  πρότεινε, αν και φοβόταν την αντίδραση του Οντι.
«Είσαι πραγματική φίλη» της είπε η Έλενα και τη φίλησε αλλά η Κάθριν τη μάλωσε.
«Εγώ; Εσύ κι αν είσαι!» της είπε και τη φίλησε ζεστά.

Και έτσι έφτασε το βράδυ. Το βράδυ, αφότου έφυγε η Έλενα, η Κάθριν ήρθε αντιμέτωπη με το αίσθημα εγκατάλειψης που ένιωθε κάθε βράδυ μετά το θάνατο του Τομ και κυρίως αφότου είχε έρθει στο νησί. Ήταν άνθρωπος της συντροφικότητας. Της άρεσε να έχει παρέα, να συγκατοικεί, να συζητάει και να παίζει επιτραπέζια. Της άρεσε να βλέπει με παρέα ταινία, να τρώει με κάποιον και όχι μέσα στην απόλυτη σιγή. Από τη μέρα που είχε έρθει εδώ, ένιωθε λες και έπαιζε σε θρίλερ. Κυκλοφορούσε μόνη στο σπίτι και πού και πού ένα φάντασμα (ο Οντι) την τάραζε με την παρουσία του.

Έψησε ένα φιλέτο κοτόπουλο και μερικές πατάτες για βραδινό και αφού τσίμπησε μόνη της στην κουζίνα ( ο Οντι είχε αποσυρθεί στα ιδιαίτερά του χωρίς να την καληνυχτίσει) έπλυνε τα πιάτα και έβαλε το υπόλοιπο φαγητό στο ψυγείο.

«Οντι, έχεις φάει; Έφτιαξα κοτόπουλο και πατάτες» φώναξε. Κάθε φορά που μαγείρευε κάτι του πρόσφερε αλλά ποτέ δεν είχε φάει κάτι δικό της.
«Δεν πεινάω, ευχαριστώ» φώναξε εκείνος μετά από λίγο και η Κάθριν κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της.
«Καληνύχτα» του φώναξε απ’ έξω.
«Καληνύχτα» της είπε και αυτός.

Η Κάθριν κλείστηκε στο δωμάτιό της και σκέφτηκε όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα. Εντάξει, είχε παραδεχτεί ότι τον έλκυε, αλλά δεν θα έκανε τίποτα λόγω του Τομ. Τον θαύμαζε για τις αρχές του αλλά τον μισούσε που δεν τις υπερέβαινε για χάρη της. Αυτή ήταν η διαφορά τους. Εκείνος την ήθελε, αλλά όχι αρκετά.
Κι εκείνη τον ήθελε, αλλά υπερβολικά πολύ. Σε σημείο που να χάνει το μυαλό της.



Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

cave


Κεφάλαιο 30-Η σπηλιά του Ερωτα

«Εντάξει, μιλάμε το άτομο έχει θέμα μαζί σου» είπε γελώντας η Έλενα στο γυρισμό από το μπαρ. Είχαν ξαναπεράσει μπροστά από τον Οντι, ο οποίος μιλούσε με μια παρέα δίπλα στις καμπίνες, αλλά αυτή τη φορά δεν τους μίλησε.
«Πού να δεις σπίτι τι γίνεται!» της είπε γελώντας από τα νεύρα της η Κάθριν. «Με αντιπαθεί τόσο πολύ που λείπει όλη τη μέρα. Και όταν είναι εκεί, με αγνοεί τελείως» είπε στη φίλη της.
«Σε αντιπαθεί, σε αντιπαθεί, αλλά το κεφάλι του προς το μέρος σου είναι συνεχώς στραμμένο» της είπε η Έλενα και η Κάθριν απόρησε.
«Μα τι λες; Είσαι τρελή;» ρώτησε τη φίλη της.
«Δεν παίρνει τα μάτια του από πάνω σου, Κάθριν. Από την πρώτη στιγμή που σε είδε ακόμα και τώρα» της είπε.
«Και πού το ξέρεις;» ρώτησε η φίλη της. «Αφού τον έχουμε από πίσω».
«Γυρνάω πού και πού και χαιρετάω φίλους. Άκου με που σου λέω. Σε κοιτάει. Αυτό το μαγιό ήταν πολύ καλή επιλογή» συμπλήρωσε η Έλενα και οι δύο φίλες γέλασαν.

Η γυναικεία αυτοπεποίθησή της αυξήθηκε κατακόρυφα, αλλά η Κάθριν δε χάρηκε και ιδιαίτερα που ένα αποκαλυπτικό μαγιό τον είχε κάνει να την προσέξει. Ήξερε καλύτερα από όλους ότι ο Οντι θα μισούσε τον εαυτό του για την έλξη που πιθανόν του ασκούσε.

Ξάπλωσε στην ψάθα της και ανανέωσε το αντηλιακό της ενώ ο Μιχάλης και ο Νίκος έπαιζαν με τις ρακέτες που δανείστηκαν από τους φίλους της Έλενας. Πήρε το περιοδικό της στα χέρια και χέρια και άρχισε να γυρνάει τις σελίδες χωρίς ουσιαστικά να προσέχει κάτι. Για πόσο ακόμα θα ανεχόταν τόση κακία; Δεν τον κάκιζε τελείως. Αν όντως πίστευε ότι κάτι συνέβαινε με τον Τομ κι εκείνη, ήταν λογικό να κρατάει αποστάσεις από εκείνη. Το αξιακό σύστημα σε αυτή τη μικρή χώρα ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό της δυτικής Ευρώπης ή των ΗΠΑ. Σεβόταν το σεβασμό που είχε στον νεκρό αδερφό του, σεβόταν την περίοδο πένθους που περνούσε, αλλά η υπόλοιπη συμπεριφορά του την ξεπερνούσε.

Άφησε το περιοδικό στο πλάι και χάζεψε λίγο τη θάλασσα στηριγμένη στους αγκώνες της. Η Έλενα είχε αποκοιμηθεί και τα αγόρια έπαιζαν λυσσαλέα ρακέτες και ξεσήκωναν την παραλία με τα γέλια τους. Αν σταματούσαν ποτέ να παίζουν, μπορεί να έπαιζε και αυτή λιγάκι.

Ένας μηχανικός ήχος διέκοψε για λίγο την ατμόσφαιρα ηρεμίας στη μικρή γωνία της παραλίας όπου είχαν ξαπλώσει. Οι λίγοι λουόμενοι που βρίσκονταν σε αυτό το πιο απομονωμένο σημείο γύρισαν και κοίταξαν έναν άντρα πάνω σε τζετ σκι που πλησίαζε την ακτή. Η Κάθριν κοίταξε λίγο καλύτερα και είδε ότι ο άντρας ήταν ο Οντι. Και μάλιστα της έγνεφε.

«Τι θέλει;» ρώτησε την Έλενα η οποία είχε ξυπνήσει και γελούσε.
«Εσένα, απ’ ό,τι φαίνεται» είπε η φίλη της αλλά η Κάθριν δεν κουνήθηκε. «Μα έλα τώρα, σήκω! Μια βόλτα θέλει να πάτε. Δε θα σε φάει» την παρότρυνε η Έλενα αλλά η Κάθριν δεν ήταν σίγουρη. «Μας κοιτάνε όλοι, σήκω. Δε θα φύγει αυτός» συμπλήρωσε η φίλη της και η Κάθριν σηκώθηκε. Δεν έβαλε την τουνίκ της ούτε τα γυαλιά της αλλά ίσιωσε λίγο το μικροσκοπικό μαγιό της πριν αρχίσει να πλησιάζει προς το νερό για να δει επιτέλους τι ήθελε.

Είχε μπει μέχρι το γόνατο μέσα, όταν εκείνος της έδωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να ανέβει. Η Κάθριν τον κοίταξε για λίγο με αβεβαιότητα και έσφιξε το χέρι της στο δικό του. Με μια επιδέξια κίνηση, την τράβηξε πάνω στο τζετ σκι. Έβγαλε το γιλέκο του και της το έδωσε να το φορέσει.
«Τι γίνεται; Δεν καταλαβαίνω» του είπε, ενώ ήξερε ότι όλη η παραλία τους κοιτάει.
«Φόρα το σωσίβιο» της είπε επιτακτικά.
«Κι εσύ;» ρώτησε η Κάθριν ενώ το φορούσε.
«Ένα έχω. Οπότε…» είπε και έβαλε μπρος. Η απότομη κίνηση την έκανε να τρομάξει και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. Το δέρμα του ήταν τόσο απαλό που την έκανε να σκέφτεται…πολύ πονηρά πράγματα.


«Πού πάμε;» τον ρώτησε λίγο μετά, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την παραλία και παρέμενε κολλημένη πάνω του.
«Θα δεις» είπε εκείνος χωρίς πολλά πολλά.
«Θα με πνίξεις;» του είπε μισοαστεία μισοσοβαρά η Κάθριν.
«Υπάρχουν μάρτυρες. Μας είδαν να φεύγουμε μαζί» της είπε και πήρε μια απότομη στροφή. Η Κάθριν σφίχτηκε πάνω του. Τώρα το μάγουλό της ακουμπούσε στην πλάτη του.

Σταμάτησε να σκέφτεται πού πήγαιναν, τι έκαναν, γιατί και πώς και εστίασε στα συναισθήματα που της προκαλούσε αυτή η μοναδική βόλτα με τζετ σκι. Ο αέρας τη φυσούσε δυνατά και βρισκόταν μόνη της με εκείνον στη μέση της θάλασσας. Είχε χρόνια να νιώσει, αν την είχε νιώσει ποτέ τόσο απόλυτα, αυτή την αίσθηση ελευθερίας. Πώς θα γυρνούσε στη Νέα Υόρκη; Είχε περάσει ο καιρός. Σε δυο τρεις βδομάδες έπρεπε να αρχίζει να μαζεύει τα πράγματά της και δεν είχε χορτάσει καθόλου ούτε τον ήλιο, ούτε τη θάλασσα, και κυρίως τον Οντι. Δεν είχε δει την καλή πλευρά του πάνω από μερικά δευτερόλεπτα συνολικά αλλά της έφταναν για να χτίσει πάνω τους όνειρα και ελπίδες. Έπρεπε να ξεριζώσει αυτές τις σκέψεις από μέσα της όμως γιατί εκείνος δεν έδειχνε κάτι ανάλογο.

Είχαν πλησιάσει σε κάτι απότομα βράχια και ο Οντι επιβράδυνε. Η Κάθριν δε ρώτησε πού πήγαιναν γιατί δεν την ένοιαζε. Της αρκούσε που ήταν μαζί. Ποιος ξέρει πότε θα ξανάβγαινε από το καβούκι του πάλι.

«Πρέπει να βουτήξουμε» της είπε ενώ κατέβαινε από το τζετ σκι. Εκείνος πάτωνε σχεδόν μέχρι το στήθος οπότε περπατούσε μέσα στο νερό και κατάφερε να δέσει το τζετ σκι σε ένα βράχο. Η Κάθριν έβγαλε το γιλέκο, το έδεσε στο τζετ σκι και βούτηξε. Πάτωνε με δυσκολία οπότε αναγκάστηκε να αρχίσει να κολυμπήσει.

«Από εδώ» της είπε και την οδήγησε στο εσωτερικό μιας σπηλιάς που με το ζόρι χωρούσε δύο ανθρώπους πλάι πλάι, κι έτσι κολυμπούσε πίσω του.
«Μα πού πάμε επιτέλ…» πρόλαβε να πει η Κάθριν πριν ανακαλύψει τι της επεφύλασσε ο Οντι.

Μπροστά της έβλεπε το τέλος της σπηλιάς. Κατέληγε σε μια μικρή «παραλία» με λίγη άμμο και πλάτος όχι περισσότερο από δύο μέτρα. Ήταν σχεδόν σαν ένας καναπές χωμένος μέσα στα βράχια με μια ιδιωτική πισίνα. Το θέαμα ήταν μοναδικό.

«Το ανακάλυψα τυχαία πριν από μερικά χρόνια» της είπε εκείνος ενώ έβγαινε σιγά σιγά στη «στεριά». «Δεν έχω ξανάρθει με παρέα, αλλά θέλω να μιλήσουμε σε ουδέτερο έδαφος και γι αυτό απομακρυνθήκαμε από το νησί» της είπε.

Τώρα η Κάθριν είχε καθίσει στην άμμο δίπλα του και από πάνω της κρεμόταν ένας βράχος, αλλά δε φοβόταν. Αν έπεφτε πάνω της και πέθαινε τούτη τη στιγμή θα πέθαινε πλήρης.

«Ωραίο μέρος διάλεξες» του είπε χαμογελαστή με ελάχιστη δόση ειρωνείας. Ο Οντι το έπιασε.
«Δε σου αρέσει;» αναρωτήθηκε.
«Αν μου αρέσει; Απλώς αναρωτιέμαι με τι λογική διάλεξες το πιο ρομαντικό, το πιο όμορφο μέρος στο κόσμο ως ουδέτερο έδαφος για να μιλήσουμε» τόλμησε η Κάθριν.
«Σου αρέσει κι εσένα ε;» γέλασε αυτός και συνέχισε. «Απλώς ήθελα να μείνουμε για λίγο μόνοι, να μιλήσουμε λίγο πιο ήσυχα».
«Μένουμε μόνοι στη μέση του πουθενά. Δεν έχεις χορτάσει ησυχία και απομόνωση;» τον ρώτησε εκείνη.

Κάθονταν δίπλα δίπλα με τα πόδια τους απλωμένα μέσα στο νερό. Η Κάθριν είχε χώσει τα χέρια της μέχρι τους καρπούς στην άμμο.

«Στο σπίτι; Να μιλήσουμε εκεί; Εκεί όπου νιώθω τα μάτια του Τομ πάνω μου; Δεν ξέρεις πώς είναι να ζω με τη σύντροφο του νεκρού αδελφού μου στο ίδιο σπίτι. Να σε βλέπω να περιφέρεσαι με αυτά τα φοβερά σορτς, να γελάς, να φέρνεις στο άδειο σπίτι μου ένα κύμα αισιοδοξίας που μόνο με απίστευτες δόσεις κακίας και αγένειας μπορώ να αντικρούσω» της είπε και η Κάθριν αναρωτήθηκε αν άκουγε καλά ή αν έβλεπε όνειρο.
«Δεν ήξερα ότι σου αρέσουν τα σορτς μου» του είπε για να σπάσει την αμηχανία.
«Νομίζω ότι σου το είπα εκείνο το βράδυ» είπε εκείνος σοβαρά και η Κάθριν γέλασε.
«Νόμιζα ότι δε θυμάσαι τίποτα από εκείνο το βράδυ. Νόμιζα ότι είχες παραισθήσεις από τον πυρετό και δε θυμάσαι τι έγινε» του είπε.
«Κοιμηθήκαμε μαζί» της είπε. «Απλώς αυτό» συμπλήρωσε. «Ελπίζω να μην πέρασα τα όρια» της είπε διερευνητικά.
«Όχι, όχι, ήσουν κύριος. Απλώς παραδοσιακά, μία φορά φέρεσαι σαν κύριος, μία σαν κάθαρμα. Εναλλάξ. Και τώρα το ίδιο έγινε. Μου την είπες για το γιοτ και τώρα είμαστε σε μια σπηλιά σαν παράνομοι εραστές» του είπε, χωρίς να μετανιώνει για την επιλογή των λέξεών της.

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και το άφησε να περάσει έτσι. Η Κάθριν τον κοίταξε. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σχεδόν παγωμένα, ήταν εμφανές ότι κάτι τον βασάνιζε. Δεν είχε καταλάβει πόσο υπέφερε στην προσπάθειά του να είναι τίμιος στην ηθική που όριζε η ανατροφή του.

«Λυπάμαι που πιέζεσαι, Οντι. Κυρίως, όμως, λυπάμαι που δεν μπορείς να πιστέψεις ότι δεν είχα σχέση με τον αδερφό σου» του είπε, ανοίγοντας τα  χαρτιά της. Προσφέροντας τον εαυτό της.

Εκείνος κοίταξε προς το μέρος της, αλλά δε μίλησε. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο στόμα της, στο λαιμό και μετά στο σώμα της αλλά κάποια αόρατη δύναμη τον κρατούσε ακίνητο.
«Μπορεί να σε βολεύει αυτό, δεν ξέρω» είπε η Κάθριν τελικά. «Γιατί αν βεβαιωθείς για την αλήθεια, δηλαδή ότι ο αδερφός σου κι εγώ δεν είχαμε σχέση, μετά θα πρέπει να παραδεχτείς πως έσφαλες και να έρθεις αντιμέτωπος με συναισθήματα και σκέψεις που προφανώς προσπαθείς σκληρά να κρύψεις».

Ο Οντι δε μίλησε. Τι να έλεγε άλλωστε;

«Άσε που θα μαράζωνε και η σέξι φαρμακοποιός» του είπε ειρωνικά.
«Είμαι φύσει καχύποπτος άνθρωπος και ειδικά με τις γυναίκες» είπε εκείνος χωρίς να δίνει συνέχεια στο προηγούμενο σχόλιο. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η μεταστροφή του αδερφού μου και η σχέση σας δεν είχε καμία σχέση. Ξαφνικά άλλαξε. Τι συνέβη; Τι του είπες; Οι γονείς μου μαράζωσαν. Απομακρύνθηκα με τον αδερφό μου» της είπε ενώ πετούσε βοτσαλάκια στο νερό.

«Δεν αντέχω να με κατηγορείς άλλο» του είπε έντονα η Κάθριν. Είχε χάσει την υπομονή της. Δεν ήθελε να εκθέσει το φίλο της και δε θα το έκανε, αλλά έβλεπε να ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια της κάτι που ήθελε πολύ. «Πάμε να φύγουμε» του είπε και έκανε να κολυμπήσει προς το τζετ σκι.

Ο Οντι κολύμπησε από πίσω της και μέσα στο νερό την άρπαξε από πίσω.
«Πού νομίζεις ότι πας χωρίς εμένα;» της είπε και την αγκάλιασε. Η Κάθριν αντέδρασε, χτυπήθηκε στην αγκαλιά του αλλά το κράτημά του ήταν πολύ δυνατό. Δεν μπορούσε να αντισταθεί χωρίς να βάλει και τους δύο σε κίνδυνο.
«Με έχεις τρελάνει» του είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της από τα νεύρα και τα συσσωρευμένα συναισθήματα. «Μία κρύο μία ζέστη. Κι εγώ στη μέση, να συγκατοικώ με τον Ερμή του Πραξιτέλη και να μην μπορώ ούτε να σε κοιτάξω για να μην κακοχαρακτηριστώ κι άλλο. Ε άντε παράτα μας, Οντι, άντε παράτα μας» του είπε και τινάχτηκε μακριά του. Εκείνος ξεκαρδίστηκε στα γέλια από πίσω της.
«Ερμής του Πραξιτέλη; Δεν ήξερα ότι σου αρέσει το θέαμα, Κάθριν» της είπε διερευνητικά.

«Γιατί; Τι είμαι; Τυφλή;» του είπε σταράτα και εκείνος γέλασε πάλι.
«Ωραία» είπε εκείνος ξαφνικά. «Δύο άνθρωποι με ανήκεστη αμοιβαία έλξη σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, μακριά από οποιονδήποτε γνωστό αλλά με ένα τεράστιο τείχος ανάμεσά τους. Καλά τα λέω;» τη ρώτησε και η Κάθριν έγνεψε θετικά.

Κολυμπούσε μόνο η Κάθριν, η οποία δεν πάτωνε, ενώ ο Οντι ήταν σταθερός και σε κάθε προσπάθειά της να απομακρυνθεί την τραβούσε κοντά του. Η Κάθριν περίμενε την πρότασή του. Την άποψή του για το πώς θα συνέχιζε αυτή η φαρσοκωμωδία.

«Δεν ξέρω τι να σου πω» της είπε τελικά, κοιτώντας αλλού.

Η Κάθριν περίμενε να ακούσει τα πάντα από το στόμα του εκτός από αυτό. Περίμενε μια αντρίκια απάντηση, μια αποφασιστική λύση, μια επίπονη οδό, αλλά όχι να νίψει τας χείρας του.

Τον ακολούθησε στο τζετ σκι, ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και απόλαυσε την επαφή με το καυτό κορμί του.


Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. 

ό,τι κ να κάνει τον αγαπάμε...


κεφάλαιο 29-αγένειααααααα

Η Έλενα και η Κάθριν μοιράζονταν μια διπλή ψάθα και δίπλα τους ο Νίκος με τον Μιχάλη ήταν ξαπλωμένοι σε μονές πετσέτες. Βρίσκονταν σε μια παραλία πολύ δημοφιλή, γεμάτη κόσμο που έκανε θαλάσσια σπορ. Είχαν αποφασίσει να μην κάτσουν σε ξαπλώστρες για να είναι πιο κοντά στο νερό.

Είχαν βουτήξει δύο φορές και τώρα απολάμβαναν τον ήλιο. Ο Νίκος με τον Μιχάλη ήθελαν να παίξουν ρακέτες αλλά δεν είχαν φέρει μαζί τους.
«Έχω μια ιδέα!» πέταξε η Έλενα. «Τους βλέπεις εκείνους εκεί που παίζουν;» ρώτησε το Νίκο, δείχνοντας ένα ζευγάρι. «Τους ξέρω αλλά βαριόμουν να πάω να τους χαιρετίσω. Μόλις σταματήσουν να παίζουν θα πάω να τους ζητήσω για λίγο τις ρακέτες» είπε και τα αγόρια ενθουσιάστηκαν.

«Έλενα» της είπε ξαφνικά η Κάθριν, η οποία μέχρι εκείνη την ώρα χάζευε την αγγλική Vogue «πάμε να πάρουμε κανένα αναψυκτικό από εκείνο το μπαρ;». Η Έλενα κοντοστάθηκε.
«Εκεί στην άλλην άκρη; Άντε! Μόνο για σένα» της είπε με δραματική μεγαλοψυχία και σηκώθηκε να φορέσει το παρεό της. Σήμερα φορούσε ένα υπέροχο μαύρο μπικίνι με χρυσά στοιχεία και το είχε συνδυάσει με ένα λεοπάρ παρεό. Η ίδια, πάλι, φορούσε ένα καφέ μπικίνι που της είχε δανείσει η Έλενα και μια διάφανη τουνίκ. Το από κάτω ήταν λίγο πιο παρτό απ’ ό,τι θα διάλεγε η ίδια, αλλά τι στο καλό; Διακοπές στην Ελλάδα ήταν! Θα το έριχνε έξω.

Η απόσταση μέχρι το μπαρ πρέπει να ήταν γύρω στα 200 μέτρα. Ξεκίνησαν με ενθουσιασμό αλλά κάπου στη μέση λιποψύχησαν. Είχε φοβερή ζέστη και δυσκολεύονταν να περπατήσουν στην καυτή άμμο. Και το χειρότερο ήταν το βλέμμα των αντρών που ήταν καρφωμένο πάνω τους λες και δεν είχαν ξαναδεί γυναίκα.

«Ωραία σκάφη» είπε η Κάθριν κοιτώντας έναν αυτοσχέδιο μόλο και μερικά ιστιοπλοϊκά και γιοτ που είχαν δέσει εκεί.
«Ναι» είπε αδιάφορα η Έλενα, η οποία μάλλον τα είχε δει εκατοντάδες φορές. «Αυτό εκεί είναι του Οντι» έδειξε αδιάφορα ενώ χαιρετούσε κάτι φίλους της.
Η Κάθριν έκανε την αδιάφορη αλλά κοίταξε αχόρταγα το γιοτ του. Ήταν ολοκαίνουργιο, αστραφτερό και υπερπολυτελές. Στην πλώρη του διάβασε το όνομα «Lakmé». Η Κάθριν χαμογέλασε. «Lakmé», Οντι; Παράξενη επιλογή. Ρομαντική επιλογή. Η καρδιά της φτερούγισε. Άραγε είχε ερωτευτεί ποτέ;

Τις σκέψεις της διέκοψε η Έλενα. «Κατά φωνή» άκουσε τη φίλη της να λέει και μέχρι να καταλάβει ήταν ήδη αργά. Μετέφερε το βλέμμα της από το γιοτ στην ευθεία και είδε σε απόσταση είκοσι βημάτων τον Οντι.

Κανείς και τίποτα δε θα μπορούσε να την είχε προετοιμάσει για το μεγαλείο του Οντι με μαγιό. Περπατούσε αργά προς το μέρος της φορώντας ένα στενό λευκό μαγιώ και ένα γιλέκο-σωσίβιο. Φορούσε κατάμαυρα γυαλιά και δεν μπορούσε να καταλάβει πού κοιτούσε, αλλά αν έκρινε από την πορεία του, ήταν σίγουρη ότι σε μερικά δευτερόλεπτα από τώρα θα έπρεπε να διακόψει την ονειροπόλησή της για να του μιλήσει. Θεέ μου, προλάβαινε να τον κοιτάξει άλλο λίγο; Ήταν υπέροχος. Το σώμα του ήταν τέλεια γυμνασμένο, απόλυτα μαυρισμένο και λείο και το αργό περπάτημά του θύμιζε πάνθηρα που περιμένει να επιτεθεί.

Όλες οι γυναίκες είχαν στυλώσει το βλέμμα τους πάνω του και δεν τις αδικούσε. Το θέαμα θύμιζε περιοδικό μόδας, όχι μια απλή καλοκαιρινή μέρα στη θάλασσα. Αλλά αυτός δεν έδινε σημασία. Πλησίασε τις δύο κοπέλες και χαιρέτισε πρώτα την Έλενα.
«Έλενα, πώς είσαι; Κάθριν» είπε ευγενικά.
«Οντι, τι κάνεις; Καιρό έχουμε να τα πούμε» του είπε η Έλενα και τον φίλησε. Σ αυτή τη χώρα οι πάντες φιλούσαν τους πάντες. Μόνο αυτή δεν μπορούσε να τον φιλήσει.
«Μια χαρά είμαι. Ήμουν λίγο άρρωστος, όπως ξέρεις, αλλά τώρα είμαι καλά» είπε. «Και σε ευχαριστώ πολύ για τα πράγματα που έφερες. Πρέπει να σου γυρίσω και τον ανεμιστήρα» πρόσθεσε αλλά η Έλενα τον διαβεβαίωσε ότι δεν τον βιάζεται.
 Η Κάθριν στεκόταν εκεί σαν ηλίθια και προσπάθησε να μπει στη συζήτηση, για να σταματήσει να κοιτάζει τόσο αχόρταγα. Τα γυαλιά ηλίου της δεν ήταν τελείως μαύρα και ήξερε ότι ο Οντι παρακολουθούσε την πορεία του βλέμματός της.

«Έμαθα ότι αυτό είναι δικό σου» του είπε δείχνοντας το γιοτ μακριά. Εκείνος έγνεψε αδιάφορα, χωρίς να την κοιτάζει.
«Αλλάζω την καμπίνα αυτόν τον καιρό» της είπε τελικά. «Αλλιώς θα έμενα εκεί» συμπλήρωσε σκληρά, σαν να τη χαστούκιζε.
Η Έλενα κατάλαβε ότι η φίλη της ένιωσε άσχημα και διέκοψε τη συζήτηση.
«Οντι, πάμε να πάρουμε μια πορτοκαλάδα γιατί διψάμε. Θα σε δούμε τριγύρω» του είπε φιλικά και οι δύο γυναίκες απομακρύνθηκαν.

Στο δρόμο η Έλενα δε μίλησε. Μάλλον δεν ήξερε τι να πει. Το σχόλιό του ήταν πολύ αγενές. Με μαθηματική ακρίβεια μετά από ένα αγενές σχόλιο ή μια περίοδο γεμάτη αρνητική ενέργεια, ο Οντι έκανε μια ευγενική κίνηση στη συνέχεια. Θα τον άφηνε να πέσει στην ίδια του την παγίδα και θα του έδειχνε αυτή.



Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

κεφάλαιο 28-Νευράκια

«Ο Μιχάλης πρότεινε να πάμε μαζί για μπάνιο αύριο» είπε η Έλενα στην Κάθριν περίπου πέντε μέρες μετά.

Εντωμεταξύ ο Οντι είχε αναρρώσει πλήρως και είχε επανέλθει στον πρότερο δραστήριο εαυτό του. Από το πρωί ως το βράδυ ασχολείτο με το σπίτι, κάνοντας τον Μπομπ τον Μάστορα στην εκδοχή «άντρας της χρονιάς». Κάπου ενδιάμεσα, μιλούσε και με Νέα Υόρκη και εκτόξευε διαταγές προς πάσα κατεύθυνση. Με την ίδια απέφευγε τα πολλά πολλά και δύο βράδια δεν είχε κοιμηθεί καν στο σπίτι. Η Κάθριν είχε νευριάσει πολύ μαζί του για την παιδαριώδη συμπεριφορά του. Ήταν ιδιαίτερα ψυχρός και καυστικός μαζί της, σχεδόν σαν να προσπαθούσε να τη βάλει στη θέση της μετά από όσα είχαν γίνει τις μέρες που ήταν άρρωστος. Λες και αυτή του είχε ζητήσει να κοιμηθεί μαζί της.


«Εγώ είμαι μέσα» είπε η Κάθριν αποφασιστικά. Σε κανά μήνα θα έφευγε από το νησί, το είχε πάρει απόφαση. Χθες είχε πάει στη Νάξο και ξεκίνησε τις διαδικασίες για την αποδοχή κληρονομιάς με τη συμβολαιογράφο. Σε 30 μέρες πίστευε ότι θα είχε τελειώσει με τις δουλειές της στη Φολέγανδρο και ήδη είχε χαλαρώσει αρκετά.
«Θα πάμε σε μια παραλία εδώ κοντά που έχει και θαλάσσια σπορ. Έχεις κάνει ποτέ;» τη ρώτησε η Έλενα ενώ έδινε ρέστα σε έναν πελάτη. Η Κάθριν κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Ανυπομονώ όμως» συμπλήρωσε γελώντας.
«Άντε γιατί ο Μιχάλης έχει φαγωθεί να σε ξαναδεί. Φεύγει σε πέντε μέρες» είπε η Έλενα.

Η Κάθριν δεν απάντησε, αλλά κι αυτή χαιρόταν που θα ξανάβλεπε τα παιδιά. Ο Μιχάλης τής φερόταν πολύ ευγενικά. Αν του είχε δώσει την παραμικρή ευκαιρία, σίγουρα θα είχαν ζήσει ένα σύντομο καλοκαιρινό ειδύλλιο.


Οι δύο φιλενάδες βγήκαν για μια βόλτα στο λιμάνι και πολύ σύντομα η συζήτηση κατέληξε εκεί  όπου κατέληγε πάντα.

«Δε σου μίλησε σήμερα δηλαδή;» τη ρώτησε η Έλενα και η Κάθριν δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει «ποιος».
«Πώς, αμέ! Ήρθαν και μου έβαλαν το κλιματιστικό χθες και με ρώτησε σήμερα αν είναι εντάξει» είπε η Κάθριν γελώντας αλλά το γέλιο δεν έφτανε μέσα της.
«Πάντως είναι ευγενικό που σου το έβαλε» είπε η Έλενα ψάχνοντας να βρει κάτι θετικό.
«Ναι, όντως. Και είναι ένα πολύ όμορφο. Έχει πάνω έναν πίνακα του Κλιμτ. Δεν είναι το κλασικό λευκό» είπε στη φίλη της.
«Ρομαντική ψυχή» είπε ονειροπόλα η Έλενα.
«Καλόγουστη ψυχή» της διόρθωσε η Κάθριν γελώντας.

Το απόγευμα η Κάθριν γύρισε σπίτι φορτωμένη με ψώνια. Είχε αγοράσει μερικά μέτρα ύφασμα και φρέσκα φρούτα. Τα τακτοποίησε όλα γρήγορα και μετά πήρε το τάμπλετ της να σχεδιάσει λιγάκι στην αυλή. Ήταν μόνη στο σπίτι. Ο Οντι δεν ήταν εκεί. Το αμάξι του έλειπε.

Δύο ώρες μετά, και ενώ η Κάθριν είχε ολοκληρώσει τρία σχέδια από τα πέντε που θα παρουσίαζε, ο Οντι μπήκε στον περίβολο του σπιτιού με το αμάξι. Αφού πάρκαρε από πίσω της, περπάτησε ως την αυλή και αφού της πέταξε ένα «γεια» μέσα από τα δόντια του, κατευθύνθηκε στο εσωτερικό.

Λίγο μετά, βγήκε στην αυλή κρατώντας ένα μπουκάλι νερό. Κάθισε απέναντί της και την κοίταξε λιγάκι. Η Κάθριν δεν ήταν προετοιμασμένη και σοκαρίστηκε. Είχε καιρό να κάτσει μαζί της, να της απευθύνει το λόγο.
«Τι είναι; Τι έκανα πάλι;» τον ρώτησε με ανασηκωμένο το φρύδι.
«Οι γονείς μου θέλουν τα πράγματα του Τομ» της είπε χωρίς περιστροφές.  Η Κάθριν ένιωσε σαν να της έδωσε κλοτσιά στην κοιλιά.
«Είναι όλα κλειδωμένα σε μια αποθήκη στο Μπρούκλιν. Το κλειδί το έχει ο δικηγόρος μου» του είπε σοβαρά.
«Μπα…Δεν μπορούσες να τα κρατήσεις λίγο σπίτι σου; Έπρεπε να τα ξεφορτωθείς αμέσως και να έρθεις διακοπούλες;» της είπε και η Κάθριν θύμωσε με τον τρόπο του. Ήταν λες και δεν την ήξερε καθόλου. Σαν την πρώτη μέρα που είχε έρθει.
«Αναγκάστηκα να βρω μικρότερο διαμέρισμα. Χωρίς τον Τομ δε χρειαζόμουν δύο υπνοδωμάτια» του είπε ψυχρά κοιτώντας ευθεία στα μάτια.
«Είχατε δύο υπνοδωμάτια;» τη ρώτησε απορημένος και η Κάθριν κατάλαβε το λόγο που αναρωτιόταν.
«Ναι, ένα για να κοιμόμαστε και ένα για τα όργια» του είπε ειρωνικά αλλά εκείνος δεν απάντησε. Πήρε μόνο μια βαθιά ανάσα και ήπιε μια γουλιά νερό, όχι επειδή διψούσε αλλά για να μην απαντήσει κάτι καυστικό.
«Τέλος πάντων, θα σου δώσω τη διεύθυνση του δικηγόρου μου να πάνε οι γονείς σου να πάρουν το κλειδί και οδηγίες για την αποθήκη. Πες τους μόνο να μην πειράξουν τίποτα δικό μου» του είπε και έκανε να φύγει αλλά την πρόλαβε.
«Έχεις και δικά σου πράγματα μέσα;» τη ρώτησε εκείνος.
«Σου είπα ότι είμαι σε μεταβατικό στάδιο» του είπε διπλωματικά. Δεν ήθελε να του εξηγήσει πώς ακριβώς ήταν η ζωή της.

Τον άφησε μόνο στην αυλή και πήγε στο δωμάτιό της να κλάψει με την ησυχία της. Δεν άντεχε τόση εχθρότητα. Δεν άντεχε τους γονείς του να ψάχνουν τα πράγματά της. Δεν άντεχε να μένει κάπου και να είναι τόσο ανεπιθύμητη.

Και κυρίως, δεν άντεχε την απόρριψη στο βλέμμα του.




Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

κεφάλαιο 27-τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι

«Οντι…μπλα μπλα μπλα μπλα» ξεφώνισε η Άννα μόλις τον είδε. Είχε μπουκάρει στο σπίτι δραματικά τάχαμ ανήσυχη. Μιλούσε ασταμάτητα ελληνικά και η Κάθριν δεν μπορούσε να καταλάβει λέξη. Συμπέραινε ότι του έλεγε ότι ανησύχησε πολύ και ήρθε κατευθείαν από τη δουλειά και άλλα τέτοια.

Ο Οντι είχε σηκωθεί κατά τη μία και κατέβηκε ως την αυλή για να φάει εκεί. Η Κάθριν τού είχε βράσει λίγο κρέας με πατάτες και του τα είχε αφήσει να κρυώσουν. Δεν έφαγαν μαζί γιατί ο Οντι ήταν πολύ κακόκεφος σήμερα. Δεν της είχε πει καν «ευχαριστώ» που πήγε και του πήρε φάρμακα και δεν της είχε απευθύνει το λόγο.

Η Άννα τού μιλούσε στα ελληνικά, αλλά εκείνος επιχείρησε να της απαντήσει καναδυό φορές στα αγγλικά, ώστε η Κάθριν να μην νιώθει αποκομμένη. Η Άννα όμως απαντούσε πεισματικά στα ελληνικά.

Τελικά η Κάθριν αποσύρθηκε, και ανέβηκε στο δωμάτιό της να κάνει ένα μπάνιο και να ξεκουραστεί λιγάκι επιτέλους, τώρα που κάποιος άλλος ήταν με τον Οντι. Έκανε ένα γρήγορο ντους και υποσχέθηκε στον εαυτό της να πάει στη θάλασσα την επόμενη μέρα. Με την αρρώστια του Οντι είχε τρεις μέρες να πάει και της είχε λείψει αυτή η ώρα της μέρας.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο δικηγόρος της την είχε ενημερώσει ότι η διαθήκη είχε δημοσιευτεί στο πρωτοδικείο Κυκλάδων και έπρεπε να ξεκινήσει τις διαδικασίες για την αποδοχή κληρονομιάς. Δεν είχε και τόσο χρόνο στα χέρια της για να κωλυσιεργεί. Έπρεπε να πάει στη Νάξο σύντομα.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και προσπάθησε να κοιμηθεί λιγάκι, αλλά ένιωθε μια ενόχληση. Δεν μπορεί να ήταν επειδή ήταν εκεί η Άννα…όχι. Ο Οντι ήταν μεγάλο αγόρι και έπαιζε με μεγάλα κορίτσια. Αυτή δεν είχε καμία δουλειά να νιώθει έτσι. Ούτε της χρωστούσε καμιά αιώνια ευγνωμοσύνη που τον περιέθαλψε. Κάτι τέτοιο ήταν ανθρώπινη αντίδραση, θα το έκανε για τον οποιονδήποτε.

Κοιμήθηκε περίπου δύο ωρίτσες και κατάφερε να ξεκουραστεί λιγάκι. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί καθόλου και έπρεπε να χαλαρώσει επιτέλους.
Το ρολόι της έδειχνε 4 το μεσημέρι. Θα κατέβαινε κάτω να φάει κάτι και αν περνούσε η ώρα, ίσως πήγαινε και μέχρι τη Χώρα, να δει το λαογραφικό μουσείο.

Κατέβηκε τα σκαλιά σιγά σιγά, μην ξέροντας τι θα αντικρύσει και πώς θα έπρεπε να αντιδράσει. Άκουγε ομιλίες αλλά όχι μέσα στο σπίτι. Προφανώς τα πιτσουνάκια λιάζονταν στην αυλή. Ο Οντι μιλούσε ζωηρά. Η Κάθριν χαμογέλασε. Αυτό ήταν καλό σημάδι. Είχε βρει το ρυθμό του.

Δεν ήθελε να τους ενοχλήσει και έτσι άνοιξε την τηλεόραση να χαζέψει λιγάκι, αλλά ο νους της ήταν έξω. Μιλούσαν συνεχώς, άρα…δεν τσιλημπούρδιζαν. Όχι ότι την ένοιαζε. Ισα ίσα. Λίγη εκτόνωση ίσως του έκανε καλό. Ένα φόρεμα σε μια εκπομπή την έκανε να σκεφτεί ένα παλτό. Σημείωσε μερικές λεπτομέρειες σε ένα σημειωματάριο και με μεγάλη έκπληξη είδε το ρολόι. Είχε πάει πέντε. Μα πόσες ώρες θα καθόταν αυτή εδώ; Ήδη είχαν περάσει 2.30 ώρες από την ώρα που ήρθε.

Η Κάθριν κοίταξε διακριτικά από το παράθυρο ενώ έπλενε το πιάτο του Οντι. Έπαιζαν τάβλι και γελούσαν. Έδειχναν να έχουν φοβερή χημεία. Αλλά κι εκείνη, ήταν ανώτερη. Δε θα τους άφηνε να νομίζουν ότι ένιωθε παραγκωνισμένη.

«Μπορώ να σας φέρω κάτι; Έναν καφέ; Ένα χυμό;» πρότεινε και στους δύο διακόπτοντάς τους από το παιχνίδι. Ο Οντι αρνήθηκε ευγενικά αλλά η Άννα ζήτησε έναν ελληνικό καφέ μέτριο.

Η Κάθριν απόρησε. Τι ήταν ο ελληνικός καφές και πώς φτιαχνόταν; Πώς θα τον έφτιαχνε χωρίς να ρωτήσει; Ο Οντι όμως την έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
«Δεν έχουμε, Άννα, συγγνώμη. Μήπως θες κρύο τσάι;» τη ρώτησε και σηκώθηκε να τη σερβίρει αυτός.

Η Κάθριν αναρωτήθηκε αν το έκανε γιατί ήθελε να την περιποιηθεί προσωπικά ή επειδή ήθελε να αποδεσμεύσει την ίδια. Μπήκαν στην κουζίνα μαζί και άρχισαν να ετοιμάζουν το κρύο τσάι με απόλυτο συγχρονισμό. Ο Οντι έβγαλε τα φακελάκια και αυτή την κανάτα με το κρύο νερό και τα κρυστάλλινα ποτήρια.

Δε μιλούσαν, αλλά η ένταση ήταν τέτοια ανάμεσά τους, που μπορούσε να την νιώσεις στο δέρμα σου.

«Έτοιμο» του είπε και του έδωσε το δίσκο με το τσάι. Ακούμπησε και μερικά βουτήματα στο πλάι. Για να μη λέει η Άννα ότι την ξεπετάμε, σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Ο Οντι βγήκε έξω με το δίσκο και περίπου μισή ώρα μετά η Άννα σηκώθηκε επιτέλους να φύγει.

Η Κάθριν βγήκε έξω να την αποχαιρετίσει.
«Φεύγεις, Άννα; Δε θες να κάτσεις να φάμε; Ο Οντι χρειάζεται λίγη καλή παρέα» της είπε ευγενικά αλλά η άλλη γυναίκα έγνεψε αρνητικά.
«Πρέπει να ανοίξω το μαγαζί. Σκαστή έφυγα. Το καλοκαίρι έχω πολλή δουλειά» της είπε σχεδόν απολογητικά. Ναι, πολύ που μας ένοιαξε, σκέφτηκε η Κάθριν από μέσα της χωρίς να μπορεί να καταλάβει από πού πήγαζε αυτή η ξαφνική εχθρότητα.

«Καλό βράδυ λοιπόν» της είπε ο Οντι και η Άννα ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του και του έδωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα. Ο Οντι έκλεισε τα μάτια και το δέχτηκε, ανταποδίδοντας για μερικά δευτερόλεπτα το πάθος της γυναίκας, ώσπου μάλλον συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν μόνοι.

«Καλό απόγευμα, μωρό μου» είπε η Άννα στον Οντι και προχώρησε προς το αμάξι της με ένα μοναδικό λίκνισμα στους γοφούς.

Η Κάθριν μάζεψε το δίσκο και τον πήγε στον νεροχύτη.
Ώστε λοιπόν είχε δίκιο η Ελενα…Κάτι έτρεχε με αυτούς τους δύο και η Άννα ένιωσε την ανάγκη να «μαρκάρει» το χώρο της φιλώντας τον τόσο επιδεικτικά μπροστά της. Άραγε σε εκείνον άρεσε που τον χρησιμοποίησε τόσο στεγνά για να την πικάρει; Αλλά σιγά μην ενοχλήθηκε. Άντρας ήταν. Οι άντρες δεν ενοχλούνται με παθιασμένα φιλιά, αλλά από ξενέρωτες νοσοκόμες που κοιμούνται μαζί σου για να μην πάθεις τίποτα στον ύπνο σου.

Για κάποιο λόγο, που σιγά σιγά άρχιζε να ξεθολώνει μέσα της, της ήρθε η επιθυμία να κλάψει.




κεφάλαιο 26-μικράκι, αλλά μπορεί να ανεβάσω κι άλλο

Μα τι λένε τόση ώρα; Αναρωτήθηκε η Κάθριν, η οποία έκοβε βόλτες νευρικά έξω από το υπνοδωμάτιο του Οντι όση ώρα τον εξέταζε ο γιατρός. Προσπαθούσε να κρυφακούσει, μήπως έπιανε καμιά λέξη αλλά ήταν ανώφελο. Τα ελληνικά ήταν πανδύσκολα.

Ο γιατρός είχε έρθει κατά τις 08:30. Η Κάθριν δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ. Ήξερε ότι ο Οντι είχε ανάγκη από κάποιον να τον παρακολουθεί όσο κοιμόταν και αυτό έκανε. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε βαθιά, αφού έλεγξε ότι δεν καταλάβαινε τίποτα, άρχισε να τον χαϊδεύει όσο πιο απαλά μπορούσε, χαρτογραφώντας το κορμί του και αφήνοντας το σημάδι της, έστω και εν αγνοία του, πάνω του. Μόλις το ρολόι έδειξε 08:00, τηλεφώνησε στο γιατρό και τον κάλεσε σε κατ’ οίκον επίσκεψη. Ο Οντι ευτυχώς κοιμόταν ακόμα και δεν είχε την ευκαιρία να αντιδράσει. Γιατί σίγουρα θα της έλεγε ότι είναι καλά και ότι δεν έχει ανάγκη τον γιατρό και όλες αυτές τις βλακείες που έλεγαν οι άντρες όταν επρόκειτο να τους εξετάσει γιατρός.

Η Έλενα είχε πει στην Κάθριν ότι ο δρ Μανωλάς ήταν πολύ καλός και εξυπηρετούσε τους ασθενείς όλου του νησιού, ακόμα και εκτός του κέντρου υγείας. Ήταν σχετικά νέος και είχε πολλή όρεξη για δουλειά. Είχε έρθει στο νησί για το αγροτικό του πριν από τέσσερα χρόνια και δεν έφυγε ποτέ.

«Σας ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε» του είπε αγγλικά την ώρα που τον συνόδευε έξω. Εκείνος την ευχαρίστησε για τα χρήματα που του έδωσε. Η προφορά του ήταν καλή και έτσι η Έλενα το διακινδύνευσε.
«Πώς είναι, γιατρέ;» ρώτησε όλο άγχος ενώ τον ξεπροβόδιζε ως το αμάξι του. Εκείνος χαμογέλασε καθησυχαστικά.
«Ο πυρετός κατέβηκε. Ο Οντι μού είπε ότι ήσουν εξαίρετη νοσοκόμα» της είπε γελώντας. Η Κάθριν εξεπλάγη που ο Οντι την παίνεψε.
«Πότε θα γίνει τελείως καλά;» ρώτησε η Κάθριν. Ανυπομονούσε να γυρίσει η ζωή τους, η ζωή του, στο κανονικό.
«Ήδη είναι σε ύφεση. Έκανε τον κύκλο του και περνάει. Πιστεύω ότι από αύριο βράδυ θα είναι τελείως καλά. Του έγραψα μερικά φάρμακα και πρέπει να συνεχίσει να τρέφεται καλά και να ξεκουράζεται» της είπε και τις έδωσε μερικές οδηγίες.

Αφού τον αποχαιρέτισε, ανέβηκε στον πάνω όροφο. Φόρεσε ένα τζιν και ένα φανελάκι και ετοιμάστηκε να φύγει.
«Οντι, πάω φαρμακείο» του φώναξε, αλλά δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. Ευτυχώς τον βρήκε να κοιμάται. Του έλειπε ύπνος του κακομοίρη. Θα έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να μην ξυπνούσε και δεν την έβρισκε εκεί.

Κατά τις 09:30 μπήκε στο φαρμακείο της Άννας. Η νεαρή γυναίκα σήμερα φορούσε ένα κόκκινο κολλητό φόρεμα και η Κάθριν θαύμασε τη σιλουέτα της.
«Καλημέρα σας» της είπε για να της τραβήξει την προσοχή, γιατί  η όμορφη φαρμακοποιός τακτοποιούσε φάρμακα στα ράφια.
«Ω καλημέρα, Κάθριν» της είπε ευγενικά, αλλά όχι ιδιαίτερα ζεστά η Άννα.
«Θέλω αυτά τα φάρμακα» της είπε και της έδωσε τη συνταγή γιατρού. Η Άννα τα μελέτησε και άρχισε να βγάζει από διάφορα ράφια μερικά κουτάκια.
«Ο Οντι;» τη ρώτησε συνοφρυωμένη.
«Ναι, είναι καλύτερα τώρα, αλλά πέρασε δύσκολα. Αν πάρει αυτά τα φάρμακα σε δύο 24ωρα θα είναι περδίκι είπε ο γιατρός» εξήγησε υπομονετικά η Κάθριν.
«Ορίστε» είπε η Άννα και της έδωσε τα φάρμακα. Η Κάθριν πλήρωσε και βγήκε από το φαρμακείο χαιρετώντας ευγενικά.

Ανέβηκε στη γουρούνα της και αφού πέρασε από την Έλενα για ένα γρήγορο «γεια» κατευθύνθηκε στο σπίτι.

Βρήκε τον Οντι καθισμένο στο κρεβάτι, να προσπαθεί να σηκωθεί.
«Τι κάνεις εκεί;» του είπε η Κάθριν αλλά εκείνος ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. «Ο γιατρός είναι να μην σηκωθείς καθόλου» του θύμισε.

«Κατουριέμαι. Θες να τα κάνω εδώ;» της είπε σκληρά. Η Κάθριν ανατρίχιασε. Ό,τι κι αν είχε συμβεί το βράδυ μεταξύ τους, τώρα ήταν παρελθόν. 

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 25-ο πυρετός με ψήνει, κι εσύ είσαι η ασπιρινη

«Οντι, σήκω να πάμε στο ντους» του είπε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά ο Οντι ήταν σε μια κατάσταση τρανς. Δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του.
«Ο πυρετός σου έχει φτάσει 39,5. Φοβάμαι πολύ. Σήκω πια!» του είπε και δοκίμασε να τον σηκώσει τραβώντας τον από το χέρι αλλά εκείνος, ακόμα και τόσο υποτονικός, ήταν πιο δυνατός. Την τράβηξε δυνατά και βρέθηκε ξαπλωμένη πάνω του.
«Οντι, δεν είσαι καλά. Σήκω να κάνεις ένα παγωμένο ντους. Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο» του είπε θυμωμένη, πιο πολύ για να σκεπάσει τη φωτιά που είχε ξεσπάσει μέσα της, ενώ πάλευε να ξεκολλήσει από πάνω του.
«Μωρό μου» της είπε και τη φίλησε στο λαιμό. Η Κάθριν ένιωσε ότι έλιωνε στην αγκαλιά του, αλλά ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Οντι, έχεις παραισθήσεις από τον πυρετό. Η Κάθριν είμαι! Ξύπνα! Πρέπει να κάνεις ένα παγωμένο ντους!» φώναξε αλλά ο Οντι συνέχισε να τη φιλάει στο λαιμό και να της ψιθυρίζει ότι είναι πολύ όμορφη.


Η Κάθριν τραβήχτηκε από κοντά του με μεγάλη προσπάθεια. Τόσο σωματική όσο και ψυχική. Γιατί δεν ήθελε να φύγει από την αγκαλιά του. Μπορεί να ήξερε ότι ο Οντι είχε παραισθήσεις αλλά η αίσθηση της αγκαλιάς του ήταν μαγική.

Πήρε μια πετσέτα και την έβρεξε με παγωμένο νερό. Του δρόσισε το μέτωπο και τον τσίγκλησε λιγάκι. Επιτέλους άρχισε να συνέρχεται.

«Πάμε στο ντους» του είπε και αφού πέρασε το χέρι του πάνω από το σβέρκο της, άρχισε να τον σέρνει προς το μπάνιο του.

Ευτυχώς το ντους του δεν είχε κάποιο προστατευτικό τζάμι, ούτε κουρτίνα. Τον έβαλε μέσα με τα ρούχα και τον άφησε λίγο να στηριχθεί στον τοίχο. Έφερε στα γρήγορα μια ξύλινη καρέκλα από το δωμάτιό του. Το νερό δε θα της έκανε καλό, αλλά ο Οντι παραήταν μεγαλόσωμος για να μπορεί να τον στηρίξει όση ώρα έκανε ντους με ασφάλεια. Τον κάθισε στην καρέκλα και άνοιξε το νερό στο χλιαρό για μερικά δευτερόλεπτα για να μη σοκάρει το σώμα του με την αλλαγή θερμοκρασίας και μόλις ο Οντι ήταν τελείως μουσκεμένος, του τράβηξε απότομα τη φανέλα και έβαλε το παγωμένο νερό. Για να μπορέσει να τον βοηθήσει, ήταν κι αυτή κάτω από την ντουζιέρα, με αποτέλεσμα να φάει κι αυτή μεγάλη ποσότητα παγωμένου νερού. Ο Οντι είχε αρχίσει να τρέμει, αλλά τα χέρια του δεν έλεγαν να σταματήσουν το παιχνίδι της εξερεύνησης. Τώρα την είχε αγκαλιάσει από το μέση και είχε στηρίξει το κεφάλι του στην κοιλιά της.

Η Κάθριν έκλεισε το νερό και αφού τον σκούπισε καλά, του έδωσε οδηγίες να βγάλει το εσώρουχό του και να τυλιχτεί με το μπουρνούζι και στη συνέχεια βγήκε από το μπάνιο για να τον αφήσει ήσυχο. Φοβόταν μήπως πέσει αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο χωρίς να τον κάνει να νιώσει τελείως ανίκανο.

Σε πέντε λεπτά, μπήκε στο ντους και τον είδε να φοράει το μπουρνούζι και να επιθεωρεί το πρόσωπό του στον καθρέπτη του μπάνιου. Η αλήθεια ήταν ότι ήταν σκιά του εαυτού του αλλά δε θα του το έλεγε ποτέ.
«Πάμε στο κρεβάτι» του είπε εκείνη και εκείνος πέρασε το χέρι του πάνω από τους ώμους της.
«Εσύ το ζήτησες» της είπε με μια δόση χιούμορ αλλά η Κάθριν δεν το άφησε να πέσει κάτω.
«Μμμμ τρομάρα σου, μου θες και πονηρά υπονοούμενα. Να δω τι θα έκανες αν σου έλεγα ναι στα χάλια σου» του απάντησε γελώντας.

Τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και αφού του σκούπισε καλά τα μαλλιά, του έβαλε ξανά θερμόμετρο.

«Βγάλε το θερμόμετρο, φόρα αυτό» του είπε και του πέταξε ένα καθαρό σορτσάκι «και έρχομαι αμέσως» του είπε και πήγε στο δωμάτιό της να φέρει μια καθαρή πετσέτα για τα μαλλιά της.

«Έχεις 38,2, είμαστε εντάξει» του είπε ανακουφισμένη μερικά λεπτά μετά και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού του με το πρόσωπο χωμένο στα χέρια της. Είχε ανησυχήσει πολύ. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα. Και όλο αυτό με τις παραισθήσεις και τα ερωτικά υπονοούμενα της έκανε πολύ κακό. Σκέφτηκε, ονειρεύτηκε, τι θα γινόταν αν…

Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και του ίσιωσε τα μαξιλάρια.
«Κοιμήσου τρεις ωρίτσες μέχρι να πάει οκτώ και παίρνουμε τον γιατρό. Δεν δέχομαι αντιρρήσεις» του είπε. Ήταν καιρός να τον δει και κάποιος επαγγελματίας. Αυτή μπορούσε να τον φροντίζει όσο χρειαζόταν αλλά ο πυρετός του ήταν πολύ υψηλός. Φοβόταν μήπως πάθει κάτι. Και κυρίως δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι, σαν πληγωμένο λιοντάρι. Έναν άντρα τόσο ρωμαλέο, να υποφέρει και να μοιάζει σαν ανήμπορο παιδί.

Ο Οντι δε μίλησε. Ήταν πολύ κουρασμένος. Επιπλέον, δεν του άρεσε να ακολουθεί διαταγές. Είχε ξεπεράσει τον εαυτό του αυτές τις τελευταίες δύο μέρες. Ήταν σαν να κατοικούσε κάποιος άλλος στο σώμα του.

«Μείνε» άκουσε ξαφνικά τον Οντι να λέει σιγανά. Η Κάθριν ένιωσε μια λάβα να απλώνεται στις φλέβες της. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά. Τι ακριβώς της ζητούσε; «Κοιμήσου εδώ απόψε» της είπε εκείνος, γνωρίζοντας ότι η Κάθριν δεν είχε καταλάβει καλά. «Δε θέλω να μείνω μόνος. Σε παρακαλώ» της είπε.


Η Κάθριν δεν το σκέφτηκε καθόλου. Η καρδιά της είχε πάει ήδη κοντά του. Το σώμα της μόνο ήταν μακριά αλλά όχι για πολύ. Κάλυψε την απόσταση με δύο μεγάλα βήματα και ξάπλωσε προσεκτικά στο κρεβάτι δίπλα του. Πλησίασε αρκετά το σώμα της και τον αγκάλιασε από πίσω. Τον άκουσε να ξεφυσάει αργά και αποκοιμήθηκαν. 

Κεφάλαιο 24-Fraises sans chantilly


Η ώρα ήταν δώδεκα. Ο Οντι ψιλοκοιμόταν αλλά η Κάθριν καθάριζε την κουζίνα. Του είχε φτιάξει μια λεμονάδα, αλλά δεν την είχε πιει. Τουλάχιστον είχε φάει δυο τρεις κουταλιές από τη σούπα, και είχε πιει λίγο νερό. Είχε αφυδατωθεί τελείως από τον ιδρώτα.

Η Έλενα είχε έρθει και άφησε τα πράγματα που της ζήτησε. Η Κάθριν τοποθέτησε τον ανεμιστήρα στο δωμάτιό του και είχε δροσιστεί κάπως, αλλά ο πυρετός του δεν είχε πέσει. Είχε αρχίσει να φοβάται πολύ για την υγεία του.

«Οντι,  κομπρέσες» του είπε, μπαίνοντας στο δωμάτιο. Εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Μάλλον δεν είχε καλοξυπνήσει.
«Όχι πάλι» γκρίνιαξε εκείνος, αλλά άπλωσε το χέρι του. Πήρε μια παγωμένη κομπρέσα και άρχισε να την περνάει από το μέτωπο και σιγά σιγά προς τα κάτω. Τώρα δρόσιζε το στέρνο του. Η Κάθριν κοίταξε αλλού. Δεν ήθελε να την τσακώσει να τον…κοιτάει πεινασμένα.

«Θα βάλεις θερμόμετρο και αν δεν έχει πέσει θα πάρουμε τον γιατρό» του είπε επιτακτικά, αλλά ο Οντι δεν έδειξε να πείθεται.
«Δεν αντέχω άλλη περιποίηση. Με ταΐζεις, με ποτίζεις λες και είμαι γλάστρα. Άσε με ήσυχο στην αρρώστια μου» της είπε αλλά δεν ήταν πολύ πειστικός. Ο πυρετός είχε αμβλύνει λίγο τις αντιστάσεις του.
«Δεν βρήκαμε πορτοκάλια, αλλά θα φας φράουλες» του είπε ακάθεκτη η Κάθριν.
«Φράουλες;» είπε εκείνος κάνοντας μια γκριμάτσα απορίας.
«Οι φράουλες έχουν φοβερή ποσότητα βιταμίνης C. Πολλαπλάσια από τα πορτοκάλια. Πρέπει να φας. Τις έφερε η Έλενα» του είπε η Κάθριν και του έτεινε ένα μπολ. Ο Οντι το πήρε και το κοίταξε απρόθυμα.
«Δεν πεινάω» της είπε και της το έδωσε πίσω.

Η Κάθριν πήρε μια καθαρισμένη φράουλα και του την έδωσε. Εκείνος, σωστό πεντάχρονο, έσφιξε τα χείλη του. Η Κάθριν πλησίασε περισσότερο τη μυτερή άκρη της φράουλας στο στόμα του. Ο Οντι, κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά, χωρίς μεγάλη αποφασιστικότητα. Η Κάθριν συνέχισε να πλησιάζει.

Όταν εκείνος άνοιξε το στόμα του και πήρε τη φράουλα στο στόμα του, έγλειψε τυχαία (;) λίγο το δάχτυλό της, χωρίς να αφήσει δευτερόλεπτο τα μάτια της. Η Κάθριν ρίγησε από τον πόθο. Αυτό που έβλεπε στα μάτια του γιατί την έκανε να νιώθει έτσι;

«Κι άλλη» της είπε επιτακτικά και η Κάθριν υπάκουσε.
Στο δωμάτιο, στο σπίτι, στη Γη ολόκληρη δεν ακουγόταν ήχος. Ένας άντρας, μια γυναίκα και ένα τοίχος αδιαπέραστο. Αυτά ήταν τα μοναδικά συστατικά του σύμπαντός της.

Τον τάισε αργά και εκείνος έτρωγε τις φράουλες από τα χέρια της ενώ η Κάθριν ήθελε να …μοιραστεί μία μαζί του, ήθελε…περισσότερα. Έκαιγε από το πόθο, αλλά δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να τον εκμεταλλευτεί.

Το θαμπό φως από τη λάμπα στο κομοδίνο του Οντι ήταν το μόνο φως μέσα στο δωμάτιο. Ήταν τόσο εύκολο να γλιστρήσει δίπλα του, να γδυθεί, να τον φιλήσει. Τον ήθελε από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Δεν ωφελούσε να το αρνείται.

«Φύγε» της είπε ξαφνικά εκείνος, σκληρά, ανελέητα, μέσα στη σιγαλιά. Η Κάθριν τρόμαξε από τη φωνή του. Αλλά δε ρώτησε γιατί. «Ο πυρετός φταίει. Νιώθω παράξενα, δεν θέλω να είμαστε μαζί αυτή την ώρα» της είπε και της γύρισε την πλάτη. Η Κάθριν έκανε ότι δεν κατάλαβε.
«Αν νιώσεις άσχημα, φώναξέ με» του είπε και εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Σε ευχαριστώ» της απάντησε απλά.
Την ώρα που έβγαινε από το δωμάτιό του, χωρίς να κλείσει την πόρτα για να τον ακούει το βράδυ, τον άκουσε να της λέει το πιο αστείο πράγμα που μπορούσε να της πει εκείνη τη στιγμή.
«Αύριο θα έρθουν να σου βάλουν κλιματιστικό. Η ζέστη θα χειροτερεύσει» της είπε τρυφερά.
«Είσαι πολύ ευγενικός» του είπε και έκανε να φύγει αλλά ο Οντι δεν είχε τελειώσει.
«Δεν είμαι. Απλώς τα σορτσάκια σου κονταίνουν επικίνδυνα» της είπε σοβαρά.

Η Κάθριν γέλασε. Δεν ήθελε να αφήσει την ατμόσφαιρα βαριά.

«Νόμιζα ότι δε σε ενδιέφερε το θέαμα» τον πείραξε, γελώντας και πάλι.

Ο Οντι δεν απάντησε. Αλλά η Κάθριν δεν περίμενε να ακούσει απάντηση. Την είχε πάρει. Αυτό πρέπει να ήταν το ωραιότερο «συγγνώμη» που είχε ακούσει στη ζωή της.



Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

κεφάλαιο 23-αρρώστιαααααααααα



«Θα με αφήσεις επιτέλους ήσυχο;» γκρίνιαξε ο Οντι μέσα από τα σκεπάσματα. Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και όταν ήταν μικρούλης, απλώς τότε θα ήταν πιο ευγενικός. Μάλλον.
«Καλέ βγες από τα σεντόνια, θα σκάσεις» του είπε γελώντας η Κάθριν. Ο Οντι ήταν πραγματικά ανυπόφορος ασθενής. Και δεν ήξερε καθόλου τι να κάνει. ‘Η είχε πάντα κάποιον να τον φροντίζει, ή δεν είχε αρρωστήσει ποτέ. «Σου έφερα σούπα» του είπε δειλά και ακούμπησε το δίσκο στο κομοδίνο του. Ο Οντι, ανέτειλε κάτω από το σεντόνι σιγά σιγά.
«Σούπα καλοκαιριάτικα;» γκρίνιαξε αλλά την κοίταξε με σχετικό ενθουσιασμό. Μάλλον πεινούσε.
«Ε τι να σου πω; Δεν ήξερα τι να σου μαγειρέψω που πήγες και αρρώστησες καλοκαιριάτικα. Την άφησα να κρυώσει λιγάκι για να μη ζεσταθείς, αλλά πρέπει να φας λιγάκι για να πάρεις τα θρεπτικά στοιχεία» του είπε και περίμενε υπομονετικά. «Κανονικά θα σου έκανα και μια πορτοκαλάδα αλλά πού να βρω πορτοκάλια καλοκαιριάτικα; Μήπως να σου κάνω μια λεμονάδα;» τον ρώτησε αλλά δεν περίμενε απάντηση. Μιλούσε περισσότερο στον εαυτό της.

Ο Οντι πήρε τη σούπα και δοκίμασε διστακτικά. Χωρίς να κάνει κάποιο σχόλιο, ξεκίνησε να τρώει αλλά μετά από πέντε κουταλιές, σταμάτησε.
«Χάλια την έκανα;» ρώτησε η Κάθριν, η οποία τώρα καθόταν σε μια καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι με τα χέρια δεμένα στην ποδιά της.
«Όχι, μια χαρά είναι, ευχαριστώ» είπε και την ακούμπησε στο πλάι. «Απλώς δεν έχω πολλή όρεξη. Πονάω ολόκληρος» της είπε και ξάπλωσε πάλι πίσω αλλά δεν μπορούσε να βολευτεί. Η Κάθριν του έφερε και το δικό της μαξιλάρι ώστε να μπορεί να στηρίζει την πλάτη του. Εκείνος βολεύτηκε και πήρε κοντά του το λάπτοπ.
«Μα τι κάνεις;» του είπε και πήρε το λάπτοπ από τα χέρια του. «Το ξέρεις ότι μπορεί να έχεις υπερκόπωση; Άσε κάτω το λάπτοπ και κοιμήσου λίγο» του είπε.
«Δώσ’ το μου πίσω» της είπε νευρικά αλλά η Κάθριν δεν τον υπάκουσε. Αντίθετα, του έδωσε ένα θερμόμετρο. «Πάλι;» γκρίνιαξε ο Οντι, αλλά το έβαλε.

Μετά από δύο περίπου λεπτά, διάβασαν την ένδειξη.
«Οντι, έχεις 38,9, ο πυρετός ανεβαίνει!» του είπε τρομαγμένη. Εκείνος την κοίταξε βαριεστημένα. Ακόμα και έτσι με μαύρους κύκλους και ταλαιπωρημένος ήταν σατανικά όμορφος. Της έκοβε την ανάσα. «Πάω να βρω ένα γιατρό» του είπε αλλά εκείνος αντέδρασε.
«Όχι, όχι, μισώ τους γιατρούς. Θα περιμένουμε ως το βράδυ και βλέπουμε» είπε βραχνά.
«Ε τότε σήκω να κάνεις ένα κρύο ντους» του είπε εκείνη, αλλά ο Οντι δεν την άκουγε. Είχε κλείσει τα μάτια.
«Δεν μπορώ να σταθώ όρθιος» είπε τελικά. Απόλυτη σιγή απλώθηκε στο δωμάτιο.
Η Κάθριν δεν ήξερε τι να προτείνει. Δηλαδή υπήρχε μια λύση, αλλά δεν…ήταν εφικτή. Ο Οντι, παρόλο που είχε κλειστά τα μάτια, χαμογέλασε αχνά. Το κάθαρμα, είχε σκεφτεί το ίδιο.
«Ε τότε πρέπει να χαμηλώσουμε τη θερμοκρασία εδώ μέσα» του είπε και έβγαλε το κινητό από την τσέπη της. Βγήκε από το δωμάτιο. Η Έλενα απάντησε αμέσως.

«Έλενα, θέλω μια τεράστια χάρη. Χρειάζομαι έναν ανεμιστήρα. Μπορώ να έρθω να τον πάρω; Τι; Θα περάσεις εσύ; Χίλια ευχαριστώ. Α! Και κάτι ακόμα» της είπε και αφού ανέφερε μερικά τρόφιμα, το έκλεισε.
«Μην κάνεις τόσο κόπο» είπε ο Οντι, χωρίς να το εννοεί. Είχε φτάσει πια στο ναδίρ της υπομονής του.
«Εσύ με βοήθησες πολύ όταν κάηκα. Σου το χρωστάω» είπε η Κάθριν και έκανε αέρα με το χέρι της. Είχε πολλή ζέστη σήμερα. Αν είχε κλιματιστικό, ίσως και να το άναβε σήμερα.

Βγήκε από το δωμάτιό του και πήγε να βρει μερικές πετσέτες να τις βουτήξει σε παγωμένο νερό. Αφού ο Οντι δεν μπορούσε να κάνει ντους, έπρεπε να δροσιστεί όπως μπορούσε.

Κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Δεν της άρεσε που ήταν άρρωστος. Είχε συνηθίσει στα καυστικά σχόλιά του, στην αρρενωπή παρουσία του μέσα στο σπίτι. Ωστόσο, είχε την ευκαιρία να τον περιποιηθεί, να είναι κοντά του. Και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτό της έδινε τόση ευχαρίστηση.



Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

κεφάλαιο 22-κρυάδες, ρίγη, κομάρες

Η Κάθριν ξύπνησε με ελάχιστο πονοκέφαλο και ταυτόχρονα πολύ κέφι. Είχε κοιμηθεί καλά, γιατί το ρολόι της έδειχνε 12.20.  Ευτυχώς δεν είχε καμία κλήση στο κινητό της. Δεν την είχε αναζητήσει κανείς. Σήμερα θα πήγαινε μόνη για μπάνιο. Η Έλενα της είχε πει ότι σήμερα θα βοηθούσε τον πατέρα της στην πανσιόν. Περίμεναν 20 τουρίστες από Ρωσία και φοβόντουσαν ότι δε θα προλάβαιναν να τα έχουν όλα έτοιμα μέχρι τις 16.00 που έφτανε το καράβι.
Κατέβηκε στον κάτω όροφο φορώντας ένα κοντό σορτσάκι και ένα μακώ με το λογότυπο του πανεπιστημίου της. Δεν είχε καν χτενίσει τα μαλλιά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Δεν είχε δα και κανέναν να μαγέψει… Οι εργάτες δεν είχαν έρθει σήμερα και ήταν φυσικό. Πρώτον είχαν το γάμο χθες και μάλλον είχαν τελειώσει και με τα έργα. Η Κάθριν είχε καταλάβει ότι ο Οντι έφτιαχνε σιγά σιγά κάποια πραγματάκια στο σπίτι και όχι όλα μαζί. Όχι βέβαια ότι έμεναν και πολλά να φτιάξει. Το σπίτι ήταν ένας μικρός παράδεισος.
Έφαγε μερικές φέτες πεπόνι και χάζεψε λίγη τηλεόραση πριν ανέβει για να βάλει το μαγιώ της και να φύγει για μπάνιο. Περνώντας όμως έξω από το δωμάτιο του Οντι, άκουσε τη φωνή του. Με κάποιον μιλούσε. Έμεινε για λίγο σκεπτική. Πώς είχε συμπεράνει ότι έλειπε; Κοίταξε από το παράθυρο και είδε το αμάξι του παρκαρισμένο στην αυλή. Μα γιατί ήταν τέτοια ώρα σπίτι και μάλιστα στο δωμάτιό του;
Μπήκε στο δωμάτιό της και φόρεσε ένα μαγιώ που είχε αγοράσει πριν από μερικές μέρες αλλά δεν το είχε φορέσει. Είχε διαλέξει ένα κόκκινο στράπλες για να σβήσει τα σημάδια από τις τιράντες. Από πάνω φόρεσε ένα λουλουδάτο φόρεμα και γέμισε την τσάντα της με ένα περιοδικό, μια αλλαξιά ρούχα και νερό σε σπρέι.
Περνώντας έξω από το δωμάτιο του Οντι, πάλι, τον άκουσε να μιλάει. Ποιος ξέρει; Ίσως είχε κάποια τηλεδιάσκεψη με τους συνεργάτες του στην υπερεταιρεία του. Δεν την ένοιαζε. Βγήκε από το σπίτι ανακουφισμένη που δεν τον είχε δει και κατευθύνθηκε προς τη γουρούνα της.
Σήμερα θα πήγαινε στην παραλία Κάτεργο στο νότιο άκρο του νησιού. Είχε σκοπό να πάει και σε μερικά αξιοθέατα, σε μια ονομαστή σπηλιά και ένα φάρο του νησιού, πριν φύγει για τις ΗΠΑ, αλλά προτιμούσε να πάει με παρέα. Ενώ στο Κάτεργο, μπορούσε να πάει και μόνη. Δροσίστηκε με το μπάνιο της και δοκίμασε κάτι καινούργιο. Ξάπλωσε στις ξαπλώστρες του μπιτς μπαρ και παρήγγειλε ένα τοστ και ένα χυμό, οπότε απόλαυσε για λίγο την πολυτέλεια του να μη γεμίζεις άμμο και να ψάχνεις να βρεις ίσκιο.
Στο γυρισμό, σταμάτησε στη Χώρα και αγόρασε ένα πεπόνι, γιατί είχε φάει λίγο από το πεπόνι το Οντι και δεν ήθελε να του έχει καμιά υποχρέωση. Επίσης, αγόρασε και ένα καρπούζι. Δεν είχε δοκιμάσει ποτέ σκέτο το φρούτο, μόνο στα χθεσινά σφηνάκια και ενθουσιάστηκε. Τα στερέωσε όλα με κόπο στη γουρούνα και κατά τις 17.00  μπήκε στην αυλή του σπιτιού και έσβησε τη μηχανή. Κοίταξε για λίγο το σπίτι και σκέφτηκε πόσο πολύ είχε αλλάξει η ζωή της από τότε που ήρθε εδώ. Είχε μάθει σε πολύ μικρό διάστημα να διεκδικεί τα δικαιώματά της και να αντιστέκεται σε όποιον προσπαθούσε να τη χειραγωγήσει. Στη Νέα Υόρκη φερόταν πάντα ήρεμα και γλυκά σε όλους, και όταν κάποιος την τσαλαπατούσε, πήγαινε σπίτι και έκλαιγε κλυφά. Πόσες φορές ο Τομ δεν είχε μαλώσει μαζί της γι’ αυτό; Πόσες φορές δεν τα είχε βάλει με άτομα που την είχαν στενοχωρήσει; Δεν ωφελούσε όμως. Έπρεπε να μάθει να διεξάγει η ίδια τις μάχες της και στο νησί αυτό, σε αυτή την κουκίδα πάνω στο χάρτη, είχε κάνει μια καλή αρχή.
Έβαλε τα φρούτα στο ψυγείο. Το καρπούζι ήθελε να το φάει αλλά δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί και το άφησε για μια άλλη στιγμή. Ανέβηκε πάνω να κάνει ντους. Ο Οντι ήταν ακόμα στο δωμάτιό του. Μα τι στο καλό; Από το πρωί μέσα; Αλλά τι την ενδιέφερε αυτή;
Απόλαυσε το ντους της και φόρεσε ένα καθαρό σορτς και μακώ και τις αγαπημένες τις σαγιονάρες. Άνοιξε το τάμπλετ της και σκιτσάρισε ένα κοστούμι. Το είχε σκεφτεί την ώρα που πήγαινε στην παραλία και χρειάστηκε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου για να κρατήσει σημειώσεις. Τώρα το έβλεπε να παίρνει μορφή μπροστά της. Πρόσθεσε χρώμα και άφησε τις υπόλοιπες λεπτομέρειες για όταν επέστρεφε στη Νέα Υόρκη και στο κανονικό υπολογιστή της. Είχε πολύ χρόνο στα χέρια της και δεν ήξερε τι να κάνει. Επέλεξε να κατέβει να ποτίσει λίγο τα λουλούδια. Ήταν δουλειά του Οντι συνήθως αλλά σήμερα δεν είχε κατέβει καθόλου κάτω.
Λίγο μετά τον άκουσε να κατεβαίνει τις σκάλες, αλλά δεν ήξερε πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί. Ήθελε να τον χαιρετίσει, αλλά ντρεπόταν, μετά τα χθεσινά. Όχι ότι σήμαιναν και τίποτα δηλαδή. Απλώς είχαν χορέψει μαζί. Δεν είχε γίνει τίποτα…μη αναστρέψιμο.
Μπήκε στην κουζίνα για να του πει ότι του αγόρασε πεπόνι και να ζητήσει συγγνώμη που έφαγε το φρούτο του αλλά η ματιά του ήταν τόσο σκληρή που τη σταμάτησε.
«Τι έγινε;» τον ρώτησε, κρατώντας το λάστιχο στο χέρι, παγωμένη από το βλέμμα του. Ευτυχώς είχε κλείσει τη βρύση.
Εκείνος δεν της απάντησε. Φαινόταν κουρασμένος, σχεδόν καταρρακωμένος. 
«Τίποτα» είπε εκείνος και της γύρισε την πλάτη. Είχε κρεμάσει τους ώμους και περπατούσε βαριά.
«Οντι» του φώναξε εκείνη όσο πιο επιτακτικά μπορούσε. Εκείνος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχε καν ούτε ένα καυστικό σχόλιο για τα χθεσινοβραδινά περιστατικά.
«Τι θες, διάολε;» της είπε νευρικά, περνώντας τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. «Είμαι άρρωστος, παράτα με» είπε και άρχισε να περπατάει προς το δωμάτιό του.
«Τι έχεις;» επέμεινε η Κάθριν αλλά δεν πήρε απάντηση. Αν ήταν ποτέ δυνατόν, ήταν διπλά ανυπόφορος ως ασθενής. «Αν δε μου πεις θα τα σπάσω όλα εδώ μέσα» του είπε με διπλωμένα τα χέρια στο στήθος. Με μεγάλη της έκπληξη τον άκουσε να γελάει σκληρά.
«Σπάσε έστω ένα ποτήρι και θα σε στείλω στη Νέα Υόρκη μέσα στη βαλίτσα σου» της είπε αλλά εκείνη τον ακολούθησε ακάθεκτη. Δεν είχε ξαναμπεί τόσο μέσα στο άδυτό του. Όλο το δωμάτιο μύριζε το άρωμά του. Το κρεβάτι του έδειχνε τόσο θελκτικό. Μάλωσε τον εαυτό της. Μα τι στο καλό σκεφτόταν πάλι;
Ο Οντι ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στο κομοδίνο του είδε ασπιρίνες και ένα θερμόμετρο.
«Είσαι αλήθεια άρρωστος! Τι έγινε; Έχεις  πυρετό;» τον ρώτησε παρόλο που εκείνος είχε κουκουλωθεί με ένα σεντόνι και δεν την έδινε σημασία. Περίμενε πέντε δευτερόλεπτα περίπου μέχρι να δεήσει να της απαντήσει.
«Με πείραξε το κλιματιστικό. Κρυώνω, έχω πυρετό και νιώθω φοβερή κόπωση. Τώρα, σε παρακαλώ, άδειασέ μου τη γωνιά» της είπε κουρασμένα. Η Κάθριν δεν ακολούθησε την συμβουλή του.

«Κι εμένα με πειράζει το κλιματιστικό» του είπε ανάλαφρα. «Ευτυχώς που δεν έχω στο δωμάτιό μου γιατί με τόσο καύσωνα μπορεί και να έμπαινα στον πειρασμό να το ανάψω» είπε αλλά ο Οντι δεν απάντησε. Έπιανε το κεφάλι του. Μάλλον πονούσε.
«Έχεις φάει τίποτα;» τον ρώτησε και εκείνος έγνεψε αρνητικά.
«Να πάρω την Αννα;» τόλμησε η Κάθριν. Ο Οντι έγνεψε ξανά αρνητικά.
Την πλημμύρισε ένα παράξενο αίσθημα ανακούφισης. Για κάποιο λόγο τής άρεσε η ιδέα να τον περιποιηθεί.

«Ε λοιπόν, με φρόντισες όταν είχα πάθει έγκαυμα. Ήρθε η ώρα να σου το ανταποδώσω» του είπε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Οντι δεν έφερε αντίρρηση. Φαντάσου πόσο χάλια θα είναι, σκέφτηκε και χαμογέλασε. 

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

dance with me


κεφάλαιο 21- κερασμένα στην κυρία από μένα

Το μπαρ που πήγαν με τα παιδιά ήταν δίπλα στο κύμα κυριολεκτικά. Ο περισσότερος κόσμος περπατούσε ξυπόλητος στην άμμο. Το φεγγάρι καθρεπτιζόταν στα νερά και το ελαφρύ αεράκι έκανε την ατμόσφαιρα δροσερή. Τη ζρειαζόταν λίγη αναζωογόνηση μετά τη λαίλαπα του χορού.

Η Κάθριν παρήγγειλε μια μαργαρίτα και η Έλενα ντάκιρι φράουλα. Τα αγόρια παρήγγειλαν μπίρα και ουίσκι. Δεν είχαν σταματήσει να μιλάνε και να γελάνε παρά τη δυνατή μουσική.

«Ποιος ήταν αυτός που χόρεψες;» ρώτησε ο Νίκος με ενδιαφέρον. Η Κάθριν ήταν σίγουρη ότι είχαν ξεσηκώσει θύελλα συζητήσεων στο νησί.
«Ο Οντι» είπε η Ελενα πριν προλάβει να απαντήσει η Κάθριν. Προφανώς ήθελε να τη βγάλει από την δύσκολη θέση. «Ο Οντι και οι δικοί του έμεναν εδώ μέχρι που έφυγαν για Αμερική. Ο Αλέξανδρος και ο Πέτρος είναι παιδικοί του φίλοι. Η Μελίνα, η νύφη, είναι αδερφή του Πέτρου» είπε και κοίταξε την Κάθριν, σαν να της εξηγούσε το λόγο της παρουσίας του εκεί.
«Α έτσι εξηγείται!» είπε άνετα η Κάθριν. «Δεν είδα πουθενά τους άντρες. Θα τους αναγνώριζα άραγε με επίσημα ρούχα; Δύο βδομάδες τους βλέπω να χτίζουν το σπίτι φορώντας φθαρμένα σορτς και μπλουζάκια» είπε αόριστα. Ο Μιχάλης την κοίταξε απορημένος. «Ο αδερφός του Οντι ήταν συγκάτοικός μου στην Νέα Υόρκη και μου έδωσε το οκέι να μένω εδώ όσο θέλω» είπε χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Η Έλενα, ωστόσο, ήξερε την περισσότερη αλήθεια. Δεν ήξερε για τη σχέση της με τον Τομ, αλλά ήξερε για τη διαθήκη.
«Τον έχω δει μία φορά τον Οντι στη Χώρα» είπε ο Νίκος. «Ήταν με την Άννα, τη φαρμακοποιό. Είναι μαζί;» ρώτησε και η Έλενα δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν ξέρω. Βγαίνουν συχνά μαζί, αλλά δε νομίζω να είναι κάτι επίσημο» είπε η Έλενα και η Κάθριν ένιωσε το σώμα της να μυρμηγκιάζει.

«Πάντως ο γάμος ήταν πολύ ωραίος» είπε ήρεμα ο Μιχάλης, πίνοντας το ουίσκι του.
«Και ο κόσμος διασκέδασε με την ψυχή του» είπε και όλοι συμφώνησαν.

Η Κάθριν αφαιρέθηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Θυμήθηκε τη στιγμή που είδε τον Οντι μέσα στο πλήθος να την τραβάει να χορέψουν. Φορούσε ένα μαύρο καλό παντελόνι, ολόλευκο πουκάμισο και ένα στενό γιλέκο που τόνιζε το καλογυμνασμένο του σώμα. Σφίχτηκε ολόκληρη στην ανάμνηση της αίσθησης που είχε η αγκαλιά του. Είχε καιρό να βρεθεί τόσο κοντά με άντρα. Αυτό ήταν. Της έλειπε η αντρική παρουσία.

«Είναι ωραία ιδέα ο γάμος στο νησί» είπε ο Νίκος. «Αν το αποφασίσω ποτέ εδώ θα το κάνω» είπε και η Έλενα γέλασε. Η Έλενα και ο Νίκος είχαν μια παράξενη σχέση. Εκείνη ήταν από τη Φολέγανδρο αλλά το χειμώνα έμενε στην Αθήνα και εκείνος ήταν από την Αθήνα αλλά τρία χρόνια δίδασκε στη Φολέγανδρο. Το αποτέλεσμα ήταν να είναι μαζί όταν και όσο μπορούσαν. Η Έλενα ήταν τσιμπημένη για τα καλά μαζί του, αλλά ο Νίκος δεν είχε κάνει ποτέ νύξη για κάτι πιο…σταθερό.

Ο μπάρμαν ήταν φίλος της Έλενας και τους κέρασε δυο φορές σφηνάκια με καρπούζι και μαρτίνι. Ζαλίστηκαν όλοι, εκτός από τον Νίκο που δεν ήπιε τα δικά του επειδή οδηγούσε.
«Θα με πάτε σπίτι;» ρώτησε η Κάθριν κάπου μετά τις δύο και ο Νίκος δέχτηκε αμέσως.
«Ε τι λες; Να σε αφήσουμε να γυρίσεις με τα πόδια;» γέλασε και τη βοήθησε να περπατήσει. Και τα δυο κορίτσια ήταν ζαλισμένα. Αλλά η Έλενα έμενε  πιο κοντά στο μπαρ και την άφησαν πρώτη.

Κάπου είκοσι λεπτά μετά, πάρκαραν έξω από την πόρτα της. Η Έλενα παρατήρησε μέσα στη ζάλη της ότι το φως στο δωμάτιο του Οντι ήταν αναμμένο. Τι να είχε γίνει και δεν κοιμόταν; Ο Οντι γενικά κοιμόταν νωρίς και ξυπνούσε νωρίς. Ίσως είχε αργήσει κι αυτός να γυρίσει φυσικά. Ίσως είχε γυρίσει με παρέα. Ίσως ήταν και η Άννα στο σπίτι.

Της ήρθε αναγούλα. Το ποτό έφταιγε. Ήπιε γρήγορα το κοκτέιλ της και μετά τα σφηνάκια ήταν υπερβολή. Ο Μιχάλης την άφησε στην πόρτα και όταν άνοιξε με τα κλειδιά της, τη χαιρέτισε ευγενικά και κατευθύνθηκε προς το αμάξι του Νίκου. Η Κάθριν ένιωσε ανακουφισμένη που δε δοκίμασε να τη φιλήσει. Θα ήταν πολύ άβολο. Δε θα ανταπέδιδε το φιλί του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Η Kάθριν πέταξε τα παπούτσια της σε μια άκρη και ανέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά για να μην κάνει φασαρία. Το τελευταίο που ήθελε ήταν αν δει τον Οντι τέτοια ώρα φάντη μπαστούνη μπροστά της. Άλλαξε στα γρήγορα και φόρεσε ένα νυχτικό. Πήγε στο μπάνιο, ξεβάφτηκε και έπλυνε τα δόντια της. Αφουγκράστηκε λίγο έξω από το δωμάτιο του Οντι. Δεν ακούγονταν φωνές. Μάλλον ήταν μόνος.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά είδε το φως του να σβήνει.

Ξάπλωσε κι αυτή στο κρεβάτι της και παραδόθηκε στον ύπνο.







Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 20-Ε, βιολιτζήδες, έναν μπάλο γρήγορο. Οι τσαμπούνες, να παίξουν οι τσαμπούνες, να χορέψω, να ζαλιστώ».

«Κάτσε, πού με πάς; Με περιμένουν οι φίλοι μου» διαμαρτυρήθηκε η Κάθριν αδύναμα ενώ ο Οντι την κρατούσε σφιχτά από το χέρι και την οδηγούσε στην κατάμεστη πίστα. Κινούνταν αντίθετα με τη ροή του κόσμου και είδε πολλούς να δυσανασχετούν αλλά εκείνος άνοιγε δρόμο και εκείνη από πίσω του ακολουθούσε ασφαλής. Αλλά τελείως αμέτοχη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τι χορός ήταν αυτός; Θα γινόταν ρεζίλι.

«Ασ’ τους να περιμένουν» είπε εκείνος και την τράβηξε κοντά του. Η μουσική γύρω τους είχε δυναμώσει και όλοι γύρω τους χόρευαν ξέφρενα.
«Τι χορός είναι αυτός; Δεν τον ξέρω» του είπε και έκανε να φύγει αλλά εκείνος την πρόλαβε.
«Είναι αυτός που χόρευες πριν από λίγο με τον φίλο σου. Με δύο διαφορές» της είπε και την άφησε ελεύθερη. Άρχισε να κινείται ρυθμικά απέναντί της. Η Κάθριν τον παρατηρούσε μαγεμένη. «Πρώτον, κάνεις ό,τι έκανες πριν αλλά λίγο πιο αργά» της είπε ήρεμα και η Κάθριν υπάκουσε. «Και δεύτερον, αυτή τη φορά θα χορέψεις με πραγματικό άντρα» της είπε. Η Κάθριν ρίγησε αλλά δεν του έδωσε τη χαρά να το δείξει.

«Γιατί; Ο Μιχάλης δεν είναι;» τον ρώτησε ειρωνικά.
«Δεν ξέρω τι είναι, αλλά ο άντρας καθοδηγεί τη γυναίκα στο χορό. Δεν κρύβεται από πίσω της» της είπε αυτός και αφού άρπαξε το δεξί της χέρι την έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της. Η Κάθριν συνέχιζε να χορεύει, απολαμβάνοντας, χωρίς να το θέλει, το χρόνο που περνούσε μαζί του.

Ήταν πράγματι μοναδικός χορευτής. Ένα αρσενικό που έκανε κάθε κίνηση να φαίνεται σαν ερωτικό κάλεσμα. Χόρευε και έτριζε ο τόπος, έκαναν άκρη όλοι και τον χάζευαν να την πολιορκεί ερωτικά με τις κινήσεις του. Η Κάθριν προσευχόταν από μέσα της να μη γινόταν ρεζίλι. Έπαιζε εκτός έδρας και ο αντίπαλος ήταν…άπαιχτος.

«Τι λέει το τραγούδι;» τον ρώτησε για να σπάσει τη σιωπή. Τόση ώρα δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Την έβγαζε από τα νερά της και το διασκέδαζε ο παλιάνθρωπος. Με το που συνήθιζε μια φιγούρα, την άρπαζε και την ανάγκαζε να κάνει κάτι άλλο. Μέχρι στιγμής είχε καταφέρει να μη γελοιοποιηθεί. Αλλά τα μάτια της…δεν ήξερε πού να τα ξεκουράσει. Κοιτούσε γύρω γύρω προσπαθώντας να αποφύγει το βλέμμα του.
«Τα περισσότερα νησιώτικα είναι ερωτικά. Ο χορός που χορεύουμε είναι μόνο για ζευγάρια. Στην παλιά εποχή τον χόρευαν οι νέοι που ήθελαν να έρθουν κοντά. Ο άντρας φλερτάρει τη γυναίκα και αυτή του ξεφεύγει. Αυτή είναι η λογική» της είπε αλλά η Κάθριν επέμεινε.
«Δε μου απάντησες» του είπε ενώ έκανε έναν κύκλο περιπαικτικά γύρω του, για να τον κάνει να μπερδευτεί. Φυσικά, ο Οντι δεν ίδρωσε καν.
«Ένας άντρας μιλάει στην αγαπημένη του και της λέει ότι την αγαπάει χωρίς να το θέλει και την παρομοιάζει με άγγελο» της είπε και η Κάθριν έχασε για λίγο την ανάσα της.

Δεν ήταν αυτό που της είπε, αλλά το βλέμμα του, τόση ώρα που χόρευαν αντικριστά και ο ρυθμός του σώματός τους που είχε συγχρονιστεί τέλεια. Την κοιτούσε με ένα βλέμμα που μαστίγωνε, που την πονούσε, την τιμωρούσε για κάτι που δεν είχε κάνει. Ταυτόχρονα όμως, την κοιτούσε σαν να την έγδυνε, σαν να της έλεγε ότι με τέτοιο τέλειο συντονισμό θα την οδηγούσε στην απόλυτη ηδονή με μεγάλη ευκολία. Η Κάθριν κοκκίνισε με τις σκέψεις της και ο Οντι το κατάλαβε γιατί ακούμπησε το δάχτυλό του στο σαγόνι της και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.

Τώρα χόρευαν μανιασμένα, σε απόλυτη αρμονία μεταξύ τους. Πολύς κόσμος τους κοιτούσε και τους χτυπούσε παλαμάκια. Το πάθος τους, γιατί σίγουρα αυτό ήταν, είχε τραβήξει τα βλέμματα. Η φαρμακοποιός τούς κοιτούσε τάχαμ αδιάφορα, αλλά η Κάθριν αναγνώριζε τη ζήλια όταν την έβλεπε.

Ο Οντι την πλησίαζε, και όταν έφτανε κοντά της, απομακρυνόταν. Μία εκείνος, μία εκείνη. Ο χορός τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το παιχνίδι που έπαιζαν και στο σπίτι. Και η Κάθριν ήξερε ότι δε θα έβγαινε κερδισμένη. Απόλαυσε τη δυνατή μουσική, το πάθος στα μάτια του για όσο το έβλεπε εκεί και όταν το τραγούδι τέλειωσε και εκείνος έκανε μια ελαφρά υπόκλιση προς την ντάμα του, εκείνη ακούμπησε την παλάμη της ανοιχτή στο στέρνο του και του ψιθύρισε στο αφτί.

«Σχεδόν σε πίστεψα».





ΣτΣ
  • Βρείτε πού ανήκει η ατάκα του τίτλου και κερδίστε την αγάπη μου!

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

κεφάλαιο 19-Χορέψετε χορέψετε τα νιάτα να χαρείτε

Η Κάθριν συμπάθησε πολύ τους φίλους της Έλενας, αλλά ήταν αναμενόμενο. Η Έλενα ήταν τόσο γλυκό κορίτσι, που αποκλείεται οι φίλοι της να μην ήταν και αυτοί κάτι ανάλογο.

Ο Νίκος ήταν στο ύψος της Έλενας, και ήταν σχετικά ανοιχτόχρωμος για Έλληνας. Είχε πράσινα μάτια και καστανόξανθα μαλλιά. Μιλούσε και αυτός καλά αγγλικά και της ανέλυσε λιγάκι για το πώς είναι να διδάσκεις σε ένα δημοτικό σχολείο στις Κυκλάδες, μακριά από το σπίτι και τους φίλους σου. Φαινόταν όμως πολύ ευχαριστημένος από τη ζωή του στο νησί, ακόμα και το χειμώνα. Ο Μιχάλης, ο δικός της συνοδός, ήταν ξάδερφος του Νίκου από την Αθήνα και ήταν λογιστής. Ήταν λίγο πιο ψηλός από εκείνη, και ήταν σκουρόχρωμος. Δεν ήταν πολύ όμορφος αλλά ήταν πολύ κομψά ντυμένος και είχε πολύ λαμπερό χαμόγελο. Δε μιλούσε πάρα πολύ, και αυτό της άρεσε της Κάθριν γιατί δεν την έφερνε σε δύσκολη θέση. Παρ’ όλα αυτά φαινόταν πολύ ενδιαφέρων τύπος και δεν ήταν διαχυτικός.

Έφτασαν σε μια υπέροχη εκκλησία, χτισμένη ψηλά, με θέα όλο το νησί. Της είπαν ότι την έλεγαν «Παναγία» και ήταν η μεγαλύτερη του νησιού. Πραγματικά πρέπει να ήταν καλεσμένο όλο το νησί γιατί δεν έβρισκαν να παρκάρουν πουθενά και οι παρευρισκόμενοι πρέπει να ξεπερνούσαν τα 500-600 άτομα. Νέες κοπέλες μοίραζαν στους καλεσμένους κρασί και γλυκά και όλοι μιλούσαν ζωηρά περιμένοντας με ανυπομονησία τη νύφη, που είχε αργήσει λιγάκι, όπως πρόσταζε το έθιμο.

Η Κάθριν κοιτούσε γύρω της και δε χόρταινε να παρατηρεί τα έθιμα του ελληνικού γάμου. Ήταν όλα υπέροχα. Είχε ήλιο, η εκκλησία ήταν πολύ γραφική, ο κόσμος έδειχνε χαρούμενος και η αναμονή για τη νύφη δημιουργούσε ένα γλυκό σασπένς.

Η νύφη κατέφθασε λαμπερή και χαμογελαστή στις έξι και είκοσι. Τη συνόδευε η οικογένειά της. Φορούσε ένα μακρύ αέρινο νυφικό και χαμηλά παπούτσια. Ο γαμπρός τη φίλησε όταν την είδε και προχώρησαν στο εσωτερικό της εκκλησίας για το μυστήριο. Φυσικά, οι περισσότεροι καλεσμένοι έμειναν απ έξω και συνέχισαν τη συζήτηση. Η Κάθριν ρώτησε την Έλενα τι θα έκαναν μετά.

«Μετά από εδώ έχει τραπέζι στο χωριό της νύφης, στην πλατεία. Θα είναι πολύ ωραία. Θα πάμε για καναδυο ωρίτσες και μετά πάμε για κανά ποτό. Τι λες;» ρώτησε η Έλενα και η Κάθριν συμφώνησε. Το ίδιο και τα αγόρια.

Το χωριό της νύφης ήταν πολύ μικρό και φυσικά ήταν σχεδόν όλο νυφικά στολισμένο. Η Κάθριν σκέφτηκε ότι ήταν πολύ όμορφο να παντρεύεσαι και να γιορτάζει μαζί σου όλο το νησί. Υπήρχαν αμέτρητα μακρόστενα τραπέζια γεμάτα τοπικά εδέσματα και χειροποίητα γλυκά και οι οικογένειες των νεόνυμφων είχαν ήδη πιάσει το χορό όταν έφτασαν εκεί.

«Πάμε» την τράβηξε η Έλενα χωρίς να της αφήνει περιθώριο επιλογής λίγη ώρα μετά.
«Κάτσε λιγάκι, δεν τον ξέρω αυτόν το χορό» γέλασε η Κάθριν.
«Τον ξέρεις, είναι ο πρώτος που σου έδειξα» της είπε η Έλενα με σιγουριά και την έβαλε στο χορό. Η Κάθριν χόρεψε δύο τραγούδια με άνεση αλλά μετά ζήτησε από τη φίλη της να κάτσει. Ήθελε να μιλήσει λίγο με τον Μιχάλη, γιατί είχαν αφήσει στη μέση μια συζήτηση και δεν ήθελε να νομίζει ότι τον απέφευγε.

Μιλούσαν για πολλή ώρα για τις δουλειές τους, όταν η Κάθριν παρατήρησε ότι είχε σκοτεινιάσει. Πρέπει να ήταν δύο ώρες και κάτι παραπάνω στο τραπέζι. Ίσως ήταν καιρός να φύγουν και να πάνε για ποτό. Η Έλενα είχε χορέψει σχεδόν σε κάθε χορό και τώρα καθόταν σε ένα παραδιπλανό τραπέζι και μιλούσε με μια άλλη παρέα. Ήταν πολύ κοινωνική και ήξερε όλο το νησί. Ο δε Νίκος μιλούσε με τους γονείς ενός μαθητή του αλλά έκανε νόημα στον Μιχάλη ότι έρχεται.

«Θες να χορέψουμε;» τη ρώτησε ξαφνικά ο Μιχάλης και η Κάθριν απόρησε με το θάρρος του. «Σε δέκα λεπτά φεύγουμε και παίζει έναν μπάλο. Είναι κατάλληλος χορός για έναν άντρα και μια γυναίκα» της είπε και της χαμογέλασε ζεστά. Η Κάθριν υπό άλλες συνθήκες θα ενθουσιαζόταν με το ενδιαφέρον του αλλά τη συγκεκριμένη μέρα, μετά από όσα είχαν μεσολαβήσει με τον Οντι, ένιωθε μια απλή ευχαρίστηση.

«Ξέρεις να τον χορεύεις;» τη ρώτησε την ώρα που την έπιανε από το χέρι και την οδηγούσε στην πίστα. Η Κάθριν έγνεψε θετικά και παραδόθηκε στο ρυθμό.

Ο Μιχάλης ήταν πολύ ευγενικός. Χόρεψε μαζί της και έκανε υπομονή όταν τον πάτησε κατά λάθος. Δεν την έκανε να νιώσει άβολα ούτε εισέβαλλε στον προσωπικό της χώρο παρόλο που χόρευαν αντικριστά. Η Κάθριν περνούσε πολύ ωραία. Είχε αρχίσει να αφήνει πίσω τις έγνοιες της και να διασκεδάζει. Και μετά θα πήγαιναν για ένα ποτό. Ανυπομονούσε για ένα δροσερό φρουτένιο κοκτέιλ σε ένα μπαράκι δίπλα στη θάλασσα ή ακόμα καλύτερα, σε ένα beach bar.

Όταν τέλειωσε ο χορός, ακολούθησε ένα ρεύμα κόσμου προς το τραπέζι της, αλλά έχασε τον Μιχάλη που ήταν μπροστά της. Κάποιος παραπάτησε και έπεσε πάνω της και μετά ένιωθε να ασφυκτιά ανάμεσα σε τόσον κόσμο. Ο κόσμος ήταν πολύς και τη χώριζαν μερικά βήματα από το τραπέζι όταν ένιωσε ένα δυνατό χέρι να την αρπάζει και να την τραβάει προς τα πίσω. Προς την πίστα. Γύρισε απότομα και έπεσε με φόρα πάνω στο σκληρό στέρνο ενός άντρα.

Ο κόσμος γύρω της θύμιζε σύννεφο από έντομα και ο μόνος τρόπος να προστατευτεί ήταν στην αγκαλιά αυτού του άντρα. Σήκωσε το βλέμμα αργά για να ευχαριστήσει τον άγνωστο σωτήρα της και το αίμα της πάγωσε. Και πήρε  φωτιά αμέσως μετά.

«Ένα χορό και μετά φεύγεις» της είπε ο Οντι αυταρχικά και εκείνη συμφώνησε.







Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

DETAILS




κεφάλαιο 18-ούτε νύφη...

«Τι έχεις εσύ;» τη ρώτησε η Έλενα συνοφρυωμένη με το που την είδε. Η Κάθριν είχε σκουπίσει καλά τα δάκρυά της πριν χτυπήσει το κουδούνι και αναρωτήθηκε πώς το κατάλαβε η φίλη της ότι δεν ήταν καλά.
«Τίποτα, απλώς μπήκε λίγο χώμα στα μάτια μου όπως ερχόμουν» είπε και προσευχήθηκε να μη δώσει η Έλενα συνέχεια.
«Λοιπόν…εδώ έχω τα φορέματα που σου έλεγα. Ας ξεκινήσουμε με το δικό σου και βλέπουμε» είπε η Ελενα τελικά.
Οι δύο κοπέλες έκλεισαν την πόρτα του υπνοδωματίου της Έλενας και άρχισαν ενθουσιασμένες να αλλάζουν φορέματα. Το σπίτι της ήταν στο τέλος ενός πλακόστρωτου και δεν ήταν πολύ μεγάλο. Είχε όμως φοβερό χαρακτήρα. Ήταν ένα κλασικό νησιώτικο σπίτι με κάτασπρους τοίχους και γαλάζια ξύλινα παντζούρια. Η Έλενα κανονικά έμενε στην Αθήνα, όπου δούλευε ως δασκάλα πιλάτες, αλλά τα καλοκαίρι ερχόταν στο νησί της και βοηθούσε τους δικούς της. Η μητέρα της είχε το μαγαζί με τα υφάσματα και τα είδη ραπτικής και ο πατέρας της είχε μια μικρή πανσιόν.

Περίπου μία ώρα μετά, οι δύο κοπέλες είχαν «χυθεί» σε δύο ψάθινες καρέκλες, ιδρωμένες αλλά απόλυτα ευχαριστημένες με τις επιλογές τους. Η Έλενα θα φορούσε το φόρεμα που είχε αποφασίσει εξαρχής γιατί της πήγαινε όντως πάρα πολύ και η Κάθριν θα φορούσε ένα φόρεμα της Έλενας. Όταν το έβαλε καμία τους δε μίλησε για λίγο. Της έπεσε τόσο τέλεια πάνω της που η Έλενα επέμεινε να της το χαρίσει. Η Κάθριν δε δέχτηκε αλλά η φίλη της είπε ότι θα της το έδινε ως αποχαιρετιστήριο δώρο όταν έφευγε για Νέα Υόρκη με την υπόσχεση να πάει σύντομα να την επισκεφτεί εκεί.

«Και με ποιους θα πάμε στο γάμο; Πού θα βρεθούμε;» ρώτησε η Κάθριν ενώ έπινε λίγο κρύο τσάι με γεύση λεμόνι.
«Θα έρθει να με πάρει ο φίλος μου ο Νίκος. Είναι δάσκαλος στο νησί και ο ξάδερφός του έχει έρθει για διακοπές εδώ. Τον λένε Μιχάλη. Είναι πολύ καλά παιδιά και οι δύο. Θα έρθουμε να σε πάρουμε κατά τις 5.40 για να μη γίνεις χάλια με τη γουρούνα» πρότεινε η Έλενα και η Κάθριν συμφώνησε.
«Σίγουρα δε θα φαίνομαι σαν την τρελή που πάει ακάλεστη στο γάμο;» γέλασε.
«Ο γάμος είναι ανοιχτός. Θα είναι σχεδόν όλο το νησί. Κανείς δε θα ασχοληθεί μαζί σου. Άντε σπίτι τώρα να ετοιμαστείς και μην ξεχάσεις τις φιγούρες που σου έδειξα. Θα ρίξουμε πολύ χορό απόψε».

Η Κάθριν γύρισε σπίτι και έκανε ένα μπάνιο για να προλάβουν τα μαλλιά της να στεγνώσουν φυσικά. Μετά άπλωσε μια μάσκα ενυδάτωσης στο πρόσωπό της και ξάπλωσε να ηρεμήσει. Ο Οντι δεν ήταν σπίτι. Φυσικά. Άνοιξε το τάμπλετ της και χάζεψε τις ειδήσεις.

Στις πέντε ακριβώς άρχισε να ετοιμάζεται. Είχε πολύ καιρό να περιποιηθεί τον εαυτό της, να βάλει ωραία ρούχα, να βαφτεί και να φορέσει κοσμήματα. Σήμερα θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ξεκίνησε χτενίζοντας πολλές φορές τα μαλλιά της μέχρι να γυαλίσουν, διάλεξε δέκα τούφες και με το ψαλίδι για τις μπούκλες τα έκανε να είναι κυματιστά. Στη φράντζα μπροστά στερέωσε ένα μικρό τσιμπιδάκι το οποίο κρυβόταν μέσα στα μαλλιά και άφηνε μόνο ένα μικρό διαμαντάκι να φαίνεται.

Στη συνέχεια άπλωσε ένα σέρουμ για λάμψη στο πρόσωπο, μια απαλή Β&Β κρέμα και λίγο μπρονζέ ρουζ στα ζυγωματικά. Ολοκλήρωσε το μακιγιάζ με μια παχιά στρώση μάσκαρα και ένα ελαφρύ, σχεδόν διάφανο λιπ γκλος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Το αποτέλεσμα την ικανοποιούσε πολύ. Είχε πάρει μαθήματα μακιγιάζ πριν από πέντε χρόνια και είχε μάθει πέντε έξι πράγματα που της πήγαιναν πολύ και δεν πειραματιζόταν άσκοπα. Ειδικά σε επίσημες περιστάσεις.  

Τελευταίο άφησε το φόρεμα. Το χάζεψε κρεμασμένο σε μια κρεμάστρα. Ήταν μπλε σκούρο με ένα περίτεχνο μπούστο. Το ύφασμα γυάλιζε ελάχιστα και το κόψιμο αναδείκνυε την λεπτή μέση της και τα μακριά πόδια της. Το φόρεσε προσεκτικά και μετά έβαλε τα ψηλοτάκουνα ασημένια  Zanotti πέδιλα που είχε βρει πέρσι τις εκπτώσεις σε πολύ καλή τιμή. Θυμήθηκε και ένα ζευγάρι λευκόχρυσα σκουλαρίκια που είχε βάλει παρορμητικά στη βαλίτσα της και τα φόρεσε κι αυτά. Ήταν το μόνο κόσμημα που θα φορούσε. Έβαλε στην καλή τσάντα της το πορτοφόλι, το κινητό και τα κλειδιά της και κατέβηκε στον κάτω όροφο για να περιμένει το κορνάρισμα των φίλων της. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν 5.30.

Ο Οντι ακόμη δεν είχε γυρίσει. Την πλημμύρισε μια ανεξήγητη απογοήτευση. Για κάποιο λόγο, που ακόμα δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει, ήθελε να τη δει. Ήθελε να τη δει έτσι περιποιημένη. Ήθελε να παρατηρούσε αν άλλαζε ο τρόπος που την κοιτούσε. Ήθελε να τον εντυπωσιάσει. Αλλά δε θα είχε την ευκαιρία. Είχε ντυθεί γι’ αυτόν. Δεν ήξερε ακριβώς το λόγο. Μάλλον είχε πληγεί η γυναικεία ματαιοδοξία της. Αυτό θα ήταν…


Αλλά δεν είχε σημασία πια. Άκουσε ένα διπλό κορνάρισμα. Είχε έρθει η Έλενα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε έξω. ‘Ηλπιζε μόνο να περάσει καλά. 

κεφάλαιο 17-αίμα δάκρυα κι ιδρώτας

Η Κάθριν ξύπνησε αποπροσανατολισμένη. Κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη στο κρεβάτι. Τι είχε γίνει χθες το βράδυ; Κοιμήθηκε μόνη ή με τον Οντι; Αποκλείεται ο Οντι να είχε ξαπλώσει δίπλα της. Απλώς είχε δει ένα όνειρο. Αληθοφανές, αλλά όνειρο. Η καρδιά της όμως χτυπούσε δυνατά. Σαν να είχε τη γλώσσα της βουτηγμένη στο μέλι και κάποιος να την τράβηξε απότομα.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο, φορώντας ένα μίνι τζιν φόρεμα και δερμάτινα πέδιλα. Είχε σε μια μεγάλη τσάντα το φόρεμα που είχε σκοπό να βάλει στο γάμο και τα ασορτί παπούτσια. Θα πήγαινε στην Έλενα να δοκιμάσουν ρούχα και μετά θα πήγαιναν για μπάνιο. Απλώς έπρεπε να γυρίσουν νωρίς γιατί έξι η ώρα άρχιζε ο γάμος.

«Καλημέρα, Οντι» είπε όταν τον είδε να μπαίνει στο σπίτι. Σήμερα δεν είχαν εργάτες, οπότε δε δούλευε κι αυτός. Φορούσε ένα πόλο και ένα μακρύ σορτς. Και φυσικά ήταν πολύ όμορφος.
«Καλημέρα» της είπε βαριεστημένα εκείνος ενώ έβαζε λίγο νερό για να πιει.
«Θα πάω στο χωριό σε μια φίλη και μετά θα πάμε για μπάνιο. Θες να σου φέρω κάτι από το μίνι μάρκετ; Πρόσεξα ότι σου τελειώνουν τα γιαούρτια. Και σου πήρα και ένα αναψυκτικό προχθές. Θα σου το αναπληρώσω» είπε η Κάθριν.
«Δε χρειάζεται» της είπε και κάθισε στον καναπέ με την εφημερίδα του.
«Ποιο από τα δύο; Να σου αγοράσω κάτι ή να αναπληρώσω το αναψυκτικό;» ρώτησε ειρωνικά η Κάθριν. Μα πόση απροθυμία πια για διάλογο; Άραγε με τη φαρμακοποιό μιλούσαν ή μόνο…έκαναν; Αλλά τι την ένοιαζε εκείνη;
«Κανένα από τα δύο» είπε μέσα από τα δόντια του.

Η Κάθριν στάθηκε μπροστά του ακίνητη με τα χέρια στη μέση χωρίς να μιλάει. Τελικά, ο Οντι υπέκυψε και την κοίταξε πάνω από την εφημερίδα του.
«Τι θες πάλι;» τη ρώτησε αποδοκιμαστικά.
«Να μιλήσουμε θέλω» του είπε έντονα εκείνη. Ο Οντι σήκωσε το φρύδι αλλά δε μίλησε. Τι κατάσταση είναι αυτή, Οντι;» τον ρώτησε. «Δε θα μιλάμε; Τόσο πολύ με μισείς πια; Και για ποιο λόγο παρακαλώ;» τον ρώτησε.
«Επειδή χώρισες μια οικογένεια» της είπε αυτός χωρίς να το σκεφτεί καν. Η Κάθριν κοκάλωσε. Τι στο διάολο της έλεγε;
«Τι λες, Οντι; Ποιος σας χώρισε;» του είπε έντονα. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάει με ένα κενό βλέμμα.
«Από την στιγμή που μπήκες στη ζωή του αδερφού μου αποτραβήχτηκε από εμάς. Με αυτό τον καημό ζουν οι γονείς μου. Είχαμε να μιλήσουμε δύο μήνες πριν σκοτωθεί» της είπε. Η Κάθριν κόντεψε να πάθει κρίση με αυτά που άκουγε. Αλλά δε θα τον άφηνε να λέει ανακρίβειες.
«Ο Τομ φοβόταν ότι δεν τον εγκρίνατε» του είπε σταθερά.
«Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησε σοβαρά. Του είχε κινήσει την προσοχή.
«Ε…που είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με τη μόδα» του είπε διπλωματικά.
«Αυτά είναι βλακείες. Δε χαρήκαμε κιόλας, αλλά δεν τον σνομπάραμε. Λες ψέματα. Μην κατηγορείς εμάς. Εσύ τον έμπλεξες στα δίχτυα σου και μετά τον αποτράβηξες από εμάς για να τον απομυζήσεις οικονομικά» της πέταξε με κακία.
«Κοίταξέ με, Οντι» του είπε και σήκωσε τα χέρια σαν να ήταν σε σταυρό. Εκείνος την κοίταξε σταθερά. «Σου μοιάζω με γυναίκα-δηλητήριο; Δέκα μέρες που είμαι εδώ έχεις καταλάβει ότι είμαι ραδιούργα;» τον προκάλεσε. Εκείνος δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Τι είναι αυτά που λες; Ψάξε λίγο μέσα σου και βρες το λόγο που είχες απομακρυνθεί με τον αδερφό σου. Για τελευταία φορά, εγώ και ο αδερφός δεν ήμασταν ζευγάρι. Και δεν ζήτησα δεκάρα τσακιστή από την περιουσία του» του είπε και αφού πήρε τις τσάντες της πετάχτηκε σχεδόν τρέχοντας έξω.


Ανέβηκε στην γουρούνα της και έβαλε μπρος. Και σε όλη τη διαδρομή έκλαιγε. Έκλαιγε που την είχε μετρήσει τόσο λάθος, που είχε τόσο άδικο για τη σχέση της με τον Τομ. Έκλαιγε που δεν την συμπαθούσε. Αυτό το τελευταίο την πείραζε πολύ. Δεν ήθελε να τη μισεί.  Εκείνη δεν τον μισούσε, παρόλο που γινόταν αφόρητος. Αλλά ο μόνος τρόπος για να καθαρίσει το όνομά της ήταν να εκθέσει τον φίλο της. Κι αυτό δε θα το έκανε. Κι ας ήταν το μίσος του Οντι το τίμημα.