Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 67-ψέμματα ήταν τελικά οι άντρες πως δεν κλαίνε...

Η Εμμα άκουσε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα της μόλις μερικά δευτερόλεπτα μετά. Μα τι στο καλό; Πέταξε;
Χωρίς να περιμένει την απάντησή της, ο Ολιβερ μπήκε μέσα στο δωμάτιο και μαζί του μπήκαν και ένα σωρό αναμνήσεις. Η εικόνα του, αν και λίγο αλλοιωμένη προφανώς από την ανησυχία, της ήταν τόσο οικεία. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η επιθυμία να τον αγγίξει. Το όμορφο πρόσωπό του, τα υπέροχα μάτια του, όλα ήταν εκεί, μπροστά της. Πίστευε ότι δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ μόνο του. Ίσως τον έβλεπε στην αποφοίτησή της και μετά…τίποτα. Είχε ορκιστεί στον εαυτό της ότι θα έμενε ανεπηρέαστη αν τύχαινε ποτέ να τον συναντήσει αλλά αυτή η προδότρια η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα όταν τον είδε.

«Εμμα…» ήταν το μόνο που είπε και έτρεξε δίπλα της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να τον χαιρετίσει. Τι προβλέπεται σε αυτές τις περιπτώσεις; Ένα φιλικό φιλί, χειραψία…τίποτα; Εκείνος όμως δεν έδειχνε τόσο αναποφάσιστος. Πέρασε απαλά το χέρι του στο μάγουλό της και ακούμπησε ένα φιλί στο κεφάλι της. «Νόμιζα…νόμιζα…» ψέλλισε και η Εμμα τού χαμογέλασε δειλά.
«Καλά είμαι, Ολιβερ. Συνήλθα. Μην ανησυχείς» του είπε, προσπαθώντας να φανεί πιο δυνατή απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
«Δεν ξέρω τι θα έκανα…» ξεκίνησε να λέει και την κοίταξε κατάματα. Η Εμμα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Πάντα όταν την κοιτούσε, έχανε τα λόγια της, έχανε τον ειρμό των σκέψεών της. Ένιωθε ότι ήταν μόνοι στον πλανήτη, σε ένα έρημο νησί.
«Ολιβερ, μη σκέφτεσαι έτσι. Είμαι καλά» τον διαβεβαίωσε. «Σε ευχαριστώ για όσα μαθαίνω ότι έκανες. Μπήκες σε μεγάλο κόπο» είπε διερευνητικά.
«Φέρθηκα σαν ηλίθιος, Εμμα. Συγγνώμη. Σου ζητάω συγγνώμη» της είπε. Η Εμμα δεν ήξερε πού ακριβώς αναφερόταν. Καταλάβαινε πού το πήγαινε αλλά δεν ήθελε να το θεωρήσει δεδομένο.
«Μην απολογείσαι» είπε μόνο, ελπίζοντας εκείνος να δώσει εξηγήσεις.
«Φοβήθηκα, Εμμα. Κολυμπούσα σε άγνωστα νερά και μάρτυς μου ο Θεός θα σου μιλούσα πριν μάθω για το ατύχημα. Ήρθα στο διαμέρισμα να σε ψάξω το πρωί μετά το ατύχημα και δε βρήκα καμία σας. Μου είπαν ότι είδαν την Φιλίπα να παίρνει μερικές αλλαξιές και να φεύγει αλαφιασμένη. Μέχρι να μάθω τι έγινε, τρελάθηκα» της είπε ενώ περνούσε νευρικά το χέρι μέσα από τα μαλλιά του.
«Κι εγώ δε θυμάμαι καλά τι έγινε. Θέλω να δω τον Τζούλιαν, να μου εξηγήσει» του είπε.
«Θα σου τα πει όλα. Ευτυχώς είναι πολύ καλά το παλικάρι» της είπε. Η Εμμα απόρησε. Πού πήγε όλο το μένος ενάντια στον «ανεγκέφαλο μπάρμαν»;
«Μιλήσατε;» τον ρώτησε.
«Φυσικά. Τόσες μέρες εδώ, γνωριστήκαμε όλοι καλά. Τον βοήθησα να βρει και δουλειά μάλιστα. Το μπαρ σας…δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει για καιρό» είπε.
«Αλήθεια;» τον ρώτησε λυπημένη.
«Χρειάζεται σοβαρές επισκευές. Ο Τζούλιαν πρέπει να δουλέψει κάπου. Έχω κάτι φίλους και του τα κανόνισα» είπε χαμογελαστός.
«Φαίνεσαι να έχεις τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, Τζούλιαν» του είπε, λίγο πιο καυστικά από όσο είχε αρχικά σκοπό. Εκείνος έδειξε μια κάποια έκπληξη στιγμιαία από το σχόλιό της αλλά δεν ενέδωσε εύκολα.
«Έτσι πρέπει να κάνει ο άντρας, Εμμα» της είπε ανασηκώνοντας το φρύδι.
«Πριν ή αφού το βάλει στα πόδια;» είπε ειρωνικά η Εμμα. Δε μιλούσε η ίδια. Μιλούσε η πικρία, η απογοήτευση, τα αμέτρητα δάκρυα…
Ο Ολιβερ έκανε ένα μορφασμό σαν να δέχτηκε πλήγμα από σφαίρα. «Παραδέχομαι ότι φέρθηκα άνανδρα σε δύο περιπτώσεις. Η μία ήταν στο γραφείο του πρύτανη. Η άλλη όταν φοβήθηκα μετά από όσα μου είπες. Αν πιστεύεις ότι αυτές οι δύο πράξεις με χαρακτηρίζουν περισσότερο σε σχέση με όσα έχω κάνει για σένα συνολικά, δεν ξέρω αν είσαι σκληρή ή αχάριστη» της είπε και η Εμμα χαμογέλασε. Είχε όρεξη να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Είχε όρεξη για καβγά. Αυτό μπορούσε να το αντέξει. Δε θα άντεχε να τον βλέπει να ζητάει συγγνώμη για όλα.
«Πληγωμένη ίσως» του είπε ψυχρά. «Εμείς οι άνθρωποι με καρδιά το παθαίνουμε αυτό πού και πού» συνέχισε.

Ο Ολιβερ δεν απάντησε. Σηκώθηκε από την καρέκλα δίπλα της και έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Τελικά την πλησίασε πάλι. Φαινόταν αναποφάσιστος.
Έκατσε  ξανά δίπλα της και πήρε το χέρι της στο δικό του. Η Εμμα δεν αντέδρασε. Της άρεσε που τον άγγιζε παρά την ψυχρότητα στην ατμόσφαιρα.

«Δε θα ξαναφύγω ποτέ από δίπλα σου» της είπε σιγανά. Η Εμμα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Τι της έλεγε; «Παραιτήθηκα χθες» συνέχισε εκείνος. Η Εμμα θόλωσε, δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Τι, μα τι…πώς;» ψέλλισε αλλά εκείνος τη σταμάτησε. «Αν με θες πίσω, θα με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Θα περνάω τις μέρες μου προσπαθώντας να σε κάνω χαρούμενη. Αν δε με θες, θα αναγκαστώ να ζήσω χωρίς εσένα αλλά σου το ορκίζομαι, σε ό, τι έχω ιερό, ότι θα σε αγαπώ μέχρι να κλείσω τα μάτια μου» της είπε και την κοίταξε. Και τότε, η Εμμα, λίγο πριν εκείνος σηκωθεί και φύγει από το δωμάτιό της, είδε στο πρόσωπό του, ένα μικρό σημάδι ότι όλα όσα της έλεγε ήταν αληθινά. Ένα μικρό, τέλειο, μαργαριταρένιο δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του λίγο πριν σηκωθεί άτσαλα για να βγει έξω.


Έμεινε στο δωμάτιο μόνη, ξέροντας ακριβώς πώς ένιωθε, αλλά καθόλου σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει. 

2 σχόλια:

  1. Εκλαψε!! Εκλαψε! Ο άντρας ο σωστός σε ολα του!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Kακουργα δακρυσα και εγω αλλα το καταευχαριστιθηκα

    ΑπάντησηΔιαγραφή