Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Αποτελέσματα!

Η Πωλίνα Μπ ψήφισε το 9
Η Μαμά ψήφισε το 4
Η Κλαίρη ψήφισε το 9
Η Κική ψήφισε το 8
Η Ελίζα ψήφισε το 3
Η Ιωάννα το 9
Η Κατερίνα το 6
Εγώ το 3
ο Θανάσης το 2

Κερδίζει...το 9!

Και τώρα ας αποκαλύψουμε τις συμμετοχές.
Το νούμερο 1 είναι η Κική
Το νούμερο 2 είναι η Ελίζα
Το νούμερο 3 είναι η Κατερίνα
Το νούμερο 4 είναι η Κλαίρη
 Το νούμερο 5 είναι η Πωλίνα Μπ
Το νούμερο 6 είναι η μαμά μου
Το νούμερο 7 είναι η Ιωάννα
Το νούμερο 8 είμαι εγώ
Το νούμερο 9 είναι ο....Θανάσης

Επειδή, ο Θανάσης δεν μπορεί να λάβει το υπέρτατο δώρο...δηλαδή το μανώ ή κορδελάκι για μαλλιά, τι προτιμάτε; Να κερδίσει το επόμενο, δηλαδή το 3 ή να βρω κάποιον ουδέτερο να διαλέξει αυτός;

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

entry 6


entry 5



entry 4


entry 3


entry 2-mpros piso



entry 1


fleurs




dress


Κεφάλαιο 71-γάμος

Ο γάμος της Εμμα και του Ολιβερ έγινε ένα Σάββατο του μήνα Σεπτεμβρίου σε ένα μικρό παρεκκλήσι το οποίο βρισκόταν στη δυτική άκρη της πανεπιστημιούπολης. Ο πρύτανης στην αρχή έφερε κάποιες αντιρρήσεις αλλά τελικά δέχτηκε να γίνει η τελετή εκείνη, μετά από απαίτηση των υπολοίπων καθηγητών. Η Εμμα είχε αποφοιτήσει μία βδομάδα πιο πριν, αλλά ο Ολιβερ παρευρέθηκε στην τελετή ως καλεσμένος και όχι ως καθηγητής της. Στο γάμο τους ήταν πάνω από 200 άτομα καλεσμένοι: οι γονείς της Εμμα και ο πατέρας του Ολιβερ, η Τζούλια, που είχε έρθει από τη Φλωρεντία για να βοηθήσει με τις ετοιμασίες, οι συμφοιτητές της, οι φίλοι του Ολιβερ, η Φιλίπα με τον Τζούλιαν, η νταντά του Ολιβερ, καθώς και πλήθος φοιτητών και διοικητικό προσωπικό του πανεπιστημίου που είχε συγκινηθεί με την ιστορία τους.

Η νύφη φορούσε ένα Marchesa μίντι στενό λευκό φόρεμα με κεντήματα και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα ιδιαίτερο κότσο. Δεν είχε βαφτεί πολύ και φορούσε μόνο το μονόπτερό της και διαμαντένια σκουλαρίκια από κοσμήματα. Ο Ολιβερ έλαμπε μέσα στο μπλε σκούρο κοστούμι του, με μια ασημένια γραβάτα που του είχε διαλέξει η Εμμα.

Μετά την τελετή ακολούθησε ένα τεράστιο πάρτι σε ένα ιδιωτικό κτήμα της οικογένειας Πιρς. Τα κυκλικά τραπέζια ήταν στολισμένα με ανθοδέσμες με κίτρινα λουλούδια και οι πέργκολες ήταν γεμάτες μικρά φωτάκια που έκαναν τον απογευματινό ουρανό να μοιάζει με ουράνιο τόξο γύρω από την τεράστια πισίνα, όπου επέπλεαν νούφαρα.

«Όλα είναι υπέροχα» είπε η Εμμα χορεύονταν ένα αργό χορό στην αγκαλιά του Ολιβερ, κάπου μετά τα μεσάνυχτα.
«Όντως» είπε αυτός χαμογελαστός.
«Νιώθω πολύ τυχερή» είπε η Εμμα. «Βρήκα την τέλεια δουλειά στην γκαλερί Αρτιστ, εσύ ξεκίνησες ήδη έρευνα, οι γονείς μας τα πάνε τέλεια, η Φιλίπα είναι ερωτευμένη με τον Τζούλιαν και εκείνος με αυτή, όλα πάνε κατ’ ευχήν αγάπη μου».
«Και θα συνεχίσουν έτσι. Σου το υπόσχομαι» είπε εκείνος και την έσφιξε πάνω του.
«Ε…μη με σφίγγεις» τον μάλωσε γελώντας η Εμμα και εκείνος απόρησε. «Δεν είμαστε μόνοι!» του είπε ντροπαλά χαϊδεύοντας την κοιλιά της.
Ο Ολιβερ τη σήκωσε στον αέρα και όλοι τους κοίταξαν και χειροκρότησαν, χωρίς να ξέρουν το λόγο που ο Ολιβερ ήταν τόσο ενθουσιασμένος.
«Αγάπη μου, ζωή μου! Ένα μωρό…το μωρό μας!» της είπε εκείνος και σφράγισε τα χείλη της.


ΤΕΛΟΣ


Και στα δικά μας…οι λεύτερες.


Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

shine bright like a diamond


κεφάλαιο 70-μείνετε συντονισμένοι για...τον γάμο!

Η Εμμα στεκόταν όρθια, στηριγμένη σε μία πατερίτσα μιας και το ένα χέρι της ήταν ακόμα σε γύψο και δε βοηθούσε και πολύ. Το αμαξίδιό της την περίμενε για να τη μεταφέρει στο πάρκινγκ. Όλα ήταν έτοιμα. Η μητέρα της μιλούσε με το γιατρό και η Φιλίπα τής έφτιαχνε λίγο τα μαλλιά. Η Εμμα ήταν ενθουσιασμένη που έφευγε από το νοσοκομείο. Φοβόταν λίγο για τις επικείμενες αλλαγές στη ζωή της αλλά ήξερε ότι όλες ήταν θετικές.
«Θα έρχεσαι να με βλέπεις;» ρώτησε η Εμμα τη φίλη της παραπονιάρικα.
«Ο Ολιβερ μού βρήκε ένα τέλειο διαμερισματάκι κοντά σας» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Εμμα συγκινήθηκε με τη σκέψη του.
«Κάτι τέτοια κάνει…» είπε και συγκρατήθηκε για να μη δακρύσει.
«Και τον αγαπάμε όλοι» συνέχισε η Φιλίπα και γέλασαν.
«Τι περιμένουμε λοιπόν;» ρώτησε η Εμμα.
«Μπα…τίποτα. Το εξιτήριο μόνο. Το φέρνει ο Ολιβερ και φεύγετε σε δέκα λεπτά» της είπε και όταν εκείνος μπήκε στο δωμάτιο η Φιλίπα κίνησε προς την πόρτα. «Σας αφήνω λιγάκι και θα σας δω στην έξοδο» είπε διακριτικά.

«Τι κάνει το κοριτσάκι μου;» της είπε και τη φίλησε τρυφερά. «Ωραία τα μαλλιά σου έτσι» συμπλήρωσε και χαμογέλασε.
«Ελα τώρα, κόλακα!» γέλασε η Εμμα. «Μια απλή κοτσίδα είναι» τον ψευτομάλωσε.
«Εγώ φταίω που είσαι εσύ όμορφη; Μην τα βάζεις μαζί μου!» γέλασε κι εκείνος με τη σειρά του.

Κάθισε στο κρεβάτι της και την κοίταξε ονειροπόλα.
«Αυτό είναι το εξιτήριο» της είπε ήρεμα. «Και οι οδηγίες του γιατρού αναλυτικά. Ρίξε μια ματιά».

Η Εμμα πήρε το χαρτί, βαριεστημένα, και άρχισε να διαβάζει.

Η ασθενής Εμμα Ιμοτζεν Μπένετ παίρνει σήμερα εξιτήριο από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Σεντ Χέλεν μετά από νοσηλεία έξι (6) ημερών ύστερα από κάταγμα βραχιονίου οστού και κνήμης  και  εξαιτίας εισπνοής καπνού που είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει σε κώμα.
Η ασθενής είναι σε θέση να εξέλθει του νοσοκομείου υπό την επίβλεψη δικών της ανθρώπων μέχρι την πλήρη αποθεραπεία της.
Συνίσταται κατ’ οίκον φροντίδα παρουσία ειδικής νοσοκόμας για μία εβδομάδα, καθώς και κινησιοθεραπεία. Η ιατρική ομάδα, επίσης, συνιστά στην ασθενή να χρησιμοποιεί τακτικά την πισίνα του συζύγου της, δρ Ολιβερ Πιρς, για την γρήγορη αποκατάσταση των τραυματισμών της.  

Η Εμμα διάβασε γρήγορα τις τελευταίες γραμμές. Δίπλωσε το εξιτήριο και μόλις το έβαλε στην τσάντα της, κοκάλωσε. Γύρισε απορημένη προς το μέρος του Ολιβερ, ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό μαύρο βελούδινο κουτί.

«Θέλεις να με παντρευτείς;» ήταν το μόνο που της είπε και η Εμμα με κομμένη την ανάσα έγνεψε θετικά και χώθηκε στην αγκαλιά του. «Δε θα το ανοίξεις;» τη ρώτησε, φανερά συγκινημένος μετά από μερικά δευτερόλεπτα.

Η Εμμα άνοιξε αργά το κουτί και μέσα βρήκε ένα τέλειο δαχτυλίδι από λευκόχρυσο, που αγκάλιαζε ένα γαλάζιο διαμάντι.
«Είναι υπέροχο…Ολιβερ» είπε και τέντωσε το δάχτυλό της για να της το φορέσει.
«Δηλαδή…εμείς…» ψέλλισε.
«Εμείς θα παντρευτούμε και θα κάνουμε οικογένεια και θα είμαστε για πάντα μαζί και ευτυχισμένοι» της είπε με σιγουριά. Η Εμμα τον φίλησε. Δεν περίμενε ποτέ ότι ο Ολιβερ θα άλλαζε τόσο γρήγορα, και τόσο αμετάκλητα.

«Είπε ναι» φώναξε ξαφνικά ο Ολιβερ και μπούκαραν όλοι μέσα στο δωμάτιο. Οι γονείς της, η Φιλίπα, ο Τζούλιαν, γιατροί, νοσοκόμοι, όλοι. Ο Ολιβερ την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε ενώ δέχονταν τα συγχαρητήρια των δικών τους ανθρώπων.
«Εμμα, να σου γνωρίσω τον πατέρα μου» της είπε και τότε πρόσεξε τον γκριζομάλλη κύριο που στεκόταν αμήχανος στη γωνία.
«Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω…Αν και μου φαίνεστε παράξενα οικείος» γέλασε η Εμμα, παρατηρώντας την έντονη ομοιότητα πατέρα και γιου. «Δεν έχω να φοβάμαι δηλαδή, ότι θα γεράσει άσχημα!» συμπλήρωσε και γέλασε ενώ ο πατέρας του Ολιβερ της φιλούσε ευγενικά το χέρι.
«Ωραία μου δεσποινίς, περιμένω ανυπόμονα εγγονάκια» της είπε και μετά την αγκάλιασε σφικτά.

«Σου έχω μια έκπληξη» της ψιθύρισε και την οδήγησε έξω στην αγκαλιά του.
«Κι άλλη;» είπε εκείνη ανίκανη να πιστέψει την καλή της τύχη.
Έξω από το δωμάτιο οι εργάτες είχαν κρεμάσει τον τυλιγμένο μακρόστενο πίνακα στον τοίχο και την περίμεναν.
«Σκίσ’ το» της είπε εκείνος και η Εμμα υπάκουσε. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα το χαρτί βρισκόταν στο πάτωμα και διάβαζε μπροστά της, μια σκούρα μπλε επιγραφή με λευκά καλλιγραφικά γράμματα

Πτέρυγα Αποκατάστασης Τραυματισμών
Δρ Ολιβερ & Εμμα Πιρς


Πόσο όμορφο έδειχνε το όνομά του δίπλα στο δικό της…σκέφτηκε η Εμμα και τον φίλησε.
«Γίναμε πτέρυγα! Τι πρωτότυπο δώρο!» του είπε και γέλασαν μαζί.

«Θες να γίνουμε και πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη; Γκαλερί; Ίδρυμα Προστασίας της Λευκής Αρκούδας; Ο,τι θες εσύ, αγάπη μου. Από εδώ και πέρα…ό,τι θες εσύ» είπε και τη φίλησε για να σφραγίσει την υπόσχεσή του.

Διαγωνισμός

Ο διαγωνισμός μας, λοιπόν, είναι το νυφικό χτένισμα. Η προθεσμία είναι τα μεσάνυχτα 27 Αυγούστου. Μπορείτε να μου στέλνετε στο facebook ή στο moonlady29gr@yahoo.gr τις φωτογραφίες και θα γίνει ψηφοφορία για να μη με λέτε φασίστρια...

Φιλάκια

Κεφάλαιο 69-καιρός ήταν...

«Αμάν πια! Με τρελάνατε! Τα έχουμε μαζέψει όλα! Και να έχουμε ξεχάσει κάτι θα πάρουμε τηλέφωνο να μας το κρατήσουν. Εδώ δουλεύει η Φιλίπα, διάολε!» ξέσπασε η Εμμα και αμέσως μετάνιωσε για τα νεύρα της. Το κεφάλι της πονούσε ακόμα και το πόδι της ήταν μουδιασμένο. Οι γονείς της σήμερα είχαν οδηγίες να μαζέψουν τα πράγματά της και σε δύο ώρες περίπου θα μπορούσε να πάρει εξιτήριο. Όλα ήταν έτοιμα και η Φιλίπα κανόνιζε τα διαδικαστικά, αλλά οι γονείς της έτρεχαν πανικόβλητοι πάνω κάτω ελέγχοντας μέσα σε ντουλάπες και κάτω από κρεβάτια μήπως είχαν ξεχάσει κάτι, λες και αυτό θα ήταν το τέλος του κόσμου. Αλλά δεν έφταιγαν εκείνοι για να ξεσπάει πάνω τους. Απλώς ο Ολιβερ είχε εξαφανιστεί. Είχε να τον δει σχεδόν δύο μέρες και ήθελε απεγνωσμένα να του μιλήσει αλλά εκείνος δεν έμπαινε καν στο δωμάτιό της. Τον άκουγε απ’ έξω να μιλάει με τους εργάτες για τις αλλαγές στην πτέρυγα αλλά όταν έστειλε τη Φιλίπα να του πει ότι θέλει να τον δει εκείνος της είχε απαντήσει ότι πρώρα πρέπει να ηρεμήσει και ότι προέχει η ανάρρωσή της. Πιθανόν πίστευε ότι η Εμμα είχε σκοπό να τσακωθούν πάλι και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα νεύρα της είχαν φτάσει στο απόγειο. Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Ήθελε να δει τον Ολιβερ, να μιλήσουν, να ξεκαθαρίσουν, κι εκείνος περιφερόταν στο νοσοκομείο και μιλούσε με όλους, γιατρούς, εργάτες, φίλους, εκτός από εκείνη. Ίσως το άξιζε βέβαια.
«Πάμε να φέρουμε το αμάξι στο υπόγειο πάρκινγκ εμείς» είπε ο πατέρας της, ψάχνοντας αφορμή να την αφήσουν ήσυχη. Είχε γίνει τόσο αφόρητη, που ούτε εκείνοι την άντεχαν.

Έμεινε στο άδειο δωμάτιο και προσπάθησε να χτενίσει λίγο τα μαλλιά της με το ένα χέρι όταν ο καθρέπτης που είχε στηρίξει στα πόδια της έπεσε και έσπασε. Εφτά χρόνια ατυχία σκέφτηκε, και χωρίς να μπορέσει να συγκρατηθεί, ξέσπασε σε κλάματα. Μα πού ήταν; Πώς μπορούσε να της λέει ότι την αγαπάει και μετά να την αφήνει μόνη; Μήπως δεν το εννοούσε; Τράβηξε το σεντόνι πάνω από το κεφάλι της, παρά την αφόρητη ζέστη μέσα στο δωμάτιο, και συνέχισε να κλαίει απαρηγόρητη.

«Εμμα, τι στο καλό…;» άκουσε μια γνώριμη φωνή, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει να κλαίει. Δεν έβγαλε καν το κεφάλι της έξω από τα σκεπάσματα.
«Φύγε» του είπε, πολύ αδύναμα. Δεν το εννοούσε φυσικά. Κι εκείνος το κατάλαβε.
«Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησε, ενώ άρχισε να μαζεύει τον σπασμένο καθρέπτη. «Μήπως κόπηκες; Βγες να σε δω λιγάκι» της είπε και η Εμμα συνέχισε να κλαίει κρατώντας το σεντόνι σαν ασπίδα. Μόλις μάζεψε τα σπασμένα και τα έβαλε σε μια άκρη, ο Ολιβερ τράβηξε απαλά το σεντόνι. «Γιατί κλαις, αγάπη μου; Ποιος σε πείραξε;» της είπε και την χάιδεψε απαλά. Η Εμμα δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Ο Ολιβερ την αγκάλιασε απαλά για να μην την πονέσει.
«Πού ήσουν;» τον ρώτησε, απολαμβάνοντας την αγκαλιά του.
«Εδώ» της είπε μονολεκτικά. «Απλώς σου άφηνα χώρο για να ηρεμήσεις» της είπε.
«Να μην ξαναφύγεις» είπε εκείνη μέσα στα αναφιλητά της.
«Ποτέ» της είπε εκείνος και τη φίλησε απαλά στα χείλη.
«Είμαι άσχημη» του είπε εκείνη σουφρώνοντας τα χείλη της. Ο Ολιβερ με τον αντίχειρά του σκούπισε τα δάκρυά της και την ξαναφίλησε.
«Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο όλο» της χαμογέλασε. Η Εμμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Ολιβερ επέμεινε. «Δεν ήξερα τι έψαχνα μέχρι που σε βρήκα» της είπε και η Εμμα τον κοίταξε απορημένη.

Ο Ολιβερ την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και εκείνη είδε το βλέμμα του να βαθαίνει επικίνδυνα. «Σ’ αγαπάω πολύ. Το ξέρεις; Δε γίνεται να μην το ξέρεις…» της είπε ενώ η φωνή του ράγιζε και τη φίλησε. Η Εμμα έγνεψε θετικά και του απάντησε σιγανά «κι εγώ». Έμειναν αγκαλιασμένοι για πολύ ώρα, ψιθυρίζοντας λόγια αγάπης ο ένας στον άλλον. Κανείς δε χτύπησε την πόρτα. Κανείς δεν τους ενόχλησε.
«Ονειρεύομαι;» τον ρώτησε ξαφνικά, ξαπλωμένη στην αγκαλιά του.
«Καθόλου» είπε εκείνος γελώντας. «Μπορώ να σου λέω ότι σε αγαπάω μια ζωή, μέχρι να βαρεθείς».
«Ποτέ δε θα βαρεθώ» είπε η Εμμα χαμογελαστή πια.
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε εκείνος προσεκτικά. «Μίλησα με τους γονείς σου και δεν έχουν αντίρρηση να έρθεις να μείνεις μαζί μου» της είπε. Η Εμμα εξεπλάγη.
«Να μείνω μαζί σου; Μα πώς…;» ψέλλισε.
«Το πανεπιστήμιο μού πρόσφερε τη δυνατότητα να κάνω έρευνα για ένα χρόνο μέχρι να ξεχαστεί η υπόθεση και σε δύο χρόνια μπορώ να ξαναπιάσω δουλειά αν θέλω. Το πτυχίο σου δεν κινδυνεύει. Μου είπαν ότι θα αλλάξουν τους όρους ώστε από εδώ και στο εξής να πρέπει να απομακρύνεται ένας από τους δύο από το πανεπιστήμιο. Τι να σου πω; Έχουν επαναστατήσει όλοι εναντίον της πρυτανείας. Έχουν γεμίσει οι τοίχοι συνθήματα για εμάς. Έχουμε γίνει μύθος» είπε και γέλασε. «Οπότε, έχω χρόνο να σε περιποιηθώ. Και μπορώ να δουλέψω στην εταιρεία του πατέρα μου για να μην γκρινιάζει και αυτός. Και το σπίτι μου είναι στο κέντρο, οπότε μπορείς να βρεις εύκολα κάποια δουλειά στο Λονδίνο» είπε. Η Εμμα κατάλαβε πού το πήγαινε.
«Μου ζητάς να συγκατοικήσουμε;» ρώτησε δειλά.
«Εύχομαι να δεχτείς» είπε εκείνος. Η Εμμα δε χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ.
«Θα πάρουμε κι ένα σκύλο;» τον ρώτησε.
«Ο,τι θες» απάντησε εκείνος πρόθυμα.
«Και θα μπορώ να καλώ τους φίλους μου όποτε θέλω;»
«Εννοείται!»
«Και θα με αγαπάς ακόμα και όταν έχω τα νεύρα μου;» ρώτησε πονηρά.
«Ειδικά τότε» της απάντησε και την αγκάλιασε ξανά.




Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Xίλια συγγνώμη

Είμαι Ναύπλιο και γυρίζω Τετάρτη το βράδυ. Σας υπόσχομαι καινούργιο κεφάλαιο την Πέμπτη πρωί. Δεν έχω πρόσβαση σε λάπτοπ!
Εντωμεταξύ...σκεφτείτε κανένα χτενισματάκι γάμου εσείς...!

Η συγγραφέας της καρδιάς σας σας υπόσχεται να μην ξαναπάει διακοπές μεσοβδόμαδα.

Φιλιά

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 68-The end is near...

Την επόμενη μέρα η Εμμα ξύπνησε με λίγο πονοκέφαλο αλλά ο γιατρός της, ο δρ Φίλιπς, την ενημέρωσε ότι ήταν φυσιολογικό να πονάει το κεφάλι της, ακόμα και για ένα μήνα μετά το συμβάν. Ο Ολιβερ δεν την είχε ενοχλήσει ξανά αλλά τον άκουγε έξω από το δωμάτιό της να εκτοξεύει παντού διαταγές και εντολές που είχαν να κάνουν με εκείνη. Λυπόταν πραγματικά τις νοσοκόμες που είχαν να κάνουν με τόσο ξεροκέφαλο άντρα, αλλά η Φιλίπα τής είχε εκμυστηρευτεί ότι καμία νοσοκόμα δεν είχε εκφράσει παράπονο. Η Εμμα δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα.

Μετά τη χθεσινή συνάντηση με τον Ολιβερ έκανε τα πρώτα της βήματα και μερικές ασκήσεις με την ομάδα αποκατάστασης που είχε καλέσει εκείνος και όλοι έδειξαν αισιόδοξοι ότι δεν επρόκειτο να αντιμετωπίσει κινητικά προβλήματα μετά την αφαίρεση των γύψων της. Σήμερα το πρωί θα έκανε μια βόλτα και έξω από το δωμάτιο, στο διάδρομο, γιατί είχε βαρεθεί να βλέπει το ίδιο περιβάλλον. Ήθελε να βρει λίγο χρόνο μέσα στη μέρα να μιλήσει και με τον Ολιβερ. Όσα της είχε πει την είχαν στοιχειώσει. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει καθόλου. Ο Τζούλιαν είχε έρθει αργά το βράδυ και μίλησαν λιγάκι και έτσι κατάφερε να θυμηθεί μερικά πράγματα. Η αστυνομία θα ερχόταν σήμερα για κατάθεση. Ήταν πολύ κοντά στο να βρουν ποιοι είχαν κάνει την επίθεση. Το αφεντικό τους είχε ήδη επικοινωνήσει μερικές μέρες πριν με κάποιο φίλο του στην αστυνομία και είχε πει ότι είχε μπλέξει με νονούς της νύχτας και ότι έκανε προσπάθεια να ξεμπλέξει. Ευτυχώς στο μαγαζί δεν βρέθηκαν ποτά μπόμπες, πράγμα που αποδείκνυε ότι είχε αρχίσει να προμηθεύεται καθαρά μπουκάλια.

Σηκώθηκε με τη βοήθεια της μητέρας της από το κρεβάτι και περίμενε μερικά δευτερόλεπτα για να κάνει το πρώτο βήμα. Πονούσε αρκετά, αλλά έπρεπε να κινηθεί λίγο με τις πατερίτσες της. Η ακινησία δεν της έκανε καλό.

«Θα πάμε μέχρι την πόρτα και αν έχεις κουράγιο, βγαίνουμε κι έξω» είπε η μητέρα της υπομονετικά. Η Εμμα έγνεψε θετικά. Θα έκανε ό,τι μπορούσε.

Έφτασε σχετικά γρήγορα στην πόρτα και βγήκε στο διάδρομο με τέτοιο ενθουσιασμό λες και έβγαινε στα Ηλύσια Πεδία. Εκεί την περίμεναν η Φιλίπα, η Λούσι και ο Μαρκ. Χειροκρότησαν έξαλλοι όταν την είδαν. Ευτυχώς δεν ήταν πολλοί ασθενείς στην πτέρυγα αυτή, γιατί σίγουρα θα δυσανασχετούσαν με την φασαρία.

«Ολιβερ, έλα να δεις!» είπε η Λούσι γελώντας και η Εμμα την κοίταξε με περιέργεια.
«Τι;» της είπε η φίλη της γελώντας. «Παραιτήθηκε. Του μιλάμε όπως θέλουμε πια!» είπε και ο Μαρκ συμφώνησε.
«Τη βλέπεις αυτή τη γραβάτα; Μου τη δάνεισε χθες! Όλο το εξάμηνο τη λιγουρευόμουν!» είπε ο φίλος της. 

Η Εμμα ξεφύσησε. Όλο το σύμπαν ήταν εναντίον της. Φυσικά και τον συμπαθούσαν όλοι. Εκείνη όμως έπρεπε να πάρει μια απόφαση με ψυχραιμία. Τον αγαπούσε, ναι, και σύμφωνα με όσα της είχε πει την αγαπούσε και αυτός. Έφτανε όμως αυτό; Και αν ήταν κάτι προσωρινό; Θα μπορούσε να μείνει σε μια σχέση και να είναι ευτυχισμένος ή απλώς τρόμαξε ότι θα τη χάσει και τώρα της πρόσφερε γη και ύδωρ;

Με την άκρη του ματιού της τον είδε να μιλάει στο γιατρό της και μετά την πλησίασε. Η Εμμα ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει την εχθρότητά του αλλά έκανε λάθος. Παγερή ευγένεια, το αγαπημένο του όπλο, ήταν σήμερα η μέθοδός του.
«Καλημέρα, Εμμα. Βλέπω ότι είσαι καλύτερα» είπε εκείνος λες και μιλούσε σε κάποια ξένη. Η Εμμα τον παρατήρησε προσεκτικά. Φορούσε άνετα ρούχα και είχε ξυριστεί. Είχε πάρει λίγο τα πάνω του από χθες. Μάλλον είχε ανακουφιστεί που συνήλθε.
«Μας είπαν ότι σε δύο μέρες μπορούμε να την πάρουμε σπίτι, με την προϋπόθεση ότι θα έχουμε μαζί μας ειδική νοσοκόμα» είπε η μαμά της. Εκείνος χαμογέλασε.
«Βλέπω αλλαγές εδώ…Τι γίνεται;» ρώτησε η Εμμα δείχνοντας τρεις εργάτες που έκαναν τρύπες στον τοίχο με τρυπάνια και κουβαλούσαν ένα μεγάλο μακρόστενο πακέτο τυλιγμένο με χαρτί περιτυλίγματος δεμάτων.
«Ναι…»κόμπιασε εκείνος, κοιτώντας προς το μέρος του. «Ζήτησα μερικές αλλαγές. Μιας και μου ανήκει η πτέρυγα…» γέλασε νευρικά. Η Εμμα κατάλαβε ότι κάτι έκρυβε αλλά δεν έδωσε σημασία. Τι την ένοιαζε εκείνη ακόμα και αν ο Ολιβερ σκόπευε να κρεμάσει στους τοίχους περσικά χαλιά και να βάλει ξύλινο πάτωμα;

«Βέβαια, βέβαια…είμαι σίγουρη ότι οι αλλαγές θα είναι προς το καλύτερο» είπε ουδέτερα η Εμμα και συνέχισε να περπατάει αργά και σταθερά μέχρι την πόρτα του ασανσέρ και πίσω. Οι εργάτες μετέφεραν το μακρόστενο πακέτο σε ένα δωμάτιο και τον κλείδωσαν εκεί. Ο Ολιβερ μίλησε λίγο με τον Μαρκ και αφού χαιρέτησε τους πάντες ευγενικά αποχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση.

«Γιατί είσαι τόσο ψυχρή μαζί του;» τη μάλωσε η μητέρα της και η Εμμα εξεπλάγη από την αμεσότητα. «Έλιωσε κυριολεκτικά τόσες μέρες εδώ. Γιατί τον τιμωρείς;» τη ρώτησε και η Λούσι έγνεψε θετικά. Ευτυχώς που ο Μαρκ έλειπε, γιατί σίγουρα κι αυτός θα υπερασπιζόταν τον Ολιβερ με νύχια και με δόντια.
«Δεν είμαι σίγουρη τι πρέπει να κάνω, μητέρα. Και εσύ από πού και ως πού εμπλέκεσαι;» τη ρώτησε.
«Εμπλέκομαι γιατί είμαι μητέρα σου και σε βλέπω να κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Δεν το βλέπεις ότι σε αγαπάει; Δύο ριμάδες λέξεις ήταν. Τόσο σημαντικές ήταν για σένα; Έκανε τα αδύνατα δυνατά. Δε σου φτάνει; Δε σε μεγάλωσα για να είσαι τόσο αχάριστη» της είπε αυστηρά.
«Με μεγάλωσες να πουλάω ακριβά τον εαυτό μου και σε αυτή την περίπτωση τα ζητάω όλα. Όλο το πακέτο. Αγάπη και αφοσίωση. Όπως τον αγαπώ κι εγώ, άνευ όρων, θέλω να με αγαπάει κι εκείνος» είπε ξαφνικά η Εμμα.
«Μα σε αγαπάει» είπε η Λούσι. «Παραιτήθηκε. Είπε στον πρύτανη ότι λυπάται που σε απαρνήθηκε και όχι που σε αγάπησε. Όλο το πανεπιστήμιο ζει στον παλμό της ιστορίας σας. Μην τα καταστρέψεις όλα» της είπε η φίλη της.
«Δε θα καταστρέψω τίποτα. Θα κάνω μαζί του απόψε μια τελευταία συζήτηση και μετά θα κρίνω» είπε η Εμμα και προσευχήθηκε να μην την πιέσουν άλλο.


κεφάλαιο 67-ψέμματα ήταν τελικά οι άντρες πως δεν κλαίνε...

Η Εμμα άκουσε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα της μόλις μερικά δευτερόλεπτα μετά. Μα τι στο καλό; Πέταξε;
Χωρίς να περιμένει την απάντησή της, ο Ολιβερ μπήκε μέσα στο δωμάτιο και μαζί του μπήκαν και ένα σωρό αναμνήσεις. Η εικόνα του, αν και λίγο αλλοιωμένη προφανώς από την ανησυχία, της ήταν τόσο οικεία. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η επιθυμία να τον αγγίξει. Το όμορφο πρόσωπό του, τα υπέροχα μάτια του, όλα ήταν εκεί, μπροστά της. Πίστευε ότι δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ μόνο του. Ίσως τον έβλεπε στην αποφοίτησή της και μετά…τίποτα. Είχε ορκιστεί στον εαυτό της ότι θα έμενε ανεπηρέαστη αν τύχαινε ποτέ να τον συναντήσει αλλά αυτή η προδότρια η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα όταν τον είδε.

«Εμμα…» ήταν το μόνο που είπε και έτρεξε δίπλα της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να τον χαιρετίσει. Τι προβλέπεται σε αυτές τις περιπτώσεις; Ένα φιλικό φιλί, χειραψία…τίποτα; Εκείνος όμως δεν έδειχνε τόσο αναποφάσιστος. Πέρασε απαλά το χέρι του στο μάγουλό της και ακούμπησε ένα φιλί στο κεφάλι της. «Νόμιζα…νόμιζα…» ψέλλισε και η Εμμα τού χαμογέλασε δειλά.
«Καλά είμαι, Ολιβερ. Συνήλθα. Μην ανησυχείς» του είπε, προσπαθώντας να φανεί πιο δυνατή απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
«Δεν ξέρω τι θα έκανα…» ξεκίνησε να λέει και την κοίταξε κατάματα. Η Εμμα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Πάντα όταν την κοιτούσε, έχανε τα λόγια της, έχανε τον ειρμό των σκέψεών της. Ένιωθε ότι ήταν μόνοι στον πλανήτη, σε ένα έρημο νησί.
«Ολιβερ, μη σκέφτεσαι έτσι. Είμαι καλά» τον διαβεβαίωσε. «Σε ευχαριστώ για όσα μαθαίνω ότι έκανες. Μπήκες σε μεγάλο κόπο» είπε διερευνητικά.
«Φέρθηκα σαν ηλίθιος, Εμμα. Συγγνώμη. Σου ζητάω συγγνώμη» της είπε. Η Εμμα δεν ήξερε πού ακριβώς αναφερόταν. Καταλάβαινε πού το πήγαινε αλλά δεν ήθελε να το θεωρήσει δεδομένο.
«Μην απολογείσαι» είπε μόνο, ελπίζοντας εκείνος να δώσει εξηγήσεις.
«Φοβήθηκα, Εμμα. Κολυμπούσα σε άγνωστα νερά και μάρτυς μου ο Θεός θα σου μιλούσα πριν μάθω για το ατύχημα. Ήρθα στο διαμέρισμα να σε ψάξω το πρωί μετά το ατύχημα και δε βρήκα καμία σας. Μου είπαν ότι είδαν την Φιλίπα να παίρνει μερικές αλλαξιές και να φεύγει αλαφιασμένη. Μέχρι να μάθω τι έγινε, τρελάθηκα» της είπε ενώ περνούσε νευρικά το χέρι μέσα από τα μαλλιά του.
«Κι εγώ δε θυμάμαι καλά τι έγινε. Θέλω να δω τον Τζούλιαν, να μου εξηγήσει» του είπε.
«Θα σου τα πει όλα. Ευτυχώς είναι πολύ καλά το παλικάρι» της είπε. Η Εμμα απόρησε. Πού πήγε όλο το μένος ενάντια στον «ανεγκέφαλο μπάρμαν»;
«Μιλήσατε;» τον ρώτησε.
«Φυσικά. Τόσες μέρες εδώ, γνωριστήκαμε όλοι καλά. Τον βοήθησα να βρει και δουλειά μάλιστα. Το μπαρ σας…δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει για καιρό» είπε.
«Αλήθεια;» τον ρώτησε λυπημένη.
«Χρειάζεται σοβαρές επισκευές. Ο Τζούλιαν πρέπει να δουλέψει κάπου. Έχω κάτι φίλους και του τα κανόνισα» είπε χαμογελαστός.
«Φαίνεσαι να έχεις τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, Τζούλιαν» του είπε, λίγο πιο καυστικά από όσο είχε αρχικά σκοπό. Εκείνος έδειξε μια κάποια έκπληξη στιγμιαία από το σχόλιό της αλλά δεν ενέδωσε εύκολα.
«Έτσι πρέπει να κάνει ο άντρας, Εμμα» της είπε ανασηκώνοντας το φρύδι.
«Πριν ή αφού το βάλει στα πόδια;» είπε ειρωνικά η Εμμα. Δε μιλούσε η ίδια. Μιλούσε η πικρία, η απογοήτευση, τα αμέτρητα δάκρυα…
Ο Ολιβερ έκανε ένα μορφασμό σαν να δέχτηκε πλήγμα από σφαίρα. «Παραδέχομαι ότι φέρθηκα άνανδρα σε δύο περιπτώσεις. Η μία ήταν στο γραφείο του πρύτανη. Η άλλη όταν φοβήθηκα μετά από όσα μου είπες. Αν πιστεύεις ότι αυτές οι δύο πράξεις με χαρακτηρίζουν περισσότερο σε σχέση με όσα έχω κάνει για σένα συνολικά, δεν ξέρω αν είσαι σκληρή ή αχάριστη» της είπε και η Εμμα χαμογέλασε. Είχε όρεξη να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Είχε όρεξη για καβγά. Αυτό μπορούσε να το αντέξει. Δε θα άντεχε να τον βλέπει να ζητάει συγγνώμη για όλα.
«Πληγωμένη ίσως» του είπε ψυχρά. «Εμείς οι άνθρωποι με καρδιά το παθαίνουμε αυτό πού και πού» συνέχισε.

Ο Ολιβερ δεν απάντησε. Σηκώθηκε από την καρέκλα δίπλα της και έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Τελικά την πλησίασε πάλι. Φαινόταν αναποφάσιστος.
Έκατσε  ξανά δίπλα της και πήρε το χέρι της στο δικό του. Η Εμμα δεν αντέδρασε. Της άρεσε που τον άγγιζε παρά την ψυχρότητα στην ατμόσφαιρα.

«Δε θα ξαναφύγω ποτέ από δίπλα σου» της είπε σιγανά. Η Εμμα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Τι της έλεγε; «Παραιτήθηκα χθες» συνέχισε εκείνος. Η Εμμα θόλωσε, δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Τι, μα τι…πώς;» ψέλλισε αλλά εκείνος τη σταμάτησε. «Αν με θες πίσω, θα με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Θα περνάω τις μέρες μου προσπαθώντας να σε κάνω χαρούμενη. Αν δε με θες, θα αναγκαστώ να ζήσω χωρίς εσένα αλλά σου το ορκίζομαι, σε ό, τι έχω ιερό, ότι θα σε αγαπώ μέχρι να κλείσω τα μάτια μου» της είπε και την κοίταξε. Και τότε, η Εμμα, λίγο πριν εκείνος σηκωθεί και φύγει από το δωμάτιό της, είδε στο πρόσωπό του, ένα μικρό σημάδι ότι όλα όσα της έλεγε ήταν αληθινά. Ένα μικρό, τέλειο, μαργαριταρένιο δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του λίγο πριν σηκωθεί άτσαλα για να βγει έξω.


Έμεινε στο δωμάτιο μόνη, ξέροντας ακριβώς πώς ένιωθε, αλλά καθόλου σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει. 

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

wishes


Κεφάλαιο 66-Αφιερωμένο στην πιστή μου αναγνώστρια, Ελί, για τα 30α γενέθλιά της. Ελί, χρόνια πολλά!!!

«Τι σημαίνει αυτό; Πες του να φύγει…» είπε η Εμμα και έκανε μια απότομη κίνηση σαν να θέλει να σηκωθεί. Ένας διαπεραστικός πόνος τής θύμισε πόσο πολύ είχε χτυπήσει. Το χέρι και το πόδι της ήταν σε γύψο. Η Φιλίπα έτρεξε κοντά της και τη βοήθησε να τακτοποιηθεί στη θέση της.
«Μην κάνεις έτσι. Είναι εδώ όλες αυτές τις μέρες και δεν φεύγει ούτε για να πάει να αλλάξει» είπε η Φιλίπα τρυφερά.
«Κι εσύ, Βρούτε;» είπε λυπημένη η Εμμα.
«Κι εγώ, ναι. Αφησέ τον να σου μιλήσει. Είναι ράκος τόσες μέρες. Κοιμάται στο δίπλα δωμάτιο μερικές ώρες, κάνει ντους εδώ και του έφερε κάποιος μερικές αλλαξιές για να έχει ρούχα» είπε η Φιλίπα χαμογελαστή. «Τι άλλο να κάνει πια; Θες να τον πεθάνεις;» συμπλήρωσε.
«Πώς τον άφησαν να μείνει δίπλα;» ρώτησε η Εμμα απαλά.
«Αρχικά ζήτησε αν μπορεί να νοικιάσει το δωμάτιο και φυσικά του είπαν όχι. Αυτός ρώτησε αν είναι πλήρες το νοσοκομείο και μόλις του απάντησαν όχι, έκανε κάτι φοβερό» είπε η Φιλίπα γουρλώνοντας τα μάτια. Η Εμμα διψούσε να μάθει αλλά δεν ήθελε να ρίξει τα μούτρα της και να ρωτήσει. Η Φιλίπα δεν κρατήθηκε. «Έκανε μια τεράστια δωρεά στο νοσοκομείο. Έδωσε κάπου 100.000 λίρες και υποσχέθηκε άλλα τόσα υπό τον όρο να έχει το διπλανό δωμάτιο από το δικό σου όσες μέρες είσαι εδώ. Επίσης η πτέρυγα αυτή λέγεται πια Πτέρυγα Ολιβερ Τ. Πιρς. Τουλάχιστον όταν έρθουν οι πινακίδες. Τι σημαίνει το Τ.; άραγε;» ρώτησε η Φιλίπα.

Η Εμμα δεν απάντησε. Έμεινε να κοιτάει τον απέναντι τοίχο. Κάπου από πίσω ήταν κι εκείνος. Τι να έκανε τώρα; Θα μπορούσε να τον αποφύγει; Μήπως φερόταν σαν παιδί; Κανονικά έπρεπε να τον δει, αλλά φοβόταν. Φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τα συναισθήματά της και θα κατέρρεε πάλι. Άσε που πρέπει να είχε τα μαύρα της τα χάλια.
«Δε θέλω να τον δω ακόμα» ψέλλισε.
«Τι να του πω, Εμμα; Ξέρει ότι συνήλθες και θέλει να σε δει. Είναι χάλια ο άνθρωπος. Δεν έχω ξαναδεί τόσο καταρρακωμένο άτομο. Έχει να φάει τέσσερις μέρες. Με το ζόρι τον τάισε η μαμά σου ένα τοστ χθες».
«Η μαμά μου;» ρώτησε εμβρόντητη η Εμμα. «Μα πώς…;»
«Τόσες μέρες εδώ όλοι μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ…καταλαβαίνεις…ήρθαμε κοντά» είπε η Φιλίπα γελώντας. «Η μητέρα σου έχει δείξει φοβερή αδυναμία στον Ολιβερ. Βρήκε κάποιον να κανακεύει» συμπλήρωσε. Η Εμμα κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της.
«Θεέ μου» ψέλλισε με δυσκολία. «Συνωμοσία εναντίον μου» είπε σοβαρά και η Φιλίπα γέλασε ξανά.
«Έλα ρε κορίτσι μου. Ηρέμησε λιγάκι. Απλώς τον συμπαθήσαμε όλοι. Δε θα σε υποχρεώσει κανείς να του μιλήσεις αν δε θέλεις» της είπε καθησυχαστικά η φίλη της. «Ένα πράγμα έχω να σου πω μόνο και ό,τι αποφασίσεις θα το σεβαστώ. Λέξεις είναι μόνο, Εμμα, λέξεις. Οι πράξεις του τα λένε όλα. Δε σου λέει τα λόγια αλλά κάνει το παν για να δείξει την αγάπη του. Τέσσερις μέρες δεν έφυγε από το πλάι σου. Κρατούσε το χέρι σου και σου τραγουδούσε. Ξέρεις πόσο δύσκολο του είναι να βρίσκεται ακριβώς δίπλα και να μην μπορεί να σε δει;» είπε σοβαρά η φίλη της.
«Τραγουδούσε; Ο Ολιβερ; Αποκλείεται» είπε η Εμμα μετά από λίγο.
«Κάπου διάβασε ότι οι ασθενείς σε κώμα ανταποκρίνονται στη μουσική πολύ θετικά. Σου τραγούδησε κάθε ερωτική μπαλάντα που υπάρχει» είπε η Φιλίπα ενώ χτένιζε απαλά τα μαλλιά της φίλης της. «Και τα βράδια, εδώ, δίπλα σου. Έχει κλείσει η φωνή του» της είπε.
«Ωχ σταμάτα με την πλύση εγκεφάλου. Τι κάνεις; Γιατί με χτενίζεις;»
«Έτσι, χωρίς λόγο» είπε η Φιλίπα χωρίς περισσότερες επεξηγήσεις. «Α! Ξέχασα να σου πω και κάτι εξίσου συναρπαστικό» είπε ενθουσιασμένη. Η Εμμα αναρωτήθηκε τι θα μπορούσε να επισκιάσει όσα είχε ακούσει ήδη. «Την Παρασκευή θα βγω με τον Τζούλιαν» είπε και τσίριξε.
Η Εμμα χαμογέλασε. «Πολύ σουρεάλ μού ακούγεται, αλλά πιστεύω ότι θα βγει σε καλό».
«Του άλλαξα γάζα στα ράμματα που έκανε στο χέρι χθες. Μην κάνεις γκριμάτσες. Πέντε ραμματάκια στον αγκώνα. Έπεσε πάνω σε γυαλιά και κόπηκε. Εγώ λοιπόν του άλλαξα γάζα και τα είπαμε λίγο και...ξέρεις! Είναι κούκλος! Θεός!»

Η Φιλίπα ίσιωσε τα σεντόνια, αέρισε το δωμάτιο και πέρασε το σώμα της φίλης της με υγρές πετσέτες για να την δροσίσει. Της έφερε ένα καθρεφτάκι για να επιθεωρήσει την κατάστασή της. Η Εμμα δε χάρηκε με αυτό που είδε αλλά περίμενε χειρότερα. Δεν είχε σημάδια στο πρόσωπο, αλλά το δέρμα της ήταν θαμπό και τα μαλλιά της φαίνονταν ξερά. Είχε μια κοκκινίλα στο μάγουλο και τα χείλη της είχαν σκάσει. Χρειαζόταν άμεσα λίγη περιποίηση.

«Ο Ολιβερ κανόνισε να έρθει μια ομάδα εργοθεραπευτών και κινησιολόγων για να σε εξετάσουν και να σε βοηθήσουν με την αποκατάστασή σου. Πρέπει να κάνεις μερικά βήματα και σιγά σιγά να μάθεις να αυτοεξυπηρετείσαι μέχρι να βγάλεις τους γύψους. Πρέπει να ελέγξουμε μήπως το κώμα σού έχει αφήσει κάποια προσωρινή ακαμψία. Εντωμεταξύ εσύ μπορείς να αξιοποιήσεις όπως θες το χρόνο σου» της είπε και της έκλεισε το μάτι. «Εγώ φεύγω» της είπε η φίλη της και κίνησε προς την πόρτα.

«Στάσου…» είπε η Εμμα με όση δύναμη της είχε απομείνει. Μέτρησε μέχρι το τρία αργά. Κάπου είχε ακούσει ότι πριν από μια μεγάλη απόφαση χρειαζόσουν τρία δευτερόλεπτα για να είσαι σίγουρος για αυτό που πας να πεις.

«Πες του να έρθει» είπε τελικά και έκλεισε τα μάτια της για να ηρεμήσει.




Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Κεφάλαιο 65-ξύπνα...

Ε λοιπόν, αρκετά ξεκουράστηκες! είπε στον εαυτό της η Εμμα. Κοιμάσαι τόση ώρα. Δεν έχεις πια φρικτό πονοκέφαλο, μόνο αυτό το γνωστό μούδιασμα στα πόδια. Δεν είναι καιρός να ξυπνήσεις; Έχεις αφήσει ένα σωρό πράγματα στη μέση. Πάμε. Με το τρία θα ανοίξεις τα μάτια. Ένα κακό μεθύσι είναι και θα περάσει.

Ένα…δύο…τίποτα. Γιατί δεν ανοίγουν τα βλέφαρά μου; Μήπως κόλλησαν μεταξύ τους. Πάμε πάλι. Ένα…δύο…τρία…

Η Εμμα άνοιξε τα μάτια της και τα ξανάκλεισε αμέσως. Από πού ερχόταν όλη αυτή η εκτυφλωτική λάμψη; Ποιος είχε μπει πρωινιάτικα στο δωμάτιό της και είχε ανοίξει τις κουρτίνες; Η Φιλίπα μήπως; Αφού δεν το είχε ξανακάνει ποτέ. Με μεγάλη δυσκολία άνοιξε ξανά τα μάτια της και κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη της, αλλά όχι στο δωμάτιό της. Όλα ήταν λευκά γύρω της. Η μυρωδιά…αυτή  η μυρωδιά δεν ήταν ξενοδοχείου. Ήταν στο νοσοκομείο; Τι είχε συμβεί; Ξαφνικά μπήκε στο δωμάτιο η Φιλίπα σέρνοντας ένα φορητό τραπεζάκι με κρέμες, λοσιόν και αντισηπτικά. Η Εμμα προσπάθησε να μιλήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Μόλις την είδε η Εμμα, έφυγε από το δωμάτιο φωνάζοντας δυνατά «ξύπνησε, ξύπνησε».

Έχει γούστο να ήμουν σε κώμα, σκέφτηκε η Εμμα.

Στα επόμενα 30” τρεις γιατροί, η Φιλίπα, ένας νοσοκόμος και η μητέρα της είχαν μπουκάρει στο δωμάτιο. Ο ένας γιατρός κοίταξε μέσα στο μάτι της με έναν φακό και χαμογέλασε.
«Εμμα, καταλαβαίνεις πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Νοσοκομεί…» είπε η Εμμα αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη λέξη. Ήταν εξαντλητικό το να μιλάει.
Η μητέρα της άρχισε να κλαίει και η Φιλίπα την οδήγησε έξω.
«Είχες ένα ατύχημα και εισέπνευσες καπνό. Έχεις σπάσει το δεξί σου πόδι και το δεξί σου χέρι από την πτώση. Θυμάσαι τι έγινε;» τη ρώτησε ο ίδιος γιατρός και η Εμμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δε θυμόταν τίποτα.
«Ήσουν σε κώμα τέσσερις μέρες, δεσποινίς μου. Μας ανησύχησες όλους πολύ. Το λιγότερο που έχεις να μας πεις είναι τι χρονιά έχουμε» της είπε ο γιατρός.
Η Εμμα έκανε μια γκριμάτσα. «Έχουμε 2013» είπε και όλοι χαμογέλασαν.
Η Φιλίπα επέστρεψε στο δωμάτιο και πλησίασε τη φίλη της.
«Μας κατατρόμαξες. Θυμάσαι τι έγινε;» τη ρώτησε.
«Θυμάμαι το πάρτι…μπαρ» ψέλλισε η Εμμα και η Φιλίπα έγνεψε θετικά.
«Το μπαρ έπιασε φωτιά και σε έσωσε ο Τζούλιαν. Ευτυχώς αυτός δεν έπαθε τίποτα. Εσύ έπεσες ατσούμπαλα και έσπασες χέρι και πόδι. Από το σοκ και την εισπνοή καπνού έπεσες σε κώμα» της είπε η φίλη της ενώ οι γιατροί τής έκαναν διάφορες εξετάσεις κινητικότητας και αντανακλαστικών.
«Ο Τζούλιαν… ψέλλισε με δυσκολία η Εμμα.
«Είναι καλά, μην ανησυχείς» είπε η Φιλίπα ενώ της έδινε λίγο νερό. Η Εμμα το ήπιε μονορούφι. «Έρχεται κάθε απόγευμα για λίγο και σε βλέπει. Λογικά θα έρθει και σήμερα» είπε η φίλη της.
«Οι γονείς μου;» ρώτησε η Εμμα και η Φιλίπα γέλασε.
«Τα έχασαν λίγο αλλά ήταν αισιόδοξοι. Όλοι κλονιστήκαμε στιγμές στιγμές αλλά ευτυχώς ποτέ όλοι ταυτόχρονα» είπε και οι γιατροί γέλασαν.
«Φώναξέ τους» είπε η Εμμα και η Φιλίπα υπάκουσε. Οι γονείς της μπήκαν σαν σίφουνας μέσα στο δωμάτιο και την έραναν με χάδια και φιλιά.
«Μη το χέρι» είπε η Φιλίπα όταν τους είδε να πλησιάζουν πολύ.
«Κοριτσάκι μου, αν πάθαινες κάτι θα τρελαινόμουν» είπε ο πατέρας της φανερά συγκινημένος. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ έτσι. Λυπόταν πραγματικά που τους τρόμαξε τόσο. Εκείνος της φίλησε το χέρι τρυφερά.
«Θα σε πάρουμε σπίτι να σε φροντίσουμε και δε θα ασχοληθείς καθόλου με τη μετακόμιση. Τέλος η κούραση πια. Η Φιλίπα προσφέρθηκε να σου βρει σπίτι» είπε η μητέρα της αποφασιστικά.
«Εμμα, έχουμε διαταγές να ενημερώσουμε την αστυνομία ότι συνήλθες» της είπε ξαφνικά ένας γιατρός. «Θέλουν την κατάθεσή σου. Μπορώ να το αποσιωπήσω λιγάκι ότι ανέκτησες τις αισθήσεις σου για να κερδίσεις λίγο χρόνο, αλλά αργά ή γρήγορα θα πρέπει να τους μιλήσεις».
«Μα δε θυμάμαι τίποτα. Είναι φυσιολογικό;» είπε η Εμμα.
«Απόλυτα. Είναι καθαρό μετατραυματικό σοκ. Θυμάσαι πότε έχεις γενέθλια;» τη ρώτησε και η Εμμα έγνεψε θετικά. «Θυμάσαι πώς έλεγαν τη δασκάλα σου στο νήπιο; Θυμάσαι ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι;» ρώτησε και η Εμμα πάλι έγνεψε θετικά.
«Αφού θυμάσαι όλα αυτά, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αργά ή γρήγορα θα θυμηθείς και για το συμβάν» της είπε καθησυχαστικά.
«Πάμε να την αφήσουμε λίγο να ξεκουραστεί» είπε ο δρ Μπράουν, αυτό το όνομα έγραφε το καρτελάκι του και η Εμμα τούς αποχαιρέτισε.
Στο δωμάτιο έμεινε μόνο η Φιλίπα. Οι γονείς της βγήκαν έξω για λίγο και θα ξαναέμπαιναν αργότερα.
«Φιλενάδα, με τρέλανες» της είπε η Φιλίπα δακρυσμένη όταν έμειναν μόνες. «Ξέρεις τι είναι να σου φέρνουν την κολλητή σου ως περιστατικό στη βάρδιά σου; Κόντεψα να πεθάνω» γκρίνιαξε.
«Κι εγώ» είπε χιουμοριστικά η Εμμα και γέλασαν και οι δύο. Το γέλιο της Εμμα διακόπηκε από έντονο βήχα.
«Μην ανησυχείς, είναι φυσιολογικό» της είπε η φίλη της ενώ της έβαζε καινούργιο ορό. Η Εμμα δεν απάντησε. «Ήρθαν και οι συμφοιτητές σου και σε είδαν. Ο διάδρομος είναι γεμάτος λουλούδια» είπε η Φιλίπα.
«Δεν είδα λουλούδια και απόρησα» είπα αδύναμα η Εμμα. «Μόνο αυτό το αρκουδάκι» είπε και χαμογέλασε. «Ποιος το έφερε;». Ήταν ένα λευκό αρκουδάκι που κρατούσε μια καρδιά που έγραφε «Γίνε σύντομα καλά». Ήταν πολύ αφράτο και τα μάτια του ήταν πολύ ζωηρά.

Η Φιλίπα σταμάτησε ό,τι έκανε και κοίταξε τη φίλη της. Για λίγο δε μίλησε. Η Εμμα ήξερε την απάντηση αλλά δεν ήξερε αν θέλει να την ακούσει.

«Ήρθε; Το έμαθε;» ψέλλισε κλείνοντας τα μάτια της. Δεν μπορούσε να τον ξαναδεί. Πονούσε ολόκληρη μόνο στην ιδέα.

Η Φιλίπα περίμενε μέχρι να ανοίξει η φίλη της τα μάτια της και μετά της είπε κοιτώντας τη σταθερά.
«Ήρθε. Και δεν έχει φύγει ούτε λεπτό από τότε».



κεφάλαιο 64-Comatose

Το κεφάλι της πονούσε αφόρητα. Δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Περνούσε από την μία εικόνα στην άλλη. Προσπαθούσε να θυμηθεί αλλά χανόταν σε ένα λαβύρινθο από αναμνήσεις.

Ποιοι ήταν όλοι αυτοί πάνω από το κεφάλι της; Σαν πολύ δεν κράτησε αυτός ο εφιάλτης; Λένε ότι τα όνειρα δεν κρατάνε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα και αυτή ένιωθε σαν να είχαν περάσει αιώνες. Έπρεπε να ξυπνήσει, είχε πολλές δουλειές να κάνει. Έπρεπε να τελειώσει την πτυχιακή της, να βρει καινούργιο σπίτι στο Λονδίνο, να ψάξει για δουλειά. Δεν είχε χρόνο να τεμπελιάζει στο κρεβάτι. Παρά τη θέλησή της όμως δεν μπορούσε να σηκωθεί. Προσπαθούσε να ανοίξει τα βλέφαρά της αλλά δεν άνοιγαν. Προσπαθούσε να κουνήσει τα πόδια της αλλά δεν κινούνταν. Γιατί της συνέβαινε αυτό; Μήπως είχε παραφάει πριν κοιμηθεί; Τι είχε γίνει χθες το βράδυ; Μήπως είχε πιει; Δεν είχαν κάνει ένα μικρό πάρτι επειδή έφευγε; Να το! Αυτό ήταν! Είχαν κάνει ένα μικρό πάρτι, το θυμόταν. Ήταν όλοι εκεί. Της έδωσαν και ένα δώρο. Μάλλον θα είχαν πιει πολύ. Αυτό θα ήταν. Ένα φρικτό hangover. Μα και αυτή γιατί έπινε; Αφού ήξερε ότι δεν άντεχε πάνω από δύο ποτά. Μήπως το αφεντικό τους σέρβιρε πάλι μπόμπες; Μπα…αφού τους είχε πει ότι είχε ξεμπλέξει.

Μια ξαφνική σουβλιά περόνιασε το πόδι της. Τι αφόρητος πόνος! Είναι δυνατόν να πονάς μέσα στον εφιάλτη σου; Και αυτοί από πάνω της γιατί δεν την ξυπνούσαν επιτέλους; Δεν έβλεπαν ότι υποφέρει;

Αποφάσισε να χαλαρώσει. Δεν είχε και άλλες επιλογές. Ένιωθε ένα μούδιασμα σε όλο το κορμί αλλά σίγουρα αν σταματούσε να τυραννιέται με ατέλειωτα ερωτήματα σιγά σιγά το σώμα της θα ξυπνούσε από το λήθαργο.

Μια γλυκιά φωνή πλημμύρισε το δωμάτιο. Τι εφιάλτης ήταν αυτός που σου τραγουδούσε ο Μπράιαν Ανταμς live μέσα στο δωμάτιό σου; Τι ωραίο τραγούδι…Το Everything I Do δεν ήταν; Μήπως το είχε βάλει κανείς σε cd? Αποκλείεται. Δεν έβλεπαν ότι κοιμάται; Άλλωστε ακουγόταν πολύ ζωντανή η φωνή του Μπράιαν.
Μήπως δεν ήταν ο Μπράιαν; Η φωνή που άκουγε δεν ήταν τόσο βραχνή…Ήταν πολύ όμορφο αυτό που άκουγε. Τα χείλη της δεν κινούνταν. Ήθελε να χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε. Ίσως αν κούναγε ένα δάχτυλο κατάφερνε να ξυπνήσει. Η γλυκιά φωνή συνέχισε το τραγούδι. Και μετά άλλο ένα…Για μια αγάπη που νικάει τις δυσκολίες. Τι ρομαντικό…


Η Εμμα πήρε μια βαθιά ανάσα και βυθίστηκε ξανά στον ύπνο.


Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 63-smoke inhalation

Η Εμμα προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της αλλά δεν μπορούσε. Άκουγε φασαρία πάνω από το κεφάλι της και γνώριμες φωνές. Αυτή πρέπει να ήταν η Φιλίπα. Σε κάποιον έδινε διαταγές.
Μόνο υπερβαρική οξυγονοθεραπεία σε αυτή τη φάση. Δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα. Κώμα…

Τι ήταν αυτά που έλεγε η φίλη της και γιατί δεν μπορούσε να ανοίξει τα βλέφαρά της να της μιλήσει;

Θα γίνει καλά;

 Η φωνή της μητέρας της. Πόσο καιρό είχε να τη δει; Είχε έρθει κιόλας το Σαββατοκύριακο; Είχε κανονίσει να πάει στο πατρικό της να μεταφέρει μερικά πράγματα από την εστία πριν αρχίσει να ψάχνει για διαμέρισμα στο Λονδίνο.

Ο Τζούλιαν. Πού ήταν ο Τζούλιαν; Προσπαθούσε να θυμηθεί τι έγινε χθες το βράδυ αλλά νύσταζε, νύσταζε πολύ. Ένιωθε σαν να βούλιαζε σε κινούμενη άμμο αλλά ήθελε να προσπαθήσει να βγει στην επιφάνεια.

Θα κάνουμε δεύτερη βρογχοσκόπηση και μετά θα κρίνουμε. Κάντε την προσευχή σας.

Σε ποιον μιλούσε η Φιλίπα; Θα προσευχόταν κι αυτή. Κάποιος ασθενής της φίλης της θα το είχε ανάγκη. Ο λαιμός της έκαιγε και όλο το κάτω μέρος της ήταν μουδιασμένο. Προσπαθούσε να κουνήσει τα δάχτυλά της αλλά δεν μπορούσε. Τι εφιάλτης ήταν αυτός; Η γιαγιά της της είχε πει όταν ήταν μικρή για ένα όνειρο που έβλεπες όταν είσαι πολύ κουρασμένος και νιώθεις αδύναμος να περπατήσεις και να μιλήσεις. Αυτό θα της είχε συμβεί.

Μμμ…ένα ωραίο τραγούδι σαν μπαλάντα ακούστηκε ξαφνικά. Ποιος το είχε βάλει; Καλό γούστο είχε. Της άρεσε πολύ. Ένα τέτοιοι τραγούδι θα ήθελε να χορέψει με τον Ολιβερ. Ο Ολιβερ…Πόσο καιρό είχε να μάθει νέα του; Μέρες, βδομάδες, χρόνια; Ένιωθε ακόμα ένα βάρος στην καρδιά, άρα δεν πρέπει να είχε περάσει καιρός. Αν είχαν περάσει χρόνια, θα το είχε ξεπεράσει. Σωστά; Θα σηκωνόταν το πρωί, θα τραβούσε τις κουρτίνες και θα καλωσόριζε τη μέρα με αισιοδοξία χωρίς να τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί να τον συναντήσει κάπου με την καινούργια του σύντροφο.
Ανατρίχιασε στην ιδέα. Ο Ολιβερ με άλλη. Άραγε με την επόμενη θα του ήταν πιο εύκολο να της πει πώς αισθάνεται; Θα μάθαινε σε λίγο καιρό ότι παντρευόταν; Και αν το μάθαινε, πώς θα αντιδρούσε;

Φασαρία πάλι στο δωμάτιο. Μια αντρική φωνή και η Φιλίπα. Τι να λένε; Γιατί ψιθυρίζουν; Και η μουσική γιατί σταμάτησε; Αυτό το όνειρο ήταν πολύ μπερδεμένο. Ένιωθε ένα μούδιασμα στα άκρα αλλά πονούσε στην κοιλιά. Είχε φάει τίποτα; Μήπως απλώς πεινούσε; Τα χείλη της ήτα στεγνά σαν να είχε μέρες να πει νερό. Μισούσε να σκάνε τα χείλη της. Έβαζε κάθε μέρα βουτυροκακάο. Μόλις ξυπνούσε το πρωί θα έβαζε αμέσως. Ίσως πήγαινε σε ένα σπα. Της άξιζε μια μέρα περιποίησης με όσα είχε περάσει. Θα έκανε χαμάμ και μασάζ, θα έφτιαχνε τα νύχια της και θα απολάμβανε μια μάσκα βαθιάς θρέψης στα μαλλιά. Θα έπαιρνε και τη Φιλίπα μαζί! Αυτό ήταν! Θα της το έκανε δώρο. Είχαν περάσει πολλά δύο χρόνια σαν συγκάτοικοι και της ακουγόταν πολύ αγχωμένη με τον ασθενή της. Θα της έκανε καλό λίγη περιποίηση και σε εκείνη λίγη καλή παρέα.

Με μια βαθιά ανάσα που έκανε τα πνευμόνια της να καίνε έπεσε σε ένα βαθύ λήθαργο. Δεν άκουγε πια φωνές και φασαρία μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σε ένα λιβάδι με ανθισμένη λεβάντα και ο ήλιος έκαιγε. Ο Ολιβερ ήταν εκεί και της κρατούσε το χέρι.


Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 62-φωτιά στα σαββατόβραδα

«Τζούλιαν, θα καούμε!» ούρλιαξε η Εμμα, αλλά εκείνος δεν της έδωσε σημασία. Κοιτούσε σαν τρελός γύρω γύρω για κάποια διέξοδο. Η φωτιά έγλειφε τα ξύλινα έπιπλα και είχε αρχίσει ήδη να καταπίνει το χώρο γύρω από την είσοδο και τα γυάλινα παράθυρα. Η Εμμα ένιωσε την αναπνοή της να γίνεται βαριά και τα βλέφαρά της να κλείνουν σαν να νυστάζει.
«Εμμα, με ακούς;» φώναξε ξαφνικά ο Τζούλιαν ταρακουνώντας την άγρια. «Πάμε πίσω» της είπε και άρχισαν να τρέχουν και οι δύο προς την πίσω πόρτα, που οδηγούσε στην αποθήκη τους. Εκεί όπου μέχρι πριν από λίγα λεπτά, τακτοποιούσαν τα μπουκάλια χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει.
«Τα κλειδιά!» ούρλιαξε ο Τζούλιαν αλλά η Εμμα δεν απάντησε. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές, σαν να περπατούσε στην άμμο.
«Δεν…τα έχω εγώ» του είπε και του έδειξε τον πάγκο. Εκεί τα είχε αφήσει λίγο πριν ξεκινήσουν τα χορεύουν. Ο πάγκος είχε γίνει παρανάλωμα.
«Πάμε πάνω» είπε εκείνος και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά δυο δυο με την Εμμα πίσω του. Ο καπνός είχε εισχωρήσει μέσα της και ένιωθε το στομάχι της και το λαιμό της να βράζουν. Τα μάτια της έτσουζαν και δεν μπορούσε να δει και να σκεφτεί καθαρά. Άρχισε να σκέφτεται ότι αν ήξερε ότι θα πεθάνει τόσο νέα ίσως είχε διαλέξει άλλη ρώτα. Ίσως έπρεπε να είχε ταξιδέψει, να είχε χαρεί τη ζωή της, να είχε κάνει σχέσεις, να είχε αρχίσει το κάπνισμα.
Τις σκέψεις της διέκοψε ένας δυνατός γδούπος από τον κάτω όροφο.
«Γρήγορα, καταρρέει το μαγαζί» της είπε ο Τζούλιαν. Το πάτωμα του πάνω ορόφου ήταν από μεγάλα ξύλινα μαδέρια. Ήταν θέμα χρόνου μέχρι να πιάσει φωτιά. Και μετά ήταν χαμένοι.
«Δεν μπορώ άλλο» είπε η Εμμα ασθμαίνοντας. «Συνέχισε εσύ. Δεν μπορώ άλλο» είπε ξεψυχισμένα. Ένιωθε όλες τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Ο Τζούλιαν έβγαλε το πουκάμισό του και της το πέταξε.
«Ανάπνεε μέσα από αυτό» της είπε επιτακτικά ενώ επιχειρούσε να ανοίξει ένα παράθυρο. Είχε βγάλει τη φανέλα του και προστάτευε κι αυτός την αναπνοή του όσο μπορούσε αλλά ήταν εμφανές ότι είχε αρχίσει να γίνεται πιο νωθρός στις κινήσεις λόγω των αναθυμιάσεων.
Η Εμμα με την ελάχιστη δύναμη που της είχε απομείνει, πήρε μια καρέκλα και την πέταξε στο μεγάλο τζάμι που έβλεπε προς τον κεντρικό. Μια μεγάλη τρύπα σχηματίστηκε και οι δυο τους έβγαλαν έξω το κεφάλι σε μια προσπάθεια να αναπνεύσουν καθαρό αέρα.
«Βοήθεια» ούρλιαξε ο Τζούλιαν και άκουσαν κόσμο να πλησιάζει προς το μέρος τους. Η φωτιά όμως δεν είχε σκοπό να περιμένει. Το πάτωμα έκαιγε πια. Είχε αρχίσει να το καταπίνει αδηφάγα η φωτιά. Σε μερικά δευτερόλεπτα οι φλόγες θα ανέβαιναν και στον πάνω όροφο.
«Πρέπει να πηδήξουμε» είπε ο Τζούλιαν στην Εμμα και εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
«Τι λες; Είναι ψηλά και έχει σπασμένα γυαλιά κάτω» είπε.
«Δεν έχουμε χρόνο. Μέχρι να έρθει η Πυροσβεστική με το στρώμα διάσωσης θα έχουμε καεί» της είπε επιθετικά. «Θες να καούμε ζωντανοί; Πες μου! Θες;» επέμεινε και η Εμμα ένιωσε τα πόδια της να κόβονται. Μισούσε τα ύψη και τώρα η ζωή της κρινόταν από αυτό. Άραγε εκείνος θα ερχόταν στην κηδεία της; Θα λυπόταν που την παράτησε;

Ο Τζούλιαν κοίταξε από κάτω. Είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Κάποιοι  θαρραλέοι είχαν φέρει σκούπες και μάζευαν τα γυαλιά για την πτώση τους.
«Θα βγω πρώτος και θα κρεμαστείς πάνω μου» της είπε με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Έχουμε ελάχιστο χρόνο και πρέπει να ακούσεις καλά αυτά που θα σου πω» είπε ο Τζούλιαν. Η Εμμα έγνεψε. Ανακατευόταν. Δεν ένιωθε καλά αλλά δεν ήθελε να του φέρει αντιρρήσεις.

«Θα κρεμαστείς από πάνω μου και μετά θα αφήσεις τα χέρια σου. Είναι δύο μέτρα, όταν θα με αφήσεις. Το έχεις;» Τη ρώτησε αλλά εκείνη δεν απάντησε. Τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Ο Τζούλιαν σκαρφάλωσε και κρεμάστηκε από το περβάζι και αυτή πάνω του. Άρχισε να γλιστράει και να γλιστράει ώσπου έφτασε να τον κρατάει σχεδόν από τους αστράγαλους και τότε εκείνος άρχισε να κουνάει δυνατά τα πόδια του, κάνοντας της σήμα να πέσει. Κι έπεσε.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 61-από Παρασκευή η συνέχεια...δεν έχω πληκτρολόγιο καλό εδώ...σόρυ

H Εμμα είχε τελειώσει με το σκούπισμα των ποτηριών και ετοιμαζόταν να φύγει όταν ο Τζούλιαν βγήκε από την αποθήκη, ντυμένος και αυτός για να φύγουν. Είχε γεμίσει τα ράφια με μπουκάλια από τα κουτιά που είχαν παραγγείλει από τον νέο τους προμηθευτή.
«Τι λες; Χορεύουμε;» της είπε με σατανικό χαμόγελο ο φίλος της και αφού έβαλε ένα πολύ δημοφιλές μπλουζ την πήρε στην αγκαλιά του πριν εκείνη προλάβει να φέρει αντίρρηση.
‘Αρχισαν να λικνίζονται αργά μέσα σε ένα άδειο μαγαζί και η Εμμα αναρωτήθηκε αν ο Τζούλιαν νιώθει ακόμα κάτι για εκείνη.
«Ώστε φεύγεις;» της είπε εκείνος, μην μπορώντας να πιστέψει πώς πέρασε ο καιρός.
«Φεύγω, Τζούλιαν» του είπε και την πήρε το παράπονο. Θυμήθηκε όσα είχαν συμβεί με τον Ολιβερ και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. «Δε με σηκώνει το κλίμα εδώ γύρω».
Οδηγώντας τη με σιγουριά στα βήματα του χορού έπιασε το πηγούνι της και τον ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Σε βλέπω εδώ και καιρό χάλια. Τι τρέχει; Αυτός ο δασκαλάκος φταίει;» τη ρώτησε έξαλλος.
«Και οι δυο φταίμε, Τζούλιαν» είπε εκείνη και ακούμπησε στο στέρνο του. Γιατί να μην ήταν ερωτευμένη με τον Τζούλιαν; Όλα θα ήταν πιο απλά, πιο φυσικά. «Εσύ με την Τζάνις καλά;  Είστε μaζί;» τον ρώτησε πονηρά.
Ο Τζούλιαν ξεφύσηξε τάχαμ αδιάφορα. «Πες εσύ το ναι και την αφήνω στο τσακ μπαμ» της είπε και την έγειρε προς τα πίσω. Η Εμμα γέλασε.
Εκείνο το δευτερόλεπτο, που η Εμμα ένιωσε μετά από πολύ καιρό κεφάτη και ποθητή, άκουσαν μια μηχανή μεγάλου κυβισμού να σταματάει έξω από το μπαρ. Τα υπόλοιπα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ενώ ο οδηγός περίμενε στη μηχανή, ο συνοδηγός, φορώντας κράνος,  κατέβηκε και αφού έσπασε ένα τζάμι του μπαρ με τον αγκώνα πέταξε μέσα κάτι. Ο Τζούλιαν ούρλιαξε για βοήθεια αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Η φωτιά είχε ανάψει για τα καλά στον κλειστό χώρο…




Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 60-from Skiathos with love

Μία βδομάδα σχεδόν είχε περάσει από το περιβόητο γράμμα. Τα δάκρυα είχαν στερέψει και οι ιδέες της είχαν αποκρυσταλλωθεί. Ο Ολιβερ δεν την ήθελε. Οι σπουδές της είχαν τελειώσει κατά μία έννοια. Δεν υπήρχε λόγος να μένει πια εδώ. Θα γυρνούσε στο πατρικό της για λίγο, θα ολοκλήρωνε την πτυχιακή της και μετά θα έβρισκε μόνιμη δουλειά και ένα μικρό διαμερισματάκι. Η Φιλίπα τέλειωνε και αυτή το πρόγραμμά της και αν έβρισκε δουλειά στο κέντρο του Λονδίνου μπορεί να έβρισκαν σπίτι μαζί.

Η Εμμα φόρεσε ένα ωραίο φόρεμα για τη σημερινή βάρδια. Ήταν η τελευταία της στο μπαρ Μπλου Μπερντ και ήταν σίγουρη ότι κάτι θα ετοίμαζαν απόψε. Αν όχι το αφεντικό τότε σίγουρα ο Τζούλιαν και η Τζάνις, η νέα σερβιτόρα που θα την αντικαθιστούσε κιόλας.
Ηταν γλυκιά νύχτα και προτίμησε να περπατήσει αντί να κάνει ποδήλατο. Άλλωστε το φόρεμά της ήταν κοντό. Προσπάθησε να υπολογίσει πόσες βάρδιες είχε κάνει μέχρι να τελειώσει τις σπουδές της ή χοντρικά πόσα ποτά είχε σερβίρει αλλά έχανε το μέτρημα. Κάποιος μπορεί να έλεγε ότι οι σκέψεις της ήταν αστείες αλλά χάρη σε αυτές τις σκέψεις και τους άχρηστους υπολογισμούς δεν είχε τρελαθεί. Γιατί λίγο κόντεψε να πάρει το κουτί που της έστειλε και να του βάλει φωτιά μέσα στην εστία. Λίγο κόντεψε να πάει σπίτι του να τον παρακαλέσει. Αλλά δεν το έκανε. Έκατσε στα αβγά της και υπολόγιζε πόσα κιλά κόκκινο χρώμα να είχε καταναλώσει από τη στιγμή που άρχισε να ζωγραφίζει ή πόσες σελίδες είχε διαβάσει για να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό της.

Ο Ολιβερ παρέμενε άφαντος.  Δεν της έστειλε μήνυμα, δεν πήγε σπίτι της, δεν της έστειλε ικετευτικά μηνύματα. Τίποτα. Είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του και ήταν αμετάπειστος. Κι αυτή είχε αρχίσει να το καταλαβαίνει. Δεν τον δικαιολογούσε, αλλά καταλάβαινε. Τον είχε σοκάρει. Εκείνος ήταν εξαρχής ξεκάθαρος. Δεν ήταν συναισθηματικά διαθέσιμος. Σεξ όσο ήθελε, αλλά σχέση…; Δεν το νομίζω.

Μπήκε στο μπαρ και τη συνεπήρε ο ενθουσιασμός των λίγων θαμώνων που ήταν ήδη εκεί. Ο Τζούλιαν έφτιαχνε ποτά και η Τζάνις σέρβιρε. Ηταν πολύ γρήγορη και ο Τζούλιαν καμάρωνε γιατί την είχε εκπαιδεύσει αυτός. Πάνω στην εκπαίδευση φυσικά, πρέπει να είχε παίξει και κάποιο ειδύλλιο αν η Εμμα έκρινε καλά από τα βλέμματα που αντάλλαζαν. Μακάρι, σκέφτηκε. Έδειχναν πολύ ταιριαστοί. Ο Τζούλιαν δεν το έδειχνε αλλά ήταν πολύ δοτικός και σίγουρα θα ήταν σταθερός στη σχέση του. Τουλάχιστον έτσι της είχε πει. Ότι θέλει να βρει μια κοπέλα να κατασταλάξει επιτέλους. Ποιος; Ο Τζούλιαν!
Δούλεψαν και οι τρεις σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, σερβίροντας απαιτητικούς πελάτες και μεγάλες παρέες. Είχαν κάνει τζίρο πάνω από 500 λίρες όταν κατά τη μία και ενώ ήταν ήδη εξοντωμένοι μπήκε μέσα το αφεντικό. Ο Τζούλιαν τον χαιρέτησε εγκάρδια.
«Αφεντικό, πώς και από τα μέρη μας; Δε μας εμπιστεύεσαι;» του είπε πειρακτικά και εκείνος γέλασε.
«Τελευταία μέρα για το κορίτσι μας και λες να το άφηνα έτσι; Ηρθα να πιούμε μερικά ποτήρια όλοι μαζί στην υγεία της» είπε και η Εμμα συγκινήθηκε. Το αφεντικό της σπάνια εκφραζόταν τόσο ανοιχτά.

Γύρισαν την πινακίδα ώστε να γράφει «Κλειστό» και μαζί με πέντε πελάτες που είχαν ξεμείνει κάθισαν σε ένα μακρύ τραπέζι και ήπιαν όλοι μαζί για να γιορτάσουν τα επόμενα σχέδιά της. Η Εμμα απολάμβανε την προσοχή.
«Φέρνω πατατάκια» είπε η Τζάνις και γύρισε αμέσως με ένα δίσκο γεμάτο πιατάκια με ξηροκάρπια, ποπ κορν και πατατάκια.
«Αυτό είναι για σένα από όλους μας» της είπε και της έδωσε ένα μικρό τσαντάκι. Η Εμμα το άνοιξε προσεκτικά και βρήκε μια δερμάτινη ατζέντα fillofax.
«Για το πρόγραμμά σου τώρα που θα γίνεις επιτυχημένη» της είπε ο Τζούλιαν και της έκλεισε το μάτι. Η Εμμα τούς φίλησε όλους δακρυσμένη. Ένιωθε την αγάπη γύρω της και ένιωθε ευλογημένη αλλά παράλληλα την έτρωγε το μαράζι. Χάθηκε να την αγαπούσε και Εκείνος λιγάκι; Τόσο δύσκολο του ήταν πια;
Κατά τις τρεις έφυγε το αφεντικό της με τους πελάτες και λίγο μετά η Τζάνις. Η Εμμα έμεινε ξοπίσω να βοηθήσει τον Τζούλιαν με την αποθήκη «τιμής ένεκεν» όπως είπαν και οι δύο γελώντας.

Ο Τζούλιαν θα τη γυρνούσε και σπίτι. Όλα είχαν τελειώσει. Άλλο ένα μεγάλο κεφάλαιο έκλεινε. Τόσες αλλαγές, τόσα νέα σχέδια και προγράμματα. Όλα ήταν τόσο έντονα. Αλλά χωρίς εκείνον, δεν άξιζε τίποτα.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 59-κάνοντας ό,τι μπορώ για να συμπαθήσετε την Εμμα

 Την επόμενη μέρα η Εμμα ξύπνησε αργά. Η βάρδιά της είχε τελειώσει κατά τις 2 αλλά έμεινε κανά μισάωρο παραπάνω για να πλύνει μερικά ποτήρια. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Στριφογύριζε μέχρι τα ξημερώματα και όταν τελικά αποκοιμήθηκε το ρολόι της έδειχνε περασμένες πέντε.

Βρήκε την Φιλίπα να χαζεύει τηλεόραση. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της, σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της.
«Τι έγινε; Γιατί είσαι έτσι; Βρήκα τα τσιζκέικ στο ψυγείο και κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά» είπε η φίλη της.
Η Εμμα τής ζήτησε πέντε λεπτά χρόνο για να πλυθεί και να ντυθεί. Αμέσως μετά είπε στη φίλη της όλα όσα είχαν συμβεί στο γραφείο του πρύτανη Ντόσον.
«Καταλαβαίνω» επαναλάμβανε συνεχώς η Φιλίπα, χωρίς όμως να την πείθει πολύ.
«Βλέπεις τώρα γιατί είμαι έτσι;» ρώτησε η Εμμα χαμογελώντας πικρά. «Οι μαύροι κύκλοι κοντεύουν να φτάσουν ως το πηγούνι» συμπλήρωσε, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνει χιούμορ.
«Καταλαβαίνω» είπε μηχανικά η Φιλίπα.
«Τι έπαθες εσύ; Κόλλησε η βελόνα;» είπε γελώντας η Εμμα.
«Τι να πω;» διαμαρτυρήθηκε η Φιλίπα. «Δεν μπορώ καθόλου να τον ψυχολογήσω. Εντάξει κι εσύ, τον αιφνιδίασες χοντρά με την ερωτική εξομολόγηση αλλά και αυτός δεν το χειρίστηκε καλά. Να σου πω την καθαρή μου αλήθεια, η ρομαντική μου φύση περίμενε να τα σπάσει όλα και να πει στον πρύτανη ότι σε αγαπάει και ότι αδιαφορεί για τη θέση του και να σε φιλήσει και να τους ξεράνει όλους» είπε ονειροπόλα και η Εμμα άκουσε για πρώτη φορά τις πιο μύχιες σκέψεις της από το στόμα της φίλης της. Αυτό ήλπιζε και η ίδια. Ντρεπόταν για την ταπεινή σκέψη της αλλά αυτή ήταν η αλήθεια.
«Ναι σιγά μην το έκανε αυτό ο βολεψάκιας» είπε η Εμμα, πιο πολύ για να σώσει την αξιοπρέπειά της.
«Και εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις;» τη ρώτησε η φίλη της κοιτώντας τη με τα διαπεραστικά μάτια της.
Η Εμμα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω…Θα ζωγραφίσω λιγάκι, θα κάνω και τις υπόλοιπες δύο βάρδιες στο μπαρ και σιγά σιγά θα δρομολογήσω τη μετακόμισή μου από εδώ. Όλοι ξενοικιάζουν. Μπορώ να κάνω την πτυχιακή μου στο σπίτι μου στο Κένσιγκτον. Ίσως βρω κάτι να νοικιάσω, θα ψάξω για δουλειά…δεν ξέρω…έχω πολλά στο μυαλό μου» είπε η Εμμα κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Κάποιος στον όροφο άκουγε δυνατά το «It must have been love» και ενστικτωδώς της ήρθαν δάκρυα στα μάτια.

«Ωραία. Είναι καλό να κάνεις σχέδια. Να μην μείνεις αδρανής και βουτηγμένη στην αυτολύπηση. Εσύ δεν έκανες κανένα λάθος. Ούτε κι αυτός όμως. Απλώς δεν ήσασταν στο ίδιο μήκος κύματος. Εσύ τον αγαπάς και αυτός δεν πιστεύει στην αγάπη. Δεν έπρεπε να βρεθείτε εσείς οι δύο. Δεν έπρεπε να συναντηθούν οι δρόμοι σας».
«Μην το λες αυτό, Φιλίπα» είπε η Εμμα και έβαλε τα κλάματα. Η φίλη της έτρεξε δίπλα της.
«Συγγνώμη, φιλενάδα. Μπορεί να έχεις δίκιο. Ποιος ξέρει; Ένας έρωτας δεν είναι υποχρεωτικό να τελειώνει με γάμο για να σου δώσει πράγματα. Και προφανώς αυτό που έζησες με τον Ολιβερ, ακόμα και αν έμεινε στη μέση, σε γέμισε εμπειρίες» είπε η Φιλίπα και η Εμμα έγνεψε καταφατικά.
«Απλώς αναρωτιέμαι ποια θα είναι η επόμενη σκηνή του δράματος» είπε η Εμμα σκουπίζοντας τα δάκρυά της στην μπλούζα της.
Η Φιλίπα την κοιτούσε χωρίς να μιλάει.
«Τι είναι, Φιλίπα; Πες μου» της είπε τραχιά η Εμμα.
Η Φιλίπα κατέβασε το κεφάλι.
«Πες μου» επέμεινε η Εμμα.

Η Φιλίπα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήρθε κάποιος και άφησε μια κούτα για σένα πριν από δύο ώρες» είπε τελικά και της έγνεψε προς την κουζίνα. Η Εμμα έτρεξε προς τα εκεί, ελπίζοντας για κάτι καλό, φοβούμενη όμως για την αλήθεια.

Έσκισε στην κυριολεξία την κούτα. Δεν είχε ούτε την υπομονή να πάρει ένα κοπίδι να κόψει της ταινία. Μέσα βρήκε αυτό που φοβόταν. Τα πράγματα που είχε αφήσει σπίτι του. Ώστε αυτή ήταν η απάντησή του στο «σ αγαπώ» της. Της επέστρεφε τα πράγματά της. Δεν υπήρχε ελπίδα επανασύνδεσης. Κάθισε αποκαμωμένη σε μια καρέκλα και δίπλα της αμίλητη η Φιλίπα. Είχε εκπλαγεί κι αυτή.

Ένα ζευγάρι πυτζάμες, δύο εσώρουχα, τρία μπλουζάκια, ένας φορτιστής κινητού, μερικά βιβλία και καλλυντικά ήταν ο απολογισμός μιας σχέσης. Και στον πάτο του κουτιού ένας λευκός φάκελος. Η Εμμα δεν ήθελε να τον ανοίξει. Δεν ήθελε να διαβάσει ό,τι της έγραφε. Αν δεν άνοιγε το φάκελο, δε θα είχαν χωρίσει. Θα περίμενε ακόμα να αποφασίσει πώς θα χειριζόταν την εξομολόγησή της. Αν άνοιγε το φάκελο θα έβλεπε μπροστά της δυό αράδες που θα ήταν το τέλος.

«Άνοιξέ το» είπε η Φιλίπα, προφανώς πιο δυναμική από την Εμμα. Η Εμμα δεν αντέδρασε. «Άνοιξε ντε» είπε η Φιλίπα και ανέμισε το φάκελο μπροστά της.

Με τρεμάμενα χέρια πήρε το φάκελο και τον άνοιξε. Ένα καλής ποιότητος επιστολόγραφο με μερικές γραμμές πάνω ήταν το μοναδικό περιεχόμενο.
Ξεκίνησε να διαβάζει.

Αγαπητή Εμμα,

Λυπάμαι που έφτασαν ως εδώ τα πράγματα. Μου χάρισες πολύ όμορφες στιγμές και μου έδειξες πώς είναι να σε αγαπούν για αυτό που είσαι και όχι για αυτό που δείχνεις.
Σε ευχαριστώ για όσα έκανες και, κυρίως, ένιωσες για μένα, αλλά δεν μπορώ…
Ίσως είμαι λίγος, ίσως είμαι αδύναμος, αλλά δεν μπορώ.
Ελπίζω να βρεις κάποιον να σε αγαπήσει όσο σου αξίζει. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτός.

Ο.


Ένα καλειδοσκόπιο αναμνήσεων με λαμπερά χρώματα όπου δύο νέοι άνθρωποι περπατούν χέρι χέρι και μοιράζονται ένα παγωτό πέρασε από το μυαλό της Εμμα. Το σημείωμα έπεσε από το χέρι της και η Φιλίπα το άρπαξε αμέσως και το διάβασε.

Έμειναν ακίνητες μερικά δευτερόλεπτα. Μόνο το ρολόι του τοίχου ακουγόταν στην κουζίνα. Η Εμμα δεν έκλαψε. Η Φιλίπα άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δύο ποτήρια από το ντουλάπι. Κάθισε δίπλα στην Εμμα και της έτεινε ένα ποτήρι.

«Τι λες; Μεθάμε;»

ART


κεφάλαιο 58-αφιερωμένο στην Τζόρτζα, στο κρεβάτι του πόνου, με ευχές για ταχεία ανάρρωση. Κατά προτίμηση μέχρι την Τρίτη!

Η Εμμα αποχώρησε πρώτη, αφού ευχήθηκε ευγενικά στους δύο άντρες καλό απόγευμα. Ο πρύτανης τούς είχε συστήσει μεγάλη προσοχή στο μέλλον και είχε υποσχεθεί ότι δε θα εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα αν ο σπουδαστής που έκανε την καταγγελία δεν έφερνε αποδεικτικά. Ο Ολιβερ δε γύρισε καν να την κοιτάξει, αλλά και η Εμμα δεν επέμεινε περισσότερο. Βγήκε στο προαύλιο του πανεπιστημίου και μπήκε σε ένα μικρό μαγαζάκι με λιχουδιές. Είχε ανάγκη από ζάχαρη: ένα μισόκιλο παγωτό ή ένα ζουμερό κέικ σοκολάτας. Τελικά κατέληξε με δύο κομμάτια τσιζκέικ, ελπίζοντας να βρει τη Φιλίπα σπίτι να τα μοιραστεί.

Δεν ήταν τυχερή. Η φίλη της παρακολουθούσε ένα εντατικό σεμινάριο ρεφλεξολογίας και έλειπε τα περισσότερα μεσημέρια. Της είχε αφήσει σημείωμα ότι θα αργούσε σήμερα. Βούλιαξε στον καναπέ και σκέφτηκε πώς μπορούσε να σκοτώσει μερικές ώρες μέχρι τη σημερινή βάρδια στο μπαρ. Έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, η δουλειά στο μπαρ ήταν διέξοδος και όχι φορτίο για εκείνη. Εκεί σίγουρα θα ξεχνούσε τα βάσανά της. Άπλωσε τα πόδια της και τα στήριξε στο μπράτσο του καναπέ. Άνοιξε το κουτί και πήρε το πλαστικό κουτάλι μέσα από τη σακούλα και άρχισε να τρώει το γλυκό της. Δεν είχε όρεξη τελικά. Έφαγε το μισό και το άφησε. Δεν είχε κουράγιο ούτε μέχρι το ψυγείο να πάει για να βάλει λίγο νερό.

Και πού να το βρει το κουράγιο; Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, σχεδόν βίαια. Από το άσβεστο μίσος, στο άσβεστο πάθος και μετά, ο χωρισμός. Τρεις μήνες γεμάτοι έντονα συναισθήματα. Τι είχε πει κάποτε εκείνος στην τάξη; Οι μεγάλες έρωτες στη λογοτεχνία είναι πάντα καταραμένοι. Σχεδόν σαν να συνωμοτεί το σύμπαν ενάντια στους μεγάλους εραστές και να εμποδίζει αυτή τη συσσώρευση φορτίου. Αν αυτό ίσχυε, τότε ήταν κι αυτοί καταραμένοι εραστές; Ίσως ήταν μόνο εκείνη, γιατί εκείνος δεν έδειχνε να ιδρώνει και πολύ το αφτί του.

Κοιτώντας έξω από το παράθυρο σκέφτηκε τις τελευταίες εξελίξεις. Ήταν πολύ μπερδεμένη. Ένιωθε ότι εκείνος την είχε προδώσει, την είχε εγκαταλείψει αλλά ταυτόχρονα σκεφτόταν ότι κάποια άλλη κοπέλα στον κόσμο να αντιδρούσε αλλιώς. Άραγε τι να σκεφτόταν μια Ισπανή μητέρα για τον Ολιβερ; Σε ποιον να έδινε δίκιο μια Κινέζα 16χρονη αν άκουγε την ιστορία τους; Τι θα έλεγε μια Ελληνίδα;

Λίγη ώρα μετά σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στο δωμάτιό της. Μια λύση υπήρχε. Έβγαλε τα ρούχα της, φόρεσε μια πρόχειρη φόρμα έβγαλε τα σύνεργά της και άρχισε να ζωγραφίζει. Έβαλε πολύ δυνατά μουσική και δούλευε με πάθος, πετώντας τα χρώματα πάνω στον καμβά χωρίς σκέψη. Δε δούλευε το πινέλο, απλά ανακάτευε τα χρώματα μεταξύ τους. Το τελικό αποτέλεσμα δε θα απεικόνιζε κάτι, ούτε καν κάτι αφηρημένο, αλλά δεν την ένοιαζε. Εκείνη ήθελε απλώς να εκτονωθεί. Να ηρεμήσει λιγάκι. Να σταματήσει να σκέφτεται γιατί εκείνος δεν την είχε πάρει τόσες μέρες τηλέφωνο. Γιατί ακόμα και μετά τη συνάντηση με τον πρύτανη όπου ξεπούλησε τα πάντα, δεν επικοινώνησε μαζί της. Γιατί πονούσε τόσο πολύ, γιατί της έλειπε τόσο, γιατί τα είχε δώσει όλα για έναν άντρα τόσο άπιαστο. Αφού το ήξερε από την αρχή ότι κολυμπούσε σε βαθιά νερά, ότι έπαιζε σε δύο κατηγορίες πάνω, τι περίμενε; Γάμο στην Προβηγκία και μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια.

Και τότε, κατάλαβε. Η σκέψη αυτή, αν και υπερβολικά αισιόδοξη, της έφερε μια παράξενη δυσφορία. Κοίταξε τον πίνακα μπροστά της, ένα συνονθύλευμα από χρώματα, ένα κουβάρι από σχήματα, και σκέφτηκε πώς κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Να νιώθεις ότι η ζωή σου θα είναι άδεια, ότι δεν υπάρχει διέξοδος, ότι όλα είναι μαύρα. Δεν είχε χάσει εκείνον. Είχε χάσει τον εαυτό της. Είχε χάσει την αισιοδοξία της. Ο άντρας που αγάπησε πιο πολύ από όλα την είχε σκοτώσει.
Τίποτα δε θα ήταν πια το ίδιο.

Γονάτισε στο πάτωμα και μετά από ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό έχωσε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια και άρχισε να κλαίει.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

κεφάλαιο 57-Πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις, απαρνήση με...

«Τι μπορεί να σε θέλει;» τη ρώτησε η Λούσι όλο αγωνία. «Είσαι σίγουρη ότι δεν έχεις κάνει λογοκλοπή; Ήσουν προσεκτική με τη βιβλιογραφία και τις αναφορές;».
Κάθονταν σε ένα μικρό καφέ απέναντι από το πανεπιστήμιο. Στο ίδιο ακριβώς που στην αρχή του εξαμήνου είχε συναντήσει τον Ολιβερ. Η Εμμα είχε τρεις μέρες να μάθει νέα του. Ούτε εκείνος είχε επικοινωνήσει μαζί της και φυσικά ούτε εκείνη μαζί του. Της έλειπε αλλά δε θα έκανε εκείνη την πρώτη κίνηση.
«Όχι, είναι όλα σωστά. Με ξέρεις, Λούσι! Είναι δυνατόν να έκανα τέτοια βλακεία στο τελευταίο εξάμηνο;» τη ρώτησε η Εμμα. Είχε βρεθεί με τη Λούσι για να της δώσει ένα βιβλίο που είχε δανειστεί και είχαν καταλήξει να μιλάνε για το μέιλ που είχε βρει στα εισερχόμενα του λογαριασμού της στο πανεπιστήμιο.
«Ε τότε θα είναι σίγουρα για την πτυχιακή» είπε η Λούσι με απόλυτη σιγουριά ενώ έπινε μια γουλιά από τον καπουτσίνο της. «Η Φούλμαν είπε ότι έχεις αναλάβει ένα πολύ απαιτητικό θέμα και αν το καταφέρεις μπορεί να δημοσιευτείς στο Art Herald» είπε με περηφάνια για τη φίλη της. Έτσι ήταν η Λούσι. Ούτε μόριο ανταγωνισμού μέσα της. Γι’ αυτό η Εμμα την εμπιστευόταν απόλυτα.
«Δεν ξέρω. Είναι πολύ σοβαρό επιστημονικό περιοδικό για να εκδώσει έστω και μια παράγραφο δική μου» της απάντησε χαμογελαστή. «Σε ευχαριστώ πάντως που με στηρίζεις» της είπε η Εμμα.
«Γιατί να μη σε στηρίζω; Όταν θα γίνεις διάσημη γκαλερίστα θα με προσλάβεις κι εμένα» είπε η Λούσι γελώντας. «Και θα γελάμε όταν θυμόμαστε το φόβο σου όταν είδες το μέιλ του πρύτανη Ντόσον» είπε.

Η Εμμα συννέφιασε. «Δεν είμαι ακόμα σίγουρη, Λούσι. Δεν έχω καλό προαίσθημα» είπε και η Λούσι έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Μα γιατί είσαι πάντα έτσι; Πάντα απαισιόδοξη είσαι. Να δεις που θα είναι για καλό» της είπε η φίλη της και τη χάιδεψε φιλικά στον ώμο.

Παρόλο που δεν είχε νέα του Ολιβερ, ήξερε ότι σήμερα θα έφευγε για Εδιμβούργο για ένα συνέδριο. Δεν την είχε πάρει να την αποχαιρετήσει. Θα μπορούσε να πάρει κι εκείνη φυσικά αλλά δεν το έκανε. Του είχε πετάξει το μπαλάκι. Ήταν στο χέρι του η λύση της υπόθεσης.

Περπάτησε τα τριακόσια μέτρα που τη χώριζαν από το γραφείο του πρύτανη με ταχύ βήμα, γιατί είχε ψύχρα και ήθελε να ζεσταθεί. Ο καιρός ήταν υγρός και τα μαλλιά της πρέπει να είχαν φριζάρει. Τι καλή εντύπωση που θα έκανε στον πρύτανη! Και όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Είχε αναλάβει πριν από ένα μήνα καθήκοντα και όλοι τον έτρεμαν. Να ήταν μεγάλος ή νέος; Και πάνω από όλα, τι στο καλό την ήθελε;

Η γραμματέας του την υποδέχτηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο με μια βιβλιοθήκη και ένα γραφείο. Κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι από τη μεσόκοπη κυρία, η οποία την ενημέρωσε ότι ο πρύτανης είχε κάποιο ραντεβού και δε θα αργούσε. Κατά τα άλλα συνέχισε να γράφει στον υπολογιστή της με μανιώδη ταχύτητα αγνοώντας την παντελώς. Η Εμμα ξαφνικά ένιωσε μια ζαλάδα και ζήτησε λίγο νερό. Η γραμματέας τής το έφερε τελείως διεκπεραιωτικά, χωρίς καμία ευγένεια.

Το ραντεβού της ήταν για τις 12.00 και η ώρα ήταν 12.10 και δεν ακουγόταν τίποτα μέσα από το γραφείο του πρύτανη. Οι πόρτες ήταν τεράστιες και ξύλινες και θα ήταν αδύνατο να ακουστεί κάτι αλλά τουλάχιστον ήλπιζε να της πει κάτι η γραμματέας του τύπου «δε θα αργήσει» κλπ.

Κάπου στις 12.15 χτύπησε η εσωτερική γραμμή της. Η γυναίκα της έγνεψε προς την κλειστή πόρτα. «Ο πρύτανης σάς περιμένει, δεσποινίς» είπε ψυχρά και η Εμμα σηκώθηκε. Σε μερικά δευτερόλεπτα θα μάθαινε τι την ήθελε.

Χτύπησε δειλά την πόρτα και ένιωσε το δωμάτιο να μικραίνει. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα στο στήθος. Κόντευε να σπάσει από το άγχος. Ηρέμησε, σκέφτηκε από μέσα της. Τι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;
Όταν μπήκε στο επιβλητικό γραφείο με το δρύινο πάτωμα και το τεράστιο γραφείο πάνω στο παχύ λιβανέζικο χαλί κατάλαβε ότι είχε μπλέξει για τα καλά. Γιατί εκτός από τον συντηρητικό άντρα γύρω στα 60-65 με το σακάκι με τις δερμάτινες επιαγκωνίδες που την κοιτούσε βλοσυρά πίσω από τα στρογγυλά γυαλιά του, μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν και ο Ολιβερ.

Η Εμμα ένιωσε σαν να τη χτύπησε κεραυνός και το μυαλό της άρχισε να παίρνει στροφές. Τους είχαν δει. Αυτό ήταν. Τους είχαν δει. Γι’ αυτό και η γραμματέας ήταν τόσο ξινή. Απέρριπτε τη συμπεριφορά της λες και η Εμμα ήταν η ηρωίδα στο Άλικο Γράμμα. Ενστικτωδώς, το σώμα της αντέδρασε στη θέα του. Καθόταν σε μια από τις δύο καρέκλες απέναντι από τον πρύτανη και φορούσε ένα κομψό κοστούμι. Προφανώς ήταν επίσημη περίσταση και αυτή είχε έρθει αναμαλλιασμένη. Ήταν πολύ όμορφος, διάολε. Είχε καθίσει άνετα με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα και την κοιτούσε. Αυτό που την τάραξε όμως ήταν το βλέμμα του, παγωμένο και τραχύ, πέρασε από πάνω της σαν να ήταν κάποια ξένη.

«Δεσποινίς Μπένετ, καθίστε» της είπε με έντονη σκωτσέζικη προφορά ο πρύτανης Ντόσον μετά από μια σφιχτή χειραψία μαζί της. Όλο του το παράστημα απέπνεε άνθρωπο άκαμπτο, σοβαρό και αυστηρό.
«Καλησπέρα, δρ Πιρς» είπε ευγενικά η Εμμα, προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματά της.
«Καλησπέρα, παιδί μου» απάντησε εκείνος ψυχρά σαν καθολικός ιερέας.

Ο πρύτανης τούς παρακολουθούσε ψυχρά λες και μελετούσε τη συμπεριφορά τους. Η Εμμα τον κοίταξε στα μάτια. Ευθεία επίθεση. Δε θα έκανε κανένα λάθος στη γλώσσα του σώματος για να καρφωθεί.
«Λοιπόν, πρύτανη Ντόσον, σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμη;» ρώτησε χαμογελώντας.
Εκείνος χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να απαντήσει αυτό που φοβόταν η Εμμα.
«Δεσποινίς, η θέση μου είναι λεπτή. Είμαι πολύ καινούργιος στη θέση και δε γνωρίζω κανέναν από τους δύο σας ώστε να πιστέψω ή όχι τις κατηγορίες» της είπε τρίβοντας το μούσι του.
«Ποιες κατηγορίες;» ρώτησε η Εμμα ανασηκώνοντας τα φρύδια. Ο Ολιβερ δίπλα της, δεν έκανε ούτε κίνηση.
«Να…» ξεκίνησε ο πρύτανης «έφτασαν στα αφτιά μου αναφορές από ένα σπουδαστή ότι εσείς και ο δρ Πιρς είστε ζευγάρι» είπε εκείνος, νιώθοντας ξαφνικά άβολα.
Η Εμμα κοίταξε τον Ολιβερ με απορία και μετά τον πρύτανη. Δεν ήξερε τι του είχε πει ο Ολιβερ άρα έπρεπε να δοκιμάσει τα νερά.
«Δρ Πιρς, τι είπατε εσείς για αυτό;» τον ρώτησε και εκείνος φάνηκε να περίμενε την ερώτησή της.
«Φυσικά και απέρριψα αυτές τις ανυπόστατες κατηγορίες, δεσποινίς» είπε φλογερά. Η Εμμα ένιωσε έναν πόνο στο στήθος.
«Μα, φυσικά, πρύτανη Ντόσον» είπε η Εμμα «μιλάμε για κακόβουλα σχόλια» είπε με πάθος.

Ο πρύτανης άργησε να απαντήσει. «Γνωρίζετε τον κανονισμό; ρώτησε και έγνεψαν καταφατικά και οι δύο. «Αν ισχύουν οι κατηγορίες, θα πρέπει να διατάξω συμβούλιο με σκοπό την απομάκρυνση του δρα Πιρς και επαναδιαπραγμάτευση του πτυχίου σας, δεσποινίς Μπένετ».
«Καταλαβαίνω, πρύτανη, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο» είπε η Εμμα νιώθοντας απαίσια που έπρεπε να αρνηθεί όσα ένιωθε. «Αλλά πείτε μου σας παρακαλώ τι μάθατε» τον παρότρυνε η Εμμα.
«Ένας σπουδαστής είπε ότι σας είδε σε δύο διαφορετικές περιστάσεις μαζί. Τη μία ήσασταν στο αμάξι του δρα Πιρς και την άλλη να περπατάτε στο Σάρεϊ» είπε εκείνος.
«Μα σας είπα» πετάχτηκε ο Ολιβερ, προφανώς για να την προλάβει. «Ισχύει ότι πήρα τη δεσποινίδα Μπένετ μια μέρα που έβρεχε με το αμάξι μου, αλλά αυτό θα το έκανα για τον οποιονδήποτε» είπε με ζέση. «Στο Σάρεϊ μέσα στο εξάμηνο έχω πάει, αλλά με μια φίλη μου. Όχι την δεσποινίδα Μπένετ φυσικά» είπε θριαμβευτικά. Η Εμμα θυμήθηκε εκείνη την υπέροχη μέρα στο Σάρεϊ και χαμογέλασε πικρά. Ψέματα μόλυναν τώρα εκείνες τις όμορφες αναμνήσεις.
«Ποιος διαδίδει αυτά τα αισχρά ψεύδη;» ρώτησε. «Ειδικά τώρα που βγήκαν οι βαθμοί;» τόλμησε να πει, με σκοπό να υποσκάψει την αξιοπιστία αυτού που τους κατήγγειλε.
«Αυτό δεν μπορώ να το αποκαλύψω» είπε ο πρύτανης. «Εγώ δεν θέλω να τραβήξω το πράγμα στα άκρα. Εφόσον δεν υπάρχουν τεκμήρια δεν μπορώ να προχωρήσω σε επίσημη δράση. Θέλω μόνο να μου πείτε αν είστε μαζί» είπε και ο Ολιβερ απάντησε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου «Όχι».
Η Εμμα απάντησε λίγο μετά το ίδιο προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή της για την άμεση απάντησή του.
«Δρ. Πιρς είστε ερωτευμένος με αυτή τη γυναίκα;» τον ρώτησε ο πρύτανης, πιο πολύ για να ακούσει αυτό που ήθελε και να κλείσει την υπόθεση.
«Όχι, πρύτανη Ντόσον, δεν είμαι» είπε με σταθερή φωνή ο Ολιβερ και η Εμμα ένιωσε την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια. Θυμήθηκε την άνεση με την οποία της είχε πει γελώντας πριν από μερικές βδομάδες ότι δεν τον ένοιαζε η δουλειά του και άλλα τέτοια. «Η θέση μου προς τον έρωτα είναι γνωστή και την έχω κοινοποιήσει στην τάξη από την πρώτη βδομάδα μαθημάτων. Δεν υπάρχει αυτό το συναίσθημα και αν υπάρχει δεν το έχω νιώσει ποτέ» είπε και η Εμμα πήρε το μήνυμα. Χαμογέλασε σταθερά στον πρύτανη Ντόσον και περίμενε την ετυμηγορία.


Αυτή ήταν η απάντησή του στο «σ αγαπώ» της, είπε από μέσα της. Τώρα που το σκεφτόταν, το «ευχαριστώ» ήταν καλύτερο. 

κεφάλαιο 56-σου γράφω ένα γράμμααααααα....

Εκτός από εκείνες τις ατελείωτες τέσσερις μέρες που είχε περίοδο, η Εμμα παρατήρησε ότι απόψε ήταν η πρώτη βραδιά που δεν έκαναν σεξ χωρίς να υπάρχει λόγος. Και πώς να έκαναν δηλαδή; Είχε πετάξει σαν ταλιμπάν τη βόμβα μέσα σε κατοικημένη περιοχή και τώρα μετρούσε θύματα. Ο Ολιβερ έδειχνε αδιάφορος αλλά εκείνη είχε παρατηρήσει το πώς σφίχτηκε το σώμα του, το πώς προφασίστηκε ότι θέλει να βγει για τρέξιμο λίγο πριν πέσουν για ύπνο. Πήγαινε συχνά για τρέξιμο το πρωί ή το βράδυ πριν κοιμηθεί αλλά ποτέ…χωρίς αθλητικά παπούτσια. Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, η Εμμα κατέβηκε στον κάτω όροφο και βρήκε τα παπούτσια του στο συνηθισμένο σημείο τους. Ήταν προφανές ότι ήθελε να μείνει μόνος του και να σκεφτεί. Βέβαια, δεν άργησε. Περίπου μισή ώρα μετά γύρισε. Ξάπλωσε δίπλα της, την πήρε αγκαλιά και κοιμήθηκαν σαν καλά…αδερφάκια. Η Εμμα έβραζε. Έβραζε από αυτή την ηρεμία του. Ήθελε να τον αρπάξει και να τον ταρακουνήσει ολόκληρο. Να του πει να ξεχάσει αυτό που του είπε και να συνεχίσουν σαν να μην έγινε τίποτα. Αλλά δε θα το έκανε. Θα ήταν πολύ φτηνό να πάρει όσα του είπε πίσω. Του είχε πει ότι τον αγαπάει. Δεν του είπε κάτι άσχημο. Δεν ήταν υποχρεωμένος να ανταποδώσει. Αλλά δε χρειαζόταν να ζουν με έναν ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο.  

Σηκώθηκε κάπου στις τρεις τα ξημερώματα και πήγε στο σαλόνι να δει λίγη τηλεόραση. Δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Πονούσε το στομάχι της επειδή έφαγε πολύ γρήγορα το φαγητό της και ένιωθε να ιδρώνει ολόκληρη από το άγχος για όσα είχαν συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι θα την άφηνε μετά από αυτό. Δε θα μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό ο Ολιβερ. Έμαθε να συμπεριφέρεται σωστά μέσα σε μια σχέση αλλά μάλλον δεν ήξερε τι να κάνει όταν μια τρελή μέσα στη μέση της νύχτας του έλεγε ότι τον αγαπάει ενώ έτρωγαν ομελέτα με τις πιτζάμες τους.
Στην τηλεόραση δεν είχε τίποτα. Άλλαζε μανιωδώς τα κανάλια ώσπου την έπιασε πονοκέφαλος από τις λάμψεις της οθόνης. Προσπάθησε να πιει λίγο χαμομήλι για να ηρεμήσει αλλά μάταια. Πιο πολύ δεν την πονούσε η απόρριψή του. Πιο πολύ την πονούσε που εκείνος έδειχνε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Πώς θα μπορούσε μια εξομολόγηση τόσο αγνών συναισθημάτων να πέσει στου…κουφού την πόρτα;  Αυτός πάνω κοιμόταν και εκείνη υπέφερε.

Αντιδρούσε σπασμωδικά. Το ήξερε αυτό. Πάντα αυτό έκανε. Φόρεσε το παλτό της, που ήταν κρεμασμένο δίπλα από την πόρτα. Σκοπός ήταν να μην ανέβει για κανένα λόγο στον πάνω όροφο. Δεν ήθελε να τον ξυπνήσει και να τον αντικρίσει, αυτόν και την ευγενική ψυχρότητά του. Ντρεπόταν πολύ. Τα πράγματά της θα έβρισκε έναν τρόπο να της τα στείλει. Κάλεσε με το κινητό της ένα ταξί και λίγο πριν πάρει την τσάντα της για να χαθεί μέσα στη νύχτα πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ένα κόκκινο στυλό που βρήκε πρόχειρο και του έγραψε μερικές γραμμές.

Ολιβερ,

Λυπάμαι που έφυγα σαν τον κλέφτη αλλά δεν άντεχα να περάσω το υπόλοιπο της νύχτας δίπλα σου μετά από αυτό που έγινε.
Σου ζητάω συγγνώμη που σε αιφνιδίασα με τη δήλωσή μου. Ήταν κάτι που ένιωθα και μου βγήκε αυθόρμητα. Έχεις ξεκαθαρίσει τη θέση σου και κατάλαβα ότι εμμένεις σε αυτή.
Ντρέπομαι πολύ για την κατάσταση και ελπίζω να μη με ενοχλήσεις μερικές μέρες μέχρι να ηρεμήσω. Ίσως ένα διάλειμμα δύο τριών ημερών μάς κάνει καλό...


Φιλικά,
Ε.