Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 55-ουπς

«Μην είσαι αχάριστη! Πήρες τον τρίτο καλύτερο βαθμό της τάξης! Μια χαρά είναι και το 78» της είπε ο Ολιβερ ενώ περπατούσαν χέρι χέρι σε ένα γραφικό σοκάκι στην Οξφόρδη και έτρωγαν παγωτό.
«Μα δεν παραπονιέμαι! Απλώς σου λέω ότι αν είχαν πάρει 80 θα ήμουν πιο χαρούμενη» του είπε η Εμμα ναζιάρικα και εκείνος χαμογέλασε.
«Τόσο έγραψες, τόσο σου έβαλα! Αν δεν είχες το μυαλό σου αλλού, θα είχες γράψει καλύτερα!» της είπε ψευτοαυστηρά.
«Σε σένα το είχα το μυαλό μου. Παραπονιέσαι;» ρώτησε η Εμμα και ο Ολιβερ τής έδωσε ένα τρυφερό φιλί στη μύτη. Περπατούσαν εδώ και είκοσι λεπτά, χωρίς προορισμό, μέσα στην πόλη. Μοιράζονταν το ίδιο πάθος για τους περιπάτους και όταν είχαν ελεύθερο χρόνο ήταν το πρώτο πράγμα που έκαναν. Μέχρι στιγμής είχαν αγοράσει ένα συλλεκτικό βιβλίο από έναν πλανόδιο και ένα μικρό αναμνηστικό μαγνητάκι για το ψυγείο του Ολιβερ.
«Στα άλλα μαθήματα πώς πήγες; Έμαθα καλά» είπε ο Ολιβερ και η Εμμα έγνεψε καταφατικά.
«Κοίτα ένα ωραίο καφέ εκεί πέρα! Να πάμε εκεί το μεσημεράκι» του είπε η Εμμα και συμπλήρωσε «Αν πάω καλά στην πτυχιακή θα βγάλω πολύ καλό μέσο όρο».
«Μπράβο το κορίτσι μου» της είπε και την αγκάλιασε από τη μέση. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που τους είδε χαμογέλασε. Ίσως σκέφτηκαν τα νεανικά τους χρόνια, υπέθεσε η Εμμα και αναρωτήθηκε αν επρόκειτο να ζήσει ως τα βαθιά γεράματα με τον Ολιβερ. Για κάποιο λόγο δεν ένιωθε και τόσο σίγουρη, παρόλο που εκείνος έκανε πραγματικά ό,τι μπορούσε για να την κάνει να νιώθει ποθητή και ακαταμάχητη. Εκτός από ένα πράγμα.
«Τελειώνεις από το μαγαζί σε δύο μέρες. Σωστά;» τη ρώτησε εκείνος και η Εμμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Ωχ Ολιβερ, συγγνώμη. Ξέρω ότι θες να βρούμε ημερομηνίες για τις διακοπές, αλλά μου ζήτησε το αφεντικό να κάνω τρεις βάρδιες πριν φύγω. Δε θέλω να τον αφήσω χωρίς βοήθεια. Προς το παρόν δεν έχει βρει αντικαταστάτρια».
«Εντάξει, μην ανησυχείς, άλλωστε μέχρι το τέλος της άλλης βδομάδας έχω ένα σωρό δουλειές στο πανεπιστήμιο για τη λήξη του εξαμήνου» της είπε και της χαμογέλασε.

Πέρασαν μια υπέροχη μέρα στην Οξφόρδη και γύρισαν στο σπίτι του Ολιβερ για να περάσουν μαζί το βράδυ. Η Εμμα είχε πια δικό της συρτάρι στο δωμάτιό του, με ρούχα και εσώρουχα και μόνιμα ένα μικρό βαλιτσάκι με καλλυντικά.
«Να φτιάξω κάτι να φάμε;» τον ρώτησε ενώ εκείνος έκανε ντους.
«Μόνο αν δε βαριέσαι» της φώναξε και αυτή ξεκίνησε να ψιλοκόβει φρέσκα λαχανικά και λουκάνικα για να φτιάξει μια ομελέτα. Όση ώρα ετοίμαζε το φαγητό, σκεφτόταν πόση πρόοδο είχε κάνει η σχέση τους μέσα σε τόσο μικρό διάστημα. Είχε βέβαια ανασφάλειες ότι μπορεί να προχωρούσαν πιο γρήγορα από όσο μπορούσε εκείνος να διαχειριστεί, δεδομένου ότι ήταν η πρώτη του σχέση, αλλά όλες τις αποφάσεις τις είχε πάρει μόνος του χωρίς να τον πιέσει κανείς. Οπότε δεν μπορούσε να της καταλογίσει ότι τον καταπίεζε.

Έφαγαν μαζί, καθισμένοι αγκαλιά στον καναπέ, ενώ έβλεπαν ένα ριάλιτι σόου. Σε κάθε μπουκιά, ο Ολιβερ έβγαζε ένα βογγητό απόλαυσης.
«Μαγειρεύεις τέλεια» της είπε όταν τέλειωσε το πιάτο του. Η Εμμα τού έτεινε το δικό της. Δεν είχε χορτάσει πλήρως αλλά εκείνος φαινόταν πιο πεινασμένος. «Δεν το θες;» τη ρώτησε και αυτή έγνεψε αρνητικά. «Με καμομαθαίνεις» της είπε ενώ συνέχισε να τρώει. Ο μεταβολισμός αυτού του άντρα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης. «Μαγειρεύεις υπέροχα και μοιράζεσαι το φαγητό σου μαζί μου» είπε ενώ κοιτούσε τηλεόραση. «Με φροντίζεις όσο κανείς, Εμμα, γιατί άραγε;» είπε εκείνος, πιο πολύ μονολογώντας.
«Επειδή σε αγαπάω» του είπε εκείνη και αμέσως μετά δάγκωσε δυνατά τα χείλη της. Τι είχε πει; Δεν ήταν ψέμα, αλλά δεν έπρεπε να το πει. Όχι τώρα. Όχι πρώτη. Χριστέ μου, και εκείνος γιατί δεν την κοιτούσε; Γιατί συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει; Γιατί το σαγόνι του είχε σφιχτεί; Να επιχειρούσε να πει κάτι; Να το σώσει; Αλλά τι; Ότι τον αγαπάει σα φίλο ή ότι δεν είναι αυτό που νομίζει;
Η Εμμα έκλεισε τα μάτια και ένιωσε σαν ηρωίδα σε ρομαντική κομεντί, όπου η πρωταγωνίστρια κάνει ένα μοιραίο λάθος. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση ο ήρωας δεν έδειχνε να δίνει σημασία.
Στην ατμόσφαιρα επικρατούσε παγωμάρα. Ο Ολιβερ είχε σταματήσει να τρώει. Ακούμπησε αργά το πιάτο στο τραπεζάκι μπροστά του και την κοίταξε. Πιο πολύ στο λαιμό παρά στα μάτια.
«Εμμα, δεν ξέρω τι να πω…Σε ευχαριστώ» είπε τελικά, κομπιάζοντας και εκείνη κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο προσπάθειας. Αυτά τα συναισθήματα βγαίνουν αβίαστα. Και αφού δεν το είχε νιώσει μετά από τόσα καταιγιστικά γεγονότα, δε θα το ένιωθε ποτέ.

Και ξαφνικά ένιωσε ότι το παραμύθι της είχε τελειώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου